Υπόθεση C-488/09
Asociación de Transporte International por Carretera (ASTIC)
κατά
Administración General del Estado
(αίτηση του Tribunal Supremo
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Σύμβαση TIR – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Μεταφορές πραγματοποιούμενες υπό την κάλυψη δελτίου TIR – Εγγυοδοτικός οργανισμός – Παράτυπη εκφόρτωση – Τόπος διάπραξης της παράβασης – Είσπραξη των εισαγωγικών δασμών»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Κοινοτική διαμετακόμιση – Μεταφορές πραγματοποιούμενες υπό την κάλυψη δελτίου TIR – Παραβάσεις ή παρατυπίες – Αρμόδιο κράτος μέλος για την είσπραξη των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων – Κράτος όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία – Εκτελεστή δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι ο τόπος διάπραξη της παράβασης βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και όχι αυτού στο οποίο διαπιστώθηκε η διάπραξη της παράβασης
(Κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής, άρθρα 454 και 455)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Κοινοτική διαμετακόμιση – Μεταφορές πραγματοποιούμενες υπό την κάλυψη δελτίου TIR – Παραβάσεις ή παρατυπίες – Αρμόδιο κράτος μέλος για την είσπραξη των δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων – Εκτελεστή δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι αρμόδιο για την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής είναι άλλο κράτος μέλος και όχι αυτό στο οποίο διαπιστώθηκε αρχικά η διάπραξη της παράβασης – Προθεσμία παραγραφής έναντι του εγγυοδοτικού οργανισμού της αξίωσης για την είσπραξη της οφειλής – Έναρξη
(Κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής, άρθρο 455 § 1)
1. Τα άρθρα 454 και 455 του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχουν την έννοια ότι, όταν το τεκμήριο ότι για την είσπραξη μιας τελωνειακής οφειλής είναι αρμόδιο το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαπιστώθηκε η διάπραξη παράβασης κατά την πραγματοποίηση μεταφοράς υπό την κάλυψη δελτίου TIR ανατρέπεται κατόπιν δικαστικής απόφασης που διαπιστώνει ότι η παράβαση αυτή διαπράχθηκε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, οι τελωνειακές αρχές του άλλου αυτού κράτους καθίστανται αρμόδιες για την είσπραξη της εν λόγω οφειλής, υπό την προϋπόθεση ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη για τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την εν λόγω παράβαση έχει γίνει εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εγγυοδοτικός οργανισμός που είναι αρμόδιος για το έδαφος εντός του οποίου διαπιστώθηκε η εν λόγω παράβαση ενημερώθηκε για την παράβαση αυτή.
(βλ. σκέψη 39, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 455, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της τελωνειακής σύμβασης σχετικά με τις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων βάσει δελτίων TIR, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που, κατόπιν δικαστικής διαδικασίας που περατώνεται ένα και πλέον έτος μετά την αποδοχή του δελτίου TIR, την αρμοδιότητα για την είσπραξη των δασμών ανακτά άλλο κράτος μέλος από αυτό που διαπίστωσε αρχικά τη διάπραξη της παράβασης, ο εγγυοδοτικός οργανισμός που είναι υπεύθυνος για τις μεταφορές που πραγματοποιούνται στο έδαφος του κράτους μέλους εντός του οποίου διαπράχθηκε η παράβαση δεν μπορεί να επικαλεστεί την προθεσμία παραγραφής που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, όταν οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους για το έδαφος του οποίου είναι υπεύθυνος ο οργανισμός αυτός του γνωστοποιούν, εντός ενός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρχές αυτές ενημερώθηκαν για την εκτελεστή δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε η αρμοδιότητά τους, τα περιστατικά λόγω των οποίων γεννήθηκε η τελωνειακή οφειλή, την οποία θα πρέπει να εξοφλήσει μέχρι το ανώτατο όριο το οποίο εγγυάται.
Πράγματι, υπό τις περιστάσεις αυτές, για να μη θιγεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του συστήματος είσπραξης των δασμών, το οποίο έχει θεσπιστεί με τη Σύμβαση TIR, με τον τελωνειακό κώδικα και με τον κανονισμό εφαρμογής, η ενιαύσια προθεσμία παραγραφής έναντι του εγγυοδοτικού οργανισμού της αξίωσης για την είσπραξη της οφειλής αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ενημερώθηκαν για την εκτελεστή δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε ότι το έδαφος του εν λόγω κράτους ήταν ο τόπος διάπραξης της παράβασης. Ο σκοπός δηλαδή της προθεσμίας αυτής συνίσταται στη διασφάλιση της ενιαίας και επιμελούς εφαρμογής των διατάξεων για την είσπραξη των δασμών και φόρων προς το συμφέρον της ταχείας και αποτελεσματικής απόδοσης των ιδίων πόρων της Ένωσης. Με δεδομένο τον σκοπό αυτό, η προθεσμία αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά διαδικαστικό κανόνα που απευθύνεται μόνο στις διοικητικές αρχές, προκειμένου να τις ωθήσει να παρεμβαίνουν όσο το δυνατόν ταχύτερα.
(βλ. σκέψεις 45-46, 49, 52, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 22ας Δεκεμβρίου 2010 (*)
«Σύμβαση TIR – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Μεταφορές πραγματοποιούμενες υπό την κάλυψη δελτίου TIR – Εγγυοδοτικός οργανισμός – Παράτυπη εκφόρτωση – Τόπος διάπραξης της παράβασης – Είσπραξη των εισαγωγικών δασμών»
Στην υπόθεση C‑488/09,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tribunal Supremo (Ισπανία) με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Νοεμβρίου 2009, στο πλαίσιο της δίκης
Asociación de Transporte Internacional por Carretera (ASTIC)
κατά
Administración General del Estado,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, J.‑J. Kasel, A. Borg Barthet, E. Levits (εισηγητή) και M. Berger, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Asociación de Transporte Internacional por Carretera (ASTIC), εκπροσωπούμενη από τη C. García Rubio, procuradora, και τον R. Machado Salazar de Frías, abogado,
– η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. M. Rodríguez Cárcamo,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους B.‑R. Killmann, J. Baquero Cruz και A. Caeiros,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορά την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας της Ένωσης και της τελωνειακής σύμβασης σχετικά με τις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων βάσει δελτίων TIR, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 14 Νοεμβρίου 1975 (στο εξής: σύμβαση TIR), εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με τον κανονισμό (EOK) 2112/78 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978 [JO L 252, σ. 1 (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις)], και άρχισε να ισχύει στις 20 Ιουνίου 1983.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Asociación de Transporte Internacional por Carretera (στο εξής: ASTIC) και της Administración General del Estado (ισπανικού Δημοσίου), αντικείμενο της οποίας είναι η είσπραξη τελωνειακής οφειλής που γεννήθηκε λόγω της παράνομης εκφόρτωσης ενός φορτίου τσιγάρων στην Ισπανία.
Το νομικό πλαίσιο
Η Σύμβαση TIR
3 Η Σύμβαση TIR προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται υπό το θεσπιζόμενο από την εν λόγω σύμβαση καθεστώς TIR, δεν απαιτείται καταβολή ή παρακατάθεση εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών στα τελωνεία διέλευσης.
4 Το άρθρο 11 της εν λόγω Σύμβασης έχει ως εξής:
«1. Σε περίπτωση μη εκκαθάρισης δελτίου TIR ή εκκαθάρισης με επιφύλαξη, οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό την πληρωμή των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, εάν, εντός προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία αποδοχής του δελτίου TIR από τις εν λόγω αρχές, δεν ενημέρωσαν εγγράφως τον οργανισμό σχετικά με τη μη εκκαθάριση ή την εκκαθάριση με επιφύλαξη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και σε περίπτωση εκκαθάρισης που πραγματοποιήθηκε αντικανονικά ή με δόλο, οπότε η προθεσμία ανέρχεται σε δύο έτη.
2. Η απαίτηση πληρωμής των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, απευθύνεται προς τον εγγυοδοτικό οργανισμό όχι νωρίτερα από την παρέλευση τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εν λόγω οργανισμός ειδοποιήθηκε ότι δεν εκκαθαρίστηκε το δελτίο TIR, ότι το δελτίο TIR εκκαθαρίστηκε με επιφυλάξεις ή ότι η εκκαθάριση επιτεύχθηκε αντικανονικά ή με δόλο, και το αργότερο δύο έτη μετά την εν λόγω ημερομηνία. Ωστόσο, όταν πρόκειται για περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον της δικαιοσύνης εντός της προαναφερθείσας διετούς προθεσμίας, η απαίτηση πληρωμής απευθύνεται εντός προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία η δικαστική απόφαση καθίσταται εκτελεστή.
3. Για την εξόφληση των απαιτητών ποσών παρέχεται στον εγγυοδοτικό οργανισμό προθεσμία τριών μηνών, υπολογιζόμενη από την ημερομηνία προβολής της απαίτησης πληρωμής. Ο οργανισμός δικαιούται επιστροφής των καταβληθέντων ποσών, εάν εντός δύο ετών από την ημερομηνία προβολής της απαίτησης πληρωμής διαπιστωθεί, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τiς τελωνειακές αρχές, ότι δεν διεπράχθη καμία παρατυπία καθόσον αφορά την υπό κρίση πράξη μεταφοράς.»
5 Το άρθρο 37 της Σύμβασης TIR προβλέπει τα εξής:
«Όταν δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί το έδαφος επί του οποίου διαπράχθηκε παρατυπία, αυτή θεωρείται ότι διαπράχθηκε στο έδαφος του συμβαλλομένου μέρους στο οποίο διαπιστώθηκε.»
Το δίκαιο της Ένωσης
6 Κατά το άρθρο 203 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302 σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας), τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται από την αφαίρεση «υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση» και κατά το χρονικό σημείο της αφαίρεσης αυτής.
7 Το άρθρο 215 του τελωνειακού κώδικα ορίζει τα εξής:
«1. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται στον τόπο στον οποίο λαμβάνουν χώρα οι πράξεις που δημιουργούν την οφειλή αυτή.
2. Όταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο τόπος που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι γεννάται στον τόπο όπου οι τελωνειακές αρχές διαπιστώνουν ότι το εμπόρευμα βρίσκεται σε κατάσταση που γεννά τελωνειακή οφειλή.
3. Όταν ένα τελωνειακό καθεστώς δεν έχει εκκαθαριστεί όσον αφορά συγκεκριμένο εμπόρευμα, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι γεννήθηκε:
– στον τόπο όπου το εμπόρευμα υπήχθη υπό το εν λόγω καθεστώς
ή
– στον τόπο όπου το εμπόρευμα εισέρχεται στην Κοινότητα υπό το εν λόγω καθεστώς.
4. Όταν από τις πληροφορίες που έχουν οι τελωνειακές αρχές προκύπτει ότι η τελωνειακή οφειλή είχε ήδη γεννηθεί όταν το εμπόρευμα βρισκόταν προηγουμένως σε άλλο τόπο, η τελωνειακή οφειλή θεωρείται ότι γεννάται στον τόπο όπου είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι βρισκόταν το εμπόρευμα κατά το πλέον απομακρυσμένο χρονικό σημείο κατά το οποίο μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη της τελωνειακής οφειλής.»
8 Το άρθρο 221 του τελωνειακού κώδικα έχει ως εξής:
«1. Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.
[...]
3. Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής. Ωστόσο, όταν η αδυναμία των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών οφείλεται σε πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη, η εν λόγω γνωστοποίηση γίνεται, εφόσον αυτό προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις, και μετά τη λήξη της εν λόγω τριετούς προθεσμίας.»
9 Δυνάμει του άρθρου 451 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), το τελωνειακό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρείται, όσον αφορά την εφαρμογή του καθεστώτος των διεθνών μεταφορών εμπορευμάτων βάσει δελτίων TIR, ως ενιαίο έδαφος.
10 Το άρθρο 454 του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει τα εξής:
«1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της Σύμβασης TIR και της Σύμβασης ΑΤΑ σχετικά με την [ευθύνη] των εγγυοδοτικών οργανισμών κατά τη χρησιμοποίηση ενός δελτίου TIR ή δελτίου ΑΤΑ.
2. Όταν διαπιστώνεται, κατά τη διάρκεια ή επ’ ευκαιρία μιας μεταφοράς που πραγματοποιείται υπό την κάλυψη δελτίου TIR, ή μιας πράξης διαμετακόμισης που πραγματοποιείται υπό την κάλυψη δελτίου ΑΤΑ, ότι διεπράχθη παράβαση ή παρατυπία σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, η είσπραξη των δασμών και των άλλων, ενδεχομένως, απαιτητών επιβαρύνσεων πραγματοποιείται από αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις, υπό την επιφύλαξη ασκήσεως ποινικής διώξεως.
3. Όταν δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί το έδαφος στο οποίο διεπράχθη παράβαση ή παρατυπία, θεωρείται ότι αυτή διεπράχθη στο κράτος μέλος όπου διεπιστώθη, εκτός εάν, εντός προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 455, παράγραφος 1, […] αποδεικνύεται, κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές, η κανονικότητα της πράξης ή ο τόπος όπου η παράβαση ή η παρατυπία πράγματι διεπράχθη.
Εάν, ελλείψει τέτοιας απόδειξης, η εν λόγω παράβαση ή παρατυπία εξακολουθεί να θεωρείται ότι διεπράχθη στο κράτος μέλος όπου διεπιστώθη, οι δασμοί και οι άλλες σχετικές με τα εμπορεύματα αυτά επιβαρύνσεις εισπράττονται από το εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις.
Εάν, μεταγενέστερα, προσδιορισθεί το κράτος μέλος στο οποίο πράγματι διεπράχθη η παράβαση ή παρατυπία, οι δασμοί και οι άλλες επιβαρύνσεις –με εξαίρεση αυτούς που έχουν εισπραχθεί ως ίδιοι πόροι της Κοινότητας σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο– στους οποίους υπόκεινται τα εμπορεύματα επιστρέφονται από το κράτος μέλος το οποίο είχε αρχικά προβεί στην είσπραξή τους. Στην περίπτωση αυτή, η ενδεχόμενη διαφορά επιστρέφεται στο πρόσωπο το οποίο αρχικά είχε καταβάλει τις επιβαρύνσεις.
Εάν το ποσό των δασμών και άλλων επιβαρύνσεων που εισπράχθηκαν αρχικά και επιστράφηκαν από το κράτος μέλος που τους είχε εισπράξει είναι κατώτερο από το ποσό των δασμών και άλλων επιβαρύνσεων που απαιτούνται στο κράτος μέλος στο οποίο πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία, το κράτος μέλος αυτό εισπράττει τη διαφορά σύμφωνα με τις κοινοτικές ή εθνικές διατάξεις.
Οι τελωνειακές διοικήσεις των κρατών μελών θεσπίζουν τις αναγκαίες διατάξεις για την καταπολέμηση των παραβάσεων ή παρατυπιών και την επιβολή αποτελεσματικών κυρώσεων.»
11 Το άρθρο 455 του κανονισμού εφαρμογής έχει ως εξής:
«1. Όταν διαπιστωθεί ότι, κατά τη διάρκεια ή με την ευκαιρία μεταφοράς βάσει δελτίου TIR ή πράξης διαμετακόμισης βάσει δελτίου ΑΤΑ, διαπράττεται παράβαση ή παρατυπία, οι τελωνειακές αρχές κοινοποιούν αυτήν την παράβαση ή παρατυπία στον κάτοχο του δελτίου TIR ή του δελτίου ΑΤΑ και στον εγγυοδοτικό οργανισμό, μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται, ανάλογα με την περίπτωση, στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της σύμβασης TIR ή στο άρθρο 6, παράγραφος 4, της Σύμβασης ΑΤΑ.
2. Η απόδειξη για την κανονικότητα της πράξης διαμετακόμισης υπό την κάλυψη δελτίου TIR ή δελτίου ΑΤΑ, κατά την έννοια του άρθρου 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, πρέπει να προσκομίζεται εντός της προθεσμίας που προβλέπεται, ανάλογα με την περίπτωση, στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της Σύμβασης TIR και στο άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της Σύμβασης ΑΤΑ.
[...]»
12 Το άρθρο 457 του κανονισμού εφαρμογής ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 4, της Σύμβασης TIR, σε περίπτωση που μια αποστολή εισέρχεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ή αρχίζει σε τελωνείο αναχώρησης το οποίο βρίσκεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ο εγγυοδοτικός οργανισμός καθίσταται ή είναι υπεύθυνος ενώπιον των τελωνειακών αρχών κάθε κράτους μέλους από το έδαφος του οποίου διέρχεται η αποστολή TIR, μέχρις ότου εξέλθει από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ή μέχρι το τελωνείο προορισμού που βρίσκεται στο έδαφος αυτό.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13 Η ASTIC είναι ο εγγυοδοτικός οργανισμός για τις μεταφορές που πραγματοποιούνται υπό την κάλυψη δελτίου TIR (στο εξής: μεταφορές TIR) εντός του ισπανικού εδάφους. Σύμφωνα με πράξη εγγυοδοσίας της 18ης Φεβρουαρίου 1994, το ανώτατο όριο ευθύνης του οργανισμού αυτού ανέρχεται σε 200 000 δολάρια ΗΠΑ (USD).
14 Ο Bundesverband Güterkraftverkehr Logistik und Entorgung eV (στο εξής: BGL) είναι ο εγγυοδοτικός οργανισμός για τις μεταφορές TIR εντός του γερμανικού εδάφους.
15 Στις 18 Μαρτίου 1994 το Τελωνείο του Lindau (Γερμανία) καταχώρισε τη διέλευση του δελτίου TIR αριθ. 10099706 για μια παρτίδα τσιγάρων, με προέλευση την Ελβετία και προορισμό το Τελωνείο του Πόρτο (Πορτογαλία). Το Τελωνείο του Lindau, αφού διαπίστωσε ότι το εμπόρευμα αυτό δεν είχε εμφανιστεί στο τελωνείο προορισμού, εξέδωσε στις 12 και στις 17 Ιανουαρίου 1995 καταλογιστικές πράξεις κατά του μεταφορέα και του κατόχου του δελτίου TIR. Το εν λόγω τελωνείο ενημέρωσε επίσης τον BGL στις 17 Ιανουαρίου 1995 ότι το δελτίο TIR αυτό δεν είχε εκκαθαριστεί και στη συνέχεια, στις 26 Φεβρουαρίου 1996, του ζήτησε να καταβάλει τους οφειλόμενους δασμούς.
16 Παράλληλα, στις 17 Ιανουαρίου 1995 το εν λόγω τελωνείο ενημέρωσε για την παρατυπία αυτή τον εισαγγελέα, ο οποίος άσκησε δίωξη που κατέληξε στην έκδοση στις 17 Μαρτίου 1998 απόφασης του Landgericht Augsburg (Γερμανία), με την οποία διαπιστωνόταν ότι το εμπόρευμα είχε εκφορτωθεί στη Σεβίλλη (Ισπανία) και επιβαλλόταν στον μεταφορέα ποινή για το έγκλημα της λαθρεμπορίας και της πλαστογραφίας. Με βάση τα περιστατικά αυτά, οι γερμανικές τελωνειακές αρχές διαβίβασαν τον φάκελο της υπόθεσης στις ισπανικές τελωνειακές αρχές και τους ζήτησαν να εισπράξουν την τελωνειακή οφειλή δυνάμει του άρθρου 215 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 454, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής.
17 Κατόπιν αυτών, οι ισπανικές τελωνειακές αρχές ενημέρωσαν τον μεταφορέα, τον κάτοχο των δελτίων TIR και την ASTIC για το ποσό της φοροδιαφυγής και κοινοποίησαν στις 13 Ιανουαρίου 1999 στην ASTIC, δηλαδή τον εγγυοδοτικό οργανισμό για τις μεταφορές TIR που πραγματοποιούνται στην Ισπανία, τα περιστατικά σχετικά με τη διάπραξη της παράβασης και το ύψος των δασμών που αφορούσε η φοροδιαφυγή, το οποίο ανερχόταν σε 230 342 114 ισπανικές πεσέτες (ESP) (δηλαδή περίπου 1 384 384 ευρώ). Στις 22 Μαρτίου 1999 η ASTIC παρέλαβε την πράξη καταλογισμού για την οφειλή αυτή.
18 Η ASTIC, κατόπιν της απόρριψης, τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό, της ένστασης που υπέβαλε κατά της εν λόγω πράξης καταλογισμού, άσκησε ένδικη προσφυγή ενώπιον του τμήματος διοικητικών διαφορών της Audiencia Nacional (Ισπανία), το οποίο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή, αποφαινόμενο ότι η ευθύνη της ASTIC δεν μπορούσε να υπερβεί το ποσό των 200 000 USD.
19 Κατά της παραπάνω απόφασης της Audiencia Nacional η ASTIC άσκησε αναίρεση ενώπιον του Tribunal Supremo, ισχυριζόμενη κυρίως ότι οι ισπανικές τελωνειακές αρχές ήσαν αναρμόδιες για την είσπραξη των δασμών που αφορούσε η φοροδιαφυγή, επειδή η αξίωση καταβολής του ποσού είχε παραγραφεί έναντι της ίδιας, αφού δεν είχε προβληθεί εντός προθεσμίας δύο ετών από την ημερομηνία αποδοχής του δελτίου TIR από τις γερμανικές τελωνειακές αρχές.
20 Το Tribunal Supremo εκφράζει, πρώτον, αμφιβολίες ως προς το αν οι ισπανικές τελωνειακές αρχές είναι αρμόδιες να κινήσουν νέα διαδικασία είσπραξης των οφειλόμενων δασμών, αν ληφθεί υπόψη αφενός ότι ο τόπος της διάπραξης της παράβασης, δηλαδή η ισπανική επικράτεια, προσδιορίστηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας των άρθρων 454, παράγραφος 3, και 455 του κανονισμού εφαρμογής και αφετέρου ότι οι γερμανικές τελωνειακές αρχές έχουν αξιώσει την καταβολή των οφειλόμενων δασμών από τον εγγυοδοτικό οργανισμό που έχει ευθύνη για τις μεταφορές TIR που πραγματοποιούνται εντός της γερμανικής επικράτειας.
21 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, ένας οργανισμός όπως η ASTIC μπορεί να επικαλεστεί την παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 454, παράγραφος 3, και 455 του κανονισμού εφαρμογής, στο άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα ή στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της Σύμβασης TIR, προκειμένου να προτείνει ένσταση παραγραφής της αξίωσης κατά του εγγυητή την οποία μπορούν να προβάλουν οι τελωνειακές αρχές κατά του εν λόγω οργανισμού.
22 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η καταλογιστική πράξη που απέστειλαν οι γερμανικές τελωνειακές αρχές στον εγγυοδοτικό οργανισμό που έχει την ευθύνη για τις μεταφορές TIR που πραγματοποιούνται στο γερμανικό έδαφος διακόπτει την παραγραφή έναντι της ASTIC, καθόσον οι αρχές αυτές δεν έχουν αναστείλει τη διαδικασία προβολής της αξίωσης πληρωμής έναντι του εν λόγω εγγυοδοτικού οργανισμού.
23 Στο πλαίσιο αυτό, το Tribunal Supremo αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αν ένα κράτος μέλος διαπιστώσει ορισμένη παρατυπία σε σχέση με το τελωνειακό καθεστώς μεταφοράς TIR και απαιτήσει την καταβολή του εκκαθαρισθέντος αναλογούντος ποσού από τον εγγυοδοτικό οργανισμό της επικράτειάς του, αλλά στη συνέχεια εξακριβωθεί ο τόπος διάπραξης της παράβασης, συμβιβάζεται με το άρθρο 454, παράγραφος 3, και το άρθρο 455 του κανονισμού [εφαρμογής] το γεγονός ότι το κράτος μέλος του τόπου διάπραξης της παράβασης κινεί νέα διαδικασία προβολής της αξίωσης καταβολής των αναλογούντων δασμών έναντι των προσώπων που είναι οι άμεσοι οφειλέτες και έναντι του εγγυοδοτικού οργανισμού του τόπου διάπραξης της παράβασης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται ο οργανισμός αυτός, αν ο τόπος διάπραξης της παράβασης προσδιορίστηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας που προβλέπουν οι κοινοτικές διατάξεις;
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης:
2) Μπορεί ο εγγυοδοτικός οργανισμός του κράτους μέλους στο οποίο διαπράχθηκε πράγματι η παρατυπία να προβάλει, βάσει των άρθρων 454, παράγραφος 3, και 455 του κανονισμού [εφαρμογής] ή του άρθρου 221, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα […], την παραγραφή της αξίωσης επί του ποσού που καλύπτει η εγγύηση, επειδή έχει παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία και ο ίδιος δεν είχε γνώση των πραγματικών περιστατικών πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας;
3) Διακόπτει η προβολή της αξίωσης πληρωμής έναντι του εγγυοδοτικού οργανισμού του κράτους που διαπίστωσε την παρατυπία, αξίωσης την οποία προβάλλουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους αυτού σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, της Σύμβασης TIR, την παραγραφή, όσον αφορά τη διαδικασία που έχει κινηθεί έναντι του εγγυοδοτικού οργανισμού του τόπου διάπραξης της παράβασης;
4) Έχει το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 11 της Σύμβασης TIR την έννοια ότι η προθεσμία την οποία προβλέπει εφαρμόζεται στο κράτος του τόπου της παράβασης, ακόμη και όταν το κράτος που διαπίστωσε την παρατυπία δεν ανέστειλε τη διαδικασία προβολής της αξίωσης πληρωμής έναντι του εγγυοδοτικού οργανισμού, παρά την ύπαρξη ποινικής δίκης για τα ίδια αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
24 Το αιτούν δικαστήριο, με το πρώτο ερώτημα, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν τα άρθρα 454 και 455 του κανονισμού εφαρμογής απαγορεύουν στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου διαπράχθηκε παράβαση του τελωνειακού καθεστώτος μιας μεταφοράς TIR να κινούν νέα διαδικασία για την είσπραξη των δασμών που οφείλονται λόγω της παράβασης αυτής, εφόσον ο τόπος διάπραξης της παράβασης προσδιορίστηκε δικαστικά μετά τη διαπίστωση των αρμόδιων αρχών άλλου κράτους μέλους ότι είχε διαπραχθεί παρατυπία ως προς το τελωνειακό καθεστώς της εν λόγω μεταφοράς TIR.
25 Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 451 του κανονισμού εφαρμογής, το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης θεωρείται, όσον αφορά τον τρόπο χρήσης των δελτίων TIR, ότι αποτελεί ενιαίο έδαφος.
26 Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα, μόλις ένα εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς αφαιρείται από την τελωνειακή επιτήρηση, γεννάται τελωνειακή οφειλή λόγω της αφαίρεσης αυτής.
27 Δεδομένου ότι αρμόδιες για την είσπραξη των τελωνειακών οφειλών είναι παράλληλα οι τελωνειακές αρχές διαφόρων κρατών μελών, το άρθρο 454, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει ότι η είσπραξη των δασμών που οφείλονται λόγω της διάπραξης παράβασης ή παρατυπίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου διαπράχθηκε η παράβαση ή παρατυπία αυτή.
28 Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 37 της Σύμβασης TIR, όταν το κράτος στο έδαφος του οποίου διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα, το τεκμήριο αρμοδιότητας υπάρχει προσωρινά υπέρ του κράτους στο έδαφος του οποίου διαπιστώθηκε η παράβαση ή η παρατυπία. Το τεκμήριο αυτό όμως ανατρέπεται, όταν αργότερα αποδεικνύεται ότι αρμόδιο είναι το πρώτο κράτος (βλ., συναφώς, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2000, C‑310/98 και C‑406/98, Met Trans και Sagpol, Συλλογή 2000, σ. I‑1797, σκέψη 37).
29 Ο μηχανισμός αυτός ανταποκρίνεται στην αντίληψη, αφενός, ότι τα κράτη μέλη αποτελούν, έναντι των τρίτων χωρών τις οποίες αφορά πράξη εκτελούμενη υπό το καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης της Ένωσης, ένα μόνον τελωνειακό έδαφος και, αφετέρου, ότι το ζήτημα του προσδιορισμού του αρμόδιου κράτους μέλους προς είσπραξη των δασμών είναι εσωτερικό πρόβλημα της Ένωσης, οπότε η αλλαγή του αρμόδιου κράτους δεν έχει συνέπεια επί του γεγονότος ότι ο οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής πρέπει να καταβάλει τους δασμούς αυτούς (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Met-Trans και Sagpol, σκέψη 38).
30 Όσον αφορά καταρχάς το δικαίωμα απόδειξης του τόπου όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία, επισημαίνεται ότι τα άρθρα 454 και 455 του κανονισμού εφαρμογής δεν διευκρινίζουν ποιο είναι το πρόσωπο που οφείλει ή μπορεί να προσκομίσει τη σχετική απόδειξη (βλ. απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑78/01, BGL, Συλλογή 2003, σ. I‑9543, σκέψη 50).
31 Όσον αφορά εξάλλου την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να προσκομιστεί η εν λόγω απόδειξη, επισημαίνεται ότι το άρθρο 454, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής παραπέμπει ουσιαστικά στο άρθρο 455, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση BGL, σκέψεις 64 έως 66).
32 Για παράδειγμα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 454 και 455 του κανονισμού εφαρμογής, ο εγγυοδοτικός οργανισμός διαθέτει, προκειμένου να αποδείξει τον τόπο όπου πράγματι διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία, προθεσμία δύο ετών, η οποία αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία προβλήθηκε έναντι αυτού η αξίωση εξόφλησης της τελωνειακής οφειλής που γεννήθηκε λόγω της παράβασης ή παρατυπίας αυτής (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση BGL, σκέψη 73).
33 Στο σημείο αυτό πρέπει πάντως να τονιστεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, της Σύμβασης TIR, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 455, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής και το οποίο επομένως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία της δεύτερης αυτής διάταξης, προβλέπει ρητά μια παρέκκλιση από τη διετή αυτή προθεσμία, και συγκεκριμένα στην περίπτωση που για τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την εν λόγω παράβαση έχει γίνει προσφυγή ενώπιον της δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια, όταν ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παράβαση ή η παρατυπία προσδιορίζεται δικαστικά, επιτρέπεται παρέκκλιση από την προθεσμία αυτή, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη για τα περιστατικά αυτά έχει γίνει εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εγγυοδοτικός οργανισμός που είναι αρμόδιος για το έδαφος εντός του οποίου διαπιστώθηκε η παράβαση ή η παρατυπία ενημερώθηκε για την παράβαση ή παρατυπία αυτή.
34 Εν προκειμένω προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, πρώτον, ότι οι γερμανικές τελωνειακές αρχές, αφού διαπίστωσαν ότι το εμπόρευμα που είχε εισέλθει στο γερμανικό έδαφος υπό την κάλυψη δελτίου TIR δεν είχε φθάσει στον προορισμό του, ενημέρωσαν τον BGL στις 17 Ιανουαρίου 1995 για την παρατυπία αυτή και στη συνέχεια, στις 26 Φεβρουαρίου 1996, του ζήτησαν να καταβάλει τους δασμούς που οφείλονταν λόγω της παρατυπίας αυτής.
35 Δεύτερον, στις 17 Ιανουαρίου 1995 οι γερμανικές τελωνειακές αρχές ενημέρωσαν για την παρατυπία που είχαν διαπιστώσει τον εισαγγελέα, ο οποίος άσκησε δίωξη που κατέληξε στην έκδοση στις 17 Μαρτίου 1998 απόφασης του Landgericht Augsburg, με την οποία διαπιστωνόταν ότι το επίμαχο εμπόρευμα είχε εκφύγει της τελωνειακής επιτήρησης στο ισπανικό έδαφος.
36 Η δικαστική αυτή απόφαση διαβιβάστηκε από τις γερμανικές τελωνειακές αρχές στις 24 Αυγούστου 1998 στις ισπανικές τελωνειακές αρχές.
37 Από όλα αυτά τα στοιχεία προκύπτει ότι, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η ASTIC, μολονότι η δικαστική απόφαση που προσδιόρισε τον τόπο διάπραξης της παράβασης εκδόθηκε δύο και πλέον έτη μετά την προβολή της απαίτησης πληρωμής έναντι του BGL, οι γερμανικές αρχές δεν παραιτήθηκαν παρανόμως, υπέρ των ισπανικών τελωνειακών αρχών, από την είσπραξη της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης τελωνειακής οφειλής.
38 Πράγματι, τα περιστατικά της υπόθεσης της κύριας δίκης υποβλήθηκαν στην κρίση της γερμανικής δικαιοσύνης εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 454 και 455 του κανονισμού εφαρμογής, ενώ με τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής προσδιορίστηκε το ισπανικό έδαφος ως ο τόπος όπου διαπράχθηκε η παράβαση λόγω της οποίας γεννήθηκε η τελωνειακή αυτή οφειλή, οπότε η αρμοδιότητα των γερμανικών τελωνειακών αρχών για την είσπραξη της οφειλής αυτής εξέλιπε υπέρ της αρμοδιότητας των ισπανικών τελωνειακών αρχών.
39 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 454 και 455 του κανονισμού εφαρμογής έχουν την έννοια ότι, όταν το τεκμήριο ότι για την είσπραξη μιας τελωνειακής οφειλής είναι αρμόδιο το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαπιστώθηκε η διάπραξη παράβασης κατά τη μεταφορά TIR ανατρέπεται κατόπιν δικαστικής απόφασης που διαπιστώνει ότι η παράβαση αυτή διαπράχθηκε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, οι τελωνειακές αρχές του άλλου κράτους καθίστανται αρμόδιες για την είσπραξη της εν λόγω οφειλής, υπό την προϋπόθεση ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη για τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την εν λόγω παράβαση έχει γίνει εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εγγυοδοτικός οργανισμός που είναι αρμόδιος για το έδαφος εντός του οποίου διαπιστώθηκε η εν λόγω παράβαση ενημερώθηκε για την παράβαση αυτή.
Επί του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου ερωτήματος
40 Το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία, με τα ερωτήματα αυτά, το ζήτημα αν η ASTIC μπορεί να επικαλεστεί τις προθεσμίες παραγραφής που προβλέπονται στα 454, παράγραφος 3, και 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, στο άρθρο 11, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR και στο άρθρο 221 του τελωνειακού κώδικα για να αντιταχθεί στην αξίωση πληρωμής που προβάλλουν οι ισπανικές τελωνειακές αρχές έναντι αυτής. Το εν λόγω δικαστήριο θέτει επίσης το ζήτημα των συνεπειών που ενδέχεται να έχει ως προς την αξίωση αυτή η διαδικασία που κίνησαν αρχικά οι γερμανικές τελωνειακές αρχές.
41 Υπενθυμίζεται εξαρχής ότι το άρθρο 454, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής αφορά την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να προσδιορίζεται το αρμόδιο κράτος μέλος και ότι το άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει την προθεσμία μετά τη λήξη της οποίας δεν μπορεί να γίνει γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής στον οφειλέτη.
42 Επομένως, η προθεσμία παραγραφής έναντι του εγγυοδοτικού οργανισμού της αξίωσης για την είσπραξη της οφειλής καθορίζεται από το άρθρο 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR. Οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν συνεπώς να απαιτήσουν από τον εγγυοδοτικό οργανισμό να καταβάλει το ποσό της τελωνειακής οφειλής παρά μόνον αν τον έχουν ενημερώσει εγγράφως για τη διάπραξη της παράβασης εντός ενός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία αποδέχθηκαν το δελτίο TIR.
43 Εν προκειμένω η ASTIC έλαβε στις 13 Ιανουαρίου 1999 γνωστοποίηση της διάπραξης της παράβασης στο ισπανικό έδαφος, ενώ το επίμαχο στην κύρια δίκη δελτίο TIR είχε γίνει αποδεκτό από τις γερμανικές τελωνειακές αρχές στις 18 Μαρτίου 1994, δηλαδή τέσσερα και πλέον έτη πριν από τη γνωστοποίηση αυτή.
44 Εντούτοις, η ASTIC δεν μπορεί να ισχυριστεί βασίμως, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, ότι η αξίωση των ισπανικών τελωνειακών αρχών να εξοφλήσει η ASTIC την τελωνειακή οφειλή μέχρι το ύψος του εγγυημένου ποσού έχει παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR.
45 Αν γινόταν δεκτή η παραγραφή αυτής της αξίωσης υπό περιστάσεις όπως αυτές της προκείμενης υπόθεσης, η συνέπεια θα ήταν να θιγεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του συστήματος είσπραξης των δασμών, το οποίο έχει θεσπιστεί με τη Σύμβαση TIR, τον τελωνειακό κώδικα και τον κανονισμό εφαρμογής.
46 Η προθεσμία συνεπώς που προβλέπεται στο άρθρο 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR, αποσκοπεί στη διασφάλιση της ενιαίας και επιμελούς εφαρμογής των διατάξεων για την είσπραξη των δασμών και φόρων προς το συμφέρον της ταχείας και αποτελεσματικής απόδοσης των ιδίων πόρων της Ένωσης. Με γνώμονα τον σκοπό αυτόν, η προθεσμία την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι συνιστά διαδικαστικό κανόνα που απευθύνεται μόνο στις διοικητικές αρχές, προκειμένου να τις ωθήσει να παρέμβουν όσο το δυνατόν ταχύτερα [βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 14ης Μαΐου 2009, C‑161/08, Internationaal Verhuis- en Transportbedrijf Jan de Lely, Συλλογή 2009, σ. I‑4075, σκέψεις 50 και 51, που αφορούσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1593/91 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 1991, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 719/91 του Συμβουλίου, σχετικά με τη χρησιμοποίηση στην Κοινότητα των δελτίων TIR και των δελτίων ATA ως εγγράφων διαμετακόμισης (ΕΕ L 148, σ. 11)].
47 Ακόμη δηλαδή και αν οι τελωνειακές αρχές είχαν ενεργήσει με την απαιτούμενη επιμέλεια και ταχύτητα, η είσπραξη των δασμών αυτών θα καθίστατο αδύνατη, αν, κατόπιν δικαστικής διαδικασίας που περατώνεται ένα και πλέον έτος μετά την αποδοχή του δελτίου TIR, η αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους στο οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση εξέλειπε, σύμφωνα με το άρθρο 454, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 455, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, και αποκτούσαν αρμοδιότητα οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου διαπράχθηκε η παράβαση, οι οποίες όμως δεν θα είχαν τη δυνατότητα να εισπράξουν την οφειλή, διότι η αποδοχή του εν λόγω δελτίου TIR θα είχε πραγματοποιηθεί πριν από διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους.
48 Υπό τις περιστάσεις αυτές, υπενθυμίζεται ότι, αν και, σύμφωνα με το άρθρο 451 του κανονισμού εφαρμογής, το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης θεωρείται, όσον αφορά τον τρόπο χρήσης των δελτίων TIR, ως ενιαίο έδαφος, καθένα από τα 27 κράτη μέλη είναι αρμόδιο να προβαίνει, με τις τελωνειακές αρχές του, στην είσπραξη των τελωνειακών οφειλών που γεννώνται στο έδαφός του. Εξάλλου, σε κάθε κράτος μέλος υπάρχει ένας ιδιαίτερος εγγυοδοτικός οργανισμός, ο οποίος ευθύνεται για την εξόφληση των τελωνειακών οφειλών που έχουν γεννηθεί ή τεκμαίρεται ότι έχουν γεννηθεί στο έδαφός του κατά την εκτέλεση πράξης μεταφοράς TIR. Οι εγγυοδοτικοί οργανισμοί όμως, όπως είναι η ASTIC, δεν μπορούν να επωφελούνται αυτής της διοικητικής κατάτμησης, με σκοπό να ματαιώνουν την είσπραξη των δασμών μέχρι το ανώτατο ποσό που εγγυώνται.
49 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, η προθεσμία ενός έτους που προβλέπεται στο άρθρο 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR, άρχισε να τρέχει κατά την ημερομηνία κατά την οποία οι ισπανικές τελωνειακές αρχές ενημερώθηκαν για την εκτελεστή δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε ότι το ισπανικό έδαφος ήταν ο τόπος διάπραξης της παράβασης.
50 Όσον αφορά το ζήτημα ποια αποτελέσματα έχει για τη διαδικασία που εφαρμόζουν οι ισπανικές τελωνειακές αρχές η διαδικασία που κίνησαν οι γερμανικές τελωνειακές αρχές, από τη δικογραφία που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω γερμανικές τελωνειακές αρχές έχουν προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για να επιτύχουν την εκτέλεση της αξίωσης πληρωμής που είχαν προβάλει κατά του BGL.
51 Εν πάση περιπτώσει, αν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι οι γερμανικές τελωνειακές αρχές έχουν εισπράξει από τον εγγυοδοτικό αυτόν οργανισμό ένα μέρος των οφειλόμενων δασμών, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 454, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει ένα μηχανισμό επιστροφής των δασμών που έχουν ήδη εισπραχθεί από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διαπιστώθηκε η παράβαση, ο οποίος λειτουργεί υπέρ του κράτους μέλους εντός του οποίου διαπράχθηκε πράγματι η παράβαση.
52 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο, στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 455, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της Σύμβασης TIR, έχει την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, ο εγγυοδοτικός οργανισμός δεν μπορεί να επικαλεστεί την προθεσμία παραγραφής που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, όταν οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους για το έδαφος του οποίου είναι υπεύθυνος ο οργανισμός αυτός του γνωστοποιούν, εντός ενός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρχές αυτές ενημερώθηκαν για την εκτελεστή δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε η αρμοδιότητά τους, τα περιστατικά λόγω των οποίων γεννήθηκε η τελωνειακή οφειλή, την οποία θα πρέπει να εξοφλήσει μέχρι το ανώτατο όριο το οποίο εγγυάται.
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 454 και 455 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχουν την έννοια ότι, όταν το τεκμήριο ότι για την είσπραξη μιας τελωνειακής οφειλής είναι αρμόδιο το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διαπιστώθηκε η διάπραξη παράβασης κατά την πραγματοποίηση μεταφοράς υπό την κάλυψη δελτίου TIR ανατρέπεται κατόπιν δικαστικής απόφασης που διαπιστώνει ότι η παράβαση αυτή διαπράχθηκε στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, οι τελωνειακές αρχές του άλλου αυτού κράτους καθίστανται αρμόδιες για την είσπραξη της εν λόγω οφειλής, υπό την προϋπόθεση ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη για τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την εν λόγω παράβαση έχει γίνει εντός δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία ο εγγυοδοτικός οργανισμός που είναι αρμόδιος για το έδαφος εντός του οποίου διαπιστώθηκε η εν λόγω παράβαση ενημερώθηκε για την παράβαση αυτή.
2) Το άρθρο 455, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, της τελωνειακής σύμβασης σχετικά με τις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων βάσει δελτίων TIR, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 14 Νοεμβρίου 1975, έχει την έννοια ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υπόθεσης της κύριας δίκης, ο εγγυοδοτικός οργανισμός δεν μπορεί να επικαλεστεί την προθεσμία παραγραφής που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, όταν οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους για το έδαφος του οποίου είναι υπεύθυνος ο οργανισμός αυτός του γνωστοποιούν, εντός ενός έτους από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρχές αυτές ενημερώθηκαν για την εκτελεστή δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε η αρμοδιότητά τους, τα περιστατικά λόγω των οποίων γεννήθηκε η τελωνειακή οφειλή, την οποία θα πρέπει να εξοφλήσει μέχρι το ανώτατο όριο το οποίο εγγυάται.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.