Υπόθεση T-135/08
Schniga GmbH
κατά
Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ)
«Φυτικές ποικιλίες – Αίτηση για παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας για την ποικιλία μήλων Gala Schnitzer – Τεχνική εξέταση – Διακριτική ευχέρεια του ΚΓΦΠ – Ενστάσεις – Άρθρο 55, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία – Ενιαίες νομοθεσίες – Δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας – Διαδικασία προσφυγών
(Κανονισμός 2100/94 του Συμβουλίου, άρθρο 73· Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, άρθρο 135 § 4)
2. Γεωργία – Ενιαίες νομοθεσίες – Δικαίωμα επί φυτικής ποικιλίας – Τεχνική εξέταση
(Κανονισμός 2100/94 του Συμβουλίου, άρθρο 55 § 4)
1. Η ασκηθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή σκοπό έχει τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών, κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού 2100/94 για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, όπως έχει τροποποιηθεί. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος αυτός πρέπει να γίνεται σχετικά με τα νομικά ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Επομένως, δεν απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάζει νέους λόγους που προβάλλονται το πρώτον ενώπιόν του. Συγκεκριμένα, η εξέταση των νέων αυτών λόγων αντιβαίνει στο άρθρο 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, κατά το οποίο δεν επιτρέπεται τα υπομνήματα των διαδίκων να τροποποιούν το αντικείμενο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαφοράς.
(βλ. σκέψη 34)
2. Η διακριτική ευχέρεια, την οποία παρέχει στο Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ) το άρθρο 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94 για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, περιλαμβάνει το δικαίωμα του ΚΓΦΠ να διευκρινίζει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, τους όρους από τους οποίους εξαρτά την εξέταση μίας αιτήσεως για παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, εφόσον δεν έχει εκπνεύσει η προθεσμία εντός της οποίας ο συγκεκριμένος αιτών οφείλει να ανταποκριθεί στη σύσταση η οποία διατυπώθηκε προς αυτόν.
Συναφώς, είναι σύμφωνο προς την αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθώς και προς την ανάγκη εξασφαλίσεως της ομαλής διεξαγωγής και της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών, να διαθέτει το ΚΓΦΠ, οσάκις εκτιμά ότι η εκ μέρους του επισημανθείσα ανακρίβεια μπορεί να διορθωθεί, την ευχέρεια να συνεχίζει την εξέταση της κατατεθείσας σε αυτό αιτήσεως και να μην υποχρεούται, σε τέτοια περίπτωση, να την απορρίψει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εξουσία αυτή εκτιμήσεως επιτρέπει να αποφεύγεται κάθε περιττή παράταση της περιόδου, η οποία μεσολαβεί από την κατάθεση της αιτήσεως για παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας έως τη λήψη αποφάσεως επ’ αυτής, η οποία θα προέκυπτε εάν ο ενδιαφερόμενος αναγκαζόταν να καταθέσει νέα αίτηση.
Εξάλλου, μία τέτοια διακριτική ευχέρεια επιτρέπει στο μεν ΚΓΦΠ να διασφαλίζει ότι οι συστάσεις που διατυπώνει κατά περίπτωση είναι σαφείς και ότι ο αιτών ευθύνεται αποκλειστικώς για την ενδεχόμενη μη συμμόρφωση των πράξεων του προς τις εν λόγω συστάσεις, στους δε αιτούντες να γνωρίζουν κατά μη διφορούμενο τρόπο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να προβαίνουν στις προσήκουσες πράξεις, κάτι που συνιστά μια συνυφασμένη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου επιταγή.
(βλ. σκέψεις 63-65)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 13ης Σεπτεμβρίου 2010 (*)
«Φυτικές ποικιλίες – Αίτηση για παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας για την ποικιλία μήλων Gala Schnitzer – Τεχνική εξέταση – Διακριτική ευχέρεια του ΚΓΦΠ – Ενστάσεις – Άρθρο 55, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94»
Στην υπόθεση T‑135/08,
Schniga GmbH, με έδρα το Bolzano (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους G. Würtenberger και R. Kunze, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ), εκπροσωπούμενου από τους B. Kiewiet και M. Ekvad,
καθού,
αντίδικοι ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ, παρεμβαίνουσες ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
Elaris SNC, με έδρα την Angers (Γαλλία),
και
Brookfield New Zealand Ltd, με έδρα το Havelock North (Νέα Ζηλανδία),
εκπροσωπούμενες από τον M. Eller, δικηγόρο,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ της 21ης Νοεμβρίου 2007 (υποθέσεις Α 003/2007 και A 004/2007), σχετικά με την παραχώρηση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας για τη φυτική ποικιλία Gala Schnitzer,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. W. H. Meij, πρόεδρο, V. Vadapalas και L. Truchot (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: N. Rosner, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Απριλίου 2008,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του ΚΓΦΠ που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Αυγούστου 2008,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως των παρεμβαινουσών που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Αυγούστου 2008,
κατόπιν της συνεδριάσεως της 17ης Μαρτίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Στις 18 Ιανουαρίου 1999, το Konsortium Südtiroler Baumschuler (KSB), το οποίο διαδέχθηκε η προσφεύγουσα, Schniga GmbH, υπέβαλε στο Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ) αίτηση για παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ L 227, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.
2 Η αίτηση αυτή καταχωρίστηκε με αριθμό 1999/0033.
3 Η παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ζητήθηκε για την ποικιλία μήλων (Malus Mill) Gala Schnitzer.
4 Το ΚΓΦΠ ανέθεσε στο Bundessortenamt (γερμανικό ομοσπονδιακό γραφείο φυτικών ποικιλιών) να προβεί σε τεχνική εξέταση, κατά το άρθρο 55, παράγραφος 1, του κανονισμού 2100/94.
5 Με επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 1999 προς τον εκπρόσωπο της KSB, το ΚΓΦΠ ζήτησε από την KSB να υποβάλλει σε αυτό, καθώς και στο Bundessortenamt, το απαραίτητο για την τεχνική εξέταση υλικό, ήτοι δέκα βλαστούς σε φυτική νάρκη για εμβολιασμό, μεταξύ 1ης και 15ης Μαρτίου 1999. Το ΚΓΦΠ διευκρίνισε επίσης ότι η KSB έπρεπε να τηρήσει όλους τους φυτοϋγειονομικούς και τελωνειακούς όρους που εφαρμόζονται όσον αφορά την αποστολή του υλικού.
6 Το Bundessortenamt παρέλαβε το προαναφερθέν υλικό στις 9 Μαρτίου 1999.
7 Με επιστολή της 25ης Μαρτίου 1999 προς τον εκπρόσωπο της KSB, το ΚΓΦΠ βεβαίωσε την παραλαβή του ζητηθέντος υλικού και ανέφερε ότι το εν λόγω υλικό είχε μεν παραδοθεί στο Bundessortenamt σε καλή κατάσταση και εμπροθέσμως, δεν συνοδευόταν όμως από φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό. Κάλεσε την KSB να μεριμνήσει για την κατά το συντομότερο δυνατόν προσκόμιση του απαραίτητου αυτού εγγράφου.
8 Στις 23 Απριλίου 1999, η KSB απέστειλε στο Bundessortenamt ένα ευρωπαϊκό φυτοϋγειονομικό διαβατήριο και διευκρίνισε ότι η αρχή που το είχε εκδώσει, ήτοι η Υπηρεσία προστασίας φυτών της αυτόνομης επαρχίας του Bolzano (Ιταλία), είχε αναφέρει ότι το έγγραφο αυτό επείχε θέση φυτοϋγειονομικού πιστοποιητικού.
9 Με ηλεκτρονική επιστολή της 3ης Μαΐου 1999, το Bundessortenamt ενημέρωσε την KSB σχετικά με την εμπρόθεσμη παραλαβή του υλικού και την καταλληλότητά του, όπως επίσης σχετικά με τον επαρκή χαρακτήρα του προσκομισθέντος ευρωπαϊκού φυτοϋγειονομικού διαβατηρίου ενόψει της τεχνικής εξετάσεως και του ελέγχου των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την παραχώρηση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας. Ζήτησε εντούτοις αντίγραφο επίσημου πιστοποιητικού περί της απουσίας ιού στο υποβληθέν υλικό.
10 Το 2001, η KSB ενημέρωσε το Bundessortenamt ότι αδυνατούσε να προσκομίσει το ζητηθέν φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό, καθότι αποδείχθηκε ότι το υλικό, το οποίο είχε υποβληθεί τον Μάρτιο του 1999 ενόψει της τεχνικής εξετάσεως, έφερε ιούς που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση.
11 Με ηλεκτρονική επιστολή της 4ης Μαΐου 2001, το Bundessortenamt ανακοίνωσε στο ΚΓΦΠ την πρόθεσή του να εκριζώσει το μολυσμένο υλικό, προκειμένου να αποφευχθεί η εξάπλωση της νόσου σε άλλα φυτά, και του πρότεινε να ζητήσει από την KSB να υποβάλει νέο, μη προσβεβλημένο από ιό υλικό, ούτως ώστε να αρχίσει εκ νέου η τεχνική εξέταση.
12 Με ηλεκτρονική επιστολή της 8ης Μαΐου 2001 προς το Bundessortenamt, το ΚΓΦΠ ενέκρινε την εκρίζωση του μολυσμένου υλικού και αποφάσισε να ζητήσει από την KSB να υποβάλει νέο, μη προσβεβλημένο από ιό υλικό έως τον Μάρτιο του 2002. Δεδομένου δε ότι οι σχετικές με την υποβολή του υλικού οδηγίες δεν διευκρίνιζαν ότι αυτό έπρεπε να μην είναι προσβεβλημένο από ιό, αλλά μόνον ότι έπρεπε να τηρηθούν οι απαιτήσεις του ευρωπαϊκού φυτοϋγειονομικού διαβατηρίου, το ΚΓΦΠ ανέφερε επίσης ότι η KSB δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για την κατάσταση αυτή, ότι θα ήταν άδικο να απορριφθεί η αίτηση σχετικά με την ποικιλία Gala Schnitzer και ότι, συνεπώς, η προτεινόμενη λύση ήταν προφανώς η καλύτερη.
13 Με ηλεκτρονική επιστολή της 13ης Ιουνίου 2001, το ΚΓΦΠ επεσήμανε στην KSB ότι, στο μέτρο που οι οδηγίες του σχετικά με την προσκόμιση φυτών και τις απαιτήσεις ως προς την φυτοϋγειονομική τους κατάσταση δεν ήταν αρκούντως σαφείς, αποφάσισε από κοινού με το Bundessortenamt, να της επιτρέψει να υποβάλει στο Bundessortenamt, τον Μάρτιο του 2002, νέο υλικό, μη προσβεβλημένο από ιό και συνοδευόμενο από σχετικό φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό, προκειμένου να επαναληφθεί η εξέταση της αιτήσεως αναφορικά με την ποικιλία Gala Schnitzer.
14 Μετά το πέρας της νέας τεχνικής εξετάσεως το Bundessortenamt διεπίστωσε στην τελική του έκθεση της 16ης Δεκεμβρίου 2005 ότι η ποικιλία Gala Schnitzer διεκρίνετο από την εγγύτερη ποικιλία αναφοράς, ήτοι την ποικιλία Baigent, βάσει του πρόσθετου χαρακτηριστικού «φρούτο: πλάτος των αυλακώσεων».
15 Στις 5 Μαΐου 2006, οι παρεμβαίνουσες, Elaris SNC και Brookfield New Zealand Ltd, κάτοχος αδείας σχετικά με το δικαίωμα επί της ποικιλίας Baigent η πρώτη και φορέας του δικαιώματος αυτού η δεύτερη, υπέβαλαν στο ΚΓΦΠ ενστάσεις κατά της παραχωρήσεως κοινοτικού δικαιώματος στην ποικιλία Gala Schnitzer, βάσει του άρθρου 59 του κανονισμού 2100/94.
16 Οι ενστάσεις στηρίζονταν σε προγενέστερο δικαίωμα επί της ποικιλίας μήλων (Malus Mill) Baigent.
17 Οι λόγοι που προβλήθηκαν προς στήριξη των ενστάσεων αντλούνταν, αφενός, από το άρθρο 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2100/94, καθόσον η εκ μέρους της προσφεύγουσας μη τήρηση των όρων σχετικά με την υποβολή του προοριζόμενου για την τεχνική εξέταση υλικού, όπως αυτοί καθορίσθηκαν στις επιστολές του ΚΓΦΠ της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999, έπρεπε να είχαν επιφέρει την εκ μέρους του ΚΓΦΠ απόρριψη της αιτήσεως σχετικά με την ποικιλία Gala Schnitzer, αφετέρου δε, από το άρθρο 7 του κανονισμού 2100/94, καθόσον η ποικιλία Gala Schnitzer δεν διεκρίνετο από την ποικιλία Baigent.
18 Στις 14 Δεκεμβρίου 2006, ο πρόεδρος του ΚΓΦΠ ενέκρινε τη χρήση του πρόσθετου χαρακτηριστικού «φρούτο: πλάτος των αυλακώσεων» για την τεκμηρίωση του διακριτικού χαρακτήρα της ποικιλίας Gala Schnitzer.
19 Δυνάμει των αποφάσεων EU 18759, OBJ 06-021 και OBJ 06-022, της 26ης Φεβρουαρίου 2007, η αρμόδια επί των ενστάσεων κατά της παραχωρήσεως κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας επιτροπή (στο εξής: επιτροπή) παρέσχε το αιτηθέν δικαίωμα για την ποικιλία Gala Schnitzer και απέρριψε τις ενστάσεις.
20 Στις 11 Απριλίου 2007, οι παρεμβαίνουσες άσκησαν προσφυγή κατά των τριών αυτών αποφάσεων ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΚΓΦΠ, δυνάμει των άρθρων 67 έως 72 του κανονισμού 2100/94.
21 Με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2007 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση για παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας στην ποικιλία Gala Schnitzer, καθώς και τις αποφάσεις περί απορρίψεως των ενστάσεων, και απέρριψε την αίτηση σχετικά με την ποικιλία Gala Schnitzer. Ειδικότερα, έκρινε ότι το άρθρο 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2100/94 δεν επέτρεπε στο ΚΓΦΠ να εγκρίνει την εκ μέρους της KSB υποβολή νέου υλικού, καθόσον η KSB δεν είχε συμμορφωθεί προς την κατά περίπτωση διατυπωθείσα σύσταση, υπό την έννοια του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94, με την οποία το ΚΓΦΠ της είχε ζητήσει να προσκομίσει φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό το οποίο να βεβαιώνει ότι το υποβληθέν υλικό δεν είναι προσβεβλημένο από ιό.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
22 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει το ΚΓΦΠ στα δικαστικά έξοδα.
23 Το ΚΓΦΠ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να κηρύξει την προσφυγή αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
24 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ΚΓΦΠ τροποποίησε το πρώτο του αίτημα δηλώνοντας ότι ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε το παραπάνω στα πρακτικά της συνεδριάσεως.
25 Οι παρεμβαίνουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή και, συνεπώς, να επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, να ακυρώσει τις αποφάσεις του ΚΓΦΠ EU 18759, OBJ 06-021 και OBJ 06-022, της 26ης Φεβρουαρίου 2007, και να απορρίψει την υπ’ αρίθ. 1999/0033 αίτηση περί παραχωρήσεως δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, ενδεχομένως αφού λάβει τα ακόλουθα μέτρα πραγματογνωμοσύνης: ανάθεση στο Bundessortenamt και στο Institut national de la recherche agronomique (INRA, Γαλλία) διεξαγωγής ταυτόχρονων συμπληρωματικών μελετών με αντικείμενο την ποικιλία για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση περί παραχωρήσεως κοινοτικού δικαιώματος και την ποικιλία αναφοράς Baigent, βάσει δειγμάτων ίδια ηλικίας και για διάστημα δύο περιόδων καρποφορίας, οι οποίες μελέτες θα πρέπει ειδικότερα να αφορούν το χαρακτηριστικό «φρούτα: ραβδώσεις»·
– έτι επικουρικότερον:
– ανάθεση διεξαγωγής συμπληρωματικών μελετών στο Bundessortenamt με αντικείμενο την ποικιλία για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση περί παραχωρήσεως κοινοτικού δικαιώματος και την ποικιλία αναφοράς Baigent, βάσει δειγμάτων ίδιας ηλικίας και για διάστημα τριών ή, τουλάχιστον, δύο περιόδων καρποφορίας, οι οποίες μελέτες θα πρέπει ειδικότερα να αφορούν το χαρακτηριστικό «φρούτα: ραβδώσεις»·
– να διατάξει οποιοδήποτε άλλο μέτρο πραγματογνωμοσύνης, το οποίο το Γενικό Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, προκειμένου να δοθεί μία ικανοποιητική από επιστημονικής πλευράς απάντηση στο ζήτημα του διακριτικού χαρακτήρα των δύο ποικιλιών και να αρθούν οι προβαλλόμενες παραβάσεις των επιτακτικών κανόνων διαδικασίας, οι οποίες διέπουν τη διεξαγωγή των εξετάσεων ως προς τη διάκριση, την ομοιογένεια και τη σταθερότητα·
– να διατάξει την επιστροφή των δικαστικών εξόδων.
26 Επειδή ο δικαστής T. Tchipev δεν μπορούσε να μετάσχει στη σύνθεση μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας, ο δικαστικός σχηματισμός συμπληρώθηκε με τον διορισμό του δικαστή V. Vadapalas, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 32, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
27 Με διάταξη της 5ης Ιουλίου 2010, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα), διέταξε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας και οι μετέχοντες στη διαδικασία ενημερώθηκαν ότι θα ανέπτυσσαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά τη νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Σεπτεμβρίου 2010.
28 Οι παρεμβαίνουσες, η προσφεύγουσα και το ΚΓΦΠ ενημέρωσαν το Γενικό Δικαστήριο, μέσω τηλεομοιοτυπιών της 13ης, της 14ης και της 15ης Ιουλίου 2010 αντιστοίχως, ότι δεν προτίθεντο να αναπτύξουν εκ νέου προφορικές παρατηρήσεις.
29 Ως εκ τούτου, ο πρόεδρος του έκτου τμήματος αποφάσισε να περατώσει την προφορική διαδικασία.
Σκεπτικό
30 Προς στήριξη των αιτημάτων της η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως, που αντλούνται, αντιστοίχως, από το απαράδεκτο των ενστάσεων που υπέβαλαν στο ΚΓΦΠ οι παρεμβαίνουσες, από παράβαση του άρθρου 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και του άρθρου 62 του κανονισμού 2100/94 και από παράβαση του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94.
Επί του παραδεκτού
Επί του παραδεκτού του πρώτου λόγου ακυρώσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
31 Οι παρεμβαίνουσες ισχυρίζονται ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται από την προσφεύγουσα, ο οποίος αντλείται από το γεγονός ότι οι εκ μέρους τους υποβληθείσες ενστάσεις στο ΚΓΦΠ έπρεπε να είχαν απορριφθεί ως απαράδεκτες από την επιτροπή και από το τμήμα προσφυγών, είναι απαράδεκτος καθότι προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
32 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα των παρεμβαινουσών. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το παραδεκτό της προσφυγής τους έπρεπε να είχε εξετασθεί αυτεπαγγέλτως από το τμήμα προσφυγών.
33 Το ΚΓΦΠ ισχυρίζεται ότι το τμήμα προσφυγών είναι αρμόδιο να εκτιμήσει κατά πόσο το ΚΓΦΠ είχε ή όχι την εξουσία να επιτρέψει νέα υποβολή υλικού.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
34 Πρέπει να υπομνησθεί ότι η ασκηθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή σκοπό έχει τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΚΓΦΠ, κατά την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού 2100/94, όπως έχει τροποποιηθεί. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος αυτός πρέπει να γίνεται σχετικά με τα νομικά ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Επομένως, δεν απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάζει νέους λόγους που προβάλλονται το πρώτον ενώπιόν του. Συγκεκριμένα, η εξέταση των νέων αυτών λόγων αντιβαίνει στο άρθρο 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, κατά το οποίο δεν επιτρέπεται τα υπομνήματα των διαδίκων να τροποποιούν το αντικείμενο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαφοράς [βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 2009, T‑165/06, Fiorucci κατά ΓΕΕΑ – Edwin (ELIO FIORUCCI), Συλλογή 2009, σ. II‑1375, σκέψεις 21 και 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
35 Συνεπώς, ο λόγος που αντλείται από το απαράδεκτο των ενστάσεων που υπέβαλαν οι παρεμβαίνουσες στο ΚΓΦΠ και ο οποίος προβλήθηκε από την προσφεύγουσα το πρώτον ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος.
Επί του παραδεκτού του τρίτου λόγου ακυρώσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
36 Οι παρεμβαίνουσες ισχυρίζονται ότι ο τρίτος λόγος που προβάλλει η προσφεύγουσα, ο οποίος αντλείται από την εκ μέρους του τμήματος προσφυγών παράβαση του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94, είναι απαράδεκτος.
37 Κατά την άποψή τους, η επικαλούμενη από την προσφεύγουσα διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο ΚΓΦΠ για τη διατύπωση συστάσεων κατά περίπτωση, υπό την έννοια του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94, θα είχε ως συνέπεια να είναι δυνατή η υποβολή τέτοιων αιτήσεων χωρίς παραπομπή σε οιαδήποτε νομική βάση. Όμως, το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού 2100/94 ορίζει ότι προσφυγή επιτρέπεται για λόγους αναρμοδιότητας, παράβασης ουσιώδους τύπου, παράβασης της Συνθήκης, του παρόντος κανονισμού ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικά με την εφαρμογή τους ή για κατάχρηση εξουσίας. Ως εκ τούτου, κατά την ερμηνεία του περιεχομένου των επιστολών του ΚΓΦΠ της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999, το τμήμα προσφυγών προέβη σε αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και όχι, επομένως, σε νομική αξιολόγηση. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, ικανή να θεωρηθεί ως παράβαση του δικαίου που εφαρμόζεται και, συνεπώς, να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού 2100/94.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
38 Πρέπει να επισημανθεί ότι το τμήμα προσφυγών θεώρησε, καταρχάς, ότι οι επιστολές του ΚΓΦΠ της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999 περιείχαν συστάσεις διατυπωθείσες κατά περίπτωση, υπό την έννοια του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94, έκρινε, ακολούθως, ότι η KSB δεν είχε συμμορφωθεί προς αυτές και συμπέρανε, τέλος, δυνάμει του άρθρου 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2100/94, ότι το ΚΓΦΠ έπρεπε να απορρίψει πάραυτα την αίτηση σχετικά με την ποικιλία Gala Schnitzer.
39 Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το τμήμα προσφυγών προέβη σε νομική αξιολόγηση των προαναφερθεισών επιστολών και άντλησε συμπεράσματα εξ αυτής της αξιολογήσεως εφαρμόζοντας τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 2100/94. Ως εκ τούτου, οι παρεμβαίνουσες δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι το τμήμα προσφυγών δεν προέβη σε οιαδήποτε νομική αξιολόγηση, ικανή να αμφισβητηθεί από την προσφεύγουσα στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 73 του κανονισμού 2100/94 προσφυγής.
40 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως είναι παραδεκτός.
Επί της ουσίας
41 Καταρχάς πρέπει να εξετασθεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94
– Επιχειρήματα των διαδίκων
42 Κατά την προσφεύγουσα, το ΚΓΦΠ έχει πλήρη ευχέρεια να καθορίζει τις τεχνικές και διοικητικές απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληροί το υλικό που παραδίδεται προκειμένου να υποβληθεί σε τεχνική εξέταση. Η απόλυτη αυτή διακριτική ευχέρεια του ΚΓΦΠ να καθορίζει, μέσω γενικών κανόνων, όπως επίσης και στις συστάσεις που διατυπώνει κατά περίπτωση, την ποιότητα του προοριζόμενου για τεχνική εξέταση υλικού και τα δείγματα αναφοράς, του απονέμεται βάσει του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94.
43 Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι οι οδηγίες που παρέχει το ΚΓΦΠ πρέπει να είναι σαφείς, ούτως ώστε να αποφεύγεται οιαδήποτε αυθαιρεσία. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέχουν υποχρέωση σαφήνειας των ορισμών, βάσει της οποίας οι διοικητικές πράξεις και οι προϋποθέσεις, η μη τήρηση των οποίων δύναται να επιφέρει απώλεια δικαιώματος, πρέπει να είναι αρκούντως σαφείς και συγκεκριμένες, ούτως ώστε να μπορεί ο πολίτης της Ένωσης να αναγνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κατά μη διφορούμενο τρόπο και να απέχει, επομένως, από οτιδήποτε αντίκειται στα συμφέροντά του. Η εν λόγω αρχή επιβάλλει στο ΚΓΦΠ να γνωστοποιεί επακριβώς στον αιτούντα την παραχώρηση κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας ποιες συμπληρωματικές προϋποθέσεις πρέπει να πληροί, πέραν εκείνων που προβλέπονται στα άρθρα 7 έως 9 του κανονισμού 2100/94.
44 Κατά συνέπεια, εάν, στην προκειμένη περίπτωση, το ΚΓΦΠ επιθυμούσε να προσκομίσει η KSB συμπληρωματικά έγγραφα όσον αφορά την υγειονομική κατάσταση του υποβληθέντος υλικού, θα έπρεπε να έχει προσδιορίσει εξ αρχής τις προϋποθέσεις αυτές με πλήρη σαφήνεια και κατά μη διφορούμενο τρόπο.
45 Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι, ελλείψει γενικών κανόνων υπό την έννοια του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94, κατά τη χρονική στιγμή της καταθέσεως της αιτήσεως σχετικά με την ποικιλία Gala Schnitzer, η επιστολή του ΚΓΦΠ της 26ης Ιανουαρίου 1999 θα έπρεπε να θεωρηθεί ως σύσταση διατυπωθείσα κατά περίπτωση, υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Δεδομένου ότι οι περιεχόμενες στην προαναφερθείσα επιστολή πληροφορίες αναφορικά με τους ισχύοντες φυτοϋγειονομικούς όρους, τους οποίους έπρεπε να πληροί το προς υποβολή υλικό, ήταν ανεπαρκείς, η προσφεύγουσα δεν είχε άλλη επιλογή από το να ερμηνεύσει η ίδια τους προαναφερθέντες όρους, ήτοι αυτούς που απορρέουν από την οδηγία 77/93/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί των μέτρων προστασίας κατά της εισαγωγής στα κράτη μέλη οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα (ΕΕ L 26, σ. 20), όπως έχει τροποποιηθεί. Συναφώς, εκτιμά ότι δεν απόκειτο σε αυτή να υποθέσει ότι το επίπεδο φυτοϋγειονομικών απαιτήσεων του ΚΓΦΠ ήταν υψηλότερο εκείνου που απέρρεε από τις διατάξεις της προαναφερθείσας οδηγίας.
46 Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει στη συνέχεια ότι, στην ηλεκτρονική του επιστολή της 3ης Μαΐου 1999, το Bundessortenamt ενημέρωσε την KSB σχετικά με τον επαρκή χαρακτήρα, ενόψει της τεχνικής εξετάσεως, του προσκομισθέντος ευρωπαϊκού φυτοϋγειονομικού διαβατηρίου και της ζήτησε ταυτόχρονα να προσκομίσει το ταχύτερο δυνατόν πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει την απουσία ιού στο υποβληθέν υλικό.
47 Πάντως, ούτε το Bundessortenamt ούτε το ΚΓΦΠ ενημέρωσαν την KSB σχετικά με τις επιπτώσεις της μη προσκομίσεως του ζητηθέντος πιστοποιητικού. Κατά την προσφεύγουσα, εξάλλου, προβαίνοντας στην τεχνική εξέταση παρά την έλλειψη του προαναφερθέντος πιστοποιητικού, το ΚΓΦΠ άφησε να εννοηθεί ότι η προσκόμιση ενός ευρωπαϊκού φυτοϋγειονομικού διαβατηρίου αρκούσε εν τέλει για τη χορήγηση του αιτηθέντος δικαιώματος και δημιούργησε κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην προσφεύγουσα ως προς τον επαρκή χαρακτήρα του ευρωπαϊκού φυτοϋγειονομικού διαβατηρίου.
48 Εντούτοις, παρότι το ΚΓΦΠ πράγματι δεν θεώρησε την προσκόμιση ενός τέτοιου εγγράφου ως επαρκή, δεν μπορούσε, κατά την προσφεύγουσα, να απορρίψει την αίτηση αναφορικά με την ποικιλία Gala Schnitzer, δεδομένης της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που της είχε δημιουργήσει και η οποία, όπως κάθε γενική αρχή δικαίου, δεσμεύει τη διοίκηση της Ένωσης. Αντιθέτως, κατά την προσφεύγουσα, το ΚΓΦΠ δεν είχε άλλη επιλογή παρά να της επιτρέψει να υποβάλει νέο υλικό.
49 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η διακριτική ευχέρεια του ΚΓΦΠ μπορεί να ασκείται ανά πάσα στιγμή της διαδικασίας εξετάσεως, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2100/94 («εκτός εάν το γραφείο συγκατατέθηκε στη μη υποβολή»).
50 Η προσφεύγουσα εκτιμά τέλος ότι, λαμβανομένης υπόψη της ειδικής φύσεως του ζωντανού υλικού όπως το φυτικό υλικό, το ΚΓΦΠ και ο πρόεδρός του πρέπει να διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια οσάκις πρόκειται να αποφασίσουν κατά πόσον μπορεί να υποβληθεί νέο υλικό εξαιτίας περιστάσεων για τις οποίες δεν ευθύνεται ο αιτών ή περιστάσεων εξαιρετικής φύσεως.
51 Τέτοιες περιστάσεις συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η επεξεργασία με θερμοθεραπεία, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε το 1996, η οποία στο 99 % των περιπτώσεων καταλήγει στη συγκέντρωση υλικού απαλλαγμένου από ιό, δεν επέφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα και χρειάσθηκε πάνω από έτος έως ότου να ανακαλυφθεί ότι κάποιοι ιοί δεν εξολοθρεύτηκαν κατά την εν λόγω επεξεργασία.
52 Η προσφεύγουσα συνάγει εκ των ανωτέρω ότι το τμήμα προσφυγών έπρεπε να κρίνει ότι η KSB υπέβαλε το 1999 στο Bundessortenamt υλικό το οποίο θεμιτώς θεωρούσε ως μη προσβεβλημένο από ιό και, συνεπώς, αποφασίζοντας ότι ο πρόεδρος του ΚΓΦΠ δεν είχε την εξουσία να εγκρίνει νέα υποβολή υλικού, το τμήμα προσφυγών παραγνώρισε τη διακριτική ευχέρεια την οποία απονέμει σε αυτόν το άρθρο 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94, η οποία του παρέχει την εξουσία να καθορίζει, ειδικότερα, την ποιότητα του υλικού και των δειγμάτων αναφοράς που θα υποβληθούν.
53 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ΚΓΦΠ υποστήριξε ότι το άρθρο 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2100/94, κατά το οποίο το ΚΓΦΠ απορρίπτει τις αιτήσεις για παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας εάν και μόλις διαπιστώσει ότι ο αιτών δεν έχει συμμορφωθεί με κανόνα ή σύσταση εντός της ταχθείσης προθεσμίας, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες μία τέτοια αίτηση δεν είναι σαφής.
54 Συγκεκριμένα, το ΚΓΦΠ ισχυρίστηκε ότι δεν συμφωνούσε με την ανάλυση του τμήματος προσφυγών, κατά την οποία οι οδηγίες του σχετικά με το προοριζόμενο για τεχνική εξέταση υλικό ήταν αρκούντως σαφείς, ώστε η μη τήρησή τους να συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως σχετικά με την ποικιλία Gala Schnitzer.
55 Διευκρίνισε ότι οι οδηγίες που παρέσχε στην KSB αναφορικά με την υγειονομική κατάσταση του προς υποβολή υλικού δεν ήταν αρκούντως σαφείς και, ειδικότερα, ότι δεν είχε ενημερώσει ορθώς την KSB σχετικά με το γεγονός ότι το προσκομισθέν ευρωπαϊκό φυτοϋγειονομικό διαβατήριο ήταν ανεπαρκές, και ότι οι προαναφερθείσες οδηγίες έπρεπε να είχαν ρητώς αναφέρει ότι το προς υποβολή υλικό έπρεπε να μην είναι προσβεβλημένο από ιό, καθότι έκρινε ότι δεν απόκειτο στους αιτούντες την παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας να ερμηνεύουν τις οδηγίες του.
56 Το ΚΓΦΠ επιβεβαιώνει επομένως ότι ενέκρινε στην προκειμένη περίπτωση την υποβολή νέου υλικού εξαιτίας της συγχύσεως στην οποία συνέβαλαν οι οδηγίες του.
57 Οι παρεμβαίνουσες αμφισβητούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αιτήσεως, καθότι η KSB, η οποία ήταν αρμόδια για όλες τις φυτοϋγειονομικές διατυπώσεις σχετικά με το υποβληθέν φυτικό υλικό, δεν προσκόμισε το φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό που είχε ζητήσει το ΚΓΦΠ κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94.
58 Τουτέστιν, η KSB δεν συμμορφώθηκε προς την εν λόγω κατά περίπτωση διατυπωθείσα σύσταση, κατά την έννοια του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94. Ως εκ τούτου, κατά τις παρεμβαίνουσες, το ΚΓΦΠ δεν μπορούσε να εγκρίνει την εκ μέρους της υποβολή νέου υλικού χωρίς να παραβεί το άρθρο 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2100/94.
59 Προσθέτουν ότι, σε παρόμοια περίπτωση, οι συνέπειες του άρθρου 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2100/94 δεν μπορούν να αρθούν παρά μόνο μέσω επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 80 του κανονισμού 2100/94. Όμως, η KSB δεν υπέβαλε σχετική αίτηση εντός των προθεσμιών που τάσσει η εν λόγω διάταξη.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
60 Κατά το άρθρο 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94, το ΚΓΦΠ ορίζει, με γενικούς κανόνες ή με συστάσεις που διατυπώνονται κατά περίπτωση, τον τόπο και τον χρόνο παράδοσης του υλικού για την τεχνική εξέταση, την ποσότητα και ποιότητα του εν λόγω υλικού, καθώς και των δειγμάτων αναφοράς.
61 Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η διακριτική ευχέρεια, την οποία παρέχει η εν λόγω διάταξη στο ΚΓΦΠ, δεν του επέτρεπε να εγκρίνει την εκ μέρους της KSB υποβολή νέου υλικού, στο μέτρο που πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αιτήσεως που είχε καταθέσει η KSB. Συγκεκριμένα, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, εξαιτίας της ιογενούς λοιμώξεως από την οποία είχε προσβληθεί το υποβληθέν υλικό, και σχετικά με την οποία η KSB είχε ενημερώσει το ΚΓΦΠ, η KSB δεν ήταν ουδόλως σε θέση να προσκομίσει το ζητηθέν φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό. Στη συνέχεια επεσήμανε ότι η KSB δεν είχε προσκομίσει το ζητηθέν φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό και συνήγαγε εξ αυτού του γεγονότος ότι, μη προσκομίζοντας το έγγραφο αυτό, η KSB δεν είχε συμμορφωθεί στις κατά περίπτωση διατυπωθείσες συστάσεις που περιέχονταν στις επιστολές του ΚΓΦΠ της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999. Εντούτοις, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού, το ΚΓΦΠ έπρεπε να έχει απορρίψει πάραυτα την αίτηση αναφορικά με την ποικιλία Gala Schnitzer.
62 Το σκεπτικό αυτό πρέπει να απορριφθεί, καθόσον παραγνωρίζει την έκταση της διακριτικής ευχέρειας την οποία παρέχει στο ΚΓΦΠ το άρθρο 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94.
63 Συγκεκριμένα, η διακριτική αυτή ευχέρεια περιλαμβάνει το δικαίωμα του ΚΓΦΠ να διευκρινίζει, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, τους όρους από τους οποίους εξαρτά την εξέταση μίας αιτήσεως για παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας, εφόσον δεν έχει εκπνεύσει η προθεσμία εντός της οποίας ο συγκεκριμένος αιτών οφείλει να ανταποκριθεί στη σύσταση η οποία διατυπώθηκε προς αυτόν.
64 Συναφώς, είναι σύμφωνο προς την αρχή της χρηστής διοικήσεως, καθώς και προς την ανάγκη εξασφαλίσεως της ομαλής διεξαγωγής και της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών, να διαθέτει το ΚΓΦΠ, οσάκις εκτιμά ότι η εκ μέρους του επισημανθείσα ανακρίβεια μπορεί να διορθωθεί, την ευχέρεια να συνεχίζει την εξέταση της κατατεθείσας σε αυτό αιτήσεως και να μην υποχρεούται, σε τέτοια περίπτωση, να την απορρίψει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εξουσία αυτή εκτιμήσεως επιτρέπει να αποφεύγεται κάθε περιττή παράταση της περιόδου, η οποία μεσολαβεί από την κατάθεση της αιτήσεως για παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας έως τη λήψη αποφάσεως επ’ αυτής, η οποία θα προέκυπτε εάν ο ενδιαφερόμενος αναγκαζόταν να καταθέσει νέα αίτηση.
65 Εξάλλου, μία τέτοια διακριτική ευχέρεια επιτρέπει στο μεν ΚΓΦΠ να διασφαλίζει ότι οι συστάσεις που διατυπώνει κατά περίπτωση είναι σαφείς και ότι ο αιτών ευθύνεται αποκλειστικώς για την ενδεχόμενη μη συμμόρφωση των πράξεων του προς τις εν λόγω συστάσεις, στους δε αιτούντες να γνωρίζουν κατά μη διφορούμενο τρόπο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να προβαίνουν στις προσήκουσες πράξεις, κάτι που συνιστά μια συνυφασμένη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου επιταγή (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιουλίου 1981, 169/80, Gondrand και Garancini, Συλλογή 1981, σ. 1931, σκέψη 17).
66 Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι το ΚΓΦΠ επικοινώνησε με την KSB ή με τον εκπρόσωπό της με επιστολές της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999 και με ηλεκτρονικό μήνυμα της 13ης Ιουνίου 2001.
67 Με την επιστολή του της 26ης Ιανουαρίου 1999, το ΚΓΦΠ ζήτησε από την KSB να υποβάλει σε αυτό, καθώς και στο Bundessortenamt, το απαραίτητο για την τεχνική εξέταση υλικό, ήτοι δέκα βλαστούς σε φυτική νάρκη για εμβολιασμό, μεταξύ 1ης και 15ης Μαρτίου 1999. Στην εν λόγω επιστολή το ΚΓΦΠ διευκρίνισε ότι «[ο] αποστολέας φέρει την ευθύνη για τη μεταφορά καθώς και για την παράδοση του φυτικού υλικού, τηρουμένων όλων των φυτοϋγειονομικών και τελωνειακών απαιτήσεων που εφαρμόζονται» και ότι «[τ]ο φυτικό υλικό δεν πρέπει να έχει υποστεί χημική επεξεργασία».
68 Με την επιστολή του της 25ης Μαρτίου 1999, το ΚΓΦΠ βεβαίωσε την παραλαβή του ζητηθέντος υλικού και ανέφερε ότι το εν λόγω υλικό είχε παραδοθεί στο Bundessortenamt σε καλή κατάσταση και εμπροθέσμως, αλλά ότι «η αποστολή δεν συνοδευόταν από το απαραίτητο φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό». Στην ίδια επιστολή, το ΚΓΦΠ κάλεσε την KSB να προσκομίσει «το συντομότερο δυνατόν το απαραίτητο αυτό έγγραφο […] προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες που [της] είχαν κοινοποιηθεί στις 26 Ιανουαρίου 1999».
69 Σημειωτέον ότι στην επιστολή της 26ης Ιανουαρίου 1999 αναφέρονται ο τόπος και η ημερομηνία παραδόσεως του υλικού, καθώς και η ποσότητα του υλικού που πρέπει να υποβληθεί. Επιπλέον, οι υποδείξεις σύμφωνα με τις οποίες το προς υποβολή υλικό, αφενός, δεν έπρεπε να έχει υποστεί χημική επεξεργασία, αφετέρου, έπρεπε να συνοδεύεται από φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό, όπως προκύπτει από το επιστολή της 25ης Μαρτίου 1999, αφορούν την ποιότητα του εν λόγω υλικού. Οι δύο αυτές επιστολές περιέχουν επομένως συστάσεις διατυπωθείσες κατά περίπτωση, κατά την έννοια του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94.
70 Στην ηλεκτρονική επιστολή του της 13ης Ιουνίου 2001, το ΚΓΦΠ, αφού ενημέρωσε την KSB σχετικά με την απόφασή του να καταστρέψει το υλικό που αυτή του υπέβαλε εξαιτίας της μολύνσεώς του, της επεσήμανε ότι, «δεδομένου ότι οι οδηγίες που απέστειλε [το ΚΓΦΠ] σχετικά με την προσκόμιση φυτών και την απαιτούμενη φυτοϋγειονομική κατάσταση δεν ήταν αρκούντως σαφείς, [το ΚΓΦΠ] αποφάσισε να εγκρίνει το αίτημά [της] να υποβάλει νέο υλικό, μη προσβεβλημένο από ιό, για τις τρεις ποικιλίες που απεστάλησαν στο Bundessortenamt Wurzen, έως τον Μάρτιο του 2002» και την κάλεσε να «μεριμνήσει ώστε να συνοδευτεί αυτή τη φορά η εν λόγω αποστολή από φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό εκδοθέν από επίσημο οργανισμό, το οποίο να βεβαιώνει την καλή υγειονομική κατάσταση του υλικού».
71 Από τα γεγονότα αυτά, όπως παρουσιάζονται στο δικόγραφο της προσφυγής και δεν αμφισβητούνται σχετικώς, προκύπτει ότι η ηλεκτρονική αυτή επιστολή αποτελεί συνέχεια της ενημέρωσης που παρέσχε η KSB στο Bundessortenamt, κατά την οποία το υλικό που υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 1999 ενόψει της τεχνικής εξετάσεως έφερε ιό που βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση, και επομένως η KSB δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στο Βundessortenamt φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό το οποίο να βεβαιώνει ότι το εν λόγω υλικό δεν ήταν προσβεβλημένο από ιό.
72 Κατά πρώτο λόγο, πρέπει να επισημανθεί ότι η ηλεκτρονική αυτή επιστολή αναφέρει τον τόπο και την ημερομηνία που πρέπει να παραδοθεί το υλικό. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά την μέσω αυτής ζητηθείσα προσκόμιση φυτοϋγειονομικού πιστοποιητικού, περιέχει υπόδειξη σχετικά με την ποιότητα του προς υποβολή υλικού. Επομένως, περιλαμβάνει σύσταση, κατά την έννοια του άρθρου 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94.
73 Κατά δεύτερο λόγο, διαπιστώνεται ότι, στην ίδια ηλεκτρονική επιστολή, το ΚΓΦΠ αναφέρεται στις «οδηγίες που απέστειλε το ΚΓΦΠ σχετικά με την προσκόμιση φυτών και την απαιτούμενη φυτοϋγειονομική κατάσταση», παραπέμποντας επομένως στις συστάσεις που περιέχονταν στις επιστολές της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999.
74 Κατά τρίτο λόγο, από την ηλεκτρονική επιστολή της 13ης Ιουνίου 2001 προκύπτει ότι το ΚΓΦΠ επέτρεψε στην KSB να υποβάλει νέο υλικό, με την αιτιολογία ότι οι οδηγίες που περιέχονταν στις επιστολές του της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999 δεν τόνιζαν κατά αρκούντως σαφή τρόπο, προς αποφυγή οιασδήποτε αμφισβητήσεως εκ μέρους της ΚSB, ότι το προς υποβολή υλικό έπρεπε να μην είναι προσβεβλημένο από ιό. Συγκεκριμένα, το ΚΓΦΠ έκρινε ότι στις εν λόγω οδηγίες έπρεπε να είχε ρητώς επισημανθεί ότι το προς υποβολή υλικό έπρεπε να μην είναι προσβεβλημένο από ιό, δεδομένου ότι δεν απόκειτο στους αιτούντες την παροχή κοινοτικού δικαιώματος επί φυτικής ποικιλίας να ερμηνεύουν τις οδηγίες του.
75 Αποδεικνύεται επομένως ότι η ηλεκτρονική επιστολή της 13ης Ιουνίου 2001 αποσκοπούσε στην αποκατάσταση των ασαφειών των συστάσεων που περιέχονταν στις επιστολές της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999, ως προς το ότι το προς υποβολή υλικό ενόψει της τεχνικής εξετάσεως έπρεπε να μην είναι προσβεβλημένο από ιό.
76 Εντούτοις, από την επιστολή της 25ης Μαρτίου 1999 προκύπτει ότι το ΚΓΦΠ δεν έταξε προθεσμία στην KSB για την προσκόμιση του ζητηθέντος φυτοϋγειονομικού πιστοποιητικού.
77 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι το ΚΓΦΠ μπόρεσε εγκύρως, στην ηλεκτρονική του επιστολή της 13ης Ιουνίου 2001, να αποκαταστήσει τις ασάφειες των συστάσεών του που περιέχονταν στις επιστολές της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999, ως προς το ότι το προς υποβολή υλικό ενόψει της τεχνικής εξετάσεως έπρεπε να μην είναι προσβεβλημένο από ιό.
78 Συνεπώς, απόκειται στο τμήμα προσφυγών να εκτιμήσει εάν η KSB συμμορφώθηκε προς τη σύσταση που περιέχετο στην ηλεκτρονική επιστολή του ΚΓΦΠ της 13ης Ιουνίου 2001, η οποία αποσκοπούσε στην αποκατάσταση των ασαφειών των συστάσεων που προέκυπταν από τις επιστολές του ΚΓΦΠ της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999.
79 Εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, κρίνοντας ότι η KSB δεν συμμορφώθηκε προς τις συστάσεις που περιέχονταν στις επιστολές της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999, καθόσον δεν προσκόμισε το φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό που ζήτησε το ΚΓΦΠ στις εν λόγω επιστολές του, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Συνεπώς, συνάγοντας ότι το ΚΓΦΠ παρέβη το άρθρο 61, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2100/94 καθόσον επέτρεψε στην KSB να υποβάλει νέο υλικό, ενώ, κατά τη διάταξη αυτή, έπρεπε να απορρίψει πάραυτα το αίτημά της, καθότι η KSB δεν είχε συμμορφωθεί προς σύσταση, το τμήμα προσφυγών παραγνώρισε την έκταση της διακριτικής ευχέρειας την οποία απονέμει στο ΚΓΦΠ το άρθρο 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94.
80 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τους ισχυρισμούς των παρεμβαινουσών περί κακής πίστεως όσον αφορά την KSB και την προσφεύγουσα, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι η συμπεριφορά της KSB και της προσφεύγουσας δεν σχετίζεται με το ζήτημα κατά πόσο η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο ΚΓΦΠ από το άρθρο 55, παράγραφος 4, του κανονισμού 2100/94 τού επέτρεπε ή όχι να διορθώσει, μέσω της ηλεκτρονικής του επιστολής της 13ης Ιουνίου 2001, τις ασάφειες των συστάσεών του που περιέχονταν στις επιστολές της 26ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 1999, όσον αφορά το γεγονός ότι το προς υποβολή υλικό ενόψει της τεχνικής εξετάσεως έπρεπε να μην είναι προσβεβλημένο από ιό.
81 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή και, επομένως, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το βάσιμο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως.
Επί του επικουρικού αιτήματος περί ακυρώσεως των αποφάσεων του ΚΓΦΠ EU 18759, OBJ 06-021 και OBJ 06-022, της 26ης Φεβρουαρίου 2007, απορρίψεως της υπ’ αρίθ. 1999/0033 αιτήσεως, καθώς και πραγματοποιήσεως συμπληρωματικών μελετών και λήψεως μέτρων πραγματογνωμοσύνης
82 Όσον αφορά το αίτημα των παρεμβαινουσών προς το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, τις αποφάσεις του ΚΓΦΠ EU 18759, OBJ 06-021 και OBJ 06-022, της 26ης Φεβρουαρίου 2007, να απορρίψει την υπ’ αρίθ. 1999/0033 αίτηση και, ενδεχομένως, να διατάξει συμπληρωματικές μελέτες και μέτρα πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να επισημανθεί ότι οι παρεμβαίνουσες ζητούν ουσιαστικά από το Γενικό Δικαστήριο να υιοθετήσει την απόφαση, την οποία εκτιμούν ότι έπρεπε να έχει λάβει το ΚΓΦΠ, ήτοι μία απόφαση, η οποία ακυρώνει τις αποφάσεις περί απορρίψεως των ενστάσεων που είχαν υποβάλει στο ΚΓΦΠ και απορρίπτει την αίτηση σχετικά με την ποικιλία Gala Schnitzer. Συνάγεται επομένως ότι με το τμήμα αυτό του δεύτερου αιτήματός τους, οι παρεμβαίνουσες ζητούν τη μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
83 Πρέπει να επισημανθεί ότι, προς στήριξη του αιτήματος αυτού, οι παρεμβαίνουσες προέβαλαν ενώπιον του τμήματος προσφυγών λόγους αντλούμενους από παράβαση, εκ μέρους της επιτροπής, του άρθρου 7, παράγραφος 1, του άρθρου 56, παράγραφος 2, και του άρθρου 57, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94, καθώς και των άρθρων 22 και 23 του κανονισμού (EΚ) 1239/95 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 1995, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 2100/94 όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες ενώπιον του ΚΓΦΠ (ΕΕ L 121, σ. 37), σε συνδυασμό με τα σημεία III 3, III 5 και III 6 του πρωτοκόλλου TP/14/1 του ΚΓΦΠ, της 27ης Μαρτίου 2003, σχετικά με την εξέταση της διάκρισης, της ομοιογένειας και της σταθερότητας (μήλο), καθόσον η ποικιλία Gala Schnitzer στερείται διακριτικού χαρακτήρα σε σχέση με την ποικιλία Baigent, το δε ΚΓΦΠ παραβίασε σειρά διαδικαστικών κανόνων κατά τη διάρκεια και κατόπιν της τεχνικής εξετάσεως.
84 Συναφώς, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών δεν εξέτασε τους προαναφερθέντες λόγους.
85 Δεδομένου, όμως, ότι οι παρεμβαίνουσες προέβαλαν κατά της υπό κρίση προσφυγής επιχειρήματα τα οποία δεν εξετάσθηκαν από το τμήμα προσφυγών, παρέλκει η εξέταση του αιτήματός τους περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθότι κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν ουσιαστικά άσκηση διοικητικών και ερευνητικών αρμοδιοτήτων οι οποίες ανήκουν στο ΚΓΦΠ, και, ως εκ τούτου, θα διετάρασσε τη θεσμική ισορροπία από την οποία απορρέει η αρχή της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ ΚΓΦΠ και Γενικού Δικαστηρίου (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση ELIO FIORUCCI, προπαρατεθείσα, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
86 Συνεπώς, το αίτημα των παρεμβαινουσών περί μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως απορρίπτεται.
Επί των δικαστικών εξόδων
87 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
88 Επειδή το ΚΓΦΠ ηττήθηκε, στο μέτρο που ακυρώθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει να καταδικαστεί να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά της, παρά την τροποποίηση των αιτημάτων του ΚΓΦΠ κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
89 Δεδομένου ότι οι παρεμβαίνουσες ηττήθηκαν, καταδικάζονται στα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση του τμήματος προσφυγών του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών(ΚΓΦΠ) της 21ης Νοεμβρίου 2007 (υποθέσεις A 003/2007 και A 004/2007).
2) Καταδικάζει το ΚΓΦΠ στα δικαστικά του έξοδα, καθώς και στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Schniga GmbH.
3) Καταδικάζει την Elaris SNC και την Brookfield New Zealand στα δικαστικά τους έξοδα.
|
Meij |
Vadapalas |
Truchot |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Σεπτεμβρίου 2010.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.