ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΕLEANOR SHARPSTON
της 14ης Σεπτεμβρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑291/09
Francesco Guarnieri & Cie
κατά
Vandevelde Eddy VOF
[αίτηση του Rechtbank van Koophandel te Brussel (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Cautio judicatum solvi»
1. Το Δικαστήριο έχει εκδώσει σειρά αποφάσεων όσον αφορά το ζήτημα της συμβατότητας με τη Συνθήκη εθνικού κανόνα ο οποίος, στο πλαίσιο ενδίκων διαδικασιών, επιβάλλει στους αλλοδαπούς ενάγοντες υποχρέωση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi). Η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει μια ιδιομορφία, δεδομένου ότι αφορά την κατάσταση υπηκόου τρίτης χώρας και θέτει το ζήτημα κατά πόσον, στο πλαίσιο αυτό, η υποχρέωση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi) συνιστά περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Το νομικό πλαίσιο
Η Συνθήκη ΕΚ (2)
2. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 12 ΕΚ ορίζει: «Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας».
3. Το άρθρο 28 ΕΚ ορίζει: «Οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών».
4. Το άρθρο 29 ΕΚ ορίζει: «Οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εξαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών».
5. Το άρθρο 30 ΕΚ προβλέπει: «Οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών».
6. Το Μονακό δεν περιλαμβάνεται, στο άρθρο 299 ΕΚ, μεταξύ των εδαφών στα οποία έχει εφαρμογή η Συνθήκη. Επιπλέον, αντίθετα (για παράδειγμα) από τη Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου (3), δεν υφίσταται ειδική διεθνής συμφωνία με το Μονακό η οποία να διέπει τις εμπορικές σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας
7. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2913/92 (4) προβλέπει: «Τα ακόλουθα εδάφη που βρίσκονται εκτός του εδάφους των κρατών μελών, λόγω των συμβάσεων και συνθηκών που ισχύουν γι’ αυτά, θα θεωρούνται μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας: […] (β) Γαλλία[:] Το έδαφος του Πριγκιπάτου του Μονακό, όπως καθορίζεται από την τελωνειακή σύμβαση που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 18 Μαΐου 1963».
Συναφής εθνική νομοθεσία
8. Βάσει του άρθρου 851 του Gerechtelijk Wetboek (βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), ο αλλοδαπός ο οποίος έχει ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση οφείλει, αν ο Βέλγος εναγόμενος προβάλει σχετική αίτηση κατά την έναρξη της δίκης, να παράσχει εγγύηση ως προς το ότι θα καταβάλει τα δικαστικά έξοδα στα οποία ενδέχεται να καταδικαστεί καθώς και την αποζημίωση η οποία ενδέχεται να επιδικαστεί εις βάρος του, εκτός αν τα κράτη, στο πλαίσιο διμερούς συμφωνίας, έχουν συνομολογήσει ότι οι υπήκοοί τους απαλλάσσονται από τη σχετική υποχρέωση.
Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και υποβληθέν ερώτημα
9. Η ενάγουσα της κύριας δίκης Francesco Guarnieri & Cie (στο εξής: Guarnieri) είναι ετερόρρυθμη εταιρία μονεγασκικού δικαίου, εδρεύουσα στο Μονακό. Η εναγόμενη Vandevelde Eddy VOF (στο εξής: Vandevelde) εδρεύει στο Βέλγιο.
10. Η τρίτη εταιρία Fourcroy NV παρήγγειλε στη Vandevelde 21 000 ποτήρια και 100 000 κεριά τύπου ρεσό, με τα εξαρτήματά τους, στο πλαίσιο μιας διαφημιστικής εκστρατείας για την πώληση φιαλών του λικέρ «Mandarine Napoléon». Η Vandevelde παρήγγειλε τα ποτήρια και τα κεριά τύπου ρεσό από την Guarnieri.
11. Κατά την παραλαβή των εμπορευμάτων, η Vandevelde αρνήθηκε να εξοφλήσει την Guarnieri, υποστηρίζοντας ότι η παράδοση έγινε με καθυστέρηση, ότι οι πλαστικές συσκευασίες 3 000 αντικειμένων είχαν καταστραφεί και το 65 % των ποτηριών είχαν θραυσθεί, ότι τα ποτήρια που παραδόθηκαν άθραυστα ήταν ιδιαιτέρως βρώμικα και ότι το διαφημιστικό αυτοκόλλητο που προοριζόταν για τα ποτήρια είχε τεθεί σε λάθος πλευρά.
12. Κατόπιν τούτου, η Guarnieri άσκησε αγωγή ενώπιον του Rechtbank van Koophandel te Brussel (τμήματος εμπορικών διαφορών του Πρωτοδικείου των Βρυξελλών) με αίτημα την καταβολή 51 034,98 δολαρίων ΗΠΑ (USD) και 16 345,27 ευρώ για ανεξόφλητα τιμολόγια που αφορούσαν τα παραδοθέντα εμπορεύματα, πλέον τόκων υπερημερίας. Η Vandevelde άσκησε ανταγωγή με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία 31 530,38 ευρώ, πλέον των νόμιμων τόκων, καθώς και αποζημιώσεως για διαφυγόντα κέρδη 60 000,00 ευρώ, πλέον των νόμιμων τόκων.
13. Εν συνεχεία, η Vandevelde υπέβαλε αίτηση βάσει του άρθρου 851 του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ζητώντας να υποχρεωθεί η Guarnieri στην παροχή εγγυήσεως ύψους 2 500 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.
14. Η Guarnieri υποστηρίζει ότι το να υποχρεωθεί να παράσχει εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα είναι αντίθετο προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και τα άρθρα 28, 29 και 30 ΕΚ. Η Guarnieri υποστηρίζει ότι, μολονότι αυτή είναι Μονεγάσκος υπήκοος, δύναται να ωφεληθεί από τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
15. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων έχουν άμεση εφαρμογή και υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αποκλείουν τα άρθρα 28, 29 και 30 ΕΚ ενάγων μονεγασκικής ιθαγενείας ο οποίος άσκησε αγωγή στο Βέλγιο για την εξόφληση τιμολογίων που εκδόθηκαν για την παράδοση “twister-glazen” [ποτηριών τύπου twister] και κεριών τύπου ρεσό με τα εξαρτήματά τους να υποχρεωθεί, κατόπιν αιτήσεως εναγομένου βελγικής ιθαγενείας, να παράσχει εγγύηση για την καταβολή των δικαστικών εξόδων στα οποία ενδέχεται να καταδικαστεί καθώς και της αποζημιώσεως η οποία ενδέχεται να επιδικαστεί εις βάρος του;»
16. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή. Δεδομένου ότι κανένας διάδικος δεν ζήτησε να αναπτύξει προφορικώς τις θέσεις του, δεν έλαβε χώρα επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Εκτίμηση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Καταγωγή των εμπορευμάτων
17. Δεν αμφισβητείται ότι η Guarnieri είναι Μονεγάσκος υπήκοος και, επομένως, υπήκοος τρίτης χώρας. Εντούτοις, στην απόφαση περί παραπομπής και στη δικογραφία του αιτούντος δικαστηρίου δεν περιέχονται στοιχεία όσον αφορά την καταγωγή των επίμαχων εμπορευμάτων. Η προέλευση των εμπορευμάτων είναι καθοριστικής σημασίας για την εκτίμηση της ουσίας της εκκρεμούς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς.
18. Διάφορες υποθέσεις είναι δυνατές όσον αφορά την καταγωγή των εμπορευμάτων. Τα εμπορεύματα ενδέχεται να κατασκευάστηκαν στο Μονακό ή (πιθανότερο) να εισήχθησαν στο Μονακό από τρίτη χώρα, όπως η Ταϊβάν, και εν συνεχεία να απεστάλησαν από το Μονακό στο Βέλγιο. Εναλλακτικώς, τα εμπορεύματα ενδέχεται να εισήλθαν στο Βέλγιο μέσω άλλου κράτους μέλους: για παράδειγμα, ενδέχεται να κατασκευάστηκαν στις Κάτω Χώρες ή να εισήχθησαν στις Κάτω Χώρες από τρίτη χώρα και εν συνεχεία από τη χώρα αυτή να εξήχθησαν στο Βέλγιο (5). Τέλος, τα εμπορεύματα ενδέχεται να κατασκευάστηκαν στο Βέλγιο ή να εισήχθησαν απευθείας στο Βέλγιο από τρίτη χώρα.
19. Η προέλευση των εμπορευμάτων συνιστά πραγματικό ζήτημα του οποίου η εκτίμηση εμπίπτει στην αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου. Εντούτοις, η νομική ανάλυση του ζητήματος που θέτει το αιτούν δικαστήριο θα είναι διαφορετική, αναλόγως της απαντήσεως που θα δοθεί στο θεμελιώδες αυτό ερώτημα.
Προϊόντα καταγωγής Μονακό
20. Σε περίπτωση που τα προϊόντα κατάγονται από το Μονακό, το οποίο δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εδαφών στα οποία έχει εφαρμογή η Συνθήκη σύμφωνα με το άρθρο 299 ΕΚ, τίθεται το προκαταρκτικό ζήτημα κατά πόσον τα άρθρα 28 και 30 ΕΚ έχουν εφαρμογή επί των κρίσιμων στο πλαίσιο της κύριας δίκης πραγματικών περιστατικών.
21. Δεν υφίσταται απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με το ζήτημα αν οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας έχουν εφαρμογή στα εμπορεύματα μονεγασκικής καταγωγής. Εντούτοις, ο γενικός εισαγγελέας N. Fennelly εξέτασε το εν λόγω ζήτημα με τις προτάσεις του στην υπόθεση Estée Lauder (6). Στην υπόθεση αυτή το προϊόν (ένα καλλυντικό προϊόν) παρασκευαζόταν στο Μονακό και από εκεί διανεμόταν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το ζήτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αφορούσε το κατά πόσον τα τότε άρθρα 30 και 36 ΕΚ και/ή το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τα καλλυντικά (7) απαγόρευαν την εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί αθέμιτου ανταγωνισμού οι οποίες επέτρεπαν την απαγόρευση της εισαγωγής και της διαθέσεως στο εμπόριο καλλυντικού προϊόντος, το οποίο παρασκευάζεται ή διατίθεται νομίμως στο εμπόριο εντός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με την αιτιολογία ότι οι καταναλωτές θα μπορούσαν να παραπλανηθούν από την ονομασία του προϊόντος, εκλαμβάνοντας το προϊόν ως έχον διαρκές αποτέλεσμα.
22. Ο γενικός εισαγγελέας Ν. Fennelly αναγνώρισε ότι το Μονακό αποτελεί πράγματι τρίτη χώρα, αλλά υποστήριξε ότι «[…] εφόσον στο εμπόριο μεταξύ του Μονακό και της Κοινότητας δεν μπορεί να εφαρμοσθεί δασμός ή φόρος ισοδυνάμου αποτελέσματος, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να προκύπτει από αυτό ότι τα εμπορεύματα καταγωγής Μονακό, εξαγόμενα απευθείας σε ένα κράτος μέλος, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αν ήσαν κοινοτικής προελεύσεως» (8). Αφού εξέτασε κατά πόσον η άποψη αυτή θα μπορούσε να αναιρείται από το γεγονός ότι οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ του Μονακό και της Κοινότητας δεν ρυθμίζονται εξαντλητικώς, ο γενικός εισαγγελέας Ν. Fennelly κατέληξε στο συμπέρασμα «ότι το γεγονός και μόνον ότι το Μονακό αποτελεί τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας δικαιολογεί το να θεωρούνται τα προερχόμενα από το Μονακό προϊόντα ότι διέπονται από τους κανόνες της ελεύθερης κυκλοφορίας» (9).
23. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της υποθέσεως Estée Lauder, στηρίχθηκε σε άλλους λόγους και, κατ’ ακολουθία, δεν εξέτασε το ζήτημα αυτό με την απόφασή του. Πάντως, συμμερίζομαι πλήρως την προσέγγιση του γενικού εισαγγελέα Ν. Fennelly και συντάσσομαι με την άποψή του ότι τα εμπορεύματα μονεγασκικής καταγωγής, από κοινού με τα εισαγόμενα στο Μονακό από τρίτη χώρα εμπορεύματα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός αυτού (10), πρέπει να διέπονται από τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας.
Εμπορεύματα καταγωγής άλλων κρατών μελών
24. Σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι τα εμπορεύματα είναι καταγωγής άλλου κράτους μέλους, οι διατάξεις των άρθρων 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ θα έχουν προφανώς εφαρμογή. Ομοίως, τα εμπορεύματα που εισάγονται σε άλλο κράτος μέλος από τρίτη χώρα και τα οποία τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός του κράτους μέλους αυτού θα διέπονται από τις εν λόγω διατάξεις.
Εμπορεύματα καταγωγής Βελγίου
25. Αντίθετα προς τις δύο ανωτέρω περιγραφείσες υποθέσεις, σε περίπτωση που τα εμπορεύματα είναι καταγωγής Βελγίου (ή εισήχθησαν απευθείας στο Βέλγιο από τρίτη χώρα και τέθηκαν το πρώτον σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στο Βέλγιο) οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων δεν είναι, κατά την άποψή μου, κρίσιμες.
26. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1997, C-321/94 έως C-324/94, Pistre κ.λπ. (11), και της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont (12), έκρινε ότι αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβαλλόμενες στο πλαίσιο δικών στις οποίες τα προϊόντα και οι διάδικοι περί των οποίων πρόκειται περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους είναι παραδεκτές και προχώρησε σε ερμηνεία του τότε άρθρου 30 ΕΚ. Εντούτοις, αμφότερες οι ως άνω υποθέσεις αφορούσαν εθνικά μέτρα ικανά να έχουν, τουλάχιστον δυνητικώς, σημαντικές συνέπειες επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
27. Στο πλαίσιο της υποθέσεως Pistre κ.λπ., η γαλλική νομοθεσία απαγόρευε την αναγραφή της ενδείξεως «όρος» ή «Monts des Lacaune» στις ετικέτες αλλαντικών χωρίς την προηγούμενη άδεια των αρμοδίων διοικητικών αρχών (άδεια που αφορούσε ακριβώς τη χρησιμοποίηση των ενδείξεων των οποίων η χρήση αποτελούσε προνόμιο των ορεινών περιοχών). Οι κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη ήταν Γάλλοι υπήκοοι, στους οποίους είχε απαγορευθεί να παρασκευάζουν και να εμπορεύονται στη Γαλλία τα αλλαντικά τους. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το τότε άρθρο 30 ΕΚ «δεν μπορεί να μην έχει εφαρμογή απλώς και μόνο διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση που έχει υποβληθεί στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου, όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η εφαρμογή του εθνικού μέτρου μπορεί να έχει αποτελέσματα και στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών, ιδίως οσάκις το επίμαχο μέτρο ευνοεί τη διάθεση στην αγορά εμπορευμάτων εγχώριας καταγωγής, εις βάρος των εισαγομένων εμπορευμάτων» (13). Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση συνιστούσε δυσμενή διάκριση εις βάρος των εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη εμπορευμάτων (καθόσον επιφύλασσε τη χρήση της ενδείξεως μόνο στα προϊόντα που παρασκευάζονται εντός της γαλλικής επικρατείας) και έκρινε ότι η ρύθμιση αυτή δεν μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη (14).
28. Στο πλαίσιο της υποθέσεως Guimont, εθνικές διατάξεις για την επισήμανση απαγόρευαν με την απειλή ποινικών κυρώσεων τη χρησιμοποίηση της ονομασίας «Emmenthal» για ένα εγχωρίως παραγόμενο τυρί διότι, μολονότι αυτό πληρούσε κατά τα λοιπά τα προβλεπόμενα από την εν λόγω διάταξη χαρακτηριστικά (15), δεν είχε φλούδα. Η επίμαχη εθνική ρύθμιση είχε εφαρμογή αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ήταν παραδεκτή, διότι «μια απάντηση μπορούσε να είναι χρήσιμη [στο εθνικό δικαστήριο] στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό του δίκαιο θα του επέβαλλε, σε δίκη όπως η εν προκειμένω, να αναγνωρίσει σε ημεδαπό παραγωγό τα ίδια δικαιώματα με εκείνα τα οποία παραγωγός άλλου κράτους μέλους αρύεται, στην ίδια κατάσταση, από το κοινοτικό δίκαιο» (16). Εντούτοις, το Δικαστήριο απάντησε στο υποβληθέν ερώτημα λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικώς τα αποτελέσματα της επίμαχης ρυθμίσεως επί των εισαγομένων προϊόντων, αποφαινόμενο ότι, από την άποψη αυτή, η εθνική νομοθεσία απαγορευόταν από το τότε άρθρο 30 ΕΚ (17).
29. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, στην κρίση του Δικαστηρίου τίθεται ένας κανόνας (cautio judicatum solvi) ο οποίος αποτελεί τμήμα των κανόνων πολιτικής δικονομίας ορισμένου κράτους μέλους. Η επίμαχη ρύθμιση δεν αφορά άμεσα την εμπορία αγαθών (18). Το εισάγον διάκριση αποτέλεσμά της σχετίζεται με την ιθαγένεια του ενάγοντος και όχι με την καταγωγή των εμπορευμάτων. Η ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα. Δεδομένης της αβεβαιότητας ως προς την πραγματική καταγωγή των προϊόντων, είναι σαφές ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στο εθνικό δικαστήριο· πάντως, είναι εξίσου προφανές ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν έχουν εφαρμογή σε περίπτωση που τα εμπορεύματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς είναι βελγικής καταγωγής.
30. Στη συνέχεια των προτάσεών μου, θα στηρίξω την ανάλυση στην υπόθεση ότι τα επίμαχα στο πλαίσιο της κύριας δίκης εμπορεύματα είχαν νομίμως τεθεί σε εμπορία στην αγορά της ΕΕ, πλην όμως ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να προσδιορίσει την καταγωγή τους πριν αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 29 ΕΚ
31. Το δεύτερο προκαταρκτικό ζήτημα αφορά το αν το άρθρο 29 ΕΚ (το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών) είναι συναφές με το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως. Αμφότερες η Επιτροπή και η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το Δικαστήριο πρέπει να περιορίσει την ανάλυσή του στα άρθρα 28 και 30 EΚ.
32. Καταρχήν, αν τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο ορισμένης διαφοράς έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους και έχουν επομένως διέλθει, ή πρόκειται να διέλθουν, τα σύνορα μεταξύ του κράτους αυτού και κάποιου άλλου κράτους μέλους, δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο –ανάλογα με τη διατύπωση της συμβατικής ρήτρας λόγω της οποίας δημιουργήθηκε η διαφορά– το άρθρο 29 ΕΚ δεν θα έπρεπε να εφαρμόζεται. Εξάλλου, η εξαγωγή από το κράτος μέλος A στο κράτος μέλος B συνιστά απλώς την άλλη όψη της εισαγωγής στο κράτος μέλος B από το κράτος μέλος A.
33. Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, είναι σαφές ότι, στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, το εθνικό δικαστήριο επιλαμβάνεται διαφοράς η οποία αφορά εμπορεύματα ευρισκόμενα στο ίδιο κράτος μέλος (Βέλγιο) με το επιληφθέν δικαστήριο. Εφόσον τα εμπορεύματα αυτά διήλθαν από σύνορα, επρόκειτο για εισαγωγή στο Βέλγιο και όχι για εξαγωγή από το Βέλγιο. Επομένως, θα στηρίξω την ανάλυση στην υπόθεση ότι μόνον τα άρθρα 28 και 30 ΕΚ είναι κρίσιμα για την έκδοση αποφάσεως στο πλαίσιο της κύριας δίκης.
Ουσία της υποθέσεως
34. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία επιβάλλει υποχρέωση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi) εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης (19). Εντούτοις, έως τώρα, η νομολογία του Δικαστηρίου αφορούσε μάλλον ενάγοντες της κύριας δίκης που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους, παρά ενάγοντες που έχουν την ιθαγένεια τρίτου κράτους.
35. Στο πλαίσιο αυτό, για παράδειγμα, η απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-43/95, Data Delecta και Forsberg, αφορούσε εγκατεστημένη στη Βρετανία εταιρία η οποία, στο πλαίσιο δίκης κατά Σουηδικής εταιρίας με αίτημα την καταβολή του τιμήματος για παραδοθέντα στη Σουηδία εμπορεύματα, υποχρεώθηκε στην παροχή εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «απαγορεύοντας “κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας”, [το άρθρο 12 ΕΚ] επιβάλλει, εντός των κρατών μελών, την απολύτως ίση μεταχείριση των προσώπων που τελούν σε κατάσταση διεπόμενη από το κοινοτικό δίκαιο και των υπηκόων του οικείου κράτους μέλους». Στο πλαίσιο αυτό, ο κανόνας της σουηδικής νομοθεσίας κατά τον οποίο οι αλλοδαποί υποχρεούνται στην παροχή εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων κρίθηκε ότι συνιστά ευθέως διάκριση λόγω ιθαγενείας (20).
36. Κατά την άποψή μου, από την απόφαση Data Delecta και Forsberg και τις παρόμοιες μ’ αυτή υποθέσεις προκύπτουν δύο στοιχεία. Πρώτον, η απαίτηση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi) δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 12 ΕΚ, καθόσον εισάγει μεταξύ διαδίκων σε δίκες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων «στο πλαίσιο καταστάσεως διεπόμενης από το κοινοτικό δίκαιο» διάκριση λόγω ιθαγενείας σε βάρος των αλλοδαπών υπηκόων. Δεύτερον, ένας τέτοιος κανόνας επηρεάζει το δικαίωμα του ενάγοντος να κάνει χρήση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη, δεδομένου ότι η δυνατότητα (εφόσον κρίνεται αναγκαία) των πολιτών να προβάλλουν τις αξιώσεις τους ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου συνιστά την απαραίτητη συνέπεια των εν λόγω δικαιωμάτων (21).
37. Επισημαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο δεν έθεσε ρητώς ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 12 ΕΚ. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, η ερμηνεία αυτή είναι κρίσιμη για την έκδοση αποφάσεως στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
38. Προκειμένου να γίνει επίκληση της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την υποχρέωση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi), αρκεί τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο της κύριας δίκης να υπάγονται στις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας; Ή μήπως πρέπει επίσης ο ενάγων της κύριας δίκης να είναι υπήκοος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή εταιρία εγκατεστημένη στο έδαφος της Ενώσεως;
39. Το Δικαστήριο έκρινε προσφάτως, με την απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, C-22/08 και C-23/08, Vatsouras και Koupatantze, ότι για την εφαρμογή του άρθρου 12 ΕΚ απαιτείται η συνδρομή δύο προϋποθέσεων: «Η διάταξη αυτή [άρθρο 12] αφορά καταστάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου όπου υπήκοος κράτους μέλους υφίσταται δυσμενή διάκριση έναντι υπηκόων άλλου κράτους μέλους απλώς και μόνο λόγω της ιθαγενείας του και δεν προορίζεται να έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις ενδεχόμενης διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών και υπηκόων τρίτων κρατών» (22).
40. Κατά την άποψή μου, η διατύπωση που χρησιμοποιείται στη σχετική με την υποχρέωση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi) νομολογία του Δικαστηρίου, στην οποία γίνεται λόγος για «πρόσωπα που τελούν σε κατάσταση διεπόμενη από το κοινοτικό δίκαιο», πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Vatsouras. Επομένως, ο ενάγων της κύριας δίκης πρέπει να πληροί δύο προϋποθέσεις: πρώτον, η επίμαχη κατάσταση πρέπει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και, δεύτερον, ο ενάγων πρέπει να υπήκοος κράτους μέλους ο οποίος να υφίσταται δυσμενή διάκριση.
41. Δεδομένου ότι η Guarnieri είναι μονεγασκική εταιρία, συνάγεται ότι αυτή δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 12 ΕΚ.
42. Η διαπίστωση αυτή αρκεί, ουσιαστικώς, για την έκδοση αποφάσεως επί της υποθέσεως. Εντούτοις, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η ιθαγένεια του ενάγοντος δεν επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 12 ΕΚ και/ή επιθυμεί να εξετάσει περαιτέρω το αντικείμενο της υποθέσεως υπό το πρίσμα των άρθρων 28 έως 30 ΕΚ, θα εξετάσω συνοπτικώς τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν εν προκειμένω οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
43. Συνιστά η υποχρέωση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi) μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ;
44. Όπως γίνεται δεκτό, κατά πάγια νομολογία, από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville, «κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών δυνάμενη να παρακωλύσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό» (23).
45. Το άρθρο 851 του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εισάγει διάκριση μεταξύ Βέλγων και μη Βέλγων υπηκόων λόγω ιθαγένειας. Υποχρεώνει τους μη Βέλγους υπηκόους να παράσχουν εγγύηση για την καταβολή των δικαστικών εξόδων, εκτός αν μεταξύ του κράτους της ιθαγενείας τους και του Βελγίου υπάρχει αμοιβαία συμφωνία. Πάντως, κατά την άποψή μου, το οικείο άρθρο αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ.
46. Η υποχρέωση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi) δεν αποτελεί εμπορική ρύθμιση. Συνδέεται με την ιθαγένεια του διαδίκου και όχι με την καταγωγή των εμπορευμάτων, ο δε σκοπός της δεν είναι η ρύθμιση του εμπορίου. Ούτε εξάλλου αποτελεί προϋπόθεση συνδεόμενη άμεσα με τη διάθεση των εμπορευμάτων, με τον ίδιο τρόπο που οι κανόνες περί συσκευασίας ή επισημάνσεως μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να γίνει διάκριση σε βάρος των αλλοδαπών εισαγωγών και να παρεμποδιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία. Αποτελεί, μάλλον, κανόνα πολιτικής δικονομίας. Η εφαρμογή του εξαρτάται από δύο στοιχεία. Πρώτον, πρέπει να προκύψει διαφορά από σύμβαση (εν προκειμένω, σχετικά με την πώληση εμπορευμάτων), η οποία να οδηγήσει σε δίκη ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων. Δεύτερον, ο ενάγων, στο πλαίσιο μιας τέτοιας δίκης, πρέπει να είναι Βέλγος υπήκοος και να επικαλεστεί το άρθρο 851 του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
47. Κατά την άποψή μου, η εφαρμογή του άρθρου 851 του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είναι, επομένως, εξαιρετικά αβέβαιη και έμμεση ώστε να θεωρηθεί ότι αυτό συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ (24).
48. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαφωνεί με την ως άνω άποψη και κρίνει ότι η υποχρέωση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi) αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, θα πρέπει εν συνεχεία να εξεταστεί αν το μέτρο αυτό δικαιολογείται από κάποιον από τους λόγους δημοσίου συμφέροντος του άρθρου 30 ΕΚ. Δεδομένου ότι η επίμαχη εθνική νομοθετική ρύθμιση δεν εισάγει, σε σχέση με τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, διάκριση μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, ενδέχεται επίσης να δικαιολογείται από κάποια από τις επιτακτικές απαιτήσεις που θεσπίστηκαν με τη νομολογία του Δικαστηρίου (25) (σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί επίσης να επικαλεστεί το άρθρο 12 ΕΚ, ο επίμαχος κανόνας –καθόσον εισάγει προδήλως διάκριση λόγω ιθαγένειας– θα μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει μόνον του άρθρου 30 ΕΚ, και όχι βάσει της νομολογίας περί επιτακτικών απαιτήσεων) (26).
49. Το Βέλγιο υποστηρίζει ότι σκοπός του άρθρου 851 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας είναι να εγγυηθεί την ασφάλεια δικαίου –ήτοι να διασφαλίσει την ορθή εκτέλεση των αποφάσεων των βελγικών δικαστηρίων. Σκοπός της διατάξεως είναι να διασφαλίσει ότι οι αλλοδαποί υπήκοοι, ως προς τους οποίους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις κάποιας αμοιβαίας συμφωνίας, δεν θα αποφύγουν την καταβολή αποζημιώσεως και τόκων σε περίπτωση που υποχρεωθούν σχετικώς από τα βελγικά δικαστήρια. Επομένως, ο σκοπός του άρθρου έγκειται στην εξομοίωση των αλλοδαπών υπηκόων με τους Βέλγους υπηκόους, οι οποίοι, βεβαίως, υπόκεινται πλήρως στην εξουσία των βελγικών δικαστηρίων όσον αφορά την εκτέλεση των αποφάσεών τους.
50. Μολονότι είμαι πρόθυμη να δεχθώ ότι κανόνας του εθνικού δικονομικού δικαίου ο οποίος αναφέρεται στην παροχή εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων ενδέχεται, καταρχήν, να μπορεί να θεωρηθεί ότι επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος –στο πλαίσιο είτε της κατά το άρθρο 30 ΕΚ εξαιρέσεως για λόγους δημόσιας ασφάλειας είτε των «επιτακτικών απαιτήσεων» κατά τη νομολογία «Cassis de Dijon»– εντούτοις, ούτε η απόφαση περί παραπομπής ούτε οι γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε το Βέλγιο περιέχουν επαρκή στοιχεία ικανά να επιτρέψουν στο Δικαστήριο να προβεί σε περαιτέρω ανάλυση. Κατ’ ακολουθία, φρονώ ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να αποφανθεί ως προς το ζήτημα αν η υποχρέωση παροχής εγγυήσεως για την καταβολή των δικαστικών εξόδων (cautio judicatum solvi) δύναται να θεωρηθεί δικαιολογημένη. Κατά την εξέταση αυτού του ζητήματος, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν ο οικείος κανόνας συνιστά το λιγότερο περιοριστικό μέσο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού καθώς και αν είναι ανάλογος προς τον οικείο σκοπό (27).
Πρόταση
51. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στο υποβληθέν από το Rechtbank van Koophandel te Brussel ερώτημα ως εξής:
Το άρθρο 28 ΕΚ δεν απαγορεύει ενάγων μονεγασκικής ιθαγενείας ο οποίος άσκησε αγωγή στο Βέλγιο για την εξόφληση τιμολογίων που εκδόθηκαν για την παράδοση εμπορευμάτων να υποχρεωθεί, κατόπιν αιτήσεως εναγομένου βελγικής ιθαγενείας, να παράσχει εγγύηση για την καταβολή των δικαστικών εξόδων στα οποία ενδέχεται να καταδικαστεί στο πλαίσιο της δίκης.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Δεδομένου ότι η κύρια δίκη κινήθηκε πριν τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, αναφέρομαι στις διατάξεις της Συνθήκης ως ίσχυαν κατά τον χρόνο αυτόν. Οι διατάξεις του άρθρου 12 ΕΚ περιλαμβάνονται πλέον στο άρθρο 18 ΣΛΕΕ· οι διατάξεις των άρθρων 28, 29 και 30 ΕΚ περιλαμβάνονται, αντίστοιχα, στα άρθρα 34, 35 και 36 ΣΛΕΕ· και οι διατάξεις του άρθρου 299 ΕΚ στο άρθρο 52 ΣΕΕ και στο άρθρο 355 ΣΛΕΕ. Πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι, πριν τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ το 1999, οι διατάξεις των άρθρων 28, 29 και 30 ΕΚ περιλαμβάνονταν, υπό την επιφύλαξη ορισμένων παραλλαγών, στα άρθρα 30, 34 και 36 της Συνθήκης ΕΚ και ότι με την αρίθμηση αυτή εμφανίζονται στην παλαιότερη παρατιθέμενη νομολογία. Στο πλαίσιο της παρούσας, παραπομπές στην παλαιότερη κοινοτική νομολογία και νομοθεσία πρέπει, προφανώς, να νοούνται ως παραπομπές στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
3 – Βλ. Συμφωνία συνεργασίας και τελωνειακής ένωσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου, της 16ης Δεκεμβρίου 1991 (ΕΕ 2002, L 84, σ. 43).
4 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), αντικατασταθέν από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας) (ΕΕ L 145, σ. 1). Το Μονακό αποτελεί τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας τουλάχιστον από το 1968, οπότε το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1496/68 του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, περί του ορισμού του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 30), διευκρίνισε ότι ορισμένα εδάφη (μεταξύ των οποίων το Μονακό) ευρισκόμενα εκτός του εδάφους της Κοινότητας, αλλά περιλαμβανόμενα στο παράρτημα του κανονισμού, θεωρούνται ότι αποτελούν τμήμα του τελωνειακού εδάφους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
5 – Με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976, 41/76, Donckerwolcke κ.λπ. κατά Procureur de la République κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1976, σ. 719, σκέψεις 14 έως 18), κρίθηκε ότι ως προϊόντα που βρίσκονται σε «ελεύθερη κυκλοφορία» εντός της Κοινότητας νοούνται τα προϊόντα τα οποία, προερχόμενα από τρίτες χώρες, εισήχθησαν κανονικά σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη σύμφωνα προς τη Συνθήκη. Τα προϊόντα αυτά εξομοιώνονται οριστικώς και καθ’ όλα με τα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών. Κατ’ ακολουθία, το άρθρο 30 ΕΚ εφαρμόζεται αδιακρίτως επί των προϊόντων που κατάγονται από την Κοινότητα και επί των προϊόντων που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός οποιουδήποτε κράτους μέλους, ανεξαρτήτως της αρχικής καταγωγής των προϊόντων αυτών.
6 – Προτάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑220/98 (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2000, Συλλογή 2000, σ. I‑117, σημεία 12 έως 14).
7 – Οδηγία 76/768/EΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 145).
8 – Προτάσεις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 6 (σημείο 12).
9 – Προτάσεις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 6 (σημείο 14).
10 – Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει κατά λογική ακολουθία από την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Donckerwolcke κ.λπ. κατά Procureur de la République κ.λπ.: τα εμπορεύματα αυτά θα έχουν, εξ ορισμού, εισαχθεί κανονικώς στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και έχουν εξομοιωθεί οριστικώς και καθ’ όλα με τα εμπορεύματα μονεγασκικής καταγωγής.
11 – Συλλογή 1997, σ. I-2343.
12 – Συλλογή 2000, σ. I-10663.
13 – Απόφαση Pistre, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 (σκέψεις 44 και 45).
14 – Απόφαση Pistre, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 (σκέψεις 49 έως 54).
15 – Η συναφής εθνική νομοθετική ρύθμιση περιέγραφε το τυρί Emmenthal ως προϊόν «με σφιχτή, ψημένη, συμπαγή και αλατισμένη στην επιφάνεια ή μέσα σε άλμη ζύμη· χρώματος υπόλευκου προς το ανοιχτό κίτρινο, με τρύπες διαμέτρου κερασιού μέχρι καρυδιού· φλούδα σκληρή και στεγνή, χρώματος κιτρινόχρυσου έως καστανού».
16 – Απόφαση Guimont, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 (σκέψη 23).
17 – Απόφαση Guimont, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 (σκέψεις 25 έως 35).
18 – Η ανάλυση αυτή αναπτύσσεται περαιτέρω κατωτέρω, όπου εξετάζεται αν ο επίμαχος κανόνας συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό: βλ. σημεία 43 επ.
19 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1993, C‑20/92, Hubbard (Συλλογή 1993, σ. I‑3777, παροχή υπηρεσιών)· απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑43/95 (Συλλογή 1996, σ. I‑4661, παράδοση αγαθών)· απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C‑323/95, Hayes, Συλλογή 1997, σ. I‑1711, παράδοση αγαθών)· απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1997, C‑122/96, Saldanha και MTS Securities Corporation (Συλλογή 1997, σ. I‑5325, δίκαιο εταιριών – προστασία των συμφερόντων των μετόχων).
20 – Απόφαση Data Delecta και Forsberg, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 16.
21 – Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. La Pergola στην υπόθεση Hayes, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19 (σημεία 7 έως 9).
22 – Συλλογή 2009, σ. I‑4585, σκέψεις 51 και 52.
23 – Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5. Για παραδείγματα αποφάσεων με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι διοικητικές διατυπώσεις συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, βλ. απόφαση της 17ης Ιουνίου 1987, C-154/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 2717, σκέψεις 8 έως 12, σχετικά με απαιτήσεις για την παράλληλη εισαγωγή οχημάτων), και απόφαση της 15ης Μαρτίου 2007, C-54/05, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2007, σ. I-2473, σκέψεις 38 και 39, σχετικά με καθεστώς άδειας διαμετακόμισης εφαρμοζόμενο αποκλειστικώς επί εισαγομένων οχημάτων).
24 – Βλ., στο ίδιο πνεύμα, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1990, C‑69/88, Krantz (Συλλογή 1990, σ. I‑583, σκέψεις 11 και 12)· της 24ης Ιανουαρίου 1991, C‑339/89, Alsthom Atlantique κατά Sulzer (Συλλογή 1991, σ. I‑107, σκέψεις 14 και 15)· της 13ης Οκτωβρίου 1993, C‑93/92, CMC Motorradcenter (Συλλογή 1993, σ. I‑5009, σκέψεις 10 έως 13)· και της 22ας Ιουνίου 1999, C‑412/97, Italo Fenocchio (Συλλογή 1999, σ. I‑3845, σκέψεις 11 και 12).
25 – Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Cassis de Dijon (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321, σκέψη 8).
26 – Βλ. σημείο 42 ανωτέρω.
27 – Βλ. για παράδειγμα, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23 (σημείο 38).