ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 25ης Φεβρουαρίου 2010 ( *1 )

«Σύστημα επιτήρησης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών — Κανονισμός (ΕΚ) 999/2001 — Βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών — Συνήθης σφαγή — Κρέας το οποίο προορίζεται για κατανάλωση από τον άνθρωπο — Υποχρεωτική δοκιμή ανίχνευσης — Εθνική νομοθεσία — Υποχρέωση εξετάσεως — Επέκταση — Βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών»

Στην υπόθεση C-562/08,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις , στο πλαίσιο της δίκης

Müller Fleisch GmbH

κατά

Land Baden-Württemberg,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, P. Lindh, U. Lõhmus (εισηγητή), A. Ó Caoimh και A. Arabadjiev, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Mazák

γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Νοεμβρίου 2009,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Müller Fleisch GmbH, εκπροσωπούμενη από τον A. Kiefer, Rechtsanwalt,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και N. Vitzthum,

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους F. Erlbacher και G. von Rintelen,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΕΕ L 147, σ. 1), και του παραρτήματος III, κεφάλαιο A, μέρος I, του ως άνω κανονισμού, όπως το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1248/2001 της Επιτροπής, της (ΕΕ L 173, σ. 12).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Müller Fleisch GmbH (στο εξής: Müller Fleisch) και του Land Baden-Württemberg, σχετικά με το τέλος που επιβλήθηκε στην εν λόγω εταιρία για τις δοκιμές ανίχνευσης της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ) που διεξήχθησαν στην εκμετάλλευσή της τον Ιούλιο του 2001 σε βοοειδή προοριζόμενα για σφαγή.

Το νομικό πλαίσιο

Η κοινοτική νομοθεσία

3

Ο κανονισμός 999/2001 θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 152, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, ΕΚ. Όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του, αποβλέπει στη θέσπιση ειδικών κανόνων για την πρόληψη, την καταπολέμηση και την εξάλειψη ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (στο εξής: ΜΣΕ), μεταξύ των οποίων και της ΣΕΒ, λόγω της επικινδυνότητάς τους για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων.

4

Το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σύστημα επιτήρησης», προβλέπει στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου του 1 τα εξής:

«Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει ετήσιο πρόγραμμα επιτήρησης της ΣΕΒ και της τρομώδους νόσου, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ, κεφάλαιο Α. Μια διαδικασία ανίχνευσης χρησιμοποιούσα τις ταχείες δοκιμές αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος αυτού.»

5

Στο αρχικό κείμενο του κανονισμού 999/2001, το παράρτημα III, κεφάλαιο A, μέρος I, καθόριζε τις «Στοιχειώδεις απαιτήσεις για ένα πρόγραμμα επιτήρησης της ΣΕΒ στα βοοειδή». Προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την επιλογή, για τους σκοπούς του προγράμματος αυτού, ορισμένων υποπληθυσμών βοοειδών ηλικίας άνω των 30 μηνών, περιλαμβανομένων εκείνων που υποβάλλονται στη συνήθη σφαγή για κατανάλωση από τον άνθρωπο.

6

Το μέρος III του εν λόγω κεφαλαίου A έφερε τον τίτλο «Επιτήρηση ζώων υψηλού κινδύνου» και όριζε τα ακόλουθα:

«Επιπλέον των προγραμμάτων επιτήρησης που εκτίθενται στα μέρη Ι και ΙΙ, τα κράτη μέλη μπορούν, εθελοντικά, να διεξάγουν στοχοθετημένη επιτήρηση για ΜΣΕ σε ζώα υψηλού κινδύνου, όπως:

ζώα που προέρχονται από χώρες όπου σημειώθηκαν αυτόχθονα κρούσματα ΜΣΕ,

ζώα που έχουν καταναλώσει δυνητικώς μολυσμένες ζωοτροφές,

ζώα που έχουν γεννηθεί ή είναι απόγονοι θηλυκών ζώων που έχουν μολυνθεί από ΜΣΕ.»

7

Στη δεύτερη και στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1248/2001 αναφέρεται ότι:

«(2)

Λόγω της ανίχνευσης [ΣΕΒ] σε δύο βοοειδή ηλικίας 28 μηνών στα πλαίσια των συνηθισμένων δοκιμών ζώων που είχαν σφαγεί υποχρεωτικά και για τη δημιουργία ενός συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης σχετικά με δυσμενείς τάσεις όσον αφορά τον επιπολασμό της ΣΕΒ σε νεαρά ζώα, το όριο ηλικίας πρέπει να μειωθεί στους 24 μήνες, για ζώα που ανήκουν σε ορισμένους πληθυσμούς κινδύνου.

[…]

(7)

Πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να διεξάγουν δοκιμές σε άλλα βοοειδή, σε εθελοντική βάση, ειδικά όταν κρίνεται ότι τα ζώα αυτά συνιστούν ιδιαίτερο κίνδυνο, με την προϋπόθεση ότι δεν διαταράσσεται το εμπόριο.»

8

Ο κανονισμός 1248/2001 τροποποιεί, μεταξύ άλλων, το παράρτημα III του κανονισμού 999/2001. Το μέρος I του κεφαλαίου A του ως άνω παραρτήματος, όπως έχει τροποποιηθεί, εφαρμόζεται από 1ης Ιουλίου 2001 και φέρει τον τίτλο «Παρακολούθηση βοοειδών».

9

Το σημείο 2 του εν λόγω μέρους, που αφορά την παρακολούθηση ζώων που σφάζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο, ορίζει τα εξής:

«2.1.

Όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών:

τα οποία υπόκεινται στην “ειδική επείγουσα σφαγή”, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ του Συμβουλίου[, της 26ης Ιουνίου 1964, περί υγειονομικών προβλημάτων στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών νωπών κρεάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 129)], ή

τα οποία σφάζονται, σύμφωνα με το παράρτημα Ι, κεφάλαιο VI, σημείο 28, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 64/433/ΕΟΚ,

υποβάλλονται σε δοκιμή για ΣΕΒ.

2.2.

Όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών που σφάζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο υποβάλλονται σε δοκιμή για ΣΕΒ.

[…]»

10

Το σημείο 3 του εν λόγω μέρους I ορίζει ότι τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών που έχουν πεθάνει ή θανατωθεί για άλλους σκοπούς εκτός από, μεταξύ άλλων, την κατανάλωση από τον άνθρωπο, υποβάλλονται σε τυχαίες δοκιμές για ΣΕΒ, τηρουμένων των ελάχιστων αριθμών δειγμάτων που προσδιορίζονται στο σημείο αυτό.

11

Το σημείο 5 του εν λόγω μέρους I, που φέρει τον τίτλο «Παρακολούθηση άλλων ζώων», προβλέπει τα εξής:

«Εκτός από τη δοκιμή που αναφέρεται στα σημεία 2 έως 4, τα κράτη μέλη μπορούν, σε εθελοντική βάση, να αποφασίσουν τη δοκιμή άλλων βοοειδών που προέρχονται από χώρες με αυτόχθονα κρούσματα ΣΕΒ, έχουν καταναλώσει πιθανά μολυσμένες ζωοτροφές, ή έχουν γεννηθεί ή προέρχονται από μητέρες που έχουν μολυνθεί από ΣΕΒ.»

Η εθνική νομοθεσία

12

Η κανονιστική απόφαση σχετικά με τον υγειονομικό έλεγχο του κρέατος των σφαγέντων βοοειδών για την ανίχνευση ΣΕΒ (Verordnung zur fleischhygienerechtlichen Untersuchung von geschlachteten Rindern auf BSE), της 1ης Δεκεμβρίου 2000 (BGBl. 2000 I, σ. 1659), όπως τροποποιήθηκε με την κανονιστική απόφαση της (BGBl. 2001 I, σ. 164, στο εξής: BSE-Untersuchungsverordnung), προβλέπει δοκιμές για την ανίχνευση ΣΕΒ.

13

Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, μετά τον εντοπισμό στη Γερμανία ενός κρούσματος ΣΕΒ σε βοοειδές ηλικίας 28 μηνών, ο εν λόγω κανονισμός της 25ης Ιανουαρίου 2001 μείωσε το γενικό όριο ηλικίας για τη δοκιμή ανίχνευσης ΣΕΒ στα βοοειδή από τους 30 στους 24 μήνες.

14

Έτσι, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της BSE-Untersuchungsverordnung ορίζει ότι τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών υποβάλλονται σε μία από τις δοκιμές που αναγνωρίζει το παράρτημα IV Α της αποφάσεως 98/272/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1998, για την επιδημιολογική παρακολούθηση των μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών και για την τροποποίηση της απόφασης 94/474/ΕΚ (ΕΕ L 122, σ. 59).

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

15

Η Müller Fleisch δραστηριοποιείται στη βιομηχανία επεξεργασίας κρέατος ως επιχείρηση σφαγής και τεμαχισμού. Με ατομική ειδοποίηση της 18ης Οκτωβρίου 2001, το Landratsamt Enzkreis της ζήτησε να καταβάλει τέλος για τις δοκιμές ανίχνευσης ΣΕΒ που είχαν διεξαχθεί εντός των εγκαταστάσεών της τον Ιούλιο του 2001 σε βοοειδή προοριζόμενα για σφαγή. Στο τέλος αυτό περιλαμβανόταν και ποσό 31401,56 ευρώ για δοκιμές που είχαν διεξαχθεί σε βοοειδή ηλικίας από 24 έως 30 μηνών.

16

Η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης αμφισβήτησε, με ένδικη προσφυγή, τη νομιμότητα του τέλους αυτού, προβάλλοντας, ιδίως, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το παράρτημα III, κεφάλαιο A, μέρος I, του κανονισμού 999/2001, δεν επιτρέπουν τη γενική καθιέρωση δοκιμών ανίχνευσης ΣΕΒ για τα βοοειδή αυτής της ηλικίας.

17

Ούτε η ως άνω προσφυγή ούτε η έφεση της Müller Fleisch ευοδώθηκαν. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε ότι η γενικευμένη υποχρέωση εξετάσεως την οποία προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο για τα βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών δεν συνεπάγεται απαγόρευση εξετάσεως των βοοειδών μικρότερης ηλικίας, δεδομένου ότι το εν λόγω μέρος I επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη, στο σημείο του 5, να διεξάγουν δοκιμές σε άλλα βοοειδή, εφόσον η εξέταση αυτή δεν διαταράσσει το εμπόριο. Τέτοια διατάραξη δεν έχει επέλθει εν προκειμένω.

18

Έχοντας επιληφθεί της αιτήσεως αναιρέσεως, το Bundesverwaltungsgericht φρονεί, αντιθέτως, ότι το γεγονός ότι το εν λόγω μέρος I εγκαθιδρύει ιδιαίτερο σύστημα επιτήρησης με λεπτομερείς κανόνες εναντιώνεται σε μια τέτοια διεύρυνση της υποχρεώσεως εξετάσεως. Κατά το ως άνω δικαστήριο, από το δεύτερο και το τρίτο παράδειγμα του εν λόγω σημείου 5 προκύπτει ότι, με το σημείο αυτό, ο κοινοτικός νομοθέτης δέχθηκε τη δυνατότητα μόνον ad hoc προσθηκών στο προβλεπόμενο πρόγραμμα εξετάσεων. Επιπλέον, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «άλλα ζώα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα βοοειδή ηλικίας από 24 έως 30 μηνών, αφ’ ης στιγμής οι υποχρεώσεις εξετάσεως ρυθμίζονται ήδη επακριβώς ως προς τα ζώα αυτά. Τέλος, ουσιώδεις τροποποιήσεις του κοινοτικού προγράμματος θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διατάραξη του εμπορίου.

19

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesverwaltungsgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙΙ, κεφάλαιο Α, μέρος Ι, του κανονισμού [999/2001], όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό [1248/2001], την έννοια ότι απαγορεύει την επέκταση της υποχρεώσεως εξετάσεως σε όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών, την οποία επιβάλλει η BSE-Untersuchungsverordnung […];»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

20

Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 999/2001 και το παράρτημα III, κεφάλαιο A, μέρος I, του ως άνω κανονισμού, όπως το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/2001, απαγορεύουν εθνική νομοθετική ρύθμιση δυνάμει της οποίας όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμές για ΣΕΒ.

21

Από το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 999/2001 προκύπτει ότι το ετήσιο πρόγραμμα επιτήρησης για τη ΣΕΒ το οποίο υποχρεούνται να θεσπίσουν τα κράτη μέλη, αναπόσπαστο μέρος του οποίου αποτελεί η διαδικασία ανίχνευσης, πρέπει να είναι σύμφωνο προς το παράρτημα III, κεφάλαιο A, του ως άνω κανονισμού.

22

Τα σημεία 2 και 3 του μέρους I του ως άνω κεφαλαίου, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1248/2001, προβλέπουν ότι υποβάλλονται σε δοκιμή για ΣΕΒ, πρώτον, όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 30 μηνών που υποβάλλονται σε συνήθη σφαγή για κατανάλωση από τον άνθρωπο και, δεύτερον, βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών που ανήκουν σε ορισμένους πληθυσμούς προσδιοριζόμενους στα σημεία αυτά.

23

Επιπλέον, δυνάμει του σημείου 5 του εν λόγω μέρους I, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να διεξάγουν δοκιμές και σε άλλα βοοειδή στην επικράτειά τους, πέραν εκείνων που αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στα ως άνω σημεία 2 και 3.

24

Κατά τη Müller Fleisch, η δυνατότητα αυτή δεν βαίνει μέχρι του σημείου να παρέχεται στα κράτη μέλη εξουσία επιβολής της διαδικασίας ανίχνευσης ως προς όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών, όπως προβλέπει η επίμαχη στην κύρια δίκη γερμανική νομοθεσία, αλλά επιτρέπει μόνο στοχευμένες εξετάσεις σε ζώα υψηλού κινδύνου.

25

Συναφώς, αφενός, ακόμη και αν τα ζώα του δευτέρου και του τρίτου παραδείγματος του καταλόγου του εν λόγω σημείου 5 μπορούν να θεωρηθούν ως ανήκοντα στις συγκεκριμένες και περιορισμένες ομάδες υψηλού κινδύνου, το πρώτο παράδειγμα, ήτοι τα ζώα που προέρχονται από χώρες με αυτόχθονα κρούσματα ΣΕΒ, καλύπτει δυνητικώς το σύνολο των βοοειδών μιας τέτοιας χώρας. Αφετέρου, ο όρος «ιδίως», που προηγείται αυτού του καταλόγου των περιπτώσεων κατά τις οποίες χωρεί διεξαγωγή δοκιμών ανίχνευσης και σε άλλα βοοειδή, δείχνει ότι ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός.

26

Ομοίως, χρησιμοποιώντας τον όρο «ειδικά» στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1248/2001, ο κοινοτικός νομοθέτης έδειξε ότι δεν προτίθετο να περιορίσει μόνο στα ζώα που θεωρούνται ότι εμφανίζουν υψηλότερη επικινδυνότητα την ευχέρεια των κρατών μελών να επιβάλλουν τέτοιες δοκιμές.

27

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι η αντίστοιχη προς το ως άνω σημείο 5 διάταξη του αρχικού κειμένου του παραρτήματος III του κανονισμού 999/2001, ήτοι το μέρος III του κεφαλαίου A του εν λόγω παραρτήματος, διευκρίνιζε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να διεξάγουν στοχευμένη επιτήρηση των ζώων υψηλού κινδύνου, ενώ τέτοιος περιορισμός δεν επιβάλλεται στο εν λόγω σημείο.

28

Συνεπώς, το γράμμα του παραρτήματος III, κεφάλαιο A, μέρος I, σημείο 5, του κανονισμού 999/2001, όπως το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/2001, ουδόλως επιβεβαιώνει την προτεινόμενη από τη Müller Fleisch ερμηνεία της ως άνω διατάξεως ούτε αποκλείει την επιβολή, από κράτος μέλος, δοκιμών ανίχνευσης ως προς όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών στην επικράτειά του.

29

Εντούτοις, η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης φρονεί ότι, δεδομένου ότι η υποχρέωση εξετάσεως ως προς τα βοοειδή ηλικίας από 24 έως 30 μηνών έχει ήδη προβλεφθεί στα σημεία 2 και 3 του εν λόγω μέρους I, τα ζώα της ηλικίας αυτής δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «άλλα βοοειδή», κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, και ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει αφήσει στη διάκριση των κρατών μελών το ζήτημα της καθιερώσεως δοκιμών σε άλλα ζώα.

30

Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

31

Καταρχάς, ισοδυναμεί με ισχυρισμό ότι τα εν λόγω σημεία 2 και 3 ρυθμίζουν την εξέταση των βοοειδών ηλικίας από 24 έως 30 μηνών κατά τρόπο εξαντλητικό, οπότε το σημείο 5 του εν λόγω μέρους I δεν αφορά παρά μόνον τα βοοειδή άλλων ηλικιών. Θα έπρεπε επομένως να γίνει δεκτό ότι το ίδιο ισχύει και ως προς τα ζώα ηλικίας άνω των 30 μηνών, δεδομένου ότι τα εν λόγω σημεία 2 και 3 αφορούν και τις δοκιμές στα ζώα αυτά. Κατά συνέπεια, το ως άνω σημείο 5 θα αφορούσε μόνον τα βοοειδή ηλικίας μικρότερης των 24 μηνών, πράγμα που θα του στερούσε μεγάλο μέρος της πρακτικής αποτελεσματικότητάς του.

32

Εν συνεχεία, πρέπει να τονιστεί ότι ο κανονισμός 999/2001 έχει, σύμφωνα με τη νομική βάση του, ήτοι το άρθρο 152, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, ΕΚ, ως άμεσο στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας. Κατά πάγια όμως νομολογία, μεταξύ των αγαθών και των συμφερόντων που προστατεύει η Συνθήκη ΕΚ, η υγεία και η ζωή των ανθρώπων κατέχουν την πρώτη θέση, εναπόκειται δε στα κράτη μέλη να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που προτίθενται να παρέχουν και τον τρόπο επίτευξης του επιπέδου αυτού, πράγμα που συνεπάγεται την αναγνώριση στα κράτη μέλη περιθωρίου εκτιμήσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-141/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2008, σ. I-6935, σκέψη 51, της , C-169/07, Hartlauer, Συλλογή 2009, σ. I-1721, σκέψη 30, καθώς και της , C-171/07 και C-172/07, Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-4171, σκέψη 19).

33

Ένα τέτοιο περιθώριο εκτιμήσεως είναι σύμφωνο με τον σκοπό που διατυπώνεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1248/2001, ο οποίος συνίσταται στη δημιουργία ενός συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης σχετικά με δυσμενείς τάσεις όσον αφορά τον επιπολασμό της ΣΕΒ σε νεαρά ζώα. Προκύπτει επιπλέον από την έβδομη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, όπου υποδηλώνεται, με τον όρο «κρίνεται», ότι η σκοπιμότητα της διεξαγωγής δοκιμών σε άλλα βοοειδή εκτιμάται από τα κράτη μέλη.

34

Από τις τροποποιήσεις που επέφερε ο εν λόγω κανονισμός στο παράρτημα III του κανονισμού 999/2001 προκύπτει ευρύτερο περιθώριο εκτιμήσεως σε σχέση με το αρχικό κείμενο του εν λόγω παραρτήματος. Ειδικότερα, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, τα κράτη μέλη δεν είναι πλέον περιορισμένα στη στοχευμένη εξέταση των ζώων υψηλού κινδύνου.

35

Επομένως, ο κανονισμός 999/2001 παρέχει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τα βοοειδή που μπορούν να υποβάλλουν στις δοκιμές για ΣΕΒ.

36

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεις του κανονισμού 999/2001 δεν απαγορεύουν καταρχήν την επέκταση από κράτος μέλος της υποχρεώσεως εξετάσεως για ΣΕΒ σε όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών στην επικράτειά του.

37

Πάντως, στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1248/2001 δηλώνεται ότι πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να διεξάγουν δοκιμές σε άλλα βοοειδή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διαταράσσεται το εμπόριο.

38

Παρατηρείται εκ προοιμίου ότι η ανωτέρω διευκρινιστική παρατήρηση δεν μπορεί να νοείται υπό την έννοια ότι αφορά οποιαδήποτε διατάραξη του εμπορίου. Αφενός, οποιαδήποτε διαδικασία ανίχνευσης είναι ικανή να προκαλέσει τέτοιες διαταράξεις, όπως παραδείγματος χάριν καθυστερήσεις, όσο μικρές κι αν είναι.

39

Αφετέρου, καίτοι αληθεύει ότι η άδεια προς τα κράτη μέλη να διεξάγουν, σε εθελοντική βάση, δοκιμές σε άλλα βοοειδή μπορεί να οδηγήσει, σε κράτος μέλος το οποίο επιβάλλει συναφώς αυστηρότερους κανόνες, στην ανίχνευση αριθμού κρουσμάτων ΣΕΒ αρκετά μεγάλου ώστε το κράτος μέλος αυτό να υποβιβαστεί ως προς τις κατηγορίες που καθορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού 999/2001, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθορισμός της κατάστασης όσον αφορά τη ΣΕΒ», εντούτοις οι διαταράξεις των εξαγωγών ζώων και προϊόντων ζωικής προέλευσης που θα μπορούσαν να προκύψουν θα συνέβαλαν στον σκοπό της προστασίας της υγείας των ανθρώπων και των ζώων.

40

Επισημαίνεται, εν συνεχεία, ότι στις διατάξεις των κανονισμών 999/2001 και 1248/2001 δεν γίνεται ρητή μνεία στο ζήτημα της διαταράξεως του εμπορίου. Επομένως, δεδομένου ότι οι αιτιολογικές σκέψεις κοινοτικής πράξεως δεν είναι νομικώς δεσμευτικές (απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C-134/08, Tyson Parketthandel, Συλλογή 2009, σ. I-2875, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), πρέπει, όπως υποστήριξε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η διευκρινιστική παρατήρηση της έβδομης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 1248/2001 να ερμηνεύεται ως παραπομπή στο πρωτογενές δίκαιο και, ιδίως, στην αρχή της αναλογικότητας.

41

Ειδικότερα, κατά την άσκηση της προεκτεθείσας στις σκέψεις 32 έως 35 της παρούσας αποφάσεως διακριτικής ευχέρειας, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν, όπου αρμόζει, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Οι εν λόγω διατάξεις απαγορεύουν στα κράτη μέλη να εισάγουν ή να διατηρούν σε ισχύ, όσον αφορά τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας, αδικαιολόγητους περιορισμούς στην άσκηση της ελευθερίας αυτής (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Μαΐου 2006, C-372/04, Watts, Συλλογή 2006, σ. I-4325, σκέψη 92, και προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 23, και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ., σκέψη 18).

42

Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι δοκιμές ανίχνευσης τις οποίες κράτος μέλος αποφασίζει να διεξαγάγει χάριν αυτού του σκοπού σε ένα μέρος του πληθυσμού βοοειδών συνεπάγονται δυσανάλογη διατάραξη του εμπορίου.

43

Δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, που συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ενώσεως, αυτές οι δοκιμές ανίχνευσης είναι νόμιμες υπό την προϋπόθεση ότι είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη των θεμιτώς επιδιωκόμενων σκοπών, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσοτέρων πρόσφορων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό και τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκομένους σκοπούς (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Ιουλίου 2003, C-220/01, Lennox, Συλλογή 2003, σ. I-7091, σκέψη 76).

44

Συναφώς, η εισαγωγή δοκιμών ως προς όλα τα βοοειδή ηλικίας από 24 έως 30 μηνών συνιστά μέτρο πρόσφορο για την ανίχνευση κρουσμάτων ΣΕΒ στα ζώα της ηλικίας αυτής και, ως εκ τούτου, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

45

Επιπλέον, όσον αφορά την αναγκαιότητα του μέτρου αυτού, πρέπει να υπομνησθεί ότι στον τομέα αυτό τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως. Έτσι, το γεγονός ότι κράτος μέλος επιβάλλει λιγότερο αυστηρούς κανόνες από τους κανόνες που έχει επιβάλει άλλο κράτος μέλος δεν σημαίνει ότι οι τελευταίοι αυτοί κανόνες είναι δυσανάλογοι (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 51).

46

Ομοίως, το γεγονός ότι, ως αντίδραση στην ανίχνευση μεμονωμένων κρουσμάτων ΣΕΒ σε ζώα ηλικίας 28 μηνών, ο κοινοτικός νομοθέτης, όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1248/2001 και από την απόφαση περί παραπομπής, επέβαλε, για τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών, δοκιμές σε μικρότερη έκταση από τις δοκιμές που εισήγαγε κράτος μέλος δεν σημαίνει ότι το κράτος αυτό δεν μπορεί βασίμως να θεωρήσει ως αναγκαίες τις εν λόγω δοκιμές.

47

Τέλος, δεν προκύπτει ότι εθνικό μέτρο, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας τον οποίον επιδιώκει ο κανονισμός 999/2001.

48

Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 999/2001 και το παράρτημα III, κεφάλαιο A, μέρος I, του ως άνω κανονισμού, όπως το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/2001, δεν απαγορεύουν εθνική νομοθετική ρύθμιση δυνάμει της οποίας όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμές για ΣΕΒ.

Επί των δικαστικών εξόδων

49

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών, και το παράρτημα III, κεφάλαιο A, μέρος I, του ως άνω κανονισμού, όπως το παράρτημα αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1248/2001 της Επιτροπής, της , δεν απαγορεύουν εθνική νομοθετική ρύθμιση δυνάμει της οποίας όλα τα βοοειδή ηλικίας άνω των 24 μηνών πρέπει να υποβάλλονται σε δοκιμές για σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.