ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

YVES BOT

της 26ης Οκτωβρίου 2010 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑201/09 P και C‑216/09 P

ArcelorMittal Luxembourg SA, πρώην Arcelor Luxembourg SA (C‑201/09 P)

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής


και


Ευρωπαϊκή Επιτροπή (C‑216/09 P)

κατά

ArcelorMittal Luxembourg SA, πρώην Arcelor Luxembourg SA,

ArcelorMittal Belval & Differdange SA, πρώην Arcelor Profil Luxembourg SA,

ArcelorMittal International SA, πρώην Arcelor International SA

«Αιτήσεις αναιρέσεως και ανταναιρέσεως – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις στην αγορά δοκών χάλυβα – Ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής – Έκδοση νέας αποφάσεως μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ – Αρμοδιότητα της Επιτροπής – Επιλογή νομικής βάσεως – Εφαρμογή του άρθρου 65 ΑΧ μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 – Συνέχεια της κοινοτικής έννομης τάξεως και συνοχή των συνθηκών – Αρχές που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου – Καταλογισμός παραβάσεων – Αρχή της προσωπικής ευθύνης – Εξαιρέσεις – Ευθύνη της μητρικής εταιρείας για τις διαπραχθείσες από τη θυγατρική της παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού – Αποφασιστική επιρροή της μητρικής εταιρείας – Μαχητό τεκμήριο σε περίπτωση κατοχής μεριδίου συμμετοχής 100 % – Ευθύνη της εταιρείας στην οποία μεταβιβάσθηκαν οι οικονομικές δραστηριότητες στην αγορά την οποία αφορά η σύμπραξη – Κριτήριο της οικονομικής συνέχειας – Εφαρμοστέοι κανόνες περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως – Διακοπή της παραγραφής έναντι των επιχειρήσεων “που συμμετείχαν στην παράβαση” – Αντικείμενο της αναστολής της παραγραφής – Αποτελέσματα inter partes ή erga omnes – Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας – Βάρος αποδείξεως»





1.        H υπό κρίση υπόθεση έχει ως αντικείμενο την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η ArcelorMittal Luxembourg SA (2) (C‑201/09 P) και εκείνη που άσκησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (C‑216/09 P), στο πλαίσιο της οποίας η ArcelorMittal Belval & Differdange SA (3) και η ArcelorMittal International SA (4) άσκησαν ανταναίρεση. Οι εν λόγω αιτήσεις αναιρέσεως και ανταναιρέσεως στρέφονται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 31ης Μαρτίου 2009, T‑405/06, ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ. κατά Επιτροπής (5).

2.        Η εν λόγω υπόθεση έχει ως αφετηρία την απόφαση της Επιτροπής της 8ης Νοεμβρίου 2006 σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφάρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα (υπόθεση COMP/F/38.907 – Δοκοί χάλυβα). Με την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις, οι οποίες ανήκουν σε μία και την αυτή επιχείρηση, παρέβησαν, από την 1η Ιουλίου 1988 έως τις 16 Ιανουαρίου 1991, το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ, διά του καθορισμού των τιμών, της κατανομής των ποσοστώσεων και της ανταλλαγής πληροφοριών για την αγορά δοκών χάλυβα στην Κοινότητα (6). Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή καταδίκασε αλληλεγγύως τις ARBED, TradeARBED και ProfilARBED στην καταβολή προστίμου 10 εκατομμυρίων ευρώ.

3.        Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίδικη απόφαση της Επιτροπής κατά το μέτρο που αφορά την TradeARBED και την ProfilARBED.

4.        Εκ προοιμίου, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι εν λόγω αιτήσεις αναιρέσεως εγείρουν ορισμένα ζητήματα τα οποία είναι ταυτόσημα ή συνδέονται στενά με εκείνα που τίθενται στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως της 1ης Ιουλίου 2009, T‑24/07, ThyssenKrupp Stainless κατά Επιτροπής (7), η οποία επί του παρόντος εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, C‑352/09 P) και επί της οποίας έχω αναπτύξει επίσης προτάσεις.

5.        Το πρώτο ζήτημα αφορά την ερμηνεία των κανόνων περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και, ιδίως, της αναστολής της εν λόγω παραγραφής. Το ζητούμενο είναι εάν, οσάκις ασκείται προσφυγή ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, η αναστολή της παραγραφής έχει σχετικό αποτέλεσμα, ήτοι ισχύει μόνον έναντι της προσφεύγουσας επιχειρήσεως (κρίση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), ή εάν έχει αποτέλεσμα erga omnes, οπότε η αναστολή της παραγραφής κατά την εκκρεμοδικία ισχύει έναντι όλων των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, είτε άσκησαν προσφυγή είτε όχι (άποψη την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή).

6.        Το δεύτερο ζήτημα αφορά το κύρος της νομικής βάσεως της επίδικης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, ενώ η ισχύς της Συνθήκης ΕΚΑΧ έληξε στις 23 Ιουλίου 2002, η Επιτροπή στηρίχθηκε στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (8) προκειμένου να διαπιστώσει και να επιβάλει κυρώσεις για την παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, AΧ.

7.        Το τρίτο ζήτημα αφορά τον καταλογισμό της παραβάσεως που διέπραξε η TradeARBED. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή καταλόγισε, κατ’ αρχάς, την ευθύνη για την εν λόγω συμπεριφορά στην ARBED, αφού απέδειξε ότι η τελευταία ασκούσε πράγματι καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής της. Περαιτέρω, η Επιτροπή καταλόγισε την ευθύνη για την παράβαση η οποία θεωρήθηκε ότι είχε διαπραχθεί από την ARBED στην ProfilARBED, με την αιτιολογία ότι η τελευταία ήταν ο οικονομικός διάδοχος της πρώτης στον τομέα της παραγωγής δοκών χάλυβα. Συνεπώς, η Επιτροπή εφάρμοσε διαδοχικώς τις δύο εξαιρέσεις από την αρχή της προσωπικής ευθύνης τις οποίες δέχεται το Δικαστήριο όταν πρόκειται για ομίλους επιχειρήσεων.

8.        Όσον αφορά την απόδοση ευθύνης στην ARBED, το Δικαστήριο καλείται εκ νέου να παράσχει διευκρινίσεις όσον αφορά τη φύση και το περιεχόμενο του τεκμηρίου ότι μητρική εταιρεία η οποία κατέχει το 100 % του μετοχικού κεφαλαίου της θυγατρικής της ασκεί πράγματι αποφασιστική επιρροή στη συμπεριφορά της και, συνεπώς, πρέπει να ευθύνεται για την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά της θυγατρικής της.

9.        Όσον αφορά την απόδοση ευθύνης στην ProfilARBED, το ζητούμενο είναι εάν ήταν αναγκαίο, ή έστω δυνατό, να εισαχθεί νέα παρέκκλιση από την αρχή της προσωπικής ευθύνης, προκειμένου να της καταλογιστεί η ευθύνη για την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά της ARBED και, κατ’ επέκταση, για τη συμπεριφορά της TradeARBED.

I –    Το νομικό πλαίσιο

 Α −   Οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ

10.      Το άρθρο 65 ΑΧ ορίζει τα εξής:

«1.      Απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική που τείνουν εντός της κοινής αγοράς, άμεσα ή έμμεσα, να παρεμποδίζουν, να περιορίζουν ή να νοθεύουν την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού, και ιδιαίτερα:

α)      να καθορίζουν ή να προσδιορίζουν τις τιμές,

β)      να περιορίζουν ή να ελέγχουν την παραγωγή, την τεχνολογική ανάπτυξη ή τις επενδύσεις,

γ)      να κατανέμουν τις αγορές, τα προϊόντα, τους πελάτες ή τις πηγές εφοδιασμού.

[…]

4.      Οι δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απαγορευμένες συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες και δεν δύναται να γίνει επίκλησή τους ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου των κρατών μελών.

Η [Επιτροπή] έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, με την επιφύλαξη των προσφυγών ενώπιον του Δικαστηρίου, να αποφαίνεται εάν οι εν λόγω συμφωνίες ή αποφάσεις συμβιβάζονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

5.      Η [Επιτροπή] δύναται να επιβάλλει στις επιχειρήσεις που συνάπτουν αυτοδικαίως άκυρη συμφωνία ή εφαρμόζουν, ή επιχειρούν να εφαρμόσουν, μέσω διαιτησίας, ποινικής ρήτρας, εμπορικού αποκλεισμού ή με κάθε άλλο μέσο μια αυτοδικαίως άκυρη συμφωνία ή απόφαση, ή συμφωνία, η έγκριση για την οποία δεν εχορηγήθη ή ανεκλήθη, ή επιτυγχάνουν μια άδεια μέσω ενσυνειδήτως ψευδών ή απατηλών πληροφοριών, ή επιδίδονται σε πρακτική αντίθετη προς τις διατάξεις της παραγράφου 1, πρόστιμα και χρηματικές ποινές μέχρι του διπλασίου του πραγματοποιηθέντος κύκλου εργασιών επί των προϊόντων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της αντίθετης προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου συμφωνίας, αποφάσεως ή πρακτικής. Εάν όμως αντικείμενο της συμφωνίας, αποφάσεως ή πρακτικής είναι ο περιορισμός της παραγωγής, της τεχνικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, το ανώτατο αυτό όριο δύναται να αυξηθεί μέχρι 10 τοις εκατό του ετησίου κύκλου εργασιών των εν λόγω επιχειρήσεων, εφόσον πρόκειται για πρόστιμο, και μέχρι 20 τοις εκατό του ημερησίου κύκλου εργασιών εφόσον πρόκειται για χρηματικές ποινές.»

11.      Κατά το άρθρο 97 ΑΧ, η ισχύς της Συνθήκης ΕΚΑΧ έληξε στις 23 Ιουλίου 2002.

 Β −   Οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ

12.      Το άρθρο 305, παράγραφος 1, ΕΚ, το οποίο καταργήθηκε κατόπιν της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, όριζε τα εξής:

«Η παρούσα Συνθήκη δεν τροποποιεί τις διατάξεις της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών, τις εξουσίες των οργάνων της Κοινότητας αυτής και τις διατάξεις της περί της λειτουργίας της κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα.»

 Γ –      Ο κανονισμός (ΕΚ) 1/2003

13.      Υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός 1/2003 αφορά την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ.

14.      Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν καταγγελίας ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση του άρθρου 81 [ΕΚ] ή του άρθρου 82 [ΕΚ], δύναται να υποχρεώσει με απόφασή της τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να θέσουν τέλος στη διαπιστωθείσα παράβαση […] Εφόσον έχει σχετικό έννομο συμφέρον, η Επιτροπή μπορεί επίσης να διαπιστώνει ότι η παράβαση έχει διαπραχθεί στο παρελθόν.»

15.      Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 81 ΕΚ ή του άρθρου 82 ΕΚ.

16.      Το άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003 περιλαμβάνει τις σχετικές με την παραγραφή του δικαιώματος διώξεως διατάξεις.

17.      Οι εν λόγω κανόνες είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημοι με τους προβλεπόμενους στην απόφαση 715/78/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1978, περί της παραγραφής σε θέματα διώξεως και εκτελέσεως στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (9).

18.      Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 715/78/ΕΚΑΧ και του άρθρου 25, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1/2003, παραγραφή του αξιοποίνου επέρχεται εφόσον η Επιτροπή δεν επιβάλλει πρόστιμο ή κύρωση εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ημέρα παύσεως της παραβάσεως.

19.      Εντούτοις, κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 715/78/ΕΚΑΧ και το άρθρο 25, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1/2003, η εν λόγω παραγραφή διακόπτεται από κάθε πράξη της Επιτροπής η οποία αποβλέπει στη διερεύνηση ή σε διαδικασίες κατά της παραβάσεως. Μεταξύ των πράξεων αυτών συγκαταλέγονται οι αιτήσεις για την παροχή πληροφοριών, οι εντολές διεξαγωγής ελέγχου, η κίνηση διαδικασίας ή η κοινοποίηση εκθέσεως αιτιάσεων. Η εν λόγω διακοπή ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην παράβαση.

20.      Το άρθρο 2, παράγραφος 3, της αποφάσεως 715/78 και το άρθρο 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 1/2003 προβλέπουν ορισμένο χρονικό όριο. Συγκεκριμένα, ορίζουν ότι η παραγραφή επέρχεται το αργότερο την ημέρα παρελεύσεως προθεσμίας ίσης με το διπλάσιο της προθεσμίας παραγραφής, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεν έχει επιβάλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο αναστολής της παραγραφής.

21.      Εν τέλει, το άρθρο 3 της αποφάσεως 715/78 και το άρθρο 25, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 ορίζουν ότι η παραγραφή του δικαιώματος διώξεως αναστέλλεται για όσο καιρό η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούς διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.

II – Τα πραγματικά περιστατικά

22.      Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από τις σκέψεις 16 έως 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συνοψίζονται ως εξής:

23.      Οι δραστηριότητες της ARBED αφορούσαν την παρασκευή προϊόντων σιδήρου και χάλυβα. Η TradeARBED είχε συσταθεί ως θυγατρική της ARBED κατά 100 % και είχε ως δραστηριότητα τη διανομή των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα που παρήγε η ARBED. Η ProfilARBED συστάθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1992, ως θυγατρική της ARBED κατά 100 %, για να αναλάβει τις οικονομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες της ARBED στον τομέα των δοκών χάλυβα.

24.      Το 1991, η Επιτροπή διενήργησε, δυνάμει αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 47 ΑΧ, ελέγχους στα γραφεία διαφόρων επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και η TradeARBED. Στις 6 Μαΐου 1992, απηύθυνε ανακοίνωση των αιτιάσεων στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, στις οποίες περιλαμβανόταν η TradeARBED, όχι όμως η ARBED. Η TradeARBED μετέσχε επίσης σε ακρόαση που πραγματοποιήθηκε από τις 11 έως τις 14 Ιανουαρίου 1993.

25.      Με την απόφαση 94/215/ΕΚΑΧ (10), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεκαεπτά ευρωπαϊκές χαλυβουργικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και η TradeARBED, συμμετείχαν σε σειρά συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών περί καθορισμού των τιμών, κατανομής των αγορών και ανταλλαγής εμπιστευτικών πληροφοριών σχετικά με την κοινοτική αγορά δοκών χάλυβα, από την 1η Ιουλίου 1988 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1990, κατά παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο σε καθεμία από τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην παράβαση, μεταξύ των οποίων και η ARBED, στην οποία επιβλήθηκε πρόστιμο 11 200 000 ECU.

26.      Στις 8 Απριλίου 1994, η ARBED άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής.

27.      Με την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1999, T‑137/94, ARBED κατά Επιτροπής (11), το Πρωτοδικείο (νυν Γενικό Δικαστήριο) απέρριψε κατά μεγάλο μέρος την εν λόγω προσφυγή ακυρώσεως, μειώνοντας εντούτοις το ποσό του επιβληθέντος προστίμου σε 10 000 000 ευρώ.

28.      Με την απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑176/99 P, ARBED κατά Επιτροπής (12), το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου και ακύρωσε την αρχική απόφαση, κατά το μέτρο που αφορούσε την ARBED, λόγω προσβολής των δικαιωμάτων της άμυνας.

29.      Κατόπιν της αναιρέσεως, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει εκ νέου διαδικασία σε σχέση με τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες που είχαν αποτελέσει το αντικείμενο της αρχικής αποφάσεως. Στις 8 Μαρτίου 2006, απηύθυνε στις ARBED, TradeARBED και ProfilARBED ανακοίνωση αιτιάσεων, προκειμένου να τις ενημερώσει για την πρόθεσή της να εκδώσει απόφαση με την οποία θα έκρινε ότι ευθύνονται αλληλεγγύως για τις επίμαχες παραβάσεις. Οι οικείες επιχειρήσεις απάντησαν στην εν λόγω ανακοίνωση στις 20 Απριλίου 2006.

30.      Στις 8 Νοεμβρίου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση, η οποία προβλέπει στα άρθρα 1 και 2 τα εξής:

«Άρθρο πρώτο

Η επιχείρηση που απαρτίζεται από [την ARBED, την TradeARBED και την ProfilARBED] μετείχε, κατά παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, [ΑΧ], σε σειρά συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών που είχαν είτε ως αντικείμενο είτε ως αποτέλεσμα τον καθορισμό τιμών, την κατανομή ποσοστώσεων και την ανταλλαγή, σε μεγάλη κλίμακα, εμπιστευτικών πληροφοριών στην κοινοτική αγορά των δοκών από χάλυβα. Η συμμετοχή της επιχειρήσεως αυτής στις εν λόγω παραβάσεις αποδείχθηκε για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουλίου 1988 έως τις 16 Ιανουαρίου 1991.

Άρθρο δεύτερο

Επιβάλλεται αλληλεγγύως στις [ARBED, TradeARBED και ProfilARBED] πρόστιμο 10 εκατομμυρίων ευρώ για τις παραβάσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1.»

III – Η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση

31.      Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Δεκεμβρίου 2006, οι ARBED, TradeARBED και ProfilARBED άσκησαν προσφυγή κατά της επίδικης αποφάσεως, βάσει των άρθρων 33 ΑΧ και 36 ΑΧ, καθώς και των άρθρων 229 ΕΚ και 230 ΕΚ.

32.      Οι οικείες επιχειρήσεις προέβαλαν τέσσερις λόγους ακυρώσεως.

33.      Το Πρωτοδικείο απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο οι εν λόγω επιχειρήσεις προέβαλαν έλλειψη νομικής βάσεως της επίδικης αποφάσεως και κατάχρηση εξουσίας από την Επιτροπή. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι τα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαπιστώνει και να επιβάλλει κυρώσεις, μετά τις 23 Ιουλίου 2002, για τις συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ ratione materiae και ratione temporis. Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι οι κοινοτικές συνθήκες ιδρύουν μία ενιαία έννομη τάξη και ότι οι Συνθήκες ΕΚΑΧ και ΕΚ επιδιώκουν έναν κοινό στόχο, ήτοι τη διατήρηση ενός καθεστώτος ελεύθερου ανταγωνισμού. Επισήμανε επίσης ότι, σύμφωνα με κοινή αρχή των νομικών συστημάτων των κρατών μελών, σε περίπτωση μεταβολής της νομοθεσίας πρέπει να εξασφαλίζεται η συνέχεια των νομικών δομών, εκτός εάν ο νομοθέτης της Ένωσης εκφράσει αντίθετη βούληση.

34.      Το Πρωτοδικείο απέρριψε και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, που αντλήθηκε από παράβαση των κανόνων περί καταλογισμού των παραβάσεων. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η ανάλυση της Επιτροπής περί καταλογισμού στην ARBED και στην οικονομική διάδοχό της ProfilARBED της ευθύνης για τη διαπραχθείσα από την TradeARBED παράβαση δεν πάσχει πλάνη περί το δίκαιο και ότι τα αποδεικτικά στοιχεία επιβεβαιώνουν τόσο ότι η ARBED μπορούσε να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της TradeARBED όσο και ότι έκανε πράγματι χρήση αυτής της δυνατότητάς της.

35.      Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, που αντλήθηκε από παράβαση των κανόνων περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προβαλλόμενη παράβαση όσον αφορά την ARBED, καθόσον έκρινε ότι, λόγω της αναστολής των προθεσμιών της παραγραφής κατά τη διάρκεια της πρώτης διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου, η επίδικη απόφαση εκδόθηκε εντός της πενταετούς και της δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής. Αντιθέτως, κρίνοντας ότι η εν λόγω αναστολή είχε αποτελέσματα μόνον inter partes και όχι erga omnes, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι, όσον αφορά τις ProfilARBED και TradeARBED, η δεκαετής προθεσμία παραγραφής είχε εκπνεύσει και ως εκ τούτου ακύρωσε την επίδικη απόφαση ως προς τις εν λόγω εταιρείες.

36.      Εν τέλει, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, που αντλήθηκε από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της ARBED. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η ARBED ουδόλως απέδειξε με ποιον τρόπο η διοικητική διαδικασία έθιξε την άσκηση των δικαιωμάτων της άμυνας.

37.      Επομένως, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την επίδικη απόφαση κατά το μέτρο που αφορά τις ProfilARBED και TradeARBED και απέρριψε την προσφυγή ως αβάσιμη κατά τα λοιπά.

IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

38.      Η ARBED και η Επιτροπή άσκησαν αιτήσεις αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 και 15 Ιουνίου 2009, αντιστοίχως. Με το υπόμνημα αντικρούσεως που υπέβαλαν σε σχέση με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή, οι ProfilARBED και TradeARBED άσκησαν ανταναίρεση.

39.      Με διάταξη στις 10ης Σεπτεμβρίου 2009, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε να ενώσει τις εν λόγω υποθέσεις προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.

V –    Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

40.      Η εξέταση των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως επιβάλλει να υπομνησθεί, προκαταρκτικώς, η φύση της διαδικασίας εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού.

41.      Μολονότι η διαδικασία αυτή δεν εμπίπτει, υπό στενή έννοια, στη σφαίρα του ποινικού δικαίου, εντούτοις αποτελεί σαφώς διαδικασία οιονεί κατασταλτικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 προσομοιάζουν, βάσει της φύσεως και της σημασίας τους, με ποινικές κυρώσεις, η δε Επιτροπή, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της διενέργειας έρευνας, διεξαγωγής αποδείξεων και λήψεως αποφάσεων, επεμβαίνει κυρίως κατά τρόπο κατασταλτικό στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω διαδικασία διαθέτει επομένως «ποινική φύση» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (13) και, συνεπώς, πρέπει να πληροί τις εγγυήσεις που προβλέπει το εμπίπτον στη σφαίρα του ποινικού δικαίου σκέλος της εν λόγω διατάξεως (14).

42.      Η άποψη αυτή ευθυγραμμίζεται προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το εν λόγω δικαστήριο εφαρμόζει τρία κριτήρια προκειμένου να κρίνει εάν μια κατηγορία εντάσσεται στη σφαίρα του ποινικού δικαίου, ήτοι τον νομικό χαρακτηρισμό που δίδεται στην παράβαση από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους, τον κατασταλτικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα της κυρώσεως, καθώς και τη βαρύτητα της προβλεπομένης κυρώσεως (15). Στο πρώτο κριτήριο αποδίδεται απλώς και μόνον τυπική και σχετική σημασία και τα άλλα δύο ισχύουν εναλλακτικώς (16). Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει εφαρμόσει την εν λόγω συλλογιστική σε πολυάριθμες περιπτώσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων (17), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η επιβολή κυρώσεων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού (18). Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του δικαίου του ανταγωνισμού (διασφάλιση της δημόσιας οικονομικής τάξεως), της φύσεως των κυρώσεων που επισύρουν (οι οποίες φέρουν χαρακτήρα αποτρεπτικό και κατασταλτικό και ουδόλως αποβλέπουν στην αποκατάσταση ζημίας), καθώς και της βαρύτητας των τελευταίων (υψηλή χρηματική ποινή), οι εν λόγω διαδικασίες πρέπει, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να πληρούν τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

43.      Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης ακολουθεί την ίδια οδό. Το Δικαστήριο, επισημαίνοντας την ιδιαιτερότητα των ενδίκων διαφορών στον τομέα του ανταγωνισμού, εφαρμόζει στο πλαίσιο αυτό τις στοιχειώδεις αρχές του ποινικού δικαίου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που εξαγγέλλονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, με την απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (19), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αρχή της προσωπικής ευθύνης ισχύει και για τους κανόνες του ανταγωνισμού (20). Περαιτέρω, στην απόφαση Hüls κατά Επιτροπής (21), το Δικαστήριο παρέπεμψε στην αρχή του τεκμηρίου αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο της Ένωσης έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της επίδικης παραβάσεως, καθώς και της φύσεως και του βαθμού αυστηρότητας των κυρώσεων τις οποίες επισύρει, η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να εφαρμόζεται επί των διαδικασιών των σχετικών με παραβάσεις των ισχυόντων επί επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού που μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών (22).

44.      Εν τέλει, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, στη σκέψη 81 της αποφάσεως Van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής (23), αποφάνθηκε ότι, καίτοι η Επιτροπή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εντούτοις υποχρεούται να τηρεί τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης. Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (24) περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις επίμαχες διαδικαστικές εγγυήσεις, οι οποίες σαφώς δεσμεύουν την Επιτροπή.

45.      Τα εν λόγω στοιχεία αποδεικνύουν επαρκώς ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως των επίμαχων αιτήσεων αναιρέσεως, πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην τήρηση των θεμελιωδών εγγυήσεων που εξαγγέλλονται στα άρθρα 47 έως 49 του Χάρτη, καθώς και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

VI – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή (υπόθεση C‑216/09 P)

46.      Αφετηρία για την ανάλυση της υπό κρίση υποθέσεως αποτελεί η εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως στηρίζεται σε έναν και μόνο λόγο αναιρέσεως σχετικά με την ερμηνεία των κανόνων της παραγραφής, η εξέτασή της αποτελεί προαπαιτούμενο για την εξέταση της αιτήσεως ανταναιρέσεως που άσκησαν οι ProfilARBED και TradeARBED.

47.      Με την αίτηση αναιρέσεώς της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των κανόνων για την αναστολή της παραγραφής που προβλέπονται στο άρθρο 3 της αποφάσεως 715/78 και στο άρθρο 25, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003.

48.      Συγκεκριμένα, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αναστολή της παραγραφής που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις ισχύει μόνον έναντι της προσφεύγουσας και νυν αναιρεσείουσας, ήτοι της ARBED. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι τα πραγματικά περιστατικά έχουν παραγραφεί έναντι των ProfilARBED και TradeARBED.

 A –   Τα αιτήματα των μετεχόντων στη διαδικασία

49.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στο μέτρο που ακυρώνει τα πρόστιμα που επέβαλε η Επιτροπή στις ProfilARBED και TradeARBED, να απορρίψει την προσφυγή που άσκησαν οι εν λόγω επιχειρήσεις και να τις καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.

50.      Με το υπόμνημα αντικρούσεως που υπέβαλαν στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, οι ProfilARBED και TradeARBED ζητούν από το Δικαστήριο να επικυρώσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στο μέτρο που ακυρώνει τα πρόστιμα που τους επέβαλε η Επιτροπή. Επιπλέον, για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα δεχόταν την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής, ασκούν ανταναίρεση.

 Επί του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, αντλούμενου από εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα περί αναστολής της παραγραφής

51.      Το ζητούμενο είναι εάν, οσάκις ασκείται προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου της Ένωσης, η αναστολή της παραγραφής έχει σχετικό αποτέλεσμα, ήτοι ισχύει μόνον έναντι της προσφεύγουσας επιχειρήσεως (κρίση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο και την οποία υποστηρίζουν οι ProfilARBED και TradeARBED), ή εάν έχει αποτέλεσμα erga omnes, οπότε η αναστολή της παραγραφής κατά την εκκρεμοδικία ισχύει έναντι όλων των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, είτε άσκησαν προσφυγή είτε όχι (θέση την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή). Μολονότι τούτο προβλέπεται ρητώς σε σχέση με τη διακοπή της παραγραφής, εντούτοις, σε σχέση με την αναστολή της παραγραφής, το άρθρο 2 της αποφάσεως 715/78 και το άρθρο 25, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 δεν περιέχουν σχετική πρόβλεψη.

52.      Το εν λόγω ζήτημα είναι ταυτόσημο προς εκείνο που τίθεται στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας υποθέσεως ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, στην οποία, το υπενθυμίζω, έχω αναπτύξει επίσης προτάσεις. Το Δικαστήριο καλείται για πρώτη φορά να αποφανθεί επί του οικείου ζητήματος.

1.      Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση

53.      Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η αναστολή της παραγραφής πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά, στο μέτρο που συνιστά εξαίρεση από την αρχή της πενταετούς παραγραφής. Επιπλέον, έκρινε ότι δεν ήταν πλέον αναγκαίο να προσδοθεί erga omnes αποτέλεσμα στην εν λόγω αναστολή, δεδομένου ότι η αναστολή αφορά, εξ ορισμού, μία περίπτωση επί της οποίας η Επιτροπή έχει ήδη εκδώσει απόφαση. Εν τέλει, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, σύμφωνα με την απόφαση Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ. (25), οι ένδικες διαδικασίες έχουν σχετικό αποτέλεσμα, πράγμα που συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, ότι η προσφυγή που ασκεί ορισμένη επιχείρηση κατά αποφάσεως δεν ασκεί επίπτωση επί της καταστάσεως των λοιπών αποδεκτών της ίδιας αποφάσεως.

2.      Τα κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία

54.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο στηρίζεται σε εσφαλμένη και υπερβολικά περιοριστική γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 3, και του άρθρου 3 της αποφάσεως 715/78. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω ερμηνεία αντιβαίνει όχι μόνο στην τελολογική προσέγγιση την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (26), αλλά και στην προσέγγιση in rem την οποία εμφανώς δέχθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο των προπαρασκευαστικών εργασιών του κανονισμού 2988/74 (27).

55.      Επιπλέον, η Επιτροπή αμφισβητεί την παραπομπή στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ., με την οποία το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι οι ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις έχουν σχετικό αποτέλεσμα. Κατά την Επιτροπή, η συλλογιστική της εν λόγω αποφάσεως δεν έχει εφαρμογή σε κατηγορίες αποφάσεων, όπως εκείνες περί λήψεως μέτρων έρευνας, των οποίων η αμφισβήτηση επιφέρει διακοπή ή αναστολή της παραγραφής.

56.      Σε αντίθεση με τις τελικές αποφάσεις, η ακύρωση αποφάσεων περί λήψεως μέτρων έρευνας θα μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητα της Επιτροπής να διεξαγάγει τη διαδικασία έναντι όλων των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, έστω και εάν τα προσβαλλόμενα μέτρα τυπικώς αφορούν μία και μόνον επιχείρηση. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή της προπαρατειθείσας αποφάσεως σε σχέση με την αναστολή της παραγραφής θα μπορούσε να διακυβεύσει την αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, ενώ η ερμηνεία η οποία αναγνωρίζει ότι οι κανόνες περί αναστολής έχουν αποτελέσματα erga omnes είναι ικανή να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του εν λόγω δικαίου.

57.      Η Επιτροπή διατείνεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση της επιβάλλει την υποχρέωση, οσάκις ορισμένη εταιρεία αμφισβητεί απόφαση περί λήψεως μέτρου έρευνας που απευθύνεται σε αυτήν, να συνεχίσει τη διεξαγωγή της έρευνας έναντι των λοιπών εμπλεκομένων επιχειρήσεων και να χρησιμοποιήσει, στην τελική της απόφαση, έγγραφα αμφίβολης νομιμότητας, επί ποινή ακυρώσεως της τελικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η παραγραφή εξακολουθεί να τρέχει έναντι των λοιπών επιχειρήσεων, η Επιτροπή δεν μπορεί να αναμείνει την περάτωση της ένδικης διαδικασίας με αντικείμενο την απόφαση περί λήψεως μέτρου έρευνας.

58.      Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθιστά ευχερέστερη την αποφυγή της καταβολής του προστίμου. Συγκεκριμένα, η επιχείρηση έναντι της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή μπορεί να θέσει σε εφαρμογή πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως ή να μεταβιβάσει τα περιουσιακά της στοιχεία σε άλλη εταιρεία επιτρέποντας με τον τρόπο αυτόν στον όμιλο εταιρειών να αποφύγει την καταβολή του προστίμου.

59.      Οι ProfilARBED και TradeARBED υποστηρίζουν ότι η διαφορά στο γράμμα δύο διαδοχικών άρθρων της ίδιας αποφάσεως μπορεί να ερμηνευθεί μόνον υπό την έννοια ότι υποδηλώνει τη συνειδητή και εκούσια απόφαση του νομοθέτη να διαφοροποιήσει τα αποτελέσματα της διακοπής και της αναστολής της παραγραφής.

60.      Οι κανόνες της παραγραφής αποσκοπούν στη διασφάλιση του δικαιώματος της Επιτροπής όχι να επιβάλλει κυρώσεις, αλλά να προστατεύει, κατ’ εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, τους ιδιώτες έναντι της επιβολής κυρώσεων μετά την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος. Κατά συνέπεια, στο μέτρο που παρεκκλίνουν από τη γενική αρχή του δικαίου, η διακοπή και η αναστολή της παραγραφής πρέπει, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, να ερμηνεύονται συσταλτικά και, επομένως, κατά τρόπο ευνοϊκό για την επιχείρηση.

61.      Συναφώς, κατά τις ProfilARBED και TradeARBED, η αρχική απόφαση αφορά μόνον την ARBED και συνάγουν εξ αυτού ότι πρόκειται για απόφαση μη δυνάμενη να προσβληθεί ως προς τις ίδιες. Κατά τις ProfilARBED και TradeARBED, τούτο συνεπάγεται ότι, ακόμη και εάν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι το άρθρο 3 της αποφάσεως 715/78 και το άρθρο 25, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 δεν έχουν erga omnes αποτέλεσμα, οι προϋποθέσεις αναστολής της παραγραφής έναντι των ίδιων δεν πληρούνται.

62.      Κατά τις ProfilARBED και TradeARBED, έστω και εάν η αρχική απόφαση αποτελεί πράξη δυνάμενη να προσβληθεί ως προς τις ίδιες, το αποτέλεσμα inter partes των ενδίκων διαδικασιών απαγορεύει να έχει η προσφυγή που άσκησε η ARBED επίπτωση στην κατάστασή τους. Επιπλέον, οι ProfilARBED και TradeARBED υποστηρίζουν ότι τα μέτρα έρευνας είναι προπαρασκευαστικές πράξεις μη δυνάμενες να προσβληθούν, ως προς τις οποίες δεν τίθεται, επομένως, ζήτημα αναστολής. Ακόμη και εάν υπήρχαν μέτρα έρευνας δυνάμενα να προσβληθούν, η εν λόγω προσφυγή δεν θα είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της διαδικασίας έρευνας. Η Επιτροπή θα είχε, ανά πάσα στιγμή, τη δυνατότητα επανορθώσεως τυπικών ελαττωμάτων. Ως εκ τούτου, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, ουδόλως θα μπορούσε να δικαιολογηθεί το erga omnes αποτέλεσμα των κανόνων περί αναστολής.

63.      Όσον αφορά το προβαλλόμενο ενδεχόμενο αποφυγής της καταβολής του προστίμου, οι ProfilARBED και TradeARBED υπενθυμίζουν τη νομολογία περί καταλογισμού των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών, η οποία επιτρέπει τη μετακύλιση σε άλλη επιχείρηση της ευθύνης για την παράβαση, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων που συνδέονται με την παραγραφή.

64.      Εν τέλει, οι ProfilARBED και TradeARBED προβάλλουν ότι ο κανονισμός 2988/74 δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση και υποστηρίζουν ότι, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της ασφάλειας δικαίου, οι προπαρασκευαστικές εργασίες του εν λόγω κανονισμού είναι μη αντιτάξιμες, καθόσον δεν έχουν δημοσιευθεί ούτε μνημονεύονται στο κείμενο του κανονισμού 2988/74.

3.      Εκτίμηση

65.      Πριν εξετασθεί ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, είναι απαραίτητο να διατυπωθούν ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τη φύση και το πεδίο εφαρμογής των κανόνων περί παραγραφής στο πλαίσιο ενδίκων διαφορών στον τομέα του ανταγωνισμού.

 α)     Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

66.      Η παραγραφή του δικαιώματος διώξεως αποτελεί γενική και θεμελιώδη αρχή του δικαίου μας. Μπορεί να οριστεί ως λόγος εξαλείψεως της δυνατότητας ασκήσεως διώξεως συνεπεία της παρελεύσεως ορισμένου χρονικού διαστήματος από την ημέρα της διαπράξεως της παραβάσεως. Ισχύει, κατ’ αρχήν, για όλες τις παραβάσεις, ακόμη και για τις πλέον σοβαρές, με μόνη εξαίρεση τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος τα οποία έχουν κηρυχθεί απαράγραπτα, κατά τις διεθνείς απαιτήσεις. Κατά την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής, η δυνατότητα ασκήσεως διώξεως εξαλείφεται και πλέον αποκλείεται η άσκηση οποιασδήποτε διώξεως κατά των μετασχόντων στην παράβαση.

67.      Η παραγραφή αποβλέπει στην εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και ανταποκρίνεται στο κοινό αίσθημα περί ασφάλειας δικαίου. Συγκεκριμένα, με την απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (28), το Δικαστήριο αποφάνθηκε σε σχέση με την παραγραφή ότι «η θεμελιώδης επιταγή της ασφαλείας δικαίου αντιτίθεται στη δυνατότητα της Επιτροπής να καθυστερεί επ’ αόριστον την άσκηση των εξουσιών της» και ότι η προθεσμία παραγραφής, για να εκπληρώσει τη λειτουργία της, πρέπει να έχει καθοριστεί εκ των προτέρων (29). Συνήθως, προβάλλονται διάφοροι λόγοι προς δικαιολόγηση της παραγραφής. Κατ’ αρχάς, με την πάροδο του χρόνου, η καταστολή χάνει τον λόγο υπάρξεώς της λόγω της σταδιακής αποκαταστάσεως της διαταραχής που προκλήθηκε στη δημόσια τάξη από την παράβαση. Περαιτέρω, σε πνεύμα που τείνει μάλλον στην προστασία των κρίσιμων συμφερόντων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων, υποστηρίζεται ότι μετά την παρέλευση ορισμένης προθεσμίας καθίσταται δυσχερέστερη η προσκόμιση ή η διατήρηση των αποδείξεων της παραβάσεως. Εν τέλει και κατά κύριο λόγο, η παραγραφή καθιστά δυνατό τον κολασμό της αδράνειας, της παραλείψεως ή ακόμη της αμέλειας των διωκτικών αρχών και ευνοεί την παραπομπή των δραστών των παραβάσεων σε δίκη εντός εύλογης προθεσμίας.

68.      Όσον αφορά τις παραβάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού, η παραγραφή επέρχεται όταν παρέλθουν πέντε έτη από την ημερομηνία παύσεως της παραβάσεως, τούτο δε βάσει του άρθρου 1 της αποφάσεως 715/78 και του άρθρου 25, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1/2003. Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οικείας αποφάσεως και το άρθρο 25, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, η παραγραφή αυτή διακόπτεται από κάθε πράξη της Επιτροπής η οποία αποβλέπει στη διερεύνηση ή σε διαδικασίες κατά παραβάσεως. Η διακοπή αναιρεί αναδρομικώς το διάστημα που ήδη παρήλθε και σηματοδοτεί την έναρξη νέας προθεσμίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οικείας αποφάσεως και το άρθρο 25, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, η διακοπή της παραγραφής ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων «που συμμετείχαν στην παράβαση».

69.      Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 της αποφάσεως 715/78 και το άρθρο 25, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003, η παραγραφή αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία της παραγραφής παύει προσωρινώς να τρέχει.

70.      Εν τέλει, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε στο άρθρο 2, παράγραφος 3, της εν λόγω αποφάσεως και στο άρθρο 25, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού ότι η παραγραφή επέρχεται το αργότερο όταν παρέλθουν δέκα έτη, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεν έχει επιβάλει πρόστιμο. Πρόσθεσε, εντούτοις, ότι η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ίσο με τον χρόνο αναστολής της παραγραφής.

 β)     Επί του σχετικού ή απόλυτου αποτελέσματος της αναστολής της παραγραφής

71.      Όπως υποστήριξε η Επιτροπή και για τους λόγους που εκτίθενται στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας υποθέσεως ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, φρονώ ότι η αναστολή της παραγραφής κατά την εκκρεμοδικία ισχύει έναντι όλων των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, είτε άσκησαν προσφυγή είτε όχι.

72.      Δεν συμμερίζομαι, επομένως, τη θέση που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, και τούτο για τρεις λόγους.

73.      Πρώτον, η θέση αυτή δεν λαμβάνει υπόψη τον αντικειμενικό χαρακτήρα της παραγραφής. Συγκεκριμένα, η παραγραφή συνδέεται απλώς και μόνο με τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά. Έχει χαρακτήρα πραγματικό και ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Οσάκις η δυνατότητα της Επιτροπής να ασκήσει δίωξη εξαλείφεται συνεπεία παραγραφής, η εξάλειψη αυτή αφορά το σύνολο των επίμαχων πραγματικών περιστατικών και ωφελεί όλους τους συμμετέχοντες.

74.      Όσον αφορά τη διακοπή της παραγραφής, τούτο προκύπτει σαφέστατα από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 715/78, καθώς από το άρθρο 25, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003, καθόσον στο άρθρο αυτό αναφέρεται ότι «η διακοπή της παραγραφής ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση». Το γράμμα του άρθρου 3 της εν λόγω αποφάσεως όσο και του άρθρου 25, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού σχετικά με την αναστολή της παραγραφής είναι γενικότερο και δεν παρέχει διευκρινίσεις ως προς το εν λόγω ζήτημα. Ωστόσο, από την παράλειψη ειδικής αναφοράς στα εν λόγω κείμενα συνάγεται ότι η διακοπή και η αναστολή της παραγραφής πρέπει να επιφέρουν τα ίδια αποτελέσματα. Αμφότερες συνιστούν εξαιρέσεις από την παραγραφή. Επομένως, δεδομένου ότι η παραγραφή έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, αμφότερες οι εν λόγω εξαιρέσεις από αυτή πρέπει να εφαρμόζονται επί των πραγματικών περιστατικών. Τούτο είναι τοσούτω μάλλον επιβεβλημένο, οσάκις πρόκειται περί μιας περίπλοκης, διαρκούς και, κυρίως, συλλογικής παραβάσεως.

75.      Δεύτερον, η λύση που δέχθηκε το Πρωτοδικείο συνεπάγεται το εξής ανεπιθύμητο αποτέλεσμα. Το σχετικό αποτέλεσμα της αναστολής μπορεί κάλλιστα να έχει ως συνέπεια να μην μπορεί πλέον η Επιτροπή να ασκήσει δίωξη κατά επιχειρήσεως η οποία εσφαλμένως απαλλάχθηκε, καθόσον το οικείο δικαίωμα διώξεως ενδέχεται να έχει ήδη παραγραφεί.

76.      Τρίτον, η εφαρμογή της εν λόγω λύσεως στην υπό κρίση υπόθεση θα ήταν επικριτέα, εάν γίνει δεκτό ότι η ARBED, καθόσον διαθέτει εξουσία διευθύνσεως της TradeARBED, αποτελεί μαζί με την τελευταία ενιαία οικονομική μονάδα και, συνεπώς, ευθύνεται για την παράβαση που διέπραξε η τελευταία. Όμως, κατά το Πρωτοδικείο, στην περίπτωση αυτή τα πραγματικά περιστατικά θα είχαν μεν παραγραφεί έναντι της TradeARBED, η οποία όντως διέπραξε την παράβαση, όχι όμως έναντι της εταιρείας η οποία θεωρείται ότι ευθύνεται για την παράβαση αυτή, ήτοι έναντι της ARBED.

77.      Φρονώ, επομένως, ότι ουδείς λόγος συνηγορεί υπέρ της εισαγωγής μιας τεχνητής, κατά τη γνώμη μου, διακρίσεως μεταξύ των αποτελεσμάτων οποιασδήποτε εκ των δύο εξαιρέσεων από την παραγραφή έναντι των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση.

78.      Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το άρθρο 3 της αποφάσεως 715/78 και το άρθρο 25, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η αναστολή της παραγραφής κατά την εκκρεμοδικία ισχύει έναντι όλων των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, είτε άσκησαν προσφυγή είτε όχι.

79.      Στην παρούσα περίπτωση, τούτο συνεπάγεται ότι δεν είχε επέλθει παραγραφή έναντι της TradeARBED, πράγμα που, κατά τη γνώμη μου, συνάδει περισσότερο με τους κανόνες του καταλογισμού που έχουν εφαρμοστεί εν προκειμένω. Υποδηλώνει, επίσης, ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν είχαν παραγραφεί έναντι της ProfilARBED, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι μπορεί όντως να θεωρηθεί ότι η εν λόγω επιχείρηση «συμμετείχε στην παράβαση» (30).

80.      Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι η αναστολή της παραγραφής ίσχυε μόνον έναντι της επιχειρήσεως που άσκησε προσφυγή ακυρώσεως, ήτοι έναντι της ARBED.

81.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα περί αναστολής της παραγραφής, ως βάσιμο.

 γ)     Πρόταση

82.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή στην υπόθεση C‑216/09 P και να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, στο μέτρο που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αναστολή της παραγραφής ίσχυε μόνον έναντι της ARBED.

83.      Σύμφωνα με τα υπομνήματα που κατέθεσαν οι μετέχοντες στη διαδικασία, προτείνω στο Δικαστήριο να συνεκδικάσει την αίτηση ανταναιρέσεως που άσκησαν οι ProfilARBED και TradeARBED στην υπόθεση C‑216/09 P και την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η ARBED στην υπόθεση C‑201/09 P.

VII – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της ARBED (C‑201/09 P) και της αιτήσεως ανταναιρέσεως των ProfilARBED και TradeARBED (C‑216/09 P)

84.      Με την αίτηση αναιρέσεως και την αίτηση ανταναιρέσεως που άσκησαν αντιστοίχως, η ARBED και οι ProfilARBED και TradeARBED (στο εξής: όμιλος ARBED) ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφότερων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

85.      Με τα απαντητικά υπομνήματα που υπέβαλε σε σχέση με την αίτηση αναιρέσεως της ARBED και την αίτηση ανταναιρέσεως των ProfilARBED και TradeARBED, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και την αίτηση ανταναιρέσεως και να καταδικάσει τον όμιλο ARBED στα δικαστικά έξοδα.

86.      Ο όμιλος ARBED προβάλλει τέσσερις κατ’ ουσίαν ταυτόσημους λόγους αναιρέσεως (31), οι οποίοι αντλούνται, αντιστοίχως, από την έλλειψη νομικής βάσεως της επίδικης αποφάσεως, από την παράβαση των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών στο πλαίσιο ομίλου εταιρειών, από εσφαλμένη ερμηνεία των κανόνων περί παραγραφής και, εν τέλει, από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της προβαλλομένης προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας.

 Α –      Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αντλούμενου από έλλειψη νομικής βάσεως της επίδικης αποφάσεως

87.      Κατ’ ουσίαν, ο όμιλος ARBED υποστηρίζει ότι, λόγω της λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ στις 23 Ιουλίου 2002, η Επιτροπή απώλεσε την αρμοδιότητα να επιβάλλει κυρώσεις για παραβάσεις του άρθρου 65 ΑΧ και ότι δεν υφίσταται κανένα νομοθετικό κείμενο παρέχον στο εν λόγω θεσμικό όργανο το δικαίωμα να εφαρμόζει τη διάταξη αυτή.

1.      Τα κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία

88.      Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη, τα οποία αφορούν την παράβαση, πρώτον, του άρθρου 97 ΑΧ, δεύτερον, του κανονισμού 1/2003 και, τρίτον, της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

 α)     Επί του πρώτου σκέλους, αντλούμενου από την παράβαση του άρθρου 97 AΧ

89.      Ο όμιλος ARBED προβάλλει ότι, κατά το άρθρο 97 ΑΧ, η ισχύς της Συνθήκης ΕΚΑΧ έληξε στις 23 Ιουλίου 2002 και ότι η επίδικη απόφαση, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 65 ΑΧ, εκδόθηκε στις 8 Νοεμβρίου 2006. Ως εκ τούτου, καθόσον έκρινε ότι ορθώς ασκήθηκε δίωξη κατά των επίμαχων πρακτικών δυνάμει του άρθρου 65 ΑΧ, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 97 ΑΧ και δεν αποφάνθηκε ως προς τα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο εν λόγω όμιλος περί ελλείψεως νομικής βάσεως.

90.      Κατά τον όμιλο ARBED, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι οι κοινοτικές συνθήκες εγκαθίδρυσαν ενιαία έννομη τάξη. Κατά το άρθρο 305, παράγραφος 1, ΕΚ, η Συνθήκη ΕΚΑΧ καθιερώνει ειδικό καθεστώς παρεκκλίνον από τους κανόνες γενικού χαρακτήρα τους οποίους θεσπίζει η Συνθήκη ΕΚ, η δε διαδοχή του νομικού πλαισίου της Συνθήκης ΕΚΑΧ από εκείνο της Συνθήκης ΕΚ επέφερε, από τις 24 Ιουλίου 2002, τροποποίηση των νομικών βάσεων, των διαδικασιών και των εφαρμοστέων ουσιαστικών κανόνων. Η υποχρέωση των θεσμικών οργάνων να ερμηνεύουν τις διάφορες Συνθήκες κατά τρόπο ομοιόμορφο μπορεί να εκπληρώνεται μόνον εντός των ορίων που καθορίζουν οι Συνθήκες αυτές καθεαυτές και, συνεπώς, δεν μπορεί να επιτρέπει στα θεσμικά όργανα να διατηρούν σε ισχύ διατάξεις Συνθήκης η οποία ορίζει ότι παύει να ισχύει στις 23 Ιουλίου 2002 πέραν της εν λόγω ημερομηνίας.

91.      Οι αποφάσεις Klomp (32) και Lucchini (33), στις οποίες στηρίζει τη συλλογιστική του το Πρωτοδικείο, δεν μπορούν να μεταβάλουν το εν λόγω συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, η πρώτη απόφαση αφορούσε την τροποποίηση του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου με τη Συνθήκη Συγχωνεύσεως, και όχι με τη λήξη ισχύος Συνθήκης, η δε δεύτερη αφορούσε απόφαση εκδοθείσα δυνάμει της Συνθήκης ΕΚΑΧ πριν από τη λήξη αυτής και όχι μετά από αυτήν.

92.      Η Επιτροπή αμφισβητεί τα εν λόγω επιχειρήματα. Εμμένει, ιδίως, επί του ενιαίου χαρακτήρα της έννομης τάξεως που εγκαθιδρύουν οι Συνθήκες ΕΚ, ΕΚΑΧ και Ευρατόμ. Η εν λόγω έννομη τάξη χαρακτηρίζεται από κοινούς στόχους, κοινά υποκείμενα δικαίου, κοινά πρότυπα και διαδικασίες, καθώς και κοινά θεσμικά όργανα. Ειδικότερα, τα άρθρα 65 ΑΧ και 81 ΕΚ απονέμουν αμφότερα συγκεκριμένη αρμοδιότητα στην Επιτροπή, η οποία υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Επισημαίνει επίσης ότι, κατά τη νομολογία, οι διατάξεις των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚ αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κοινοτικού δικαίου, κατά την εφαρμογή του οποίου πρέπει να αποφεύγονται ανακολουθίες, οι δε Συνθήκες ΕΚΑΧ και Ευρατόμ πρέπει να ερμηνεύονται βάσει κοινών αρχών, σε συνάρτηση με τη Συνθήκη ΕΚ. Συγκεκριμένα, με τη νομολογία του, το Δικαστήριο εκλαμβάνει τους ουσιαστικούς κανόνες περί απαγορεύσεως των συμπράξεων οι οποίοι περιλαμβάνονται στις Συνθήκες ΕΚΑΧ και ΕΚ κατ’ ουσίαν ως ισοδύναμους, εφαρμόζει δε τη σχετική με το άρθρο 81 ΕΚ νομολογία και σε σχέση με το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ.

93.      Υπό το πρίσμα του άρθρου 305, παράγραφος 1, ΕΚ, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης έκριναν ανέκαθεν, αφενός, ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ αποτελούσε lex specialis εντός της ενιαίας έννομης τάξεως όσον αφορά τον συγκεκριμένο τομέα τον οποίο διήπε και, αφετέρου, ότι, κατά το μέτρο που ορισμένα ζητήματα δεν αποτελούσαν αντικείμενο διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Συνθήκη ΕΚ, ως lex generalis, μπορούσε να εφαρμόζεται σε προϊόντα που ενέπιπταν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ. Επομένως, δεδομένου ότι η Συνθήκη ΕΚ αποτελούσε διαθέσιμο επικουρικό καθεστώς καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά τη λήξη της τελευταίας βρέθηκε στο «προσκήνιο» και για τον συγκεκριμένο τομέα. Ειδικότερα, στο πλαίσιο του δίκαιου περί συμπράξεων, οι απαγορεύσεις και οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 65 ΑΧ επαναλαμβάνονται χωρίς καμία διακοπή από τις διατάξεις του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ.

94.      Η Επιτροπή διατείνεται ότι, καίτοι κατά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν είχε προβλεφθεί μεταβατικό καθεστώς για τις υποθέσεις που σχετίζονται με τις συμπράξεις, τούτο δεν συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη επεδίωκαν να αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 65 ΑΧ τις συμπράξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, με την αιτιολογία και μόνον ότι οι εν λόγω συμπράξεις εντοπίστηκαν ή ότι ασκήθηκε δίωξη κατ’ αυτών μετά τη λήξη ισχύος της εν λόγω Συνθήκης. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση μεταβάσεως σε νέο νομικό καθεστώς, θεμελιούμενης στο πρωτογενές δίκαιο, δεν είναι απαραίτητη η θέσπιση μεταβατικού νομοθετικού καθεστώτος δεδομένου ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η δυνατότητα εφαρμογής ratione temporis διατάξεων, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού και του περιεχομένου τους, μπορεί να συναχθεί με απλή εφαρμογή των γενικώς αναγνωρισμένων ερμηνευτικών αρχών.

95.      Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, βάσει των ανωτέρω κανόνων, επί των πραγματικών περιστατικών που εμπίπτουν σε απαγόρευση εφαρμόζεται το ουσιαστικό δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως. Το γεγονός ότι το άρθρο 65, παράγραφος 1, AΧ υπερίσχυε μεν έναντι του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ, όμως η ίδια αξιόποινη συμπεριφορά θεμελίωνε επίσης παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, συνηγορεί υπέρ του διαχρονικού χαρακτήρα της κατασταλτικής εξουσίας που διαθέτει η Επιτροπή. Το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστηρίζει ότι, καίτοι οι κυρώσεις που επιβάλλονται επί του παρόντος προβλέπονται στα άρθρα 81 ΕΚ και 23 του κανονισμού 1/2003, εντούτοις πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχή του lex mitior, υπό το πρίσμα του άρθρου 65, παράγραφος 5, AΧ.

96.      Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, ελλείψει αρμοδιότητας για την άσκηση διώξεως και την επιβολή κυρώσεων, το άρθρο 65, παράγραφος 1, AΧ, το οποίο αποτελεί διάταξη θεμελιώδη για το κοινοτικό δίκαιο και αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της Κοινότητας, θα καθίστατο άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας, καθόσον θα χορηγούνταν αδικαιολογήτως αμνηστία για συμπεριφορές οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, μολονότι ενέπιπταν σε απαγόρευση προβλεπόμενη από τη Συνθήκη αυτή. Το κώλυμα ασκήσεως διώξεως θα ίσχυε ακόμη και για τα κράτη μέλη. Επιπλέον, το κώλυμα αυτό θα αντέβαινε στη θεμελιώδη αρχή κατά την οποία, κατά το πέρας της ένδικης διαδικασίας, η διαδικασία πρέπει να μπορεί να συνεχιστεί από το χρονικό σημείο στο οποίο ανάγεται η διαδικαστική πλημμέλεια. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη επιθυμούσαν την καθιέρωση τέτοιας αμνηστίας και τη διακοπή της συνέχειας σε έναν τομέα για τον οποίο προβλεπόταν ανέκαθεν ρητώς κοινή πολιτική.

 β)     Επί του δευτέρου σκέλους, αντλούμενου από την παράβαση του κανονισμού 1/2003

97.      Ο όμιλος ARBED υποστηρίζει ότι, στηρίζοντας την αρμοδιότητα της Επιτροπής στον κανονισμό 1/2003, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε κατάχρηση εξουσίας και δεν απάντησε στα επιχειρήματά του. Επισημαίνει ότι ο εν λόγω κανονισμός θεσπίστηκε μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ και προβάλλει ότι, υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού και ελλείψει μνείας της Συνθήκης ΕΚΑΧ στον κανονισμό αυτό, ο τελευταίος χορηγεί στην Επιτροπή αρμοδιότητα ασκήσεως διώξεως μόνον για παραβάσεις των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ.

98.      Αν γινόταν δεκτό ότι ο κανονισμός 1/2003 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις για παραβάσεις του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ, ο κανονισμός αυτός θα αντέβαινε στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, καθόσον θα σκοπούσε στην τροποποίηση της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καίτοι θεσπίστηκε μόνον δυνάμει της Συνθήκης ΕΚ. Συγκεκριμένα, από τη νομολογία προκύπτει ότι η ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των διαφόρων Συνθηκών ουδόλως ασκεί επιρροή στις αρμοδιότητες που παρέχουν οι Συνθήκες στα διάφορα θεσμικά όργανα, τα οποία, στο πλαίσιο κάθε Συνθήκης, έχουν αρμοδιότητα να ασκούν μόνον τις εξουσίες που τους αναθέτει η οικεία Συνθήκη.

99.      Κατά τον όμιλο ARBED, η προσέγγιση του Πρωτοδικείου έχει ως αποτέλεσμα, αφενός, να αναγνωρίζει στο Συμβούλιο την εξουσία να αποφασίζει ποιες αρχές είναι αρμόδιες για την εφαρμογή του άρθρου 65 ΑΧ, ενώ οι συντάκτες της Συνθήκης ΕΚΑΧ έχουν ήδη ασκήσει την εν λόγω εξουσία, αφετέρου δε, να μεταβάλλει τη φύση της αρμοδιότητας που ανατίθεται στην Επιτροπή με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, η οποία κατά το άρθρο 65 ΑΧ είναι αποκλειστική, ενώ κατά τον κανονισμό 1/2003 συντρέχει με εκείνη των εθνικών αρχών ανταγωνισμού και των εθνικών δικαστηρίων.

100. Επομένως, η ερμηνεία του Πρωτοδικείου περί διαχρονικής εφαρμογής του δικαίου θίγει τη νομική ιδιομορφία της κάθε Συνθήκης, καθώς και την ιεραρχία των κανόνων δικαίου. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σύγχυση μεταξύ των εννοιών των διαδικαστικών κανόνων, των ουσιαστικών κανόνων και της απονομής αρμοδιότητας. Από τη νομολογία προκύπτει, αφενός, ότι το ζήτημα εάν ορισμένο θεσμικό όργανο είναι αρμόδιο όσον αφορά συγκεκριμένο τομέα προηγείται της εξετάσεως του ζητήματος ποιοι ουσιαστικοί και διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή στην οικεία περίπτωση και, αφετέρου, ότι η νομική βάση με την οποία παρέχεται στο κοινοτικό όργανο η εξουσία εκδόσεως πράξεως πρέπει να ισχύει κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως αυτής.

101. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορθώς θεμελίωσε την επίδικη απόφαση στο άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ, δεδομένου ότι η επίμαχη παράβαση διεπράχθη κατά τη διάρκεια ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η οποία υπερίσχυε της Συνθήκης ΕΚ. Εξάλλου, καθόσον η απαγόρευση που απορρέει από την εν λόγω διάταξη ίσχυε κατά τον χρόνο διαπράξεώς της επίμαχης παραβάσεως, το δε άρθρο 81 ΕΚ προβλέπει επίσης την ίδια απαγόρευση, η αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου» δεν παραβιάσθηκε.

102. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο της ενιαίας έννομης τάξεως και δυνάμει της μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ μεταβιβάσεως εξουσιών οι οποίες εξακολούθησαν να ισχύουν χωρίς διακοπή, η αρμοδιότητα επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις της εν λόγω Συνθήκης, καθώς και η εφαρμοστέα διαδικασία, εμπίπτουν στο άρθρο 81 ΕΚ και στο άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003. Το τελευταίο άρθρο εφαρμόζεται σε διαπραχθείσες κατά τη διάρκεια ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ παραβάσεις τόσο του άρθρου 81 ΕΚ, ως lex generalis που εφαρμόζεται επικουρικώς, όσο και του άρθρου 65 ΑΧ, ως lex specialis αντίστοιχου περιεχόμενου. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι το άρθρο 23 του κανονισμού 1/2003 παραπέμπει στο άρθρο 81 ΕΚ συνεπάγεται ότι παραπέμπει επίσης στο άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, λόγω της σχέσεως γενικού προς ειδικό που ισχύει μεταξύ των δύο άρθρων.

103. Εξάλλου, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η οικεία προσέγγιση συνάδει με την αρχή κατά την οποία οι εκάστοτε ισχύοντες διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή μόνο σε εκκρεμείς υποθέσεις. Κατά την εν λόγω αρχή, μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η διαδικασία διαπιστώσεως και κολασμού παραβάσεων στον τομέα του χάλυβα διέπεται από το παράγωγο δίκαιο της Συνθήκης ΕΚ, χωρίς τούτο να επηρεάζει την εφαρμογή της ουσιαστικής απαγορεύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 1, AΧ στις εκκρεμείς υποθέσεις.

104. Η Επιτροπή παραπέμπει, ιδίως, στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑61/98, De Haan (34), και του Πρωτοδικείου της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑166/01, Lucchini κατά Επιτροπής (35), προκειμένου να υποστηρίξει ότι μπορεί και πρέπει να συνδυάζει τους εκάστοτε ισχύοντες δικονομικούς κανόνες με το ουσιαστικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως.

105. Εν τέλει, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, τα κράτη μέλη δεν χρειαζόταν να της αναθέσουν ρητώς την αρμοδιότητα ασκήσεως διώξεως κατά των παραβάσεων που διεπράχθησαν στον τομέα της Συνθήκης ΕΚΑΧ μετά τις 23 Ιουλίου 2002 και ότι ουδόλως τα κράτη μέλη εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από την ίδια. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι συνέπειες της λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ απετέλεσαν αντικείμενο εντατικών συζητήσεων για περισσότερο από δέκα έτη στο πλαίσιο του Συμβουλίου, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής και ότι, όπου κρίθηκε αναγκαίο, θεσπίστηκαν μεταβατικές διατάξεις.

 γ)     Επί του τρίτου σκέλους, αντλούμενου από την παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως

106. Ο όμιλος ARBED υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου σχετικά με το κύρος της νομικής βάσεως πάσχει από ελλιπή αιτιολόγηση. Ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως απάντησε στα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως.

2.      Εκτίμηση

 α)     Επί του πρώτου και δευτέρου σκέλους, που αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 97 ΑΧ και του κανονισμού 1/2003, αντιστοίχως

107. Τα δύο πρώτα σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να εξετασθούν από κοινού. Συγκεκριμένα, με τα δύο αυτά σκέλη, ο όμιλος ARBED ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει εάν, μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και να επιβάλει κυρώσεις, στηρίζοντας την αρμοδιότητά της στις διατάξεις του κανονισμού 1/2003, ο οποίος, το υπενθυμίζω, αποτελεί τον κανονισμό εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ.

108. Το εν λόγω ζήτημα είναι, κατ’ ουσίαν, ταυτόσημο με εκείνο που τίθεται στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της προπαρατεθείσας αποφάσεως ThyssenKrupp Stainless κατά Επιτροπής, η οποία εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου (C‑352/09 P) και επί της οποίας έχω αναπτύξει επίσης προτάσεις.

109. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως και στην προπαρατεθείσα υπόθεση ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε συνδυασμό του ουσιαστικού και του διαδικαστικού δικαίου που απορρέει από τις Συνθήκες ΕΚΑΧ και ΕΚ (36) προκειμένου να επιβάλει κυρώσεις για παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, AΧ μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή στηρίχθηκε στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, προκειμένου να διαπιστώσει την παράβαση. Επιπλέον, για την επιβολή του προστίμου στις επίμαχες επιχειρήσεις, η Επιτροπή στηρίχθηκε στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Εντούτοις, σε αμφότερες τις υποθέσεις αυτές, η Επιτροπή υπολόγισε το ύψος του οικείου προστίμου όχι με τη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στην τελευταία διάταξη, αλλά με τη μέθοδο που καθορίζεται στο άρθρο 65, παράγραφος 5, ΑΧ, τούτο δε κατ’ εφαρμογήν της αρχής του lex mitior (37).

110. Καθόσον η Επιτροπή χρησιμοποίησε τον εν λόγω συνδυασμό διατάξεων υπό τους ίδιους όρους σε αμφότερες τις εν λόγω υποθέσεις, στις οποίες το Πρωτοδικείο προέβη κατ’ ουσίαν σε ταυτόσημη εξέταση νομιμότητας, θα ακολουθήσω την ίδια συλλογιστική με εκείνη που πρότεινα στο πλαίσιο των προτάσεων που ανέπτυξα επί της προπαρατεθείσας υποθέσεως ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής.

111. Η Επιτροπή στηρίχθηκε στον εν λόγω συνδυασμό διατάξεων, καθόσον δεν υπάρχει καμία μεταβατική διάταξη η οποία να της επιτρέπει να διαπιστώνει τυχόν παραβάσεις του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ, και να επιβάλλει συναφείς κυρώσεις, μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δεν κατόρθωσε να εκδώσει συναφή απόφαση πριν από τη λήξη ισχύος της εν λόγω Συνθήκης, λόγω καθυστερημένης διαπιστώσεως των αντιθέτων προς τον ανταγωνισμό ενεργειών, ή, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, λόγω της ακυρώσεως της πρώτης αποφάσεώς της, κανένα νομοθετικό κείμενο δεν της αναθέτει τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω διάταξη.

112. Περαιτέρω, ουδείς εκ των δύο κανονισμών εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού, ήτοι ούτε ο κανονισμός 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (38), ούτε ο κανονισμός 1/2003, αφορά καταστάσεις που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Μόνον η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με ορισμένα θέματα που αφορούν τη διευθέτηση υποθέσεων ανταγωνισμού συνεπεία της λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ (39) αναφέρει την εν λόγω περίπτωση. Συγκεκριμένα, το σημείο 31 της εν λόγω ανακοινώσεως ορίζει τα εξής:

«Σε περίπτωση που η Επιτροπή, κατά την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων ανταγωνισμού ως προς δεδομένη συμφωνία, διαπιστώνει κάποια παράβαση σε τομέα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ, εφαρμοστέες θα είναι οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο επελεύσεως των γεγονότων που συνιστούν την παράβαση, χωρίς να έχει σημασία ο χρόνος κατά τον οποίο εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις. Εν πάση περιπτώσει, σε ό, τι αφορά τη διαδικασία, εφαρμοστέα μετά τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ θα είναι η νομοθεσία της ΕΚ […]»

113. Για την πλήρωση του ανωτέρω κενού δικαίου, η Επιτροπή προέκρινε μια πρώτη λύση η οποία απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο με τις αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2007, T‑27/03, T‑46/03, T‑58/03, T‑79/03, T‑80/03, T‑97/03 και T‑98/03, SP κατά Επιτροπής (40), T‑45/03, Riva Acciaio κατά Επιτροπής, T‑77/03, Feralpi Siderurgica κατά Επιτροπής, και T‑94/03, Ferriere Nord κατά Επιτροπής. Σε καθεμία από τις εν λόγω υποθέσεις η Επιτροπή στήριξε την αρμοδιότητά της αποκλειστικώς στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τούτο δε παρά τη λήξη ισχύος της τελευταίας. Συγκεκριμένα, με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2002 έναντι της Ferriere Nord SpA, η Επιτροπή στηρίχθηκε στο άρθρο 65, παράγραφος 4, ΑΧ, προκειμένου να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ, και στο άρθρο 65, παράγραφος 5, ΑΧ, προκειμένου να επιβάλει πρόστιμο στην επιχείρηση.

114. Το Πρωτοδικείο ακύρωσε το σύνολο των εν λόγω αποφάσεων λόγω ελλείψεως αρμοδιότητας. Υπενθύμισε, ιδίως, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (41), η διάταξη που συνιστά τη νομική βάση πράξεως και νομιμοποιεί το κοινοτικό όργανο για την έκδοση της εν λόγω πράξεως πρέπει να ισχύει κατά τον χρόνο εκδόσεώς της.

115. Σε καμία από τις εν λόγω υποθέσεις δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως από την Επιτροπή.

116. Στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή υιοθετεί, επομένως, όπως στην προπαρατεθείσα υπόθεση ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής, μια νέα λύση, δεδομένου ότι στηρίζει την απόφασή της σε συνδυασμό του ουσιαστικού δικαίου που πηγάζει από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ και του δικονομικού δικαίου που απορρέει από τη Συνθήκη ΕΕ, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως.

117. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο επικύρωσε τη νομιμότητα του εν λόγω συνδυασμού διατάξεων, βάσει τελολογικής ερμηνείας των θεσπισθέντων από τον νομοθέτη της Ένωσης κανόνων. Προκειμένου να αποφανθεί ότι η Επιτροπή είχε την εξουσία να εκδώσει την επίμαχη απόφαση, το Δικαστήριο άρθρωσε τη συλλογιστική του σε τρία στάδια, όπως και στην προπαρατεθείσα απόφαση ThyssenKrupp Stainless κατά Επιτροπής. Κατ’ αρχάς, στις σκέψεις 57 και 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπενθύμισε τη φύση και το περιεχόμενο που αποδίδεται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ στο πλαίσιο της έννομης τάξεως της Ένωσης. Στη συνέχεια, στις σκέψεις 59 έως 64 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο στηρίχθηκε στη συνοχή και την ταυτότητα των σκοπών που επιδιώκουν αμφότερες οι εν λόγω Συνθήκες, εφαρμόζοντας τους ερμηνευτικούς κανόνες που έχει καθιερώσει το Δικαστήριο. Εν τέλει, στις σκέψεις 65 έως 68 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επαλήθευσε ότι η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας και, ιδίως, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου.

118. Με τις παρούσες προτάσεις, θα υποστηρίξω τη θέση του Πρωτοδικείου περί ορθότητας της εν λόγω νομικής βάσεως και, προς τούτο, θα εξετάσω τα βασικά σημεία της συλλογιστικής του.

119. Στο πλαίσιο της έννομης τάξεως της Ένωσης, η Συνθήκη ΕΚΑΧ αποτελούσε ειδικό καθεστώς στο οποίο υπόκειντο οι επιχειρήσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, κατά παρέκκλιση από τους κανόνες γενικής ισχύος που είχαν θεσπισθεί στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ. Η σχέση μεταξύ των δύο Συνθηκών ρυθμιζόταν στο άρθρο 305 ΕΚ. Η εν λόγω διάταξη είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ και του συναφούς παραγώγου δικαίου επί εμπορευμάτων των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, οσάκις τα επίμαχα ζητήματα αποτελούσαν αντικείμενο ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως θεσπισθείσας στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ (42).

120. Εντούτοις, ελλείψει ειδικών διατάξεων, η Συνθήκη ΕΚ και οι διατάξεις που θεσπίζονταν κατ’ εφαρμογήν αυτής, εφαρμόζονταν στα προϊόντα του εν λόγω επιχειρηματικού τομέα (43), κατόπιν δε της λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ στις 23 Ιουλίου 2002, το γενικό πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ επεκτάθηκε στους τομείς που αρχικώς υπόκειντο στη Συνθήκη ΕΚΑΧ.

121. Η εν λόγω διαδοχή του νομικού πλαισίου της Συνθήκης ΕΚΑΧ από εκείνο της Συνθήκης ΕΚ εντάχθηκε στο πλαίσιο της λειτουργικής ενότητας των δύο κοινοτήτων (44). Το Δικαστήριο εξαρχής αναγνώρισε την ύπαρξη μιας ενιαίας έννομης τάξεως (45). Επίσης, δέχθηκε την ύπαρξη μιας έννομης τάξεως διαχρονικής, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει σε περίπτωση μεταβολής της νομοθεσίας να διασφαλίζεται, πλην ρητής περί του αντιθέτου βουλήσεως του νομοθέτη, η συνέχεια των δικαιικών δομών (46).

122. Οι αποφάσεις Busseni (47) και Lucchini, προπαρατεθείσα, αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο εκλαμβάνει την εν λόγω λειτουργική ενότητα των δύο Συνθηκών. Οι δύο αυτές υποθέσεις αφορούσαν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφανθεί στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής επί της ερμηνείας των κανόνων της Συνθήκης ΕΚΑΧ.

123. Η πρώτη υπόθεση αφορούσε το γεγονός ότι το άρθρο 41 ΑΧ, σε αντίθεση με το άρθρο 234 ΕΚ, δεν προέβλεπε ρητώς την ανωτέρω αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Προκειμένου να συμπληρώσει το εν λόγω κενό δικαίου, το Δικαστήριο δεν επικεντρώθηκε στις διαφορές στο γράμμα των δύο διατάξεων, αλλά στηρίχθηκε στους κοινούς σκοπούς που αυτές επιδιώκουν, καθώς και στη συνοχή των Συνθηκών. Συγκεκριμένα έκρινε ότι «[…] θα ήταν αντίθετο προς τους [εν λόγω] σκοπούς και την [εν λόγω] συνοχή των Συνθηκών το να ανήκει σε τελευταίο βαθμό στο Δικαστήριο ο προσδιορισμός της έννοιας και του περιεχομένου των κανόνων που θεσπίζονται από ή με βάση τις Συνθήκες [ΕΚ] και ΕΚΑΕ, […], ενώ παράλληλα, όταν οι σχετικοί κανόνες εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, η αρμοδιότητα αυτή να ανήκει αποκλειστικά στα διάφορα εθνικά δικαστήρια, οι ερμηνείες των οποίων μπορούν να διαφέρουν, το δε Δικαστήριο να μη μπορεί να εξασφαλίσει την ενιαία ερμηνεία των κανόνων αυτών [(48)]» (49).

124. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εφάρμοσε την εν λόγω συλλογιστική στην προπαρατεθείσα υπόθεση Lucchini. Η υπόθεση αυτή αφορούσε το ζήτημα κατά πόσον, λόγω της λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το Δικαστήριο καθίσταται αναρμόδιο να αποφαίνεται επί των προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της εν λόγω Συνθήκης. Το Δικαστήριο δέχθηκε μεν ότι το άρθρο 41 ΑΧ δεν μπορεί πλέον στην περίπτωση αυτή να έχει εφαρμογή, εντούτοις αποφάνθηκε ότι το να μην έχει το Δικαστήριο αρμοδιότητα να διασφαλίζει την ομοιόμορφη ερμηνεία των κανόνων που εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ και εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης αυτής όχι μόνο θα αντέβαινε στον σκοπό και στη συνοχή των Συνθηκών, αλλά θα ήταν επίσης ασυμβίβαστο προς την κοινοτική έννομη τάξη (50).

125. Φρονώ ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η Επιτροπή είχε αρμοδιότητα να εκδώσει την επίδικη απόφαση βάσει της εν λόγω νομολογίας. Παρά τις διαφορές στο γράμμα των άρθρων 65, παράγραφος 1, ΑΧ και 81 ΕΚ, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι οι δύο αυτές διατάξεις τυγχάνουν της ίδιας ερμηνείας από το Δικαστήριο της Ένωσης και αποβλέπουν στους ίδιους σκοπούς (51).

126. Συγκεκριμένα, το γράμμα των άρθρων 65, παράγραφος 1, ΑΧ και 81, παράγραφος 1, ΕΚ αρκεί προκειμένου να αποδειχθεί ότι τα κράτη μέλη προετίθεντο να θεσπίσουν όμοιους κανόνες και το ίδιο πεδίο παρεμβάσεως των Κοινοτήτων. Καίτοι διαφέρουν από πλευράς διατυπώσεως, οι εν λόγω διατάξεις αποτελούν αμφότερες έκφραση των ιδίων αναγκών, ήτοι της δημιουργίας κοινής αγοράς στο πλαίσιο της οποίας ισχύουν όροι υγιούς και αποτελεσματικού ανταγωνισμού, και, προς τον σκοπό αυτό, της απαγορεύσεως των συμφωνιών που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού. Επομένως, όπως τόνισε το Πρωτοδικείο, ο σκοπός της μη νοθεύσεως του ανταγωνισμού στους τομείς της αγοράς χάλυβα και άνθρακα δεν παραβλάπτεται λόγω της λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, απλώς εξακολουθεί να ισχύει στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ. Εξάλλου, τα άρθρα 65, παράγραφος 1, ΑΧ και 81, παράγραφος 1, ΕΚ διαφυλάσσουν τα ίδια έννομα συμφέροντα. Όσον αφορά τα μέσα δράσεως, οι δύο διατάξεις στηρίζονται σε παρεμφερή βάση (52), η δε εφαρμογή τους εμπίπτει στη αρμοδιότητα της ίδιας αρχής, ήτοι της Επιτροπής.

127. Υπό τις περιστάσεις αυτές και με την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο ορθώς αποφάνθηκε ότι η συνέχεια της κοινοτικής έννομης τάξης και των σκοπών που πρυτανεύουν κατά τη λειτουργία της απαιτεί, εφόσον η Ευρωπαϊκή Κοινότητα διαδέχθηκε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, να διασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, έναντι των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν υπό το καθεστώς της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τον σεβασμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που ήταν επιβεβλημένες στα κράτη μέλη και στους ιδιώτες δυνάμει της Συνθήκης ΕΚΑΧ (53). Εάν γίνει δεκτό ότι, μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Κοινότητα απώλεσε την εν λόγω αρμοδιότητα, τούτο θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, αντίθετο προς τον σκοπό και τη συνοχή των Συνθηκών που επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης, καθώς και προς την αναγνωρισθείσα από το Δικαστήριο συνέχεια της κοινοτικής έννομης τάξεως.

128. Η εν λόγω ερμηνεία προφανώς ισχύει μόνον εφόσον η Κοινότητα, η οποία εκπροσωπείται εν προκειμένω από την Επιτροπή, ενεργεί σύμφωνα προς τις γενικές αρχές που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου (54). Οι εν λόγω αρχές, τις οποίες υπενθυμίζει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, είναι οι ακόλουθες.

129. Οι διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή εφ’ όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος των κανόνων αυτών. Άλλως ειπείν, η Επιτροπή πρέπει να κολάσει τη διαπραχθείσα υπό το καθεστώς της Συνθήκης ΕΚΑΧ παράβαση σύμφωνα με τον τύπο και με τη διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις που ίσχυαν κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεώς της, ήτοι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο πλαίσιο του κανονισμού 1/2003.

130. Αντιθέτως, τούτο δεν ισχύει για τους ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι, εκτός αντίθετης ρητής βουλήσεως του νομοθέτη της Ένωσης (55), δεν έχουν αναδρομική ισχύ. Ο εν λόγω κανόνας εγγυάται ασφάλεια δικαίου υπέρ των ιδιωτών οι οποίοι πρέπει απλώς να μπορούν να γνωρίζουν τα όρια της ατομικής τους ελευθερίας, χωρίς να αιφνιδιάζονται εν συνεχεία από νόμους αναδρομικής ισχύος οι οποίοι ανατρέπουν τις προβλέψεις τους.

131. Ο εν λόγω κανόνας απορρέει από την αρχή nulla poena sine lege την οποία εξαγγέλλει το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, καθώς και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ.

132. Το άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη ορίζει τα εξής:

«Κανείς δεν μπορεί να καταδικασθεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία δεν αποτελούσε, κατά τη στιγμή της τελέσεώς της, αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία ίσχυε κατά τη στιγμή της τελέσεως του αδικήματος. Εάν, μετά την τέλεση του αδικήματος, προβλεφθεί με νόμο ελαφρύτερη ποινή, επιβάλλεται αυτή η ποινή.»

133. Η ανάλυση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνάδει, κατά τη γνώμη μου, απολύτως με την ανωτέρω αρχή. Συγκεκριμένα, το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ, στο οποίο ορίζεται η επίμαχη παράβαση, αποτελεί σαφώς τον ισχύοντα ουσιαστικό κανόνα που πράγματι εφάρμοσε η Επιτροπή. Η επίδικη απόφαση αφορούσε σαφώς έννομη κατάσταση η οποία διαμορφώθηκε πριν από τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι έλαβε χώρα κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιουλίου 1988 και της 16ης Ιανουαρίου 1991. Εξάλλου, η Συνθήκη ΕΚΑΧ, από τη φύση της ως lex specialis, καθώς και οι κανόνες που θεσπίσθηκαν προς εφαρμογή της, αποτελούν σαφώς το μοναδικό εφαρμοστέο καθεστώς που διέπει τέτοιου είδους καταστάσεις, οι οποίες διαμορφώθηκαν πριν από τη λήξη ισχύος της εν λόγω Συνθήκης. Εν τέλει, όπως επισήμανε το Πρωτοδικείο, ο νομοθέτης της Ένωσης ουδέποτε θέσπισε διάταξη καθιστώσα δυνατή την αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ μετά τη λήξη ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ.

134. Επομένως, με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή σαφώς καταδίκασε μια ενέργεια η οποία, όταν διαπράχθηκε, συνιστούσε παράβαση. Δεδομένου δε ότι η παράβαση αυτή διαπράχθηκε κατά την περίοδο μεταξύ της 1ης Ιουλίου 1988 και της 16ης Ιανουαρίου 1991, προβλεπόταν με σαφήνεια και ακρίβεια από το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΑΧ. Επιπλέον, η εν λόγω παράβαση συνιστούσε αξιόποινη πράξη και η ποινή που επέσυρε προσδιοριζόταν σαφώς στο άρθρο 65, παράγραφος 5, ΑΧ. Ως εκ τούτου, οι επιχειρήσεις ήταν πλήρως ενημερωμένες όσον αφορά τις συνέπειες των ενεργειών τους, τόσο στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας η οποία οδήγησε στην έκδοση της αρχικής αποφάσεως όσο και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

135. Όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες, είναι πλέον γνωστό ότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ, οι διατάξεις που νομιμοποιούν την Επιτροπή για την έκδοση αποφάσεως περί καταδίκης επιχειρήσεων που διέπραξαν παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ και επιβολής κυρώσεων σε αυτές είναι από 1ης Μαΐου 2004, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1/2003, τα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 23, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, αντιστοίχως. Επομένως, κρίνοντας ότι οι εν λόγω διατάξεις αποτελούν διαδικαστικούς κανόνες, το Πρωτοδικείο επικύρωσε ότι έχουν άμεση εφαρμογή.

136. Όσον αφορά το ανωτέρω σημείο, διαφωνώ με την ανάλυση του Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 δεν νομιμοποιεί απλώς την Επιτροπή να επιβάλλει πρόστιμο, αλλά καθορίζει επίσης το ύψος αυτού. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι η εν λόγω διάταξη αποτελεί ουσιαστικό κανόνα δικαίου.

137. Ως εκ τούτου, όπως προκύπτει σαφώς από το σημείο 475 του αιτιολογικού της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην ανωτέρω διάταξη προκειμένου να έχει αρμοδιότητα για την επιβολή κυρώσεων στον όμιλο ARBED. Όσον αφορά το ύψος του προστίμου, η Επιτροπή, δυνάμει της αρχής lex mitior η οποία προβλέπεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του Χάρτη, το υπολόγισε σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 5, ΑΧ, προκειμένου να επιβληθεί στον όμιλο ARBED λιγότερο αυστηρή κύρωση.

138. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή μπορούσε, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, να στηριχθεί στα άρθρα 7, παράγραφος 1, και 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 προκειμένου να διαπιστώσει τις αξιόποινες πράξεις που διεπράχθησαν σε τομέα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ και να επιβάλει σχετικές κυρώσεις.

139. Πρέπει, πάντως, να παρατηρηθεί ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή μπορούσε να ενεργήσει κατά τον τρόπο αυτό όχι από τις 23 Ιουλίου 2002, ημερομηνία λήξεως ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αλλά από 1ης Μαΐου 2004, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1/2003.

140. Εντούτοις, η εν λόγω πλάνη, η οποία ενυπάρχει και στην απόφαση ThyssenKrupp Stainless κατά Επιτροπής, ουδόλως επιφέρει συνέπειες ως προς την επίλυση της διαφοράς.

141. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμα.

 β)     Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, αντλούμενου από ελλιπή αιτιολόγηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως

142. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων απορρέει από το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει των άρθρων 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, και 81 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

143. Κατά πάγια νομολογία, από το σκεπτικό αποφάσεως πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους της αποφάσεώς του και να μπορεί το Γενικό Δικαστήριο να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο (56). Στην περίπτωση προσφυγής που στηρίζεται στο άρθρο 230 ΕΚ, η απαίτηση αιτιολογήσεως συνεπάγεται προφανώς ότι το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων και εκθέτει τους λόγους που το οδηγούν στην απόρριψη συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως ή στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως.

144. Ωστόσο, το Δικαστήριο, με την απόφαση Connolly κατά Επιτροπής (57), έθεσε όρια στην υποχρέωση απαντήσεως στους προβαλλομένους λόγους ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτιολόγηση αποφάσεως πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (58) και ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά «λεπτομερώς σε κάθε προβαλλόμενο από τον διάδικο επιχείρημα, ειδικότερα εάν δεν είναι αρκούντως σαφές και ακριβές και δεν στηρίζεται σε πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία» (59).

145. Λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω στοιχείων, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο απάντησε επαρκώς κατά νόμο στα επιχειρήματα που προέβαλε ο όμιλος ARBED. Συγκεκριμένα, παρέσχε έγκυρες εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής πρέπει να επικυρωθεί. Τούτο επέτρεψε τόσο στον όμιλο ARBED να επικρίνει συγκεκριμένα σημεία της αναλύσεως του Πρωτοδικείου όσο και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον δικαιοδοτικό του έλεγχο, όπως προκύπτει από όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω.

146. Συναφώς, φρονώ ότι η αιτιολόγηση του Πρωτοδικείου που εκτίθεται στις σκέψεις 56 έως 69 της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ουδόλως μπορεί να επικριθεί και προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμο.

 γ)     Πρόταση

147. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω στοιχείων, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, αντλούμενος από την έλλειψη νομικής βάσεως της επίδικης αποφάσεως, ο οποίος προβάλλεται προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως της ARBED (C‑201/09 P) καθώς και της αιτήσεως ανταναιρέσεως των TradeARBED και ProfilARBED (C‑216/09 P), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

 Β –      Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, αντλούμενου από την παράβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών εντός ομίλου εταιρειών

148. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι ARBED και ProfilARBED επικρίνουν τον καταλογισμό στις ίδιες της ευθύνης για την παράβαση που διέπραξε η θυγατρική TradeARBED.

149. Ο οικείος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει τρία σκέλη, τα οποία αντλούνται, πρώτον, από την παραβίαση των αρχών της νομικής αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, της επιχειρηματικής ελευθερίας και της προσωπικής ευθύνης, δεύτερον, από εσφαλμένη εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με τις προϋποθέσεις καταλογισμού στη μητρική εταιρεία παραβάσεως διαπραχθείσας από τη θυγατρική της και, τρίτον, από πλάνη περί το δίκαιο κατά τη διαπίστωση της πραγματικής ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από την ARBED επί της TradeARBED.

150. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη του οικείου λόγου αναιρέσεως, καίτοι διατυπώνονται κατά τρόπο σχεδόν ταυτόσημο τόσο στην αίτηση αναιρέσεως όσο και στην αίτηση ανταναιρέσεως, εντούτοις επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς για την ARBED και την ProfilARBED. Συνεπώς, κατά την εξέταση των εν λόγω επιχειρημάτων, επιβάλλεται να γίνει διάκριση μεταξύ της καταστάσεως στην οποία ευρίσκεται καθεμία από τις δυο αυτές επιχειρήσεις.

1.      Τα κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία

 α)     Επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της υποθέσεως C-201/09 P

151. Με τα υπομνήματά της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, όπως προβάλλεται από την ARBED, είναι απαράδεκτος. Συγκεκριμένα, ο οικείος λόγος αναιρέσεως αποβλέπει στον καταλογισμό της ευθύνης για την παράβαση στην ProfilARBED, ενώ η τελευταία δεν μετείχε στη διαδικασία στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑201/09 P.

152. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο οικείος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, η ARBED απλώς θέτει υπό αμφισβήτηση την εφαρμογή, στην υπόθεση εκείνη, του τεκμηρίου ασκήσεως αποτελεσματικού ελέγχου που γίνεται δεκτό από τη νομολογία, χωρίς να επικρίνει τις σκέψεις 96 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή έχει αποδείξει ότι η μητρική επιχείρηση ασκεί αποφασιστική επιρροή στη θυγατρική βάσει άλλων στοιχείων.

 β)     Επί του πρώτου σκέλους, αντλούμενου από την παραβίαση των αρχών της νομικής αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, της επιχειρηματικής ελευθερίας και της προσωπικής ευθύνης

153. Προς στήριξη του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο όμιλος ARBED προβάλλει τρεις αιτιάσεις.

154. Με την πρώτη αιτίαση, ο όμιλος ARBED υποστηρίζει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της έννοιας της επιχειρήσεως, όπως έχει καθιερωθεί στο δίκαιο του ανταγωνισμού. Εάν, δυνάμει της εν λόγω έννοιας, νομικώς διακριτές επιχειρήσεις μπορούσαν να αποτελούν μία και την αυτή οικονομική μονάδα, η Επιτροπή θα χρησιμοποιούσε την εν λόγω έννοια μόνον προκειμένου να αποκλείει, αφενός, την εφαρμογή του άρθρου 81 ΕΚ στις ενδοομιλικές συμφωνίες και, αφετέρου, την εφαρμογή του καθεστώτος των συγκεντρώσεων στις ενδοομιλικές εξαγορές.

155. Με τη δεύτερη αιτίαση, ο όμιλος ARBED υποστηρίζει ότι, καταλογίζοντας στις ARBED και ProfilARBED την ευθύνη για την παράβαση που διέπραξε η TradeARBED, το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της νομικής αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, και, ιδίως, της θυγατρικής ομίλου εταιρειών. Βάσει της εν λόγω αρχής, καθόσον η θυγατρική εταιρεία έχει διακριτική νομική προσωπικότητα, διαθέτει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και, συνεπώς, υπέχει ευθύνη για τις ενέργειές της, έστω και εάν ελέγχεται κατά 100 % από τη μητρική εταιρεία. Η εν λόγω αρχή συνιστά ακρογωνιαίο λίθο του δικαίου των εταιρειών.

156. Ομοίως, ο όμιλος ARBED υποστήριξε, κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι το Πρωτοδικείο παρέβη την αρχή της επιχειρηματικής ελευθερίας που θεσπίζει το άρθρο 16 του Χάρτη (60), καθόσον καταλόγισε στο σύνολο ομίλου εταιρειών τις ενέργειες στις οποίες προέβη μία και μόνον εταιρεία του εν λόγω ομίλου. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το δικαίωμα κάθε προσώπου να ασκεί οικονομική δραστηριότητα στο πλαίσιο νομικής οντότητας με διακριτή νομική προσωπικότητα, η οποία ευθύνεται μόνον για τις πράξεις της οικείας εταιρείας.

157. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο παραβίασε επίσης την αρχή του προσωποπαγούς των ποινών.

158. Με την τρίτη αιτίασή τους, οι ARBED και ProfilARBED επικρίνουν την ανάλυση του Πρωτοδικείου με την οποία καταλογίζεται συγχρόνως σε αμφότερες τις εν λόγω εταιρείες η παράβαση που διεπράχθη από τρίτη εταιρεία του ομίλου, ήτοι από την TradeARBED. Συγκεκριμένα, η εν λόγω συλλογιστική εισάγει αδικαιολόγητη διακριτική μεταχείριση σε βάρος της ProfilARBED, δεδομένου ότι η τελευταία, αντιθέτως προς τη μητρική εταιρεία, δεν έχει τη δυνατότητα να ανατρέψει το τεκμήριο ότι ασκεί αποφασιστική επιρροή. Κατά τις ARBED και ProfilARBED, η εν λόγω ανακολουθία ισοδυναμεί με ελλιπή αιτιολόγηση.

159. Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζει το περιεχόμενο της έννοιας της επιχειρήσεως στο δίκαιο του ανταγωνισμού, στη συνέχεια δε, αναφέρεται διά μακρών στη νομολογία σχετικά με τον καταλογισμό των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών στο πλαίσιο ομίλου εταιρειών (61).

160. Επιπλέον, η Επιτροπή διατείνεται ότι η αρχή της νομικής αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, η οποία όπως ισχυρίζεται δεν μνημονεύεται στην κοινοτική νομολογία, τυγχάνει πολλών εξαιρέσεων (επί παραδείγματι, σε περίπτωση οικονομικής διαδοχής επιχειρήσεων). Υποστηρίζει, εντούτοις, ότι η εφαρμογή της εν λόγω αρχής ενδέχεται να είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό του αποδέκτη καταδικαστικής αποφάσεως ή του νομικού πρόσωπου που υπέχει ευθύνη για παράβαση.

 γ)     Επί του δευτέρου σκέλους, αντλούμενου από εσφαλμένη εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με τις προϋποθέσεις καταλογισμού στη μητρική εταιρεία παραβάσεως διαπραχθείσας από τη θυγατρική της

161. Προς στήριξη του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο όμιλος ARBED επικρίνει τη συλλογιστική που ανέπτυξε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 89 και 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία μητρική εταιρεία που κατέχει το 100 % του μετοχικού κεφαλαίου της θυγατρικής της τεκμαίρεται ότι ασκεί αποφασιστική επιρροή στη συμπεριφορά της τελευταίας και, συνεπώς, ευθύνεται για τη δυνητικώς αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά της τελευταίας. Συναφώς, ο όμιλος ARBED προβάλλει δυο αιτιάσεις.

162. Με την πρώτη αιτίαση, ο όμιλος ARBED υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις «γενικές αρχές του δικαίου». Κατ’ αρχάς, παραπέμπει στην αρχή της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, της οποίας γίνεται επίκληση στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους. Στη συνέχεια, αναφέρεται, στην αρχή του προσωποπαγούς των ποινών, παραπέμποντας στην απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, T‑304/02, Hoek Loos κατά Επιτροπής (62). Με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η τήρηση της αρχής αυτής επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να αποδείξει ότι οι συγκεκριμένες αιτιάσεις μπορούν να προσαφθούν σε καθεμία από τις επιχειρήσεις-αποδέκτριες της ανακοινώσεως αιτιάσεων (63).

163. Με τη δεύτερη αιτίαση, ο όμιλος ARBED διατείνεται ότι οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει το Πρωτοδικείο δεν μπορούν να θεμελιώσουν το συμπέρασμα το οποίο συνήγαγε.

164. Αφενός, η απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1983, 107/82, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής (64), δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, καθόσον, στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο είχε κληθεί να αποφανθεί όχι επί της δυνατότητας καταλογισμού στη μητρική εταιρεία της ευθύνης για παράβαση διαπραχθείσα από τη θυγατρική της, αλλά επί της αποδείξεως της συμμετοχής της μητρικής εταιρείας στην παράβαση. Εξάλλου, στην εν λόγω υπόθεση, η θυγατρική και η μητρική εταιρεία διέθεταν κοινά καταστατικά όργανα, σε αντίθεση προς ό,τι ισχύει στην υπό κρίση υπόθεση.

165. Αφετέρου, με την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑286/98 P, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής (65), το Δικαστήριο ουδόλως επιβεβαίωσε ότι η άσκηση έλεγχου κατά 100 % σε εταιρεία αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι η μητρική εταιρεία υπέχει ευθύνη για τη συμπεριφορά της θυγατρικής της. Στην υπόθεση εκείνη, κατ’ αντιδιαστολή προς την υπό κρίση υπόθεση, η μητρική εταιρεία είχε δεχθεί, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, να αναλάβει την ευθύνη για τη συμπεριφορά της θυγατρικής της. Εξάλλου, η απόφαση της Επιτροπής, επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, είχε ως αποδέκτη τη μητρική εταιρεία, δεδομένου ότι η συμμετοχή της τελευταίας στην παράβαση στηριζόταν σε σαφή αποδεικτικά στοιχεία.

166. Η Επιτροπή αμφισβητεί, ιδίως, τη δοθείσα από τον όμιλο ARBED ερμηνεία σε σχέση με τις δύο προπαρατεθείσες αποφάσεις.

 δ)     Επί του τρίτου σκέλους, αντλούμενου από πλάνη περί το δίκαιο κατά τη διαπίστωση της πραγματικής ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από την ARBED επί της TradeARBED

167. Ο όμιλος ARBED επικρίνει τη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα προσκομισθέντα από την Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία επιβεβαιώνουν «όχι ότι η ARBED μετείχε εμπράκτως στις επίμαχες παραβάσεις, αλλά ότι μπορούσε να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της TradeARBED και ότι έκανε πράγματι χρήση αυτής της δυνατότητάς της».

168. Πρώτον, ο όμιλος ARBED διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως δέχθηκε την ύπαρξη τεκμηρίου συμμετοχής, δεδομένου ότι κατά την Επιτροπή σαφώς δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του εν λόγω τεκμηρίου. Επομένως, το Πρωτοδικείο υποκατέστησε, καθ’ υπέρβαση της αρμοδιότητάς του, την εκτίμησή του στην εκτίμηση της Επιτροπής και προσέβαλε την ισχύ του δεδικασμένου της αρχικής και της επίδικης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, με τις εν λόγω αποφάσεις, η Επιτροπή δέχθηκε ότι η εν λόγω επιρροή δεν ασκούνταν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ARBED συμμετείχε στην παράβαση. Συνεπώς, ανεξαρτήτως της όποιας αποφασιστικής επιρροής ασκούσε η ARBED επί της θυγατρικής της, η επιρροή αυτή δεν περιελάμβανε διερεύνηση σε σχέση με την παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.

169. Δεύτερον, ο όμιλος ARBED υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις AEG-Telefunken κατά Επιτροπής και Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, η ευθύνη των μητρικών εταιρειών στηρίζεται στην πραγματική συμμετοχή τους στην παράβαση.

170. Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.

2.      Εκτίμηση για τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το μέτρο που προβάλλεται από την ARBED (C‑201/09 P)

171. Όσον αφορά την ARBED, το ζητούμενο είναι εάν, ως μητρική εταιρεία της TradeARBED, μπορούσε κατά νόμο να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις ενέργειες της τελευταίας. Συγκεκριμένα, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο, αφού διαπίστωσε ότι η ARBED κατέχει το 100 % του μετοχικού κεφαλαίου της TradeARBED, εξέλαβε κατά τεκμήριο ότι η μητρική εταιρεία ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της θυγατρικής της, οπότε έκρινε ότι οι δύο αυτές εταιρείες μπορούσαν να εκληφθούν ως μία και μόνη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 65, παράγραφος 1, ΑΧ και ότι, συνεπώς, μπορούσαν να θεωρηθούν αλληλεγγύως υπεύθυνες για τη συμπεριφορά που τους προσάφθηκε. Εξ αυτών συνήγαγε ότι οι διαπραχθείσες από την TradeARBED ενέργειες μπορούν να καταλογισθούν στην ARBED (66).

 α)     Επί του παραδεκτού του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

172. Κατά την Επιτροπή, ο οικείος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, στο μέτρο που αφορά την ProfilARBED, καθόσον η τελευταία δεν μετείχε στη διαδικασία της υποθέσεως C‑201/09 P. Όμως, κατά την άποψή μου, το απαράδεκτο που προβάλλει η Επιτροπή αφορά μόνον την τρίτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με την οποία η ARBED επικαλείται αδικαιολόγητη διακριτική μεταχείριση σε βάρος της ProfilARBED.

173. Λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει την τρίτη αιτίαση του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως απαράδεκτη.

 β)     Επί του πρώτου σκέλους, αντλούμενου από παραβίαση των αρχών της νομικής αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, της επιχειρηματικής ελευθερίας και της προσωπικής ευθύνης

i)      Επί της πρώτης αιτιάσεως, που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή της έννοιας της επιχειρήσεως

174. Η εν λόγω αιτίαση στρέφεται κατά της συλλογιστικής που ανέπτυξε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 87 και 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:

«87      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί κατ’ αρχάς ότι ο όρος “επιχείρηση” κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ περιλαμβάνει κάθε οικονομική οντότητα συνιστάμενη σε μια ενιαία οργάνωση προσωπικών, υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία έχουν ταχθεί στη διαρκή επιδίωξη ορισμένου οικονομικού σκοπού, και ικανή να διαπράξει μια από τις παραβάσεις στις οποίες αναφέρεται η διάταξη αυτή [...]

88      Επομένως, το στοιχείο το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να απευθύνει μια απόφαση περί επιβολής προστίμου σε μητρική εταιρεία ενός ομίλου δεν είναι η εκ μέρους της μητρικής παρακίνηση της θυγατρικής της να διαπράξει παράβαση ούτε, κατά μείζονα λόγο, η εμπλοκή της ίδιας στην παράβαση αυτή, αλλά το γεγονός ότι αυτές αποτελούν μία και μόνη επιχείρηση υπό την προαναφερθείσα έννοια. Πράγματι, το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού δέχεται ότι διάφορες εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο αποτελούν οικονομική ενότητα και, επομένως, μία επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, αν οι εν λόγω εταιρείες δεν προσδιορίζουν κατά τρόπο αυτόνομο τη συμπεριφορά τους στην αγορά […]»

175. Η έννοια της επιχειρήσεως στο δίκαιο του ανταγωνισμού αποτελεί αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης. Με την εν λόγω έννοια ορίζεται μια οικονομική ενότητα από την άποψη του αντικειμένου της οικείας συμφωνίας, έστω και αν από νομικής απόψεως η οικονομική αυτή ενότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Επομένως, ο οικείος χαρακτηρισμός είναι ανεξάρτητος από τον τρόπο οργανώσεως, τον τρόπο χρηματοδοτήσεως ή ακόμη και από τη νομική μορφή της εν λόγω ενότητας, η δε ύπαρξή της μπορεί να συναχθεί από μια δέσμη συγκλινόντων στοιχείων (67).

176. Επομένως, στο πλαίσιο ομίλου εταιρειών, είναι σαφές ότι η τυπική αυτοτέλεια που απορρέει από το γεγονός ότι η μητρική εταιρεία και οι θυγατρικές της έχουν χωριστή νομική προσωπικότητα δεν έχει αποφασιστική σημασία. Καθοριστικό κριτήριο αποτελεί η ενιαία συμπεριφορά των εταιρειών αυτών στην αγορά (68).

177. Επομένως, ο ορισμός της έννοιας της επιχειρήσεως που δέχθηκε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 87 και 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως απορρέει σαφώς από την πάγια και πλούσια νομολογία, την οποία η ARBED προφανώς παραλείπει (ηθελημένα) να μνημονεύσει στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεώς της.

178. Η εν λόγω ερμηνεία της έννοιας της επιχειρήσεως συνεπάγεται τον αποκλεισμό της εφαρμογής του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ στις συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ θυγατρικής εταιρείας και της μητρικής της, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για συμφωνίες «μεταξύ επιχειρήσεων» (69). Ωστόσο, αντιθέτως προς όσα διατείνεται η ARBED προς στήριξη της πρώτης αιτιάσεως, αυτή δεν είναι η μόνη συνέπεια της εν λόγω ερμηνείας, η οποία μπορεί να εξετασθεί και υπό διαφορετικό πρίσμα. Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτό από μακρόν και δη από την έκδοση της αποφάσεως της 21ης Φεβρουαρίου 1973, 6/72, Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής (70), ότι η συμπεριφορά θυγατρικής εταιρείας μπορεί να καταλογισθεί στη μητρική εταιρεία, όταν η θυγατρική δεν προσδιορίζει κατά τρόπο αυτοτελή τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει ως προς τα ουσιωδέστερα στοιχεία οδηγίες που της έχει παράσχει η μητρική εταιρεία, λαμβανομένων, ιδίως, υπόψη των υφισταμένων μεταξύ των δύο αυτών νομικών οντοτήτων οικονομικών, οργανωτικών και νομικών σχέσεων (71). Υπό τις εν λόγω περιστάσεις, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι η μητρική και η θυγατρική εταιρεία συναποτελούν τμήμα της ίδιας οικονομικής οντότητας και, επομένως, συνιστούν μία και μόνη επιχείρηση (72).

179. Συνεπώς, φρονώ ότι η πρώτη αιτίαση, που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή της έννοιας της επιχειρήσεως κατά το δίκαιο του ανταγωνισμού, είναι αβάσιμη.

ii)    Επί της δεύτερης αιτιάσεως, που αντλείται, κατ’ ουσίαν, από την παραβίαση της αρχής της προσωπικής ευθύνης

180. Επικαλούμενη τις αρχές της νομικής αυτοτέλειας των νομικών προσώπων και της επιχειρηματικής ελευθερίας, η ARBED προβάλλει την άποψη ότι, καθόσον η TradeARBED έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, πρέπει να ευθύνεται μόνον για τις ενέργειές της. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι, καθόσον η TradeARBED κατ’ ουσίαν δεν συμμετείχε στη διάπραξη της παραβάσεως, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ευθύνεται γι’ αυτήν. Για τον λόγο αυτό, η ARBED προβάλλει παραβίαση της αρχής του προσωποπαγούς των ποινών και των κυρώσεων. Συνεπώς, θα εξετάσω την οικεία αιτίαση υπό το πρίσμα της αρχής της προσωπικής ευθύνης, αφού υπενθυμίσω, κατ’ αρχάς, τη φύση και το πεδίο εφαρμογής της αρχής αυτής.

181. Η αρχή της προσωπικής ευθύνης συνιστά θεμελιώδη εγγύηση απορρέουσα από το ποινικό δίκαιο, η οποία θέτει όρια στην άσκηση του jus puniendi [δικαίωμα επιβολής ποινής] εκ μέρους των δημοσίων αρχών. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, μια εγκληματική πράξη μπορεί να καταλογισθεί μόνο στον αυτουργό της, σύμφωνα δε με την αρχή του προσωποπαγούς των ποινών, μια ποινή δεν μπορεί να επιβληθεί παρά μόνο στον ίδιο τον ένοχο.

182. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η αρχή της προσωπικής ευθύνης εφαρμόζεται σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, λόγω της φύσεως της παραβάσεως, καθώς και της φύσεως και του βαθμού αυστηρότητας των κυρώσεων τις οποίες επισύρει (73). Συνεπώς, οσάκις φορέας ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα παραβαίνει τους κανόνες του ανταγωνισμού, την ευθύνη για τις συνέπειες των ενεργειών του φέρει το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που εκμεταλλεύεται τον εν λόγω φορέα (74).

183. Πάντως, σε τομείς όπως αυτός του ανταγωνισμού, οι διωκτικές αρχές καλούνται να αντιμετωπίσουν περιπεπλεγμένες συμπεριφορές, οι οποίες εκδηλώνονται με παραπλανητικές ενέργειες που εντάσσονται σε περίπλοκες δομές και οργανώσεις. Στο πλαίσιο ομίλου εταιρειών, μια θυγατρική η οποία ουδόλως διαθέτει αυτοτέλεια στην αγορά, ενδέχεται να αποτελεί απλώς και μόνον «κενό κέλυφος» και να αποκρύπτει την ταυτότητα του πραγματικού υποκινητή των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμφωνιών. Εξάλλου, η πραγματοποίηση αναδιαρθρώσεων, εκχωρήσεων ή άλλων νομικών ή οργανωτικών αλλαγών εντός του ομίλου ενδέχεται να υποκρύπτει κινήσεις κεφαλαίων ικανές να θέσουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων της Επιτροπής (75).

184. Επομένως, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την οικονομική πραγματικότητα των ομίλων εταιρειών, τούτο δε με δύο τρόπους.

185. Συγκεκριμένα, επιτρέπει οι αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες μιας εταιρείας να καταλογίζονται σε άλλη εταιρεία αυστηρώς μόνον υπό συγκεκριμένες περιστάσεις. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις:

–        η πρώτη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας υφίσταται σχέση όπως αυτή που συνδέει την ARBED και την TradeARBED στην υπό κρίση υπόθεση,

–        η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία πραγματοποιείται οικονομική διαδοχή μεταξύ δύο οντοτήτων που ανήκουν στην ίδια ενιαία οικονομική οντότητα· πρόκειται για τη σχέση που υφίσταται, εν προκειμένω, μεταξύ της ARBED και της ProfilARBED (76).

186. Η δεύτερη αιτίαση αφορά την πρώτη περίπτωση. Επομένως, προκειμένου να εξετασθεί το βάσιμο της εν λόγω αιτιάσεως, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί προηγουμένως εάν το Πρωτοδικείο εφάρμοσε όντως τις προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει η νομολογία, προκειμένου να καταλογίσει στην ARBED την ευθύνη για την παράβαση που διέπραξε η θυγατρική της TradeARBED.

187. Θα προβώ στην εν λόγω εξέταση στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως που αναφέρεται ρητώς στο εν λόγω ζήτημα. Συναφώς, θα αποδείξω ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθώς τη νομολογία του Δικαστηρίου.

188. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την αρχή της προσωπικής ευθύνης στο μέτρο που καταλόγισε στην ARBED την ευθύνη για την παράβαση που διέπραξε η θυγατρική της TradeARBED. Επομένως, η δεύτερη αιτίαση του πρώτου σκέλους, που αντλείται από την παραβίαση της εν λόγω αρχής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

iii) Πρόταση

189. Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το πρώτο σκέλος, που αντλείται από παραβίαση των αρχών της νομικής αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, της επιχειρηματικής ελευθερίας και της προσωπικής ευθύνης, εν μέρει ως απαράδεκτο και εν μέρει ως αβάσιμο.

 γ)     Επί του δευτέρου σκέλους, που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με τις προϋποθέσεις καταλογισμού στη μητρική εταιρεία παραβάσεως διαπραχθείσας από τη θυγατρική της

190. Προς στήριξη του δευτέρου σκέλους, η ARBED θέτει, κατ’ ουσίαν, υπό αμφισβήτηση τη φύση και το περιεχόμενο του τεκμηρίου κατά το οποίο η μητρική εταιρεία που κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής της ασκεί όντως αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της τελευταίας και, συνεπώς, πρέπει να ευθύνεται για τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες της θυγατρικής της.

191. Συναφώς, η ARBED επικρίνει τη συλλογιστική που ανέπτυξε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 89 έως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:

«89      Στην ειδική περίπτωση στην οποία μια μητρική εταιρεία κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής που υπέπεσε σε παράβαση, υφίσταται ένα μαχητό τεκμήριο ότι η εν λόγω μητρική εταιρεία ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της θυγατρικής της (προπαρατεθείσα απόφαση [...] AEG-Telefunken κατά Επιτροπής […] σκέψη 50 […]) και ότι, επομένως, οι εταιρείες αυτές αποτελούν μία και μόνη επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου [101 ΣΛΕΕ] […] Συνεπώς, απόκειται στη μητρική εταιρεία που προσβάλλει ενώπιον του κοινοτικού δικαστή απόφαση της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου για ενέργειες της θυγατρικής της να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, προσκομίζοντας στοιχεία που να αποδεικνύουν την αυτοτέλεια της θυγατρικής ([…]απόφαση Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, σκέψη 29).

90      Συναφώς, είναι αληθές ότι, όπως επισημαίνουν οι προσφεύγουσες, το Δικαστήριο αναφέρθηκε με τις σκέψεις 28 και 29 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής και σε άλλες περιστάσεις πέραν της κατοχής του 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής, όπως είναι η μη αμφισβήτηση εκ μέρους της μητρικής εταιρείας της επιρροής που ασκεί επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής της και η κοινή εκπροσώπηση των δύο εταιρειών κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Εντούτοις, το Δικαστήριο όμως παρέθεσε τις περιστάσεις αυτές μόνον προκειμένου να εκθέσει το σύνολο των στοιχείων επί των οποίων το Πρωτοδικείο είχε στηρίξει τη συλλογιστική του για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν βασιζόταν αποκλειστικά στην κατοχή του συνόλου του κεφαλαίου της θυγατρικής από τη μητρική εταιρεία. Επομένως, το γεγονός ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την εκτίμηση του Πρωτοδικείου στην ως άνω υπόθεση δεν συνεπάγεται τροποποίηση της αρχής την οποία θέτει η σκέψη 50 της προπαρατεθείσας αποφάσεως AEG‑Telefunken κατά Επιτροπής […]

91      Υπό τις συνθήκες αυτές, αν η Επιτροπή αποδείξει ότι η μητρική εταιρεία κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου μιας θυγατρικής, τεκμαίρεται ότι ασκεί και αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της. Η Επιτροπή μπορεί εν συνεχεία να αποφασίσει ότι η μητρική εταιρεία ευθύνεται αλληλεγγύως για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική προστίμου, ακόμη και αν διαπιστωθεί ότι δεν έχει μετάσχει ευθέως στις επίμαχες συμφωνίες, εκτός αν η μητρική εταιρεία αποδείξει ότι η θυγατρική της ενεργεί αυτοτελώς στην αγορά […]»

192. Μολονότι, κατά τη γνώμη μου, το περιεχόμενο και η εφαρμογή του εν λόγω τεκμηρίου είναι, κατ’ αρχήν, συζητήσιμα, εντούτοις φρονώ ότι η ανάλυση στην οποία προέβη, συναφώς, το Πρωτοδικείο ουδόλως ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.

193. Πρώτον, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει, κατ’ αρχάς, το επιχείρημα που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της προπαρατεθείσας αποφάσεως AEG-Telefunken κατά Επιτροπής. Συγκεκριμένα, όπως τονίζει και η Επιτροπή, η ARBED προέβη σε προδήλως εσφαλμένη ερμηνεία της εν λόγω δικαστικής αποφάσεως. Στην υπόθεση εκείνη, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, η μητρική εταιρεία δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια και το ζητούμενο ήταν εάν η μητρική εταιρεία μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις ενέργειες των θυγατρικών της.

194. Δεύτερον, πρέπει να τονισθεί ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής επιβεβαιώνει την αρχή κατά την οποία η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να καταλογίσει στη μητρική εταιρεία την παραβατική συμπεριφορά της θυγατρικής της, οσάκις αποδεικνύεται ότι η πρώτη κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου της δεύτερης.

195. Η αρχή αυτή στηρίζεται στο τεκμήριο ότι η μητρική εταιρεία που κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής της ασκεί πράγματι αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της τελευταίας. Συγκεκριμένα, γίνεται δεκτό κατά τεκμήριο ότι, στην περίπτωση αυτή, η θυγατρική εταιρεία δεν καθορίζει κατά τρόπο αυτοτελή τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά εφαρμόζει τις οδηγίες της μητρικής εταιρείας. Θεωρείται, επομένως, ότι η μητρική και η θυγατρική εταιρεία συνιστούν μία και την αυτή οικονομική οντότητα και, συνεπώς, αποτελούν μία και μόνη «επιχείρηση» κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού, πράγμα που παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να απευθύνει αποφάσεις περί επιβολής προστίμου στη μητρική εταιρεία, χωρίς να απαιτείται να αποδείξει την εμπλοκή της εταιρείας αυτής στην παράβαση.

196. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι πρόκειται για μαχητό τεκμήριο, καθόσον η μητρική εταιρεία υποχρεούται να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία επαρκή προς θεμελίωση ότι η θυγατρική της ενήργησε στην αγορά κατά τρόπο αυτοτελή. Εάν δεν ανατραπεί το τεκμήριο, η Επιτροπή είναι σε θέση να θεωρήσει τη μητρική εταιρεία αλληλεγγύως υπεύθυνη για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική προστίμου.

197. Εν τέλει, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι αρκεί να αποδείξει η Επιτροπή ότι η μητρική εταιρεία κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου μιας θυγατρικής, προκειμένου να συναχθεί ότι η μητρική ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής. Η Επιτροπή δεν φέρει καμία άλλη υποχρέωση.

198. Συνεπώς, το Δικαστήριο αίρει τις ερμηνευτικές αποκλίσεις που είχε εγείρει η προπαρατεθείσα απόφαση Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, τις οποίες προβάλλει η ARBED προς στήριξη της αιτιάσεώς της. Ο γενικός εισαγγελέας Mischo, με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, διατύπωσε την άποψη ότι η απλή κατοχή μεριδίου κατά 100 % δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη της μητρικής εταιρείας (77), με την οικεία απόφαση δε, το Δικαστήριο όντως έκρινε ότι και άλλες περιστάσεις, εκτός από τον έλεγχο του 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής, είναι ικανές να αποδείξουν την έμπρακτη άσκηση αποφασιστικής επιρροής (78).

199. Επομένως, σε συνέχεια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, τίθεται το ερώτημα εάν απλώς και μόνον η κατοχή του 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής μπορεί να θεμελιώσει το τεκμήριο ότι η μητρική και η θυγατρική αποτελούν μέρος της ίδιας «επιχειρήσεως» ή εάν απαιτείται, εν προκειμένω, όπως προφανώς υποστηρίζει η ARBED, η προσκόμιση πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων, όπως εκείνα τα οποία αναφέρονται στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση.

200. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο αίρει την εν λόγω αβεβαιότητα, καθόσον διευκρινίζει ότι ο λόγος για τον οποίον παραθέτει τις λοιπές περιστάσεις οι οποίες είναι ικανές να αποδείξουν την έμπρακτη άσκηση αποφασιστικής επιρροής είναι «μόνον προκειμένου να εκθέσει το σύνολο των στοιχείων επί των οποίων το Πρωτοδικείο στήριξε τη συλλογιστική του και όχι για να εξαρτήσει την εφαρμογή του τεκμηρίου […] από την παροχή πρόσθετων ενδείξεων όσον αφορά την εκ μέρους της μητρικής εταιρείας πραγματική άσκηση επιρροής» (79).

201. Επομένως, στην προπαρατεθείσα απόφαση Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει την ερμηνεία στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

202. Λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω στοιχείων, δύσκολα μπορεί να επικριθεί η ανάλυση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 89 έως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

203. Τούτο δε, τοσούτω μάλλον καθόσον το Πρωτοδικείο, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της ARBED, δεν περιορίστηκε απλώς στην εφαρμογή του τεκμηρίου που αντλείται από την κατοχή του συνόλου του κεφαλαίου της θυγατρικής εταιρείας από τη μητρική της, αλλά, στις σκέψεις 96 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επισήμανε, επίσης, την ύπαρξη πρόσθετων στοιχείων τα οποία αποδεικνύουν ότι η TradeARBED δεν προσδιόριζε κατά τρόπο αυτοτελή τη συμπεριφορά της στην κοινοτική αγορά δοκών χάλυβα (80).

204. Συντάσσομαι πλήρως με την προσέγγιση αυτή. Συγκεκριμένα, μολονότι το Δικαστήριο όντως επέλυσε το εν λόγω ζήτημα στη σκέψη 61 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, εντούτοις, έχω την πεποίθηση ότι η ευθύνη της μητρικής εταιρείας δεν μπορεί να θεμελιωθεί απλώς και μόνον στο τεκμήριο που αντλείται από την κατοχή του κεφαλαίου. Καίτοι η κατοχή του 100 % του κεφαλαίου αρκεί προς θεμελίωση της υπάρξεως ομίλου, εντούτοις φρονώ ότι δεν μπορεί αφ’ εαυτής να αποδείξει την πραγματική άσκηση εξουσίας διευθύνσεως ικανής να θεμελιώσει διάπραξη παραβάσεως κατά συμπαιγνία. Κατά τη γνώμη μου, είναι αναγκαία η προσκόμιση εκ μέρους της Επιτροπής πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων προς θεμελίωση της ελλείψεως αυτοτέλειας της θυγατρικής, τούτο δε προς διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στις επιχειρήσεις.

205. Αναφέρομαι, ιδίως, στον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας και της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, που εξαγγέλλονται στα άρθρα 47 και 48 του Χάρτη. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνονται επίσης στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, πρέπει να τηρούνται σε κάθε διαδικασία σχετική με την παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού η οποία μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεων, ιδίως προστίμων ή χρηματικών ποινών, ακόμη και εάν πρόκειται για διαδικασία διοικητικού χαρακτήρα. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει στηριχθεί ρητώς στη φύση των επίμαχων παραβάσεων, καθώς και στη φύση και την αυστηρότητα των κυρώσεων τις οποίες επισύρουν οι εν λόγω παραβάσεις (81). Είναι επίσης γνωστό ότι η τήρηση των εν λόγω εγγυήσεων έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν πρόκειται για διαδικασίες οιονεί ποινικού χαρακτήρα, στο πλαίσιο των οποίων η Επιτροπή ασκεί αρμοδιότητες διενέργειας έρευνας, διεξαγωγής αποδείξεων και λήψεως αποφάσεων, στο πλαίσιο των οποίων απολαύει ευρείας διακριτικής ευχέρειας (82).

206. Το τεκμήριο ευθύνης συνιστά, κατ’ ουσίαν, εξαίρεση από την αρχή του τεκμηρίου αθωότητος. Συγκεκριμένα, δυνάμει της εν λόγω αρχής, το βάρος της αποδείξεως φέρουν οι διωκτικές αρχές και κάθε αμφιβολία είναι υπέρ του κατηγορουμένου. Εξάλλου, εν προκειμένω, το τεκμήριο ευθύνης απαλλάσσει σε σημαντικό βαθμό την Επιτροπή από το βάρος αποδείξεως, υποχρεώνει δε τις μητρικές εταιρείες να προσκομίσουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την ανατροπή του εν λόγω τεκμηρίου. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εν λόγω αναστροφή του βάρους της αποδείξεως θίγει τα δικαιώματα άμυνας των επιχειρήσεων.

207. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιτρέπει την αναστροφή του βάρους της αποδείξεως συνεπεία της εφαρμογής του τεκμηρίου ευθύνης. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Salabiaku κατά Γαλλίας (83), το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ δεν απαγορεύει την εφαρμογή νομικών ή πραγματικών τεκμηρίων ευθύνης, εφόσον τα τεκμήρια αυτά περιορίζονται «σε λογικά όρια, τα οποία να λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα του διακυβεύματος και τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπερασπίσεως».

208. Συγκεκριμένα, με την προπαρατεθείσα απόφαση Janosevic κατά Σουηδίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέτασε εάν εφαρμόζεται το κριτήριο της αναλογικότητας σε σχέση με τεκμήριο ευθύνης που θεσπίσθηκε στη σουηδική φορολογική νομοθεσία. Η οικεία νομοθεσία όριζε ότι ανακρίβειες που διαπιστώνονται κατά τη διαδικασία επιβολής φόρου τεκμαίρεται ότι οφείλονται σε ασύγγνωστη πράξη καταλογιστέα στον φορολογούμενο και ότι ο κολασμός των εν λόγω πράξεων με την επιβολή προσαυξήσεως φόρου δεν είναι προδήλως αδικαιολόγητος. Διαπιστώθηκε, επομένως, ότι το σουηδικό φορολογικό σύστημα στηρίζεται σε τεκμήριο ευθύνης, η ανατροπή του οποίου εναπόκειται στον φορολογούμενο (84).

209. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι το εν λόγω τεκμήριο εντάσσεται εντός λογικών ορίων, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για μαχητό τεκμήριο (δεδομένου ότι οι εφαρμοστέοι στον εν λόγω τομέα κανόνες θέσπιζαν ορισμένα μέσα άμυνας τα οποία στηρίζονταν σε υποκειμενικά στοιχεία), καθώς και ότι η εφαρμογή αποτελεσματικού συστήματος φορολογήσεως είναι κρίσιμη για την προάσπιση των κρατικών οικονομικών συμφερόντων. Επιπλέον, το εν λόγω δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το οικείο συμπέρασμα προϋποθέτει, εν γένει, ότι «τα δικαστήρια [...] προβαίνουν [...] σε διαφορετική αξιολόγηση κάθε μεμονωμένης περιπτώσεως, χωρίς να εφαρμόζουν ιδιαιτέρως περιοριστικά κριτήρια όσον αφορά το εάν συντρέχουν λόγοι για την επιβολή ή μη προσαυξήσεως» (85).

210. Όπως συνάγεται από την εν λόγω νομολογία, ο τρόπος εφαρμογής του τεκμηρίου ευθύνης επιβάλλεται να εξετάζεται προσεκτικά. Μολονότι το εν λόγω τεκμήριο δικαιολογείται από την ανάγκη να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού, εντούτοις, διαπιστώνεται ότι πλέον το τεκμήριο αυτό δεν εφαρμόζεται απλώς και μόνον σε περιπτώσεις όπως αυτή που προβλέπεται στην προπαρατεθείσα απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (86), «κατά την οποία μια μητρική εταιρεία κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της θυγατρικής». Συγκεκριμένα, στην απόφαση General Química κ.λπ. κατά Επιτροπής (87), το τεκμήριο αυτό εφαρμόσθηκε στο πλαίσιο ομίλου πυραμιδοειδούς δομής και κρίθηκε ότι συμμετείχε στην παράβαση υπο-θυγατρική εταιρεία ελεγχόμενη από θυγατρική η οποία με τη σειρά της κατεχόταν κατά 100 % από τη μητρική εταιρεία. Περαιτέρω, στις αποφάσεις Arkema κατά Επιτροπής (88) και Elf Aquitaine κατά Επιτροπής (89), το εν λόγω τεκμήριο εφαρμόσθηκε στην περίπτωση θυγατρικής εταιρείας η οποία κατεχόταν κατά 98 % από τη μητρική της.

211. Πώς μπορεί να διασφαλιστεί, επομένως, ότι η εφαρμογή του επίμαχου τεκμηρίου περιορίζεται εντός «λογικών ορίων»;

212. Κατ’ αρχάς, το τεκμήριο πρέπει να είναι μαχητό. Όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο επικύρωσε την εν λόγω αρχή με την προπαρατεθείσα απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, τονίζοντας ότι το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί εφόσον αποδειχθεί ότι η θυγατρική εταιρεία, λαμβανομένων υπόψη των οργανωτικών, οικονομικών και νομικών σχέσεων που τη συνδέουν με τη μητρική της, ενεργεί στην αγορά κατά τρόπο αυτοτελή και ότι οι δύο εταιρείες δεν συνιστούν μία ενιαία οικονομική οντότητα (90). Εντούτοις, πέραν από αυτή τη γενική εξαγγελία, είναι εμφανές ότι το εν λόγω τεκμήριο πολύ δύσκολα μπορεί να ανατραπεί (91). Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο ομίλου εταιρειών, μπορεί να αποδειχθεί ότι η μητρική εταιρεία δεν ασκεί επιρροή επί των εμπορικών πρακτικών της θυγατρικής της, μόνον εάν, όπως έπραξε η Επιτροπή, αναζητηθούν αντικειμενικά στοιχεία που αφορούν τη διάπραξη της επίμαχης παραβάσεως και τα οποία καθιστούν πιθανή την εφαρμογή του εν λόγω τεκμηρίου.

213. Φρονώ ότι το επίμαχο τεκμήριο θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να ενισχύεται από άλλα πραγματικά στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι η μητρική εταιρεία ασκεί αποφασιστική επιρροή στη θυγατρική της (92). Τούτο διασφαλίζει ότι η ευθύνη των μητρικών εταιρειών δεν επιτρέπεται να θεμελιώνεται κατά τρόπο αυτόματο απλώς και μόνον στο κριτήριο της κατοχής του κεφαλαίου. Με τον τρόπο αυτό, οι διωκτικές αρχές ενθαρρύνονται να προβαίνουν, σε κάθε περίπτωση, σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των οικονομικών, νομικών και οργανωτικών δεσμών που συνδέουν τη μητρική εταιρεία με τη θυγατρική της. Στην περίπτωση θυγατρικής που κατέχεται κατά 100 % από τη μητρική της, το βάρος της αποδείξεως που φέρει η Επιτροπή θα πρέπει να είναι όντως λιγότερο επαχθές από εκείνο που φέρει στην περίπτωση θυγατρικής που κατέχεται κατά 70 %, σε καμία περίπτωση όμως δεν πρέπει να εκλείπει.

214. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο όντως θεμελίωσαν και σε πρόσθετα στοιχεία την εφαρμογή του τεκμηρίου που αντλείται από την άσκηση ελέγχου επί της TradeARBED (93).

215. Υπό τις περιστάσεις αυτές, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον καταλόγισε στην ARBED την ευθύνη για τη διαπραχθείσα από την TradeARBED παράβαση. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το δεύτερο σκέλος, που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή της νομολογίας σχετικά με τις προϋποθέσεις καταλογισμού στη μητρική εταιρεία παραβάσεως διαπραχθείσας από τη θυγατρική της, ως αβάσιμο.

 δ)     Επί του τρίτου σκέλους, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά τη διαπίστωση της πραγματικής ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής από την ARBED επί της TradeARBED

216. Υπενθυμίζεται ότι, προς στήριξη του τρίτου σκέλους, η ARBED επικρίνει τη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή επιβεβαιώνουν «όχι ότι η ARBED μετείχε εμπράκτως στις επίμαχες παραβάσεις, αλλά ότι μπορούσε να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της TradeARBED και ότι έκανε πράγματι χρήση αυτής της δυνατότητάς της». Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως δέχθηκε την ύπαρξη τεκμηρίου συμμετοχής, δεδομένου ότι κατά την Επιτροπή σαφώς δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του εν λόγω τεκμηρίου, και ότι με τον τρόπο αυτό το Πρωτοδικείο υποκατέστησε, καθ’ υπέρβαση της αρμοδιότητάς του, με την εκτίμησή του την εκτίμηση της Επιτροπής. Υποστηρίζει επίσης ότι το Πρωτοδικείο παραγνώρισε την ισχύ του δεδικασμένου της αρχικής και της επίδικης αποφάσεως. Εν τέλει, η ARBED υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις AEG-Telefunken κατά Επιτροπής και Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, η ευθύνη των μητρικών εταιρειών στηρίζεται μόνο στην πραγματική συμμετοχή τους στην παράβαση.

217. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η ARBED στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία των συνεπειών που απορρέουν από τον καταλογισμό πρακτικής αντίθετης προς τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία υπενθυμίζει το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 104 και 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να θεωρηθεί ότι μια εταιρεία διέπραξε η ίδια την παράβαση, όταν μπορεί να της καταλογισθεί η αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά ενός άλλου υποκειμένου δικαίου (94).

218. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ούτε υπερέβη τη δικαιοδοσία του, καθόσον έκρινε ότι η ARBED συμμετείχε στην παράβαση λόγω της αποφασιστικής επιρροής που ασκούσε επί της TradeARBED.

219. Περαιτέρω, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από την παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου, αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, απαράδεκτη για τους λόγους που προαναφέρθηκαν στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε η Επιτροπή, η εν λόγω αιτίαση απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο ως αλυσιτελής με τη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

220. Εν τέλει, η αιτίαση της ARBED που στηρίζεται στις προπαρατεθείσες αποφάσεις AEG-Telefunken κατά Επιτροπής και Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής είναι επίσης απορριπτέα. Όπως προαναφέρθηκε και όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η ARBED στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των εν λόγω αποφάσεων.

221. Επομένως, φρονώ ότι το τρίτο σκέλος μπορεί να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.

 ε)     Πρόταση

222. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που αντλείται από την παράβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών στο πλαίσιο ομίλου εταιρειών, εν μέρει ως απαράδεκτο και εν μέρει ως αβάσιμο.

3.      Εκτίμηση για τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το μέτρο που προβάλλεται από την ProfilARBED (C‑216/09 P)

223. Το ζήτημα που τίθεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως είναι εάν η ευθύνη για την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά των ARBED και TradeARBED μπορεί να καταλογισθεί στην ProfilARBED, με την αιτιολογία ότι η τελευταία ανέλαβε τις οικονομικές και βιομηχανικές δραστηριότητες της ARBED στον τομέα της παραγωγής δοκών χάλυβα.

 α)     Επί του πρώτου σκέλους, αντλούμενου από παραβίαση των αρχών της νομικής αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, της επιχειρηματικής ελευθερίας και της προσωπικής ευθύνης

224. Η εξέταση του πρώτου σκέλους εγείρει, κατά την άποψή μου, ιδιαίτερες δυσκολίες σε σχέση με την ProfilARBED. Μολονότι η πρώτη αιτίαση, με την οποία αμφισβητείται ο τρόπος εφαρμογής εκ μέρους του Πρωτοδικείου της έννοιας της «επιχειρήσεως», μπορεί να απορριφθεί για τους λόγους που εκτέθηκαν κατά την εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως της ARBED, η δεύτερη και η τρίτη αιτίαση οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, στη συναγωγή διαφορετικού συμπεράσματος σε σχέση με την ProfilARBED.

225. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η ProfilARBED συστάθηκε ως θυγατρική της ARBED κατά 100 % στις 27 Νοεμβρίου 1992, ήτοι ένα έτος κατόπιν του τερματισμού της παραβάσεως. Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας συστάσεώς της, είναι πρακτικώς αδύνατον να θεωρηθεί ότι συμμετείχε στην παραβατική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 1 της επίδικης αποφάσεως.

226. Το Πρωτοδικείο, εντούτοις, κατέληξε σε αυτό ακριβώς το συμπέρασμα, καθόσον στηρίχθηκε, με τη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επί της «θεμελιώδους έννοιας της οικονομικής ενότητας» (95) και, με τις σκέψεις 109 και 110 της εν λόγω αποφάσεως, στη νομολογία που αφορά το κριτήριο της οικονομικής συνέχειας.

227. Ωστόσο, μολονότι η έννοια της οικονομικής ενότητας είναι όντως κρίσιμη για την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού, εντούτοις η χρήση της εν λόγω έννοιας πρέπει να συνάδει με τον σεβασμό των δικαιωμάτων και των αρχών που διέπουν τον καταλογισμό των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό ενεργειών και να μην καθιστά την αρχή της προσωπικής ευθύνης κενό γράμμα.

228. Συγκεκριμένα, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι πρόκειται για την επιβολή κυρώσεων και ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της προσωπικής ευθύνης, η οποία συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου μας, αποτελεί η ανάπτυξη ατομικής αξιόποινης συμπεριφοράς. Κατά συνέπεια, η έννοια της οικονομικής ενότητας μπορεί να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις από την εν λόγω αρχή μόνον όταν αυτές έχουν χαρακτήρα εξαιρέσεως και είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των κανόνων του ανταγωνισμού.

229. Μεταξύ των παρεκκλίσεων τις οποίες έχει δεχθεί το Δικαστήριο συγκαταλέγεται η περίπτωση κατά την οποία έχει λάβει χώρα οικονομική διαδοχή μεταξύ δύο οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να καταλογίσει την ευθύνη για την παράβαση όχι στον αυτουργό της, αλλά στην επιχείρηση στην οποία μεταβιβάσθηκαν οι οικονομικές δραστηριότητες τις οποίες αφορά η σύμπραξη, στο μέτρο που οι δύο οντότητες αποτελούν μέρος της ίδιας οικονομικής ενότητας. Ο σκοπός του εν λόγω κανόνα συνίσταται, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο να αποτρέπεται η χρήση στο εσωτερικό ομίλων εταιρειών δολίων μέσων τα οποία αποβλέπουν στην αποφυγή της καταβολής προστίμων.

230. Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση, κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύει ότι η ίδρυση της ProfilARBED και η μεταβίβαση σε αυτήν της οικονομικής δραστηριότητας της παραγωγής δοκών χάλυβα αποτελεί τέτοιου είδους δόλιο μέσο. Συγκεκριμένα, παρά τη μεταβίβαση των δραστηριοτήτων της, η ARBED εξακολούθησε να υφίσταται νομικώς και οικονομικώς. Μολονότι δεν ασκεί πλέον αξιοσημείωτη οικονομική δραστηριότητα στην αγορά των δοκών χάλυβα, εντούτοις συνεχίζει να σημειώνει θετικό κύκλο εργασιών, στο δε ενεργητικό της περιλαμβάνονται περιουσιακά στοιχεία των TradeARBED και ProfilARBED. Εξάλλου, ελλείψει αποδείξεως του εναντίου, η ARBED διατήρησε την εξουσία διευθύνσεως του ομίλου ARBED, καθόσον ασκεί αποφασιστική επιρροή επί των ProfilARBED και TradeARBED. Συνεπώς, προκειμένου να έχουν αποτρεπτικό και προληπτικό αποτέλεσμα, οι κυρώσεις πρέπει να επιβληθούν κατ’ αρχάς στη μητρική εταιρεία. Η καταβολή του προστίμου εκ μέρους της ARBED θα την προέτρεπε ενδεχομένως να παύσει την παραβατική συμπεριφορά της στην αγορά, καθώς και να ασκεί εποπτεία στη συμπεριφορά των θυγατρικών της.

231. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω στοιχείων και ιδίως της ημερομηνίας συστάσεως της ProfilARBED, φρονώ ότι, εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο ουδόλως μπορούσε να θεμελιώσει κατά νόμο τον καταλογισμό στην ProfilARBED της ευθύνης για τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες που διέπραξαν οι ARBED και TradeARBED και την κρίση του ότι η ProfilARBED συνέβαλε στην υλοποίηση των εν λόγω πράξεων, κατά την έννοια του άρθρου 1 της επίδικης αποφάσεως.

232. Αντιθέτως, τούτο δεν μπορεί να εμποδίσει την Επιτροπή να χαρακτηρίσει την ProfilARBED αλληλεγγύως υπεύθυνη για την πληρωμή του προστίμου.

233. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η ProfilARBED εξακολουθεί να αποτελεί θυγατρική εταιρεία της ARBED κατά 100 %. Επιπλέον, μεταβιβάσθηκαν σε αυτήν βιομηχανικές δραστηριότητες των οποίων η αξία στην αγορά οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, σε συμφωνίες αντίθετες προς τον ανταγωνισμό στις οποίες συμμετείχαν οι ARBED και TradeARBED. Συνεπώς, φρονώ ότι η ProfilARBED αποκλείεται να αγνοούσε την εν μέρει δόλια προέλευση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία μεταβιβάσθηκαν σε αυτή, δεδομένου ότι η ARBED προέβη στην ίδρυση της ProfilARBED ως θυγατρικής της κατά 100 % λίγο χρόνο αφότου διεπράχθη η επίμαχη παράβαση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, φρονώ ότι η κατάσταση της ProfilARBED μπορεί να παρομοιαστεί με εκείνη στην οποία ευρίσκεται ο «αποδέκτης προϊόντων εγκληματικών πράξεων» κατά την έννοια του εσωτερικού ποινικού δικαίου. Κατά τη γνώμη μου, μόνον η ανάλυση αυτή επιτρέπει στην Επιτροπή να την χαρακτηρίσει, κατ’ εφαρμογήν των κανόνων που ισχύουν κατά κανόνα στον τομέα των ποινικών κυρώσεων, με το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως, αλληλεγγύως υπεύθυνη για την καταβολή του προστίμου και, ενδεχομένως, εάν διαπράξει άλλες παραβάσεις, να την θεωρήσει ως υπότροπο.

234. Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο παρέβη την αρχή της προσωπικής ευθύνης, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή είχε δικαίωμα να καταλογίσει στην ProfilARBED την ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά των ARBED και TradeARBED και να θεωρήσει ότι συμμετείχε στην παράβαση του άρθρου 1 της επίδικης αποφάσεως.

235. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η δεύτερη αιτίαση, που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της προσωπικής ευθύνης, είναι βάσιμη.

i)      Πρόταση

236. Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων και χωρίς να είναι απαραίτητη η εξέταση της τρίτης αιτιάσεως του πρώτου σκέλους, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που αντλείται από την παράβαση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών εντός ομίλου εταιρειών, κατά το μέτρο που προβάλλεται στο πλαίσιο της αιτήσεως ανταναιρέσεως που άσκησε η ProfilARBED (C‑216/09 P).

 Γ ?      Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, αντλούμενου από εσφαλμένη ερμηνεία των κανόνων περί παραγραφής

237. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, τον οποίο επικαλείται ο όμιλος ARBED, θα εξετασθεί μόνον κατά το μέτρο που προβάλλεται από την ARBED, δεδομένου ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέτρο που προβάλλεται από τις ProfilARBED και TradeARBED, έχει ήδη γίνει δεκτός.

238. Η ARBED επικρίνει τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου κατά την οποία η παραγραφή διακόπηκε ως προς την ίδια, καθόσον «συμμετείχε στην παράβαση» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 715/78 και του άρθρου 25, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003.

1.      Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση

239. Στη σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε, κατ’ αρχάς, ότι «[…] ως “επιχείρηση που μετείχε στην παράβαση” κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως 715/78 και [του άρθρου 25, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003] πρέπει να νοηθεί κάθε επιχείρηση που κατονομάστηκε ως τέτοια με απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιβλήθηκε κύρωση για παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού». Συναφώς, παραπέμπει στην απόφαση Compagnie maritime belge κατά Επιτροπής (96).

240. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο επισήμανε τα εξής:

«145      [...] από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παραγραφή δεν διακόπτεται μόνον ως προς τις επιχειρήσεις-αποδέκτριες μιας πράξεως σχετικής με τη διερεύνηση ή τη δίωξη παραβάσεως, αλλά και ως προς εκείνες τις επιχειρήσεις οι οποίες συμμετείχαν μεν στην παράβαση, πλην όμως η Επιτροπή δεν γνωρίζει ακόμη την ταυτότητά τους, οπότε δεν έχει ληφθεί έναντί τους κάποιο μέτρο που να αφορά τη διερεύνηση της παραβάσεως ούτε τους έχει απευθυνθεί κάποια διαδικαστική πράξη. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, επίσης ορθώς, η φράση “που συμμετείχαν στην παράβαση” υποδηλώνει ένα αντικειμενικό γεγονός, ήτοι τη συμμετοχή στην παράβαση, που διαφέρει σαφώς από ένα υποκειμενικό και αβέβαιο στοιχείο όπως το εάν μια επιχείρηση κατονομάστηκε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ως μετέχουσα στην παράβαση. Έτσι, μια επιχείρηση ενδέχεται να έχει μετάσχει στην παράβαση χωρίς η Επιτροπή να το γνωρίζει κατά τον χρόνο που προβαίνει στην πράξη η οποία διακόπτει την παραγραφή.

146      Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται εν προκειμένω η διαπίστωση ότι η ARBED πράγματι “μετείχε στην παράβαση”, δεδομένου ότι, σύμφωνα με [την προπαρατεθείσα απόφαση Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής], η παράνομη συμπεριφορά της TradeARBED είναι δυνατό να της καταλογισθεί, με συνέπεια να μπορεί να θεωρηθεί ότι διέπραξε η ίδια την εν λόγω παράβαση.»

2.      Τα κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία

241. Με την πρώτη αιτίαση, η ARBED υποστηρίζει ότι με την επίδικη απόφαση δεν χαρακτηρίστηκε ως επιχείρηση «που μετείχε στην παράβαση» και ότι η κατάστασή της διαφέρει ουσιωδώς από εκείνη της επιχειρήσεως την οποία αφορούσε η προπαρατεθείσα υπόθεση Compagnie maritime belge κατά Επιτροπής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο βρίσκεται σε αδυναμία να αποδείξει ότι όντως «μετείχε στην παράβαση» και ότι ο καταλογισμός στην ίδια της παραβάσεως που διέπραξε η TradeARBED δεν επιτρέπει τη συναγωγή του εν λόγω συμπεράσματος. Συγκεκριμένα, η ARBED παραπέμπει στη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο διέκρινε μεταξύ, αφενός, του καταλογισμού στη μητρική εταιρεία της παραβάσεως που διέπραξε σε συμφωνία με τη θυγατρική της, λόγω έμπρακτης συμμετοχής της ιδίας στην παράβαση, και, αφετέρου, του καταλογισμού στη μητρική εταιρεία της ευθύνης για την παράβαση που διέπραξε από μόνη της η θυγατρική της, λόγω της αποφασιστικής επιρροής που ασκεί η πρώτη επί της συμπεριφοράς της δεύτερης.

242. Με τη δεύτερη αιτίαση, η ARBED διατείνεται ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου ενέχει αντίφαση, λαμβανομένων υπόψη όσων εκτέθηκαν στη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

243. Με την τρίτη αιτίαση, η ARBED υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη, επίσης, την αρχή του δεδικασμένου, δεδομένου ότι με την αρχική απόφαση διαπιστώθηκε ότι μόνον η TradeARBED μετείχε στην παράβαση.

244. Η Επιτροπή απορρίπτει τα εν λόγω επιχειρήματα. Μεταξύ άλλων, διευκρινίζει ότι η ARBED στηρίζει εκ νέου τη συλλογιστική της σε εσφαλμένη διάκριση μεταξύ της «συμμετοχής» σε παράβαση και του καταλογισμού αυτής. Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από την παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου, η Επιτροπή διατείνεται ότι είναι απαράδεκτο.

3.      Εκτίμηση

 α)     Επί της πρώτης αιτιάσεως, που αντλείται από τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της ARBED ως επιχειρήσεως «που συμμετείχε στην παράβαση» κατά την έννοια των διατάξεων περί παραγραφής

245. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ARBED, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε ευλόγως να την χαρακτηρίσει ως επιχείρηση «που μετείχε στην παράβαση» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 715/78 και του άρθρου 25, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003, καθώς και να της αντιτάξει τις πράξεις που συνεπάγονται διακοπή της παραγραφής.

246. Φρονώ ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς, όχι βάσει όσων εξέθεσε στη σκέψη 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία, εξάλλου, δεν συμμερίζομαι (97), αλλά λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογίας που παρέθεσε στις σκέψεις που ακολούθησαν, η οποία αρκεί αυτή καθεαυτήν για τη θεμελίωση του συμπεράσματός του.

247. Συγκεκριμένα, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 145 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η έκφραση «που μετείχε στην παράβαση» υποδηλώνει ένα αντικειμενικό γεγονός, ήτοι τη συμμετοχή στην παράβαση. Όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, η ευθύνη για τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες που διέπραξε η TradeARBED καταλογίστηκε στην ARBED λόγω της αποφασιστικής επιρροής που ασκούσε η τελευταία επί της TradeARBED κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως. Ως εκ τούτου, τεκμαίρεται ότι η ARBED συνέβαλε στη διάπραξη της παραβάσεως. Μάλιστα, κατά πάγια νομολογία, την οποία υπενθυμίζει το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 104 και 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, θεωρείται ότι διέπραξε η ίδια την παράβαση (98).

248. Επομένως, το επιχείρημα της ARBED στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των συνεπειών που απορρέουν από τον καταλογισμό αντίθετης προς τον ανταγωνισμό πρακτικής και, συνεπώς, προτείνω το εν λόγω επιχείρημα να απορριφθεί ως αβάσιμο.

 β)     Επί της δεύτερης αιτιάσεως, που αντλείται από τον αντιφατικό χαρακτήρα της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου

249. Η ARBED αναφέρεται ειδικώς στη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, όπως προκύπτει από τη χρήση της εκφράσεως «κατά τα λοιπά», συνιστά επικουρική αιτιολογία. Συνεπώς, η οικεία αιτίαση επιβάλλεται να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

 γ)     Επί της τρίτης αιτιάσεως, που αντλείται από παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου

250. Προτείνω και η τρίτη αιτίαση να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, η εν λόγω αιτίαση απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο ως αλυσιτελής με τη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συναφώς, σημειώνεται ότι η επίκληση της αρχής του δεδικασμένου σε σχέση με απόφαση της Επιτροπής δεν ασκεί επιρροή, ιδίως δε οσάκις η οικεία απόφαση έχει ακυρωθεί από τον δικαστή της Ένωσης.

 δ)     Πρόταση

251. Λαμβανόμενων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, φρονώ ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία των κανόνων της παραγραφής, τον οποίο προέβαλε η ARBED προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεώς της, μπορεί να απορριφθεί εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος (99).

 Δ –      Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση της προβαλλομένης προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της ARBED

252. Η ARBED προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Πρωτοδικείο ότι, αποφαινόμενο σε σχέση με την προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Διατείνεται ότι τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία προς ανατροπή του τεκμηρίου περί ασκήσεως καθοριστικής επιρροής, τα οποία θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή της κατά τον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως, έχουν εξαφανισθεί μετά την παρέλευση δεκαέξι ετών διαδικασίας.

1.      Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση

253. Οι επικρίσεις της ARBED αφορούν τις σκέψεις 168 έως 171 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως:

«168      [...] εν προκειμένω, η ARBED δεν προσδιόρισε με ποιον τρόπο η διοικητική διαδικασία, η οποία είχε ομολογουμένως πολύ μακρά διάρκεια αν ληφθεί υπόψη και η δίκη που είχε ως αντικείμενο την ακύρωση της αρχικής αποφάσεως, έθιξε την άσκηση των δικαιωμάτων της άμυνας και, ειδικότερα, περιόρισε τη δυνατότητά της να “αντικρούσει το τεκμήριο της ευθύνης που στηρίζεται στους κεφαλαιουχικούς δεσμούς μεταξύ της μόνης εταιρείας που μετείχε στην παράβαση και [της ίδιας], το οποίο προβλήθηκε το πρώτον μετά από δεκαέξι έτη διαδικασίας”. Συναφώς, η ARBED περιορίσθηκε απλώς στο να ισχυρισθεί ότι “τα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή της το 1990 έχουν εξαφανισθεί μετά από τόσα έτη”.

169      Πρέπει επίσης να τονισθεί ότι, αντιθέτως προς τα όσα ισχυρίζεται η ARBED, το επίμαχο τεκμήριο της ευθύνης δεν προβλήθηκε “το πρώτον μετά από δεκαέξι έτη διαδικασίας”, αλλά κατά το στάδιο της αρχικής αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1994 (βλ. αιτιολογική σκέψη 322 της αρχικής αποφάσεως και ανωτέρω σκέψη 101).

170      Παρά ταύτα, η ARBED ούτε απέδειξε ούτε καν ισχυρίσθηκε, κατά τη διάρκεια της πρώτης διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, ότι η θυγατρική της εταιρεία TradeARBED καθόριζε αυτοτελώς την εμπορική της πολιτική, με συνέπεια να μη συνιστούν από κοινού μία οικονομική ενότητα και, συνεπώς, μία και μόνη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 65 ΑΧ [...].

171      Τέλος, αυτό το απλό τεκμήριο της ευθύνης, που διατυπώθηκε ως αρχή από το Δικαστήριο ήδη από το 1983 με την προπαρατεθείσα απόφαση AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, ενισχύθηκε σημαντικά εν προκειμένω από πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή με την αρχική της απόφαση [...] και τα οποία ελήφθησαν υπόψη από το Πρωτοδικείο στην προαναφερθείσα απόφαση της 11ης Μαρτίου 1999, ARBED κατά Επιτροπής [...]»

2.      Τα κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία

254. Πρώτον, η ARBED διατείνεται ότι, με τη σκέψη 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν απάντησε επαρκώς κατά νόμο στον λόγο αναιρέσεώς της, πράγμα που συνεπάγεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πάσχει από ελλιπή αιτιολόγηση. Κατά την ARBED, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να περιορισθεί στην απάντηση ότι η ARBED φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι τα αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με την πραγματική φύση των σχέσεών της με τη θυγατρική της έχουν εξαφανισθεί, ενώ «η απόδειξη ενός τέτοιου αρνητικού γεγονός είναι αδύνατη».

255. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 169 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της αρχικής αποφάσεως, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν άπτεται του ζητήματος του καταλογισμού στην ARBED της ευθύνης για την παράβαση που διέπραξε η θυγατρική της.

256. Τρίτον, το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή του δεδικασμένου, καθόσον θεμελίωσε την εκτίμηση του στην αρχική απόφαση, η οποία, όσον αφορά την ARBED, ακυρώθηκε από το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, ARBED κατά Επιτροπής.

3.      Εκτίμηση

257. Η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης που καθιερώνεται με το άρθρο 48 του Χάρτη. Κατά πάγια νομολογία, ο σεβασμός της εν λόγω αρχής έχει θεμελιώδη σημασία στο πλαίσιο της διεξαγωγής από την Επιτροπή της διοικητικής διαδικασίας που αφορά τις παραβιάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού (100).

258. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας επιβάλλει να παρέχεται στην οικεία επιχείρηση η δυνατότητα, κατά τη διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας, να καταστήσει λυσιτελώς γνωστή την άποψή της ως προς το υποστατό και την κρισιμότητα των προβαλλομένων πραγματικών περιστατικών που λαμβάνει υπόψη σε βάρος της η Επιτροπή (101). Το περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων έχει εξειδικευθεί επανειλημμένως με τη νομολογία, η δε απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής (102), επί της οποίας στηρίζεται το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εισάγει ένα νέο στοιχείο στη νομολογία αυτή.

 α)     Επί της πρώτης αιτιάσεως, που αντλείται από ελλιπή αιτιολόγηση

259. Προκειμένου να εξετασθεί το βάσιμο της πρώτης αιτιάσεως, πρέπει προηγουμένως να αναλυθεί η δομή της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου.

260. Με τη σκέψη 166 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, την εφαρμοστέα νομολογία και, ιδίως, το νέο στοιχείο που εισήχθη με την προπαρατεθείσα απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής.

261. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο εξέτασε τις συνέπειες που επιφέρει σε σχέση με τον σεβασμό των δικαιωμάτων της άμυνας η υπερβολική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και, ειδικότερα, του σταδίου της διερευνήσεως (103). Κατ’ αρχήν, στο στάδιο αυτό, η ανακοίνωση των αιτιάσεων δεν έχει αποσταλεί και, τυπικώς, τα δικαιώματα της άμυνας δεν ασκούνται ακόμη. Εντούτοις, όπως έκρινε το Δικαστήριο, η υπερβολική διάρκεια του σταδίου της διερευνήσεως ενδέχεται να εμποδίσει τη συγκέντρωση αποδείξεων για να αναιρεθεί η ύπαρξη μορφών συμπεριφοράς ικανών να στοιχειοθετήσουν ευθύνη των σχετικών επιχειρήσεων (104) και μπορεί, συνεπώς, να θίξει ανεπανόρθωτα τις μελλοντικές δυνατότητες άμυνας των οικείων επιχειρήσεων στο πλαίσιο του δευτέρου σταδίου της διαδικασίας, ήτοι κατόπιν της αποστολής της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αξιολόγηση της πηγής στην οποία οφείλεται ο τυχόν περιορισμός της αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να επεκταθεί σε ολόκληρη τη διαδικασία, λαμβανομένης υπόψη της συνολικής διάρκειάς της (105).

262. Εντούτοις, όπως υπενθυμίζει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 167 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το βάρος της αποδείξεως, συναφώς, φέρει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση (106).

263. Ως εκ τούτου, στη σκέψη 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο προβαίνει σε εξέταση του βασίμου του επιχειρήματος που προέβαλε η ARBED.

264. Κατ’ αρχάς, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η διαδικασία κατά της ARBED είχε όντως πολύ μακρά διάρκεια. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι η ανακοίνωση των αιτιάσεων κοινοποιήθηκε στην ARBED μόλις στις 8 Μαρτίου 2006, ενώ η Επιτροπή είχε διεξαγάγει τον πρώτο έλεγχό της το 1991, ήτοι δεκαπέντε έτη νωρίτερα. Εντούτοις, σε σχέση με τη διάρκεια του εν λόγω διοικητικού σταδίου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η δίκη που διεξήχθη ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, η οποία διήρκεσε περίπου εννέα έτη και πέντε μήνες.

265. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο εξέτασε εάν η ARBED απέδειξε όντως ότι η εν λόγω διάρκεια επηρέασε τις δυνατότητες άμυνας που είχε στη διάθεσή της. Συναφώς, έκρινε ότι η ARBED περιορίσθηκε απλώς στο να ισχυρισθεί ότι «τα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσε να έχει στη διάθεσή της το 1990 έχουν εξαφανισθεί μετά από τόσα έτη».

266. Η εν λόγω αιτιολογία είναι αρκετά σύντομη. Το Πρωτοδικείο δεν υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρέπει να προβάλει λεπτομερή και πειστικά αποδεικτικά στοιχεία και δεν μπορεί να περιορίζεται σε αόριστη και αφηρημένη επιχειρηματολογία (107). Εντούτοις, η αιτιολογία αυτή είναι κατά τη γνώμη μου επαρκής, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαιτέρως αόριστου και γενικού χαρακτήρα του επιχειρήματος της ARBED. Συγκεκριμένα, η οικεία επιχείρηση δεν μπορεί βασίμως να επικαλεσθεί ότι ικανοποιεί τις απαιτήσεις του «βάρους της αποδείξεως», αναφέροντας απλώς και μόνον ότι «τα αποδεικτικά στοιχεία [...] έχουν εξαφανισθεί μετά από τόσα έτη».

267. Συνεπώς, φρονώ ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ουδόλως πάσχει από ελλιπή αιτιολόγηση. Προτείνω, επομένως, η πρώτη αιτίαση να απορριφθεί ως αβάσιμη.

 β)     Επί της δεύτερης και τρίτης αιτιάσεως, που αντλούνται από εσφαλμένη ερμηνεία της αρχικής αποφάσεως και παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου

268. Κατά τη γνώμη μου, οι επικρίσεις της ARBED είναι απολύτως βάσιμες.

269. Αφενός, το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της αρχικής αποφάσεως. Αντιθέτως προς όσα έκρινε, το τεκμήριο της ευθύνης ουδόλως προβλήθηκε κατά το στάδιο της αρχικής αποφάσεως, καθόσον, όπως το ίδιο το Πρωτοδικείο διευκρίνισε στη σκέψη 95 της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 11ης Μαρτίου 1999, ARBED κατά Επιτροπής, «επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή, ποτέ κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, δεν διατύπωσε ρητά στην [ARBED] την πρόθεσή της να της καταλογίσει την ευθύνη της συμπεριφοράς που προσάπτεται στην TradeARBED». Σχετική μνεία δεν περιέχεται ούτε στην αρχική απόφαση.

270. Αφετέρου, η διαδικασία και η απόφαση επί των οποίων στήριξε την εκτίμησή του το Πρωτοδικείο είχαν ακυρωθεί από το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, ARBED κατά Επιτροπής (108). Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο παραγνώρισε τις συνέπειες που απορρέουν από τις ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις (109) και, ταυτοχρόνως, παραβίασε την αρχή του δεδικασμένου (110).

271. Παρά ταύτα, καίτοι οι εν λόγω αιτιάσεις είναι, κατά τη γνώμη μου, απολύτως βάσιμες, εντούτοις δεν είναι ικανές να προκαλέσουν την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω αιτιάσεις στρέφονται κατά αιτιολογιών που παρατίθενται ως εκ περισσού στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Όσα εξέθεσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 168 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αρκούν, όντως, για τη θεμελίωση του συμπεράσματός του, όπως προκύπτει, εξάλλου, από τη χρήση της εκφράσεως «[π]ρέπει επίσης να τονισθεί» στη σκέψη 169 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, οι οικείες αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς.

4.      Πρόταση

272. Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο του Πρωτοδικείου κατά την εκτίμηση της προβαλλομένης προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας της ARBED, ως αβάσιμο.

273. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η ARBED στην υπόθεση C‑201/09 P πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αβάσιμη.

VIII – Επί των συμπερασμάτων που πρέπει να αντληθούν από την εξέταση των αιτήσεων αναιρέσεως και της αιτήσεως ανταναιρέσεως στις υποθέσεις C‑201/09 P και C‑216/09 P

274. Πρώτον, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από την ARBED στην υπόθεση C‑201/09 P, εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αβάσιμη.

275. Δεύτερον, όσον αφορά την αίτηση ανταναιρέσεως που άσκησαν οι TradeARBED και ProfilARBED στην υπόθεση C‑216/09 P, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να καταλογίσει στην ProfilARBED την ευθύνη για την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά των ARBED και ProfilARBED.

276. Τρίτον, όσον αφορά την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή στην υπόθεση C‑216/09 P, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αναστολή της παραγραφής ίσχυε μόνον έναντι της ARBED. Συγκεκριμένα, φρονώ ότι η αναστολή της παραγραφής πρέπει να ισχύει έναντι όλων των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση. Επομένως, πρέπει μεν να αντιταχθεί στην TradeARBED, όχι όμως στην ProfilARBED, η οποία δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ότι μετείχε στην παράβαση.

277. Σε περίπτωση αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει ότι το Δικαστήριο μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.

IX – Επί της εκδικάσεως της διαφοράς

278. Η διαφορά της υπό κρίση υποθέσεως έχει ως αντικείμενο τις διώξεις που κινήθηκαν από την Επιτροπή λόγω της παραβάσεως που διέπραξε η TradeARBED από την 1η Ιουλίου 1988 έως τις 16 Ιανουαρίου 1991.

279. Η επίδικη απόφαση έχει ως σκοπό να καταλογίσει στην ARBED, καθώς και στην ProfilARBED, την ευθύνη για την εν λόγω αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά και να τις καταστήσει, αλληλεγγύως με την TradeARBED, υπόχρεες στην καταβολή προστίμου.

 Όσον αφορά την ProfilARBED

280. Λαμβανομένων υπόψη όσων εκτέθηκαν στα σημεία 224 έως 235 των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέτρο που αφορά την ProfilARBED.

 Όσον αφορά την TradeARBED

281. Η TradeARBED προέβαλε τρεις λόγους ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου.

282. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από έλλειψη νομικής βάσεως της επίδικης αποφάσεως, αυτός ορθώς απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο ως αβάσιμος.

283. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από την παράβαση των κανόνων περί παραγραφής των διώξεων, αποφασιστική σημασία όσον αφορά την TradeARBED έχει το ζήτημα εάν η προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ανέστειλε έναντι αυτής την προθεσμία της παραγραφής. Όπως προαναφέρθηκε, κατά την εκτίμηση του οικείου λόγου ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι η αναστολή της παραγραφής δεν ίσχυε ως προς την TradeARBED.

284. Για τους λόγους που εκτέθηκαν στα σημεία 71 έως 81 των παρουσών προτάσεων, φρονώ ότι η παραγραφή σαφώς είχε ανασταλεί ως προς την TradeARBED.

285. Κατόπιν τούτου, επιβάλλεται να εξετασθούν οι συνέπειες της εν λόγω διαπιστώσεως ως προς τον υπολογισμό της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής. Από την έκδοση της αρχικής αποφάσεως (111) στις 16 Φεβρουαρίου 1994, η προθεσμία της παραγραφής έτρεξε έως την άσκηση της πρώτης προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου στις 8 Απριλίου 1994, ήτοι επί επτά εβδομάδες. Στη συνέχεια, ανεστάλη έως τις 11 Μαρτίου 1999, ημερομηνία κατά την οποία το Πρωτοδικείο εξέδωσε την προπαρατεθείσα απόφαση ARBED κατά Επιτροπής, ήτοι επί πέντε έτη περίπου. Η προθεσμία της παραγραφής έτρεξε, εκ νέου, έως τις 11 Μαΐου 1999, ημερομηνία κατά την οποία η ARBED άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι επί δύο μήνες. Η προθεσμία της παραγραφής ανεστάλη εκ νέου έως τις 2 Οκτωβρίου 2003, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο εξέδωσε την προπαρατεθείσα απόφαση ARBED κατά Επιτροπής, ήτοι επί τέσσερα έτη και πέντε μήνες. Η προθεσμία της παραγραφής έτρεξε, εκ νέου, επί δύο έτη και τέσσερις μήνες περίπου, έως τις 8 Μαρτίου 2006, οπότε κοινοποιήθηκε στον όμιλο ARBED η νέα ανακοίνωση των αιτιάσεων, η οποία αποτελεί πράξη διακόπτουσα την παραγραφή. Κατά συνέπεια, η επίδικη απόφαση, με ημερομηνία 8 Νοεμβρίου 2006, εκδόθηκε εντός της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής

286. Περαιτέρω, όσον αφορά τη δεκαετή προθεσμία παραγραφής, η οποία άρχισε να τρέχει την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε η παράβαση, ήτοι στις 17 Ιανουαρίου 1991, αυτή πρέπει να παραταθεί κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ανεστάλη η διαδικασία, ήτοι κατά εννέα έτη και πέντε μήνες περίπου. Επομένως, η επίδικη απόφαση, με ημερομηνία 8 Νοεμβρίου 2006, η οποία καταδίκασε την TradeARBED στην καταβολή του προστίμου, εκδόθηκε εντός της εν λόγω προθεσμίας.

287. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από την παράβαση των κανόνων περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το μέτρο που προβάλλεται από την TradeARBED.

288. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, το Πρωτοδικείο δεν προέβη στην εξέτασή του κατά το μέτρο που αφορά την TradeARBED.

289. Τα επιχειρήματα που προέβαλε η TradeARBED συνοψίζονται στις σκέψεις 162 και 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Είναι ταυτόσημα με εκείνα που επικαλέστηκε η ARBED και με την προβολή τους επιδιώκεται η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως ή τουλάχιστον του άρθρου 2 της εν λόγω αποφάσεως. Στηριζόμενη στην προπαρατεθείσα απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής, η TradeARBED υποστηρίζει ότι, λόγω της υπερβολικά μακράς διάρκειας της διαδικασίας, τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι η ARBED δεν ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της ίδιας έχουν εξαφανισθεί.

290. Το Πρωτοδικείο εξέτασε το βάσιμο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, κατά το μέτρο που προβλήθηκε από την ARBED, στις σκέψεις 165 έως 172 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Για τους λόγους που εκτίθενται στη σκέψη 168 της εν λόγω αποφάσεως, φρονώ ότι ο οικείος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η TradeARBED, όπως και η ARBED, δεν αποδεικνύει με ποιον τρόπο η διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας έθιξε την άσκηση των δικαιωμάτων της άμυνας.

291. Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των στοιχείων, η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η TradeARBED κατά της επίδικης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.

X –    Επί των δικαστικών εξόδων

292. Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων.

293. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του εν λόγω κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

294. Πάντως, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.

295. Στην υπόθεση C‑201/09 P, η ARBED ηττήθηκε ως προς το σύνολο των αιτημάτων της. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει την εν λόγω επιχείρηση να φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

296. Στην υπόθεση C‑216/09 P, η Επιτροπή ηττήθηκε ως προς τον λόγο αναιρέσεως που αντλείται από την παράβαση των κανόνων που διέπουν τον καταλογισμό των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών όσον αφορά την ProfilARBED. Ομοίως, οι ProfilARBED και TradeARBED ηττήθηκαν ως προς τον λόγο αναιρέσεως που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα περί αναστολής της παραγραφής. Κατά συνέπεια, κάθε συμμετέχων στη διαδικασία πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

XI – Πρόταση

297. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

«1)      Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 31ης Μαρτίου 2009, ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑405/06), κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο έκρινε:

–        ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε δικαίωμα να καταλογίσει στην ArcelorMittal Belval & Differdange SA την ευθύνη για τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες των ArcelorMittal Luxembourg SA και ArcelorMittal International SA και

–        ότι η αναστολή της παραγραφής δυνάμει του άρθρου 3 της αποφάσεως 715/78/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1978, περί της παραγραφής σε θέματα διώξεως και εκτελέσεως στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης “περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Άνθρακος και Χάλυβος”, και του άρθρου 25, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, δεν ίσχυε έναντι της ArcelorMittal International SA.

2)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η ArcelorMittal Luxembourg SA στην υπόθεση C‑201/09 P εν μέρει ως απαράδεκτη και εν μέρει ως αβάσιμη.

3)      Ακυρώνει το άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής, της 8ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 ΕΚΑΧ επί συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών των ευρωπαίων παραγωγών δοκών χάλυβα (υπόθεση COMP/F/38.907 – Δοκοί χάλυβα), καθόσον το εν λόγω άρθρο αφορά την ArcelorMittal Belval & Differdange SA.

4)      Απορρίπτει την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η ArcelorMittal International SA κατά της εν λόγω αποφάσεως ως αβάσιμη.

5)      Καταδικάζει την ArcelorMittal Luxembourg SA να φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής στην υπόθεση C‑201/09 P.

6)      Καταδικάζει τις ArcelorMittal Belval & Differdange SA και ArcelorMittal International SA καθώς και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα στην υπόθεση C‑216/09 P.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 –      Πρώην Arcelor Luxembourg SA, στο εξής: ARBED.


3 –      Πρώην Arcelor Profil Luxembourg SA, στο εξής: ProfilARBED.


4 –      Πρώην Arcelor International SA, στο εξής: TradeARBED.


5 –      Συλλογή 2006, σ. II‑771, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.


6 –      Η περίληψη της εν λόγω αποφάσεως δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2008, C 235, σ. 4, στο εξής: επίδικη απόφαση).


7 –      Συλλογή 2009, σ. II‑2309.


8 –      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).


9 –      ΕΕ L 94, σ. 22. Οι εν λόγω κανόνες απορρέουν από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2988/74 του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 1974, περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 319, σ. 1), ο οποίος δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση.


10 –      Απόφαση της Επιτροπής της 16ης Φεβρουαρίου 1994 σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΧ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφάρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα (ΕΕ L 116, σ. 1, στο εξής: αρχική απόφαση).


11 –      Συλλογή 1999, σ. II‑303.


12 –      Συλλογή 2003, σ. I‑10687.


13 –      Συμφωνία η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: συμφωνία ΕΣΔΑ).


14 –      Επί του εν λόγω ζητήματος, βλ. τις επί του παρόντος εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεις C‑272/09 P, KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής, καθώς και C‑73/10 P, Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert κατά Επιτροπής.


15 –      Βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), απόφαση Engel κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών της 8ης Ιουνίου 1976, σειρά A αριθ. 22, § 82. Για παράθεση της νομολογίας του ΕΔΔΑ όσον αφορά την εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Jussila κατά Φινλανδίας της 23ης Νοεμβρίου 2006, § 29 έως 39.


16 –      Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Ezeh και Connors κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 9ης Οκτωβρίου 2003, Recueil des arrêts et décisions 2003-X, § 86.


17 –      Επί παραδείγματι, σχετικά με διοικητική κύρωση επιβληθείσα λόγω τροχαίου ατυχήματος, βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Öztürk κατά Γερμανίας της 21ης Φεβρουαρίου 1984, σειρά A αριθ. 73· σχετικά με κύρωση επιβληθείσα λόγω τελωνειακής παραβάσεως, βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Salabiaku κατά Γαλλίας της 7ης Οκτωβρίου 1988, σειρά A αριθ. 141-A· σχετικά με κύρωση επιβληθείσα από το γαλλικό συμβούλιο χρηματιστηριακών αγορών βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Didier κατά Γαλλίας της 27ης Αυγούστου 2002, Recueil des arrêts et décisions 2002-VII· σχετικά με προσαύξηση φόρου επιβληθείσα στο πλαίσιο διορθωτικής πράξεως επιβολής φόρου, βλ. ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσα απόφαση Jussila κατά Φινλανδίας, και σχετικά με μομφή επιβληθείσα από τη γαλλική επιτροπή τραπεζών, βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Dubus SA κατά Γαλλίας της 11ης Ιουνίου 2009.


18 –      Συναφώς, βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις Melchers and Co. κατά Γερμανίας της 9ης Φεβρουαρίου 1990, Société Stenuit κατά Γαλλίας της 30ής Μαΐου 1991, και Lilly κατά Γαλλίας της 3ης Δεκεμβρίου 2002. Βλ., επίσης, ΕΔΔΑ, προπαρατεθείσες αποφάσεις Jussila κατά Φινλανδίας, § 43, και Dubus SA κατά Γαλλίας, § 35, και για μεμονωμένη ερμηνεία, ΕΔΔΑ, απόφαση OOO Neste κ.λπ. κατά Ρωσίας της 3ης Ιουνίου 2004.


19 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C‑49/92 P (Συλλογή 1999, σ. I‑4125).


20 –      Σκέψη 78. Η νομολογία αυτή έχει επιβεβαιωθεί (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑97/08 P, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. Ι‑8237, σκέψη 77).


21 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C‑199/92 P (Συλλογή 1999, σ. I‑4287).


22 –      Σκέψη 150.


23 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78 (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 207).


24 –      ΕΕ 2010, C 83, σ. 389, στο εξής: Χάρτης.


25 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑310/97 P (Συλλογή 1999, σ. I-5363).


26 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 2002, C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P (Συλλογή 2002, σ. I-8375, σκέψη 144). Η Επιτροπή παραπέμπει επίσης στην απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 2004, C‑278/02, Handlbauer (Συλλογή 2004, σ. I-6171, σκέψη 40).


27 –      Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για τον κανονισμό περί παραγραφής του δικαιώματος διώξεως και εκτελέσεως των αποφάσεων στους τομείς του δικαίου των μεταφορών και του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (βλ. υποσημείωση 9).


28 –      Συλλογή 2002, σ.Ι-7869.


29 –      Σκέψεις 139 και 140. Βλ., επίσης, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C‑172/01 P, C‑175/01 P, C‑176/01 P και C‑180/01 P, International Power κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑11421, σκέψεις 106 και 107).


30 –      Βλ. την ανάλυσή μου στα σημεία 224 έως 235 των παρουσών προτάσεων.


31 –      Βλ. σημεία 58, 83, 117 και 133 της αιτήσεως ανταναιρέσεως που άσκησαν οι TradeARBED και ProfilARBED στο πλαίσιο του υπομνήματος αντικρούσεως που υπέβαλαν σε σχέση με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή (C‑216/09 P).


32 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Φεβρουαρίου 1969, 23/68 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 27).


33 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιουλίου 2007, C‑119/05 (Συλλογή 2007, σ. I-6199).


34 –      Συλλογή 1999, σ. I‑5003, σκέψεις 14 και 48.


35 –      Συλλογή 2006, σ. II‑2875, σκέψη 142.


36 –      Η Επιτροπή ενήργησε κατά τον ίδιο τρόπο στο πλαίσιο αποφάσεως για τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑25/04, González y Díez κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II-3121)].


37 –      Βλ. σημεία 473 έως 479 του αιτιολογικού της επίδικης αποφάσεως.


38 –      Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).


39 –      ΕΕ 2002, C 152, σ. 5.


40 –      Συλλογή 2007, σ. II‑4331.


41 –      Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Απριλίου 2000, C‑269/97, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. I-2257), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι κοινοτικές πράξεις πρέπει να εκδίδονται σύμφωνα με τους κανόνες της Συνθήκης που ισχύουν κατά τον χρόνο της εκδόσεώς τους» (σκέψη 45).


42 –      Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Απριλίου 2008, C-408/04 P, Επιτροπή κατά Salzgitter (Συλλογή 2008, σ. I-2767, σκέψη 88 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


43 –      Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1996, C-18/94, Hopkins κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-2281, σκέψη 14 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


44 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1960, 27/59 και 39/59, Campolongo κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 525).


45 –      Βλ. γνωμοδότηση 1/91,της 14ης Δεκεμβρίου 1991 (Συλλογή 1991, σ. I‑6079, σκέψη 21).


46 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Klomp (σκέψη 13).


47 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-221/88 (Συλλογή 1990, σ. I-495, σκέψεις 8 έως 16).


48 –      Η υπογράμμιση είναι δική μου.


49 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Busseni (σκέψη 16).


50 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Lucchini (σκέψη 41).


51 –      Σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


52 –      Συναφώς, αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες παρέσχε ο νομοθέτης της Ένωσης το 1998, ο υπολογισμός του προστίμου που επιβάλλεται σε επιχείρηση η οποία παρέβη το άρθρο 65, παράγραφος 1, ΕΚ ή το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ στηρίζεται στα κριτήρια που θεσπίσθηκαν στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ, ήτοι στη σοβαρότητα και στη διάρκεια της παραβάσεως [βλ. κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης EKAX (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3)].


53 –      Σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


54 –      Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C-450/06, Varec (Συλλογή 2008, σ. I-581), με την οποία το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, ενώ οι κανόνες διαδικασίας εφαρμόζονται γενικώς επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι ερμηνεύονται συνήθως ως μη διέποντες τις διαμορφωθείσες προ της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις (σκέψη 27).


55 –      Κατ’ εξαίρεση από τον εν λόγω κανόνα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ουσιαστικοί κανόνες μπορούν να καταλαμβάνουν καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί πριν από την έναρξη ισχύος τους, στον βαθμό που το γράμμα, οι σκοποί ή η οικονομία τους επιτρέπουν να τους αναγνωριστεί παρόμοια ισχύς (προπαρατεθείσα απόφαση Varec).


56 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-280/08 P, Deutsche Telekom κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 130 έως 137). Βλ., επίσης, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Μαΐου 1998, C-259/96 P, Συμβούλιο κατά de Nil και Impens (Συλλογή 1998, σ. I-2915, σκέψεις 32 έως 34), και της 17ης Μαΐου 2001, C-449/98 P, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-3875, σκέψη 70), καθώς και τις διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-2165, σκέψη 58), της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4971, σκέψη 52), και της 25ης Ιουνίου 1998, C-159/98 P(R), Ολλανδικές Αντίλλες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-4147, σκέψη 70).


57 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 2001, C-274/99 P (Συλλογή 2001, σ. I-1611).


58 –      Σκέψη 120.


59 –      Σκέψη 121. Βλ., επίσης, απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-197/99 P, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-8461, σκέψη 81).


60 –      Η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι «[η] επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές». Περιλαμβάνει διάφορες ελευθερίες, μεταξύ των οποίων, την ελευθερία ασκήσεως οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας, καθώς και την αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού.


61 –      Βλ. σημεία 57 έως 89 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής στην υπόθεση C‑201/09 P και σημεία 52 έως 80 του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής στην υπόθεση C‑216/09 P.


62 –      Συλλογή 2006, σ. II-1887.


63 –      Σκέψη 118.


64 –      Συλλογή 1983, σ. 3151.


65 –      Συλλογή 2000, σ. I-9925.


66 –      Σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


67 –      Βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1984, 170/83, Hydrotherm Gerätebau (Συλλογή 1984, σ. 2999, σκέψη 11), και της 1ης Ιουλίου 2010, C‑407/08 P, Knauf Gips κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 64 και 65, καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


68 –      Απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Ιανουαρίου 1995, T‑102/92, Viho κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-17, σκέψη 50).


69 –      Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69, Imperial Chemical Industries κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99, σκέψη 134).


70 –      Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 445.


71 –      Σκέψη 15. Βλ., επίσης, απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 58).


72 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 59).


73 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (σκέψη 78). Βλ., επίσης, απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C‑280/06, ETI κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-10893, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


74 –      Βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑248/98 P, KNP BT κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑9641, σκέψη 71), C‑279/98 P, Cascades κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑9693, σκέψη 78), προπαρατεθείσα απόφαση Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής (σκέψη 37), C‑297/98 P, SCA Holding κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑10101, σκέψη 25), καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση ETI κ.λπ. (σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


75 –      Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο σκοπός της καταστολής των αντίθετων προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορών και της αποτροπής της επαναλήψεώς τους με την επιβολή αποτρεπτικών κυρώσεων με τον τρόπο αυτό θα αποτύγχανε (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση ETI κ.λπ., σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


76 –      Η ProfilARBED είναι επίσης θυγατρική της ARBED κατά 100 %.


77 –      Σημείο 40.


78 –      Σκέψεις 28 και 29.


79 –      Σκέψη 62.


80 –      Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 97 και 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες δεν αμφισβητούνται κατ’ αναίρεση στην υπόθεση C‑201/09 P, προκύπτουν τα εξής:


      1. Η TradeARBED ήταν εταιρεία πωλήσεως που διένειμε τα προϊόντα χάλυβα, και ειδικότερα τις δοκούς, που παρήγε η ARBED, παρεμβαίνοντας είτε ως πωλητής με προμήθεια, οπότε η ARBED εξέδιδε το τιμολόγιο πωλήσεως απευθείας στον πελάτη, είτε ως παραγγελιοδόχος, οπότε η TradeARBED εξέδιδε το τιμολόγιο πωλήσεως στον πελάτη για λογαριασμό της ARBED, εισπράττοντας σε αμφότερες τις περιπτώσεις προμήθεια επί του προϊόντος της πωλήσεως,


      2) καθ’ όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της αρχικής αποφάσεως, η ARBED ή η TradeARBED αδιακρίτως, ανάλογα με την περίπτωση, απαντούσαν στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που απηύθυνε η Επιτροπή στην TradeARBED, και


      3) η ARBED αυθόρμητα θεώρησε εαυτήν ως τον αποδέκτη της ανακοινώσεως των αιτιάσεων η οποία επισήμως κοινοποιήθηκε στην TradeARBED και ανέθεσε στον δικηγόρο της να υπερασπίσει τα συμφέροντά της.


81 –      Βλ., όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας, απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I-7191, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και, όσον αφορά την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, προπαρατεθείσα απόφαση Hüls κατά Επιτροπής (σκέψεις 149 και 150).


82 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1991, C‑269/90, Technische Universität München (Συλλογή 1991, σ. I-5469, σκέψη 14).


83 – Σκέψη 28. Βλ., επίσης, ΕΔΔΑ, απόφαση Janosevic κατά Σουηδίας της 23ης Ιουλίου 2002, Recueil des arrêts et décisions 2002-VII, με την οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι τα συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν την ύπαρξη ισορροπίας μεταξύ του διακυβευμένου σκοπού και των δικαιωμάτων άμυνας. Άλλως ειπείν, τα χρησιμοποιούμενα μέσα πρέπει να είναι εύλογα και ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (§ 101).


84 –      § 100.


85 –      § 104.


86 –      Σκέψη 60.


87 –      Απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Δεκεμβρίου 2008, T‑85/06, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως η οποία εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου (C‑90/09 P).


88 –      Απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, T‑168/05 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή). Η εν λόγω απόφαση αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως η οποία εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου (C‑520/09 P).


89 –      Απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2009, T‑174/05 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή). Η εν λόγω απόφαση αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως η οποία εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Δικαστηρίου (C‑521/09 P).


90 –      Σκέψη 65.


91 –      Βλ., ιδίως, την εκτίμηση του Πρωτοδικείου στην προπαρατεθείσα απόφαση Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, σχετικά με τα διάφορα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε, συναφώς, η Elf Aquitaine SA (σκέψεις 160 έως 174).


92 –      Η εν λόγω προσέγγιση συνάδει με τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Mischo στην προπαρατεθείσα υπόθεση Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής. Πλείονες αποφάσεις του Πρωτοδικείου ακολουθούν την ίδια προσέγγιση. Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, T‑325/01, DaimlerChrysler κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II-3319, σκέψη 218), και της 26ης Απριλίου 2007, T‑109/02, T‑118/02, T‑122/02, T‑125/02, T‑126/02, T‑128/02, T‑129/02, T‑132/02 και T‑136/02, Bolloré κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II-947, σκέψη 132 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επίσης, σε αρκετές αποφάσεις της, η Επιτροπή ενίσχυσε το εν λόγω τεκμήριο με πρόσθετα στοιχεία, όπως την άσκηση ενεργού ρόλου εκ μέρους της μητρικής εταιρείας κατά τη διοικητική διαδικασία [απόφαση 94/601/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1994, σχετικά με μια διαδικασία βάσει του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (IV/C/33.833 – Χαρτόνι) (ΕΕ L 243, σ. 1)], την ταύτιση των διευθυντικών στελεχών της μητρικής και με εκείνα της θυγατρικής εταιρείας {απόφαση 2003/25/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81 ΕΚ [υπόθεση COMP/E-1/37.919 (ex 37.391) – Τραπεζικά τέλη για τη μετατροπή των νομισμάτων της ευρωζώνης – Γερμανία] (ΕΕ 2003, L 15, σ. 1), και απόφαση 2004/337/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση COMP/E-1/36.212 – Αυτογραφικό χαρτί) (ΕΕ 2004, L 115, σ. 1)}, την παρουσία μέλους των νομικών υπηρεσιών της μητρικής εταιρείας κατά τη διενέργεια ελέγχων εκ μέρους της Επιτροπής στις εγκαταστάσεις της θυγατρικής της [απόφαση 2003/355/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 2003, για την τροποποίηση της αποφάσεως 2003/207/ΕΚ σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (υπόθεση COMP/E-3/36.700 – Βιομηχανικά και ιατρικά αέρια) (ΕΕ L 123, σ. 49)], τον συντονισμό μεταξύ των διοικητικών συμβουλίων διοικήσεως και διαχειρίσεως της μητρικής εταιρείας και εκείνων της θυγατρικής [απόφαση 2004/421/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με τη διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ κατά των Wieland Werke AG, Outokumpu Copper Products OY, Outokumpu Oyj, KM Europa Metal AG, Tréfimétaux SA και Europa Metalli SpA (υπόθεση C.38.240 – Σωλήνες για βιομηχανική χρήση) (ΕΕ 2004, L 125, σ. 50)], και την παράλληλη συμμετοχή πλειόνων θυγατρικών στη σύμπραξη [απόφαση 2006/895/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Μαΐου 2004, σχετικά με διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 81 της Συνθήκης ΕΚ έναντι των επιχειρήσεων: The Topps Company Inc, Topps Europe Limited, Topps International Limited, Topps UK Limited και Topps Italia SRL (υπόθεση COMP/C-3/37.980 – Souris-Topps) (ΕΕ 2006, L 353, σ. 5)].


93 –      Βλ. υποσημείωση 80.


94 –      Βλ., ιδίως, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑294/98 P, Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-10065, σκέψη 28).


95 –      Η υπογράμμιση είναι δική μου.


96 –      Απόφαση του Πρωτοδικείου της 1ης Ιουλίου 2008, T‑276/04 (Συλλογή 2008, σ. II-1277).


97 –      Υπενθυμίζεται ότι, στην εν λόγω σκέψη, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ως «επιχείρηση που μετείχε στην παράβαση» πρέπει να νοηθεί κάθε επιχείρηση που κατονομάστηκε ως τέτοια με την τελική απόφαση της Επιτροπής. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή για τους λόγους που το ίδιο το Πρωτοδικείο εκθέτει στη σκέψη 145 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι διότι ο χαρακτηρισμός επιχειρήσεως ως επιχειρήσεως «που μετείχε στην παράβαση» υποδηλώνει ένα αντικειμενικό περιστατικό, ήτοι τη συμμετοχή στην παράβαση, που διαφέρει σαφώς από ένα υποκειμενικό και αβέβαιο στοιχείο όπως το εάν μια επιχείρηση κατονομάστηκε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ως μετέχουσα στην παράβαση. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι μια επιχείρηση ενδέχεται να έχει μετάσχει στην παράβαση χωρίς η Επιτροπή να το γνωρίζει όταν εκδίδει πράξη η οποία διακόπτει την παραγραφή. Ωστόσο, η εν λόγω κατάσταση δεν αποκλείεται να συντρέχει και όταν η Επιτροπή εκδίδει τελική απόφαση.


98 –      Βλ., ιδίως, προπαρατεθείσα απόφαση Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 28).


99 –      Έστω και εάν γίνει δεκτό, όσον αφορά τον λόγο αναιρέσεως που προβάλλει η ARBED, ότι το Πρωτοδικείο ουδόλως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο λόγω του ότι αντέταξε στην ARBED τις πράξεις που διακόπτουν την παραγραφή, εντούτοις, διατηρώ ορισμένες επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Πρωτοδικείο υπολόγισε τις προθεσμίες της παραγραφής έναντι της ARBED στις σκέψεις 148 και 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε δεόντως υπόψη τα αποτελέσματα της δικαστικής αποφάσεως που ακύρωσε την αρχική απόφαση ως προς την ARBED. Εντούτοις, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως μεταξύ των μετεχόντων στη διαδικασία, θα αρκεστώ στη διατύπωση μιας μόνον παρατηρήσεως, η οποία συνδέεται με την προπαρατεθείσα υπόθεση ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (σημεία 198 έως 212 των προτάσεων που ανέπτυξα στην εν λόγω υπόθεση). Συγκεκριμένα, λαμβάνεται ως αφετηρία η αρχή την οποία καθιερώνει η νομοθεσία και η νομολογία. Συναφώς, μνημονεύεται, αφενός, η διάταξη του άρθρου 264, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ που ορίζει ότι «[α]ν η προσφυγή είναι βάσιμη, το Δικαστήριο […] κηρύσσει την προσβαλλομένη πράξη άκυρη» και, αφετέρου, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 732, σκέψεις 59 και 60), της 26ης Απριλίου 1988, 97/86, 99/86, 193/86 και 215/86, Αστερίς κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2181, σκέψη 30), και της 26ης Απριλίου 1994, C‑228/92, Roquette Frères (Συλλογή 1994, σ. I-1445, σκέψη 17), δυνάμει των οποίων η απόφαση ακυρώσεως αίρει αναδρομικά την επίμαχη πράξη και εξαφανίζει τα αποτελέσματά της. Όπως επιβεβαιώνει το Δικαστήριο, τούτο σημαίνει ότι οι μετέχοντες στη διαδικασία πρέπει να επανέλθουν στο ίδιο καθεστώς στο οποίο ευρίσκοντο πριν από την έκδοση της πράξεως που ακυρώθηκε. Δυνάμει των εν λόγω αρχών και για τους λόγους που εκτίθενται στις προτάσεις που έχω αναπτύξει στην εν λόγω υπόθεση, φρονώ ότι η ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής μετά το πέρας της ένδικης διαδικασίας καθιστά την αναστολή της παραγραφής, όπως και την ίδια την απόφαση, αναδρομικά ανύπαρκτη.


100 –      Βλ., ιδίως, απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C‑3/06 P, Groupe Danone κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I-1331, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


101 –      Βλ., ιδίως, απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


102 –      Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑113/04 P (Συλλογή 2006, σ. I-8831, σκέψη 55).


103 –      Η τήρηση εύλογης προθεσμίας κατά τη διεξαγωγή διοικητικής διαδικασίας στον τομέα του ανταγωνισμού συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης. Ο σεβασμός της εν λόγω αρχής επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, στην Επιτροπή στην οποία ανατίθεται η διεξαγωγή του διοικητικού σταδίου της διαδικασίας, τούτο δε σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη (δικαίωμα χρηστής διοικήσεως) [βλ., συναφώς, απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1997, T‑213/95 και T‑18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-1739, σκέψεις 55 και 56, καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)]. Επιβάλλεται επίσης στον δικαστή της Ένωσης ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 47, παράγραφος 2, του Χάρτη. Ως προς το σημείο αυτό, βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-8417), με την οποία το Δικαστήριο καθιέρωσε το δικαίωμα του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο των διαδικασιών στον τομέα ανταγωνισμού, καθώς και της 16ης Ιουλίου 2009, C‑385/07 P, Der Grüne Punkt – Duales System Deutschland κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I-6155), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη τήρηση της εν λόγω υποχρεώσεως μπορεί να δώσει λαβή σε αξίωση καταβολής αποζημιώσεως δυνάμει αγωγής ασκούμενης κατά της Κοινότητας στο πλαίσιο των άρθρων 268 ΣΛΕΕ και 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.


104 –      Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 54 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Technische Unie κατά Επιτροπής, ότι «όσο μεγαλύτερος χρόνος διαρρέει μεταξύ ενός μέτρου έρευνας [...] και της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, τόσο γίνεται πιθανότερο να μη μπορέσουν πια να συλλεγούν ή να συλλεγούν μόνο με δυσκολία ενδεχόμενες απενοχοποιητικές αποδείξεις σχετικά με τις παραβάσεις που προσάπτονται με την ανακοίνωση [των αιτιάσεων], και ειδικότερα όσον αφορά τους μάρτυρες υπερασπίσεως, ιδίως λόγω των μεταβολών που μπορούν να γίνουν στη σύνθεση των διευθυντικών οργάνων των σχετικών επιχειρήσεων και της μετακινήσεως του λοιπού προσωπικού τους».


105 –      Όπ.π. (σκέψη 55).


106 –      Όπ.π. (σκέψη 61).


107 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Technische Unie κατά Επιτροπής (σκέψεις 64 έως 70). Βλ., επίσης, απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑105/04 P, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I-8725, σκέψεις 56 έως 60).


108 –      Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο ακύρωσε την αρχική απόφαση, στο μέτρο που αφορούσε την ARBED, λόγω προσβολής των δικαιωμάτων της άμυνας. Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει τούτο ρητώς στη σκέψη 148 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


109 –      Συναφώς, βλ. τις διατάξεις και τη νομολογία που αναφέρονται στην υποσημείωση 99.


110 –      Με την απόφασή του της 29ης Ιουνίου 2010, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑526/08, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή), το Δικαστήριο υπενθύμισε τη θεμελιώδη σημασία που έχει, τόσο στην έννομη τάξη της Ένωσης όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις, ο σεβασμός της αρχής του δεδικασμένου (σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η αρχή αυτή αποτελεί έκφραση της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας δικαίου [βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Ιουνίου 1999, C‑126/97, Eco Swiss (Συλλογή 1999, σ. I-3055, σκέψη 46), και ΕΔΔΑ, απόφαση Brumărescu κατά Ρουμανίας της 28ης Οκτωβρίου 1999, Recueildesarrêtsetdécisions 1999-VII, με την οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε απερίφραστα ότι η ασφάλεια δικαίου επιτάσσει ότι «ουδέποτε μπορεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση η οριστική δικαστική επίλυση διαφοράς» (σκέψη 61)].


111 –      Η εν λόγω απόφαση δεν έχει ακυρωθεί κατά το μέτρο που αφορά την TradeARBED.