ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 12ης Αυγούστου 2008 ( *1 )

«Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις — Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ — Άρθρα 31 και 32 — Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ κρατών μελών — Δυνατότητα του κράτους εκτελέσεως μιας αιτήσεως εκδόσεως να εφαρμόσει σύμβαση συναφθείσα πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, αλλά εφαρμοστέα, εντός του κράτους αυτού, από μεταγενέστερη ημερομηνία»

Στην υπόθεση C-296/08 PPU,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το chambre de l’instruction de la cour d’appel de Montpellier (Γαλλία), με απόφαση της 3ης Ιουλίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την ίδια ημερομηνία, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως κατά του

Ignacio Pedro Santesteban Goicoechea,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Rosas (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, U. Lõhmus, J. N. Cunha Rodrigues, A. Ó Caoimh και A. Arabadjiev, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: M.-A. Gaudissart, προϊστάμενος διοικητικής μονάδας,

έχοντας υπόψη το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου, της 3ης Ιουλίου 2008, το οποίο υποβλήθηκε στο Δικαστήριο την ίδια ημερομηνία, να εκδικαστεί η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατά την επείγουσα διαδικασία του άρθρου 104β του Κανονισμού Διαδικασίας,

έχοντας υπόψη την απόφαση του τρίτου τμήματος, της 7ης Ιουλίου 2008, να δεχθεί το αίτημα αυτό,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Αυγούστου 2008,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο Ι. Santesteban Goicoechea, εκπροσωπούμενος από τον Y. Molina Ugarte, avocat,

η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους E. Belliard, G. de Bergues και A.-L. During,

η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Abogacía del Estado,

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους S. Grünheid και R. Troosters,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 31 και 32 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ L 190, σ. 1, στο εξής: απόφαση-πλαίσιο).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία εκκρεμεί ενώπιον του chambre de l’instruction de la cour d’appel de Montpellier, κατόπιν αιτήσεως εκδόσεως την οποία υπέβαλαν οι ισπανικές αρχές στις 2 Ιουνίου 2008.

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο

3

Η ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως υπογράφηκε στο Παρίσι στις 13 Δεκεμβρίου 1957. Το άρθρο 10 της συμβάσεως αυτής, με τον τίτλο «Παραγραφή», ορίζει τα εξής:

«Δεν παρέχεται έκδοσις, εφόσον κατά την νομοθεσίαν του αιτούντος μέρους ή του παρ’ ου αιτείται η έκδοσις, έλαβε χώραν παραγραφή της ποινικής διώξεως ή της επιβληθείσης ποινής.»

4

Η ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1977.

Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως

5

Η σύμβαση για την απλουστευμένη διαδικασία εκδόσεως μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως καταρτίσθηκε, βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με πράξη του Συμβουλίου της 10ης Μαρτίου 1995 και υπογράφηκε την ίδια ημερομηνία από όλα τα κράτη μέλη (ΕΕ C 78, σ. 1, στο εξής: σύμβαση του 1995).

6

Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω συμβάσεως:

«Η παρούσα σύμβαση αποσκοπεί στη διευκόλυνση της εφαρμογής μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως [της 13ης Δεκεμβρίου 1957], συμπληρώνοντας τις διατάξεις της.»

7

Η σύμβαση για την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλούμενη «σύμβαση του Δουβλίνου», καταρτίσθηκε, βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, με πράξη του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 και υπογράφηκε την ίδια ημερομηνία από όλα τα κράτη μέλη (ΕΕ C 313, σ. 11, στο εξής: σύμβαση του 1996).

8

Το άρθρο της 1 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«1.   Η παρούσα σύμβαση έχει ως αντικείμενο τη συμπλήρωση των διατάξεων και τη διευκόλυνση της εφαρμογής μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως, της 13ης Δεκεμβρίου 1957 […],

της ευρωπαϊκής σύμβασης για την καταστολή της τρομοκρατίας, της 27ης Ιανουαρίου 1977 […],

της σύμβασης της 19ης Ιουνίου 1990, για την εφαρμογή της συμφωνίας του Schengen, της 14ης Ιουνίου 1985 [μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της οικονομικής ενώσεως Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας], σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα [ΕΕ 2000, L 239, σ. 19], στα πλαίσια των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών που μετέχουν σ’ αυτή τη σύμβαση […]».

9

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της συμβάσεως του 1996 έχει ως εξής:

«Δεν επιτρέπεται άρνηση της έκδοσης για τον λόγο ότι έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής διώξεως ή της ποινής βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση.»

10

Από το άρθρο 18, παράγραφοι 2 και 3, της συμβάσεως του 1996 προκύπτει ότι αυτή αρχίζει να ισχύει 90 ημέρες μετά την ανακοίνωση, εκ μέρους του τελευταίου κράτους μέλους που επικυρώνει την εν λόγω σύμβαση, της ολοκληρώσεως των διαδικασιών που απαιτούν οι συνταγματικοί του κανόνες για την επικύρωση αυτή. Συνεπώς, δεδομένου ότι δεν έχουν επικυρώσει τη σύμβαση όλα τα κράτη μέλη, η σύμβαση αυτή δεν έχει αρχίσει να ισχύει σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη.

11

Το άρθρο 18, παράγραφος 4, της συμβάσεως του 1996 ορίζει τα εξής:

«Μέχρι την έναρξη της ισχύος της παρούσας σύμβασης, κάθε κράτος μέλος, όταν προβαίνει στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ή καθ’ οιονδήποτε άλλο χρόνο, μπορεί να δηλώσει ότι, καθόσον το αφορά, η σύμβαση αυτή έχει εφαρμογή στις σχέσεις του με τα κράτη μέλη που έχουν κάνει την ίδια δήλωση. Οι δηλώσεις αυτές αποκτούν ισχύ ενενήντα ημέρες μετά την ημερομηνία της κατάθεσής τους.»

12

Το άρθρο 18, παράγραφος 5, της συμβάσεως του 1996 διευκρινίζει ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της ή θέσεώς της σε εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση και του αιτούντος κράτους μέλους.

13

Η τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου έχουν ως εξής:

«(3)

Όλα ή μερικά από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετέχουν σε ορισμένες συμβάσεις για θέματα έκδοσης, μεταξύ των οποίων στην ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 και την ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας της 27ης Ιανουαρίου 1977. Οι σκανδιναβικές χώρες έχουν θεσπίσει νομοθεσία περί εκδόσεως με ταυτόσημο περιεχόμενο.

(4)

Επιπλέον, τα κράτη μέλη έχουν εγκρίνει τις ακόλουθες τρεις συμβάσεις που αφορούν εν όλω ή εν μέρει την έκδοση και αποτελούν τμήμα του κεκτημένου της Ένωσης: τη σύμβαση της 19ης Ιουνίου 1990 για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ως προς τα κράτη μέλη που είναι μέλη της εν λόγω σύμβασης), τη σύμβαση [του 1995] και τη σύμβαση [του 1996].

(5)

Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ κρατών μελών και την αντικατάστασή της από σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών. Εξάλλου, η εισαγωγή ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς τον σκοπό της εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης, επιτρέπει να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Οι κλασικές σχέσεις συνεργασίας που ισχύουν μέχρι σήμερα μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε σύστημα ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των προδικαστικών όσο και των οριστικών ποινικών αποφάσεων, σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.»

14

Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου έχει ως εξής:

«Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης θα πρέπει να αντικαταστήσει, μεταξύ των κρατών μελών, όλες τις προηγούμενες νομικές πράξεις σχετικά με την έκδοση, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του τίτλου III της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν που αφορούν την έκδοση.»

15

Το άρθρο 31 της αποφάσεως-πλαισίου, τιτλοφορούμενο «Σχέση με άλλες νομικές πράξεις», έχει ως εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη της εφαρμογής τους στις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και τρίτων κρατών, η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αντικαθιστά, από την 1η Ιανουαρίου 2004, τις αντίστοιχες διατάξεις των ακόλουθων συμβάσεων που ισχύουν όσον αφορά την έκδοση στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών:

α)

ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, πρόσθετο πρωτόκολλο της 15ης Οκτωβρίου 1975, δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της 17ης Μαρτίου 1978 και ευρωπαϊκή σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας της 27ης Ιανουαρίου 1977, στο μέτρο που αφορά την έκδοση·

β)

συμφωνία της 26ης Μαΐου 1989 μεταξύ των δώδεκα κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την απλούστευση και τον εκσυγχρονισμό των τρόπων διαβίβασης των αιτήσεων για έκδοση ·

γ)

σύμβαση [του] 1995 […]·

δ)

σύμβαση [του] 1996 […]·

ε)

τίτλος III, κεφάλαιο 4, της σύμβασης της 19ης Ιουνίου 1990 για την εφαρμογή της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που ισχύουν κατά την υιοθέτηση της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, στον βαθμό που επιτρέπουν την εμβάθυνση ή διεύρυνση των στόχων της και συμβάλλουν στην περαιτέρω απλούστευση και διευκόλυνση των διαδικασιών παράδοσης προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, στον βαθμό που επιτρέπουν την εμβάθυνση ή διεύρυνση του περιεχομένου της και συμβάλλουν στην περαιτέρω απλούστευση και διευκόλυνση των διαδικασιών παράδοσης προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, ιδίως συντέμνοντας τις προθεσμίες του άρθρου 17, επεκτείνοντας τον κατάλογο των αξιόποινων πράξεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, συρρικνώνοντας τους λόγους άρνησης που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 ή μειώνοντας το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1 ή 2.

Οι συμφωνίες και οι διακανονισμοί που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο ουδόλως θίγουν τις σχέσεις με όσα κράτη μέλη δεν συμμετέχουν στις εν λόγω συμφωνίες ή διακανονισμούς.

Εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο συμφωνίες ή διακανονισμούς που προτίθενται να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν επίσης στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή κάθε νέα συμφωνία ή διακανονισμό, όπως προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, εντός τριμήνου από την υπογραφή τους.

3.   Στον βαθμό που οι συμβάσεις ή οι συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται σε εδάφη των κρατών μελών, ή σε εδάφη για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων υπεύθυνο είναι ένα κράτος μέλος, στα οποία η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν εφαρμόζεται, οι εν λόγω συμβάσεις ή συμφωνίες εξακολουθούν να διέπουν τις υφιστάμενες σχέσεις μεταξύ των εδαφών αυτών και των άλλων κρατών μελών.»

16

Το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου, με τον τίτλο «Μεταβατική διάταξη», ορίζει τα εξής:

«Οι αιτήσεις εκδόσεως οι οποίες θα παραληφθούν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004 θα εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες πράξεις σχετικά με την έκδοση. Οι αιτήσεις που θα παραληφθούν από την ημερομηνία αυτή θα διέπονται από τους κανόνες που θα θεσπίσουν τα κράτη μέλη για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης-πλαίσιο. Ωστόσο, κάθε κράτος μέλος δύναται, κατά τη στιγμή της υιοθέτησης της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, να δηλώσει ότι, ως κράτος μέλος εκτέλεσης, θα εξακολουθήσει να διεκπεραιώνει σύμφωνα με το περί εκδόσεως σύστημα που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004 τις αιτήσεις που αφορούν πράξεις που έχουν διαπραχθεί πριν από ημερομηνία την οποία θα καθορίσει. Η εν λόγω ημερομηνία δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη της 7ης Αυγούστου 2002. Η δήλωση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα [των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων]. Μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.»

17

Κατά το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου, η Γαλλική Δημοκρατία προέβη στην ακόλουθη δήλωση (ΕΕ 2002, L 190, σ. 19):

«Η Γαλλία δηλώνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου […], η ίδια, ως κράτος εκτέλεσης, θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει σύμφωνα με το σύστημα εκδόσεως που θα εφαρμόζεται πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004 τις αιτήσεις που αφορούν εγκλήματα που διεπράχθησαν πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993, ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία υπεγράφη στο Mάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992.»

Η εθνική νομοθεσία

18

Ο νόμος 2004-204, της 9ης Μαρτίου 2004, περί προσαρμογής του δικαιοδοτικού συστήματος στις νέες μορφές εγκληματικότητας [JORF (Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας) της 10ης Μαρτίου 2004, σ. 4567], έθεσε σε εφαρμογή την απόφαση-πλαίσιο, προσθέτοντας προς τούτο τα άρθρα 695-11 έως 695-51 στον κώδικα ποινικής δικονομίας.

19

Με τον νόμο αυτόν θεσπίστηκαν, επίσης, οι διατάξεις εφαρμογής των συμβάσεων του 1995 και του 1996.

20

Με την έκδοση του νόμου 2004-1345, της 9ης Δεκεμβρίου 2004, εξουσιοδοτήθηκαν τα αρμόδια όργανα να προβούν στην κύρωση της συμβάσεως του 1996 (JORF της 10ης Δεκεμβρίου 2004, σ. 20876).

21

Με το διάταγμα 2005-770, της 8ης Ιουλίου 2005, δημοσιεύτηκε η σύμβαση αυτή (JORF της 10ης Ιουλίου 2005, σ. 11358). Διευκρινίστηκε σχετικώς ότι η σύμβαση αυτή τίθεται σε εφαρμογή από 1ης Ιουλίου 2005.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

22

Στις 11 Οκτωβρίου 2000, η Ισπανική Κυβέρνηση υπέβαλε, βάσει της ευρωπαϊκής συμβάσεως εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, αίτηση για την έκδοση του I. Santesteban Goicoechea για τις αξιόποινες πράξεις που φέρεται ότι διέπραξε στην ισπανική επικράτεια τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1992, χαρακτηριζόμενες ως διατήρηση οπλοστασίου, παράνομη κατοχή εκρηκτικών, παράνομη χρήση αλλοτρίου αυτοκινήτου οχήματος, αντικατάσταση πινακίδων κυκλοφορίας και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Επί της αιτήσεως αυτής γνωμοδότησε αρνητικώς στις 19 Ιουνίου 2001 το chambre de l’instruction de la cour d’appel de Versailles, με το σκεπτικό ότι οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ζητήθηκε η έκδοση είχαν παραγραφεί κατά το γαλλικό δίκαιο.

23

Στις 31 Mαρτίου 2004, οι ισπανικές δικαστικές αρχές εξέδωσαν κατά του I. Santesteban Goicoechea ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις με αυτές που αφορούσε η αίτηση εκδόσεως της 11ης Οκτωβρίου 2000. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Γαλλική Κυβέρνηση επισήμανε ότι δεν δόθηκε συνέχεια στο ένταλμα αυτό. Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου των πραγματικών περιστατικών και της δηλώσεως σύμφωνα με το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου, το ένταλμα μπορούσε να θεωρηθεί μόνον ως απλή αίτηση προσωρινής κρατήσεως, η οποία έπρεπε να εξετασθεί σύμφωνα με το σύστημα εκδόσεως που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, δηλαδή σύμφωνα με την ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957. Οι αξιόποινες πράξεις είχαν παραγραφεί κατά το γαλλικό δίκαιο. Εν πάση περιπτώσει, ο Ι. Santesteban Goicoechea εξέτιε ποινή φυλακίσεως στη Γαλλία, οπότε η ενδεχόμενη παράδοση στο αιτούν κράτος μέλος δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί πριν την έκτιση της ποινής αυτής.

24

Ο Ι. Santesteban Goicoechea έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος στις 6 Ιουνίου 2008. Όπως διευκρίνισε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, μετά την εκ μέρους των γαλλικών δικαστικών αρχών προβολή της αδυναμίας εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, λαμβανομένων υπόψη της ημερομηνίας τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων και της δηλώσεως σύμφωνα με το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου, υποβλήθηκε αίτηση προσωρινής κρατήσεως στις 27 Μαΐου 2008 από το Juzgado Central de Instrucción de la Audiencia Nacional (Ισπανία) για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις, προκειμένου να ακολουθήσει αίτηση εκδόσεως βασιζόμενη στη σύμβαση του 1996. Στις 28 Μαΐου 2008, ο procureur de la République διέταξε την κράτηση του Ι. Santesteban Goicoechea με σκοπό την έκδοσή του.

25

Στις 2 Ιουνίου 2008, οι ισπανικές αρχές ζήτησαν την έκδοση του Ι. Santesteban Goicoechea βάσει της συμβάσεως του 1996.

26

Ο procureur général ζητεί από το chambre de l’instruction de la cour d’appel de Montpellier να γνωμοδοτήσει θετικώς επί του αιτήματος των ισπανικών αρχών.

27

Ο Ι. Santesteban Goicoechea αντιτάσσεται στην παράδοσή του στις ισπανικές αρχές ισχυριζόμενος, ιδίως, ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη σύμβαση του 1996.

28

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η απόφαση-πλαίσιο προβλέπει, στο άρθρο της 31 ότι οι διατάξεις της αντικαθιστούν από την 1η Ιανουαρίου 2004 τις αντίστοιχες διατάξεις των παρατιθεμένων σ’ αυτήν συμβάσεων, οι οποίες αφορούν την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών. Στη σύμβαση του 1996 αναφέρεται το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της αποφάσεως-πλαισίου.

29

Το άρθρο 31, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει τη δυνατότητα ορισμένων κρατών μελών να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν ορισμένες διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που ίσχυαν κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου. Ωστόσο, έπρεπε να κοινοποιήσουν τις συμφωνίες αυτές εντός τριών μηνών από της ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως-πλαισίου. Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν προέβη σε καμία σχετική κοινοποίηση.

30

Το αιτούν δικαστήριο έχει επίσης αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του άρθρου 32 της αποφάσεως-πλαισίου, καθόσον ζητείται, στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, η εφαρμογή συμβάσεως εφαρμοστέας στη Γαλλία από την 1η Ιουλίου 2005.

31

Υπό τις συνθήκες αυτές, το chambre de l’instruction de la cour d’appel de Montpellier αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Κατ’ εφαρμογήν του όρου “αντικαθιστά” του άρθρου 31 της αποφάσεως-πλαισίου, συνεπάγεται η παράλειψη κοινοποιήσεως, δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου […], από ένα κράτος μέλος, εν προκειμένω από τ[ο Βασίλειο της] Ισπανία[ς], της προθέσεώς του να εξακολουθήσει να εφαρμόζει διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ότι είναι αδύνατον σε αυτό το κράτος μέλος να εφαρμόζει, με άλλο κράτος μέλος, εν προκειμένω με τη [Γαλλική Δημοκρατία], η οποία προέβη σε δήλωση δυνάμει του άρθρου 32 της αποφάσεως-πλαισίου, άλλες διαδικασίες εκτός από τη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως;

Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, ζητείται να δοθεί απάντηση στο εξής ερώτημα:

2)

Επιτρέπουν οι επιφυλάξεις του κράτους εκτελέσεως την εκ μέρους του κράτους αυτού εφαρμογή [της συμβάσεως του 1996], συμβάσεως δηλαδή προγενέστερης της 1ης Ιανουαρίου 2004, η οποία όμως άρχισε να ισχύει σε αυτό το κράτος εκτελέσεως μετά την εν λόγω ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 2004, την οποία αναφέρει το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου;»

Επί της επείγουσας διαδικασίας

32

Με έγγραφο της 3ης Ιουλίου 2008, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία, το chambre de l’instruction de la cour d’appel de Montpellier ζήτησε να εφαρμοστεί επί της προδικαστικής παραπομπής η επείγουσα διαδικασία του άρθρου 104β του Κανονισμού Διαδικασίας.

33

Το αιτούν δικαστήριο διατύπωσε το αίτημα αυτό επειδή ο Ι. Santesteban Goicoechea, αφού εξέτισε ποινή φυλακίσεως, κρατείται απλώς και μόνο λόγω της διαδικασίας εκδόσεως στο πλαίσιο της οποίας υποβάλλεται το προδικαστικό ερώτημα.

34

Το τρίτο τμήμα του Δικαστηρίου, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα αποφάσισε, στις 7 Ιουλίου 2008, να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου προς εφαρμογή της επείγουσας διαδικασίας επί της προδικαστικής παραπομπής.

Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου

35

Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στηρίζεται στο άρθρο 234 ΕΚ, ενώ η ερμηνεία που ζητείται αφορά την απόφαση-πλαίσιο, δηλαδή πράξη εκδοθείσα δυνάμει του τίτλου VI της Συνθήκης ΕΕ.

36

Σημειωτέον εκ προοιμίου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 46, στοιχείο β΄, ΕΕ, οι διατάξεις των Συνθηκών ΕΚ και ΕΚΑΕ που αφορούν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το άρθρο 234 ΕΚ, εφαρμόζεται στις διατάξεις του τίτλου VI της Συνθήκης ΕΕ, υπό τους όρους που προβλέπει το άρθρο 35 ΕΕ. Εντεύθεν προκύπτει ότι το σύστημα του άρθρου 234 ΕΚ εφαρμόζονται επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου προς έκδοση προδικαστικών αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 35 ΕΕ, υπό την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που προβλέπει η δεύτερη διάταξη (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 2005, C-105/03, Pupino, Συλλογή 2005, σ. I-5285, σκέψεις 19 και 28, και της 28ης Ιουνίου 2007, C-467/05, Dell’Orto, Συλλογή 2007, σ. I-5557, σκέψη 34).

37

Η Γαλλική Δημοκρατία, με δήλωση της 14ης Μαρτίου 2000, ισχύουσα από 11ης Ιουλίου 2000, αποδέχθηκε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται ως προς το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων του άρθρου 35 ΕΕ σύμφωνα με τα προβλεπόμενα με την παράγραφο 3, στοιχείο β΄, του εν λόγω άρθρου (ΕΕ 2005, L 327, σ. 19).

38

Υπό τις συνθήκες αυτές, το ότι η απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου δεν αναφέρεται στο άρθρο 35 ΕΕ, αλλά στο άρθρο 234 ΕΚ, δεν συνιστά επαρκή λόγο απαραδέκτου της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Ιδίως μάλιστα διότι η Συνθήκη ΕΕ δεν καθορίζει ρητώς ή σιωπηρώς τον τρόπο με τον οποίο το εθνικό δικαστήριο πρέπει να υποβάλει την αίτηση αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (βλ. απόφαση Dell’Orto, προπαρατεθείσα, σκέψη 36).

39

Εξάλλου, όπως τονίζει στις παρατηρήσεις της η Γαλλική Κυβέρνηση, μολονότι προκύπτει από τη νομολογία του γαλλικού Conseil d’État ότι τα chambres de l’instruction των cours d’appel ασκούν, οσάκις γνωμοδοτούν επί αιτήσεως εκδόσεως, διοικητική λειτουργία, δεν μπορεί να συναχθεί ότι τα όργανα αυτά δεν έχουν τον χαρακτήρα δικαστηρίου, υπό την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ.

40

Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμήσει αν το αιτούν όργανο έχει τέτοιο χαρακτήρα, ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στο κοινοτικό δίκαιο, λαμβάνει υπόψη σειρά στοιχείων, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου αυτού με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή των κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 31ης Μαΐου 2005, C-53/03, Syfait κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. Ι-4609, σκέψη 29 και παρατιθέμενη νομολογία). Επίσης, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιόν τους διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας που πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Syfait κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 29, και της 27ης Απριλίου 2006, C-96/04, Standesamt Stadt Niebüll, Συλλογή 2006, σ. I-3561, σκέψη 13).

41

Δεν αμφισβητείται ότι τα chambres de l’instruction των cours d’appel πληρούν τις προπαρατεθείσες προϋποθέσεις περί ιδρύσεως με νόμο, μονιμότητας και ανεξαρτησίας. Επιλαμβάνονται υποχρεωτικώς των ζητημάτων εκδόσεως και αποφαίνονται στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος τυγχάνει ακροάσεως, όπως και η εισαγγελική αρχή, στο πλαίσιο κατ’ αντιμωλία συζητήσεως. Ελέγχουν τις προϋποθέσεις της νομιμότητας της εκδόσεως και διατυπώνουν αιτιολογημένη γνώμη. Αν αυτή είναι αρνητική, μόλις καταστεί αμετάκλητη, περατώνει τη διαδικασία εκδόσεως και συνεπάγεται αυτεπαγγέλτως την ελευθέρωση του κατηγορουμένου που κρατείται προκειμένου να εκδοθεί. Επιπλέον, όπως εξέθεσε η Γαλλική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της, το Cour de cassation δέχεται, από το 1984, ότι η γνωμοδότηση ενός chambre de l’instruction υπόκειται σε αναίρεση λόγω τυπικών και δικονομικών παραβάσεων. Αυτή η δυνατότητα υποβολής αιτήσεως αναιρέσεως θεσπίζεται πλέον με το άρθρο 696-15 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Τέλος, οσάκις το Cour de cassation επιλαμβάνεται αιτήσεως αναιρέσεως υπέρ του νόμου, κατά γνωμοδοτήσεως ενός chambre de l’instruction, αποφαίνεται επί των ουσιαστικών προϋποθέσεων της εκδόσεως.

42

Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα.

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

43

Κατ’ αρχάς, ο Ι. Santesteban Goicoechea ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι αντιβαίνει στις εφαρμοστέες εντός της Ενώσεως γενικές αρχές του δικαίου και, ιδίως, στις αρχές της ασφαλείας δικαίου, της νομιμότητας και της μη αναδρομικότητας του αυστηρότερου ποινικού νόμου το να εφαρμοσθεί στην περίπτωσή του η σύμβαση του 1996 για αξιόποινες πράξεις ως προς τις οποίες το chambre de l’instruction de la cour d’appel de Versailles, με απόφαση της 19ης Ιουνίου 2001, έκρινε ότι παραγράφηκαν κατά το γαλλικό δίκαιο και εξέδωσε αρνητική γνωμοδότηση για την έκδοση.

44

Ισχυρίζεται ότι, μολονότι οι συμβάσεις εκδόσεως έχουν εφαρμογή επί αξιοποίνων πράξεων που τελέστηκαν προ της ενάρξεως ισχύος τους, δεν μπορεί μια νέα σύμβαση εκδόσεως να έχει ως αποτέλεσμα την επανεξέταση καταστάσεων που έχουν οριστικώς κριθεί.

45

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά το μέτρο που η αρχική επιχειρηματολογία του καθού της κύριας δίκης αφορά προβλήματα που απορρέουν από τη διαδοχική χρονικώς εφαρμογή της ευρωπαϊκής συμβάσεως εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 και της συμβάσεως του 1996, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της απαντήσεως στα προδικαστικά ερωτήματα και της ερμηνείας των άρθρων 31 και 32 της αποφάσεως-πλαισίου.

46

Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 35 ΕΕ, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, και όχι στους διαδίκους της κύριας δίκης, να απευθυνθεί στο Δικαστήριο. Επομένως, δυνατότητα καθορισμού των ερωτημάτων που πρέπει να υποβληθούν στο Δικαστήριο έχει μόνο το εθνικό δικαστήριο, οι δε διάδικοι δεν μπορούν να αλλάξουν το περιεχόμενό τους (βλ., μεταξύ άλλων, όσον αφορά το άρθρο 234 ΕΚ, αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 44/65, Singer, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 201, 205, και της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-412/96, Kainuun Liikenne και Pohjolan Liikenne, Συλλογή 1998, σ. I-5141, σκέψη 23).

47

Άλλωστε, η απάντηση στο αίτημα που υποβάλλει ο καθού της κύριας δίκης, το οποίο εκτίθεται στη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, θα ερχόταν σε αντίθεση προς την αποστολή που έχει αναθέσει στο Δικαστήριο το άρθρο 35 ΕΕ καθώς και προς την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, βάσει της διατάξεως αυτής, στα ενδιαφερόμενα μέρη κοινοποιούνται μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής (βλ., μεταξύ άλλων, όσον αφορά το άρθρο 234 ΕΚ, αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1997, C-352/95, Phytheron International, Συλλογή 1997, σ. I-1729, σκέψη 14, και Kainuun Liikenne και Pohjolan Liikenne, προπαρατεθείσα, σκέψη 24).

Επί του πρώτου ερωτήματος

48

Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 31 της αποφάσεως-πλαισίου έχει την έννοια ότι, λαμβανομένου υπόψη του όρου «αντικαθιστά» στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, η παράλειψη ανακοινώσεως, εκ μέρους κράτους μέλους, όπως το Βασίλειο της Ισπανίας, της προθέσεώς του να εφαρμόζει διμερείς ή πολυμερείς συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 2, της αποφάσεως αυτής, συνεπάγεται την αδυναμία του κράτους αυτού να χρησιμοποιεί άλλες διαδικασίες εκδόσεως, πλην αυτής του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, με άλλο κράτος μέλος, όπως η Γαλλική Δημοκρατία, το οποίο προέβη σε δήλωση δυνάμει του άρθρου 32 της αποφάσεως-πλαισίου.

49

Ο Ι. Santesteban Goicoechea υποστηρίζει ότι ο όρος «αντικαθιστά» είναι απολύτως σαφής και ότι, ελλείψει ανακοινώσεως, εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας, της προθέσεώς της να συνεχίσει να εφαρμόζει τη σύμβαση του 1996, η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να έχει εφαρμογή μεταξύ του Βασιλείου της Ισπανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας. Οι ερμηνείες που πρότειναν η Γαλλική Κυβέρνηση και οι Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις τους αποτελούν απλώς εικασίες.

50

Η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, αντιθέτως, εκτιμούν ότι το άρθρο 31 της αποφάσεως-πλαισίου δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.

51

Συναφώς, από την πέμπτη, έβδομη και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου προκύπτει ότι, προκειμένου να αρθούν η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστερήσεων που ήσαν εγγενή στις τότε ισχύουσες διαδικασίες εκδόσεως, η απόφαση αυτή σκοπεί στην αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως, το οποίο έχει δημιουργηθεί επί τη βάσει της ευρωπαϊκής σύμβασης εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, με σύστημα παραδόσεως μεταξύ των δικαστικών αρχών. Η εν λόγω ενδέκατη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει σχετικώς ότι «[τ]ο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης θα πρέπει να αντικαταστήσει, μεταξύ των κρατών μελών, όλες τις προηγούμενες νομικές πράξεις σχετικά με την έκδοση».

52

Η τρίτη και η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου αναφέρουν τις συμβάσεις που έχουν εφαρμογή μεταξύ όλων των κρατών μελών ή ορισμένων από αυτά, καθώς και τις συμβάσεις που έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη και αποτελούν μέρος του κεκτημένου της Ενώσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η σύμβαση του 1996.

53

Σύμφωνα με τον σκοπό που επισημαίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως-πλαισίου, το άρθρο 31, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής προβλέπει, μεταξύ των κρατών μελών, την αντικατάσταση των συμβάσεων τις οποίες παραθέτει από το σύστημα του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που θεσπίστηκε με την απόφαση πλαίσιο. Μεταξύ των συμβάσεων αυτών περιλαμβάνονται οι παρατιθέμενες στην τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως-πλαισίου και, συνεπώς, η σύμβαση του 1996.

54

Το άρθρο 31, παράγραφος 2, της αποφάσεως πλαισίου επιτρέπει στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να εφαρμόζουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που ισχύουν κατά την έκδοση της αποφάσεως-πλαισίου ή να συνάπτουν τέτοιες συμφωνίες ή διακανονισμούς μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω αποφάσεως, στον βαθμό που επιτρέπουν την εμβάθυνση ή διεύρυνση των σκοπών της αποφάσεως-πλαισίου και συμβάλλουν στην περαιτέρω απλούστευση και διευκόλυνση των διαδικασιών παραδόσεως προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

55

Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να αφορά τις συμβάσεις που παρατίθενται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή σκοπεί ακριβώς στην αντικατάστασή τους με ένα απλούστερο και αποτελεσματικότερο σύστημα. Όπως επισήμανε με τις παρατηρήσεις της η Επιτροπή και όπως υπογράμμισε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 31, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου αφορά άλλες συμβάσεις με τις οποίες τα κράτη μέλη βαίνουν πέραν της αποφάσεως-πλαισίου προς την κατεύθυνση της διευκολύνσεως και της απλουστεύσεως των διαδικασιών παραδόσεως, παραμένοντας εντός του πλαισίου του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως.

56

Συνεπώς, η σύμβαση του 1996 δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των διμερών ή πολυμερών συμβάσεων ή διακανονισμών τους οποίους αφορά το άρθρο 31, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, για τους οποίους θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί κοινοποίηση.

57

Εξάλλου, το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως έχει εφαρμογή μόνον υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο και, ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 32 της αποφάσεως αυτής, για τις αιτήσεις που παρελήφθησαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2004 και καθόσον το κράτος μέλος εκτελέσεως δεν προέβη σε δήλωση σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, προκειμένου να περιορίσει χρονικώς την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος.

58

Έτσι, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή, η προβλεπόμενη με το άρθρο 31, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου αντικατάσταση των συμβάσεων τις οποίες αφορά η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται την κατάργηση των συμβάσεων αυτών, οι οποίες εξακολουθούν να διέπουν τις περιπτώσεις που καλύπτονται από δήλωση κράτους μέλους πραγματοποιηθείσα σύμφωνα με το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου, αλλά και άλλες περιπτώσεις στις οποίες το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν έχει εφαρμογή.

59

Επομένως, τα άρθρα 31 και 32 της αποφάσεως-πλαισίου αφορούν αυτοτελείς καταστάσεις που αποκλείονται αμοιβαίως. Συγκεκριμένα, ενώ το άρθρο 31, τιτλοφορούμενο «Σχέση με άλλες νομικές πράξεις», αφορά τις συνέπειες της εφαρμογής του καθεστώτος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για τις ευρωπαϊκές συμβάσεις που αφορούν την έκδοση, το άρθρο 32, τιτλοφορούμενο «Μεταβατική διάταξη», αφορά την περίπτωση στην οποία το σύστημα αυτό δεν έχει εφαρμογή.

60

Εν προκειμένω, η Γαλλική Δημοκρατία προέβη σε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου, διευκρινίζοντας ότι, ως κράτος εκτελέσεως, θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει σύμφωνα με το σύστημα εκδόσεως που εφαρμοζόταν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004 τις αιτήσεις που αφορούν αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

61

Στην περίπτωση αυτή εμπίπτουν αιτήσεις όπως αυτή που υπέβαλαν οι ισπανικές αρχές για τον Ι. Santesteban Goicoechea, δεδομένου ότι οι αξιόποινες πράξεις που του προσάπτονται τελέστηκαν κατά τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1992.

62

Δεδομένου ότι το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο δεν έχει εφαρμογή ως προς την αίτηση αυτή, το άρθρο 31 της αποφάσεως-πλαισίου δεν ασκεί επιρροή.

63

Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 31 της αποφάσεως-πλαισίου έχει την έννοια ότι αφορά μόνον την περίπτωση στην οποία το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως έχει εφαρμογή, πράγμα το οποίο δεν ισχύει οσάκις η αίτηση εκδόσεως αφορά αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ημερομηνία που έχει ορίσει κράτος μέλος σε δήλωση πραγματοποιηθείσα σύμφωνα με το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

64

Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εκ μέρους κράτους εκτελέσεως εφαρμογή της συμβάσεως του 1996, εφόσον αυτή κατέστη εφαρμοστέα εντός του κράτους μέλους αυτού μετά την 1η Ιανουαρίου 2004.

65

Ο Ι. Santesteban Goicoechea υποστηρίζει ότι το να γίνει δεκτό ότι η φράση «περί εκδόσεως σύστημα που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 32 της συμβάσεως-πλαισίου καλύπτει την εν λόγω σύμβαση, εφαρμοστέα μεταξύ του Βασιλείου της Ισπανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας μόλις από την 1η Ιουλίου 2005, θα αντέβαινε στο γράμμα και στο πνεύμα της δηλώσεως στην οποία προέβη η Γαλλική Δημοκρατία σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 32.

66

Η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή θεωρούν ότι η φράση «περί εκδόσεως σύστημα που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004» χρησιμοποιείται στην απόφαση-πλαίσιο προκειμένου να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του συστήματος εκδόσεως που αποτελείται από τις συμβάσεις που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου και τις οποίες αναφέρουν οι αιτιολογικές σκέψεις και το άρθρο 31, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής και, αφετέρου, του συστήματος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως το οποίο διαμορφώθηκε με την απόφαση-πλαίσιο και ως προς το οποίο η απόφαση αυτή προβλέπει ότι πρέπει να έχει εφαρμογή στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2004. Η χρησιμοποίηση της εκφράσεως αυτής δεν σκοπεί στην «παγίωση» της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί όσον αφορά τις συμβάσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 31, παράγραφος 1, ούτε στην παρεμπόδιση της βελτιώσεως του συστήματος εκδόσεως που βασίζεται στην ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957.

67

Η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή ισχυρίζονται επιπλέον ότι οι συμβάσεις του 1995 και του 1996 δεν είχαν ακόμη αρχίσει να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 2004, ότι εξακολουθούν να μην ισχύουν σήμερα και ότι δεν θα είχαν πλέον καμιά πρακτική αποτελεσματικότητα αν τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τις διαδικασίες που απαιτεί το εθνικό τους δίκαιο για την εφαρμογή τους. Οι συμβάσεις αυτές αποτελούν κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, το οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεταφέρουν στο δίκαιό τους, και παραμένουν χρήσιμες στις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εφαρμογή το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και στις περιπτώσεις εκδόσεως που αφορούν τρίτα κράτη συνδεδεμένα μέσω της Συμβάσεως του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985. Εξάλλου, το Συμβούλιο ενεθάρρυνε τα κράτη μέλη να συνεχίσουν τις διαδικασίες επικυρώσεώς τους παρά την ύπαρξη της αποφάσεως-πλαισίου.

68

Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει τη δήλωση στην οποία προέβη σύμφωνα με το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου, πράγμα το οποίο θα έχει ως συνέπεια ότι αμέσως θα καταστεί εφαρμοστέο το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Συνεπώς, δύσκολα θα μπορούσε να εξηγηθεί τυχόν απαγόρευση πραγματοποιήσεως βημάτων προόδου προς την κατεύθυνση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως διά της θέσεως σε εφαρμογή της συμβάσεως του 1996, έστω και μετά την έναρξη εφαρμογής του συστήματος που προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο.

69

Συναφώς, τόσο από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως-πλαισίου όσο και από τα άρθρα 31 και 32 της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι, με τη φράση «περί εκδόσεως σύστημα που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004», το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου εννοεί ιδίως το σύνολο των συμβάσεων που παρατίθενται στην τρίτη και στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη καθώς και στο άρθρο 31, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου. Οι συμβάσεις αυτές βασίζονται στην ευρωπαϊκή σύμβαση εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, καθόσον την τροποποιούν ή τη συμπληρώνουν. Ειδικότερα, η σύμβαση του 1996 επισημαίνει με το άρθρο της 1 ότι έχει ως αντικείμενο τη συμπλήρωση των διατάξεων και τη διευκόλυνση της εφαρμογής μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων, της ευρωπαϊκής συμβάσεως εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957.

70

Ωστόσο, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η χρήση του όρου «ίσχυε» δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια ότι οι παρατιθέμενες συμβάσεις θα καθίσταντο εφαρμοστέες απλώς και μόνο λόγω της ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως-πλαισίου. Συγκεκριμένα, προκειμένου μια σύμβαση να έχει εφαρμογή μεταξύ δύο κρατών μελών, τα κράτη αυτά πρέπει να δεσμεύονται από την εν λόγω σύμβαση.

71

Ο όρος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται μόνον στις συμβάσεις που είχαν πράγματι εφαρμογή μεταξύ των κρατών μελών την 1η Ιανουαρίου 2004.

72

Συγκεκριμένα, το σύστημα δηλώσεως που προβλέπουν η τρίτη και τέταρτη φράση του άρθρου 32 της αποφάσεως-πλαισίου έχει ως σκοπό να καταστήσει δυνατή, κατ’ εξαίρεση, την επέκταση του συστήματος της πρώτης φράσεως του ίδιου άρθρου σε ορισμένες αιτήσεις που παραλήφθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2004. Όπως τίποτε δεν απαγορεύει τη θέση σε εφαρμογή εντός ορισμένων κρατών μελών, μεταξύ της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως-πλαισίου και της 1ης Ιανουαρίου 2004, των υφισταμένων πράξεων που αφορούν την έκδοση, ομοίως κανένας λόγος δεν αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να θέτουν σε εφαρμογή, μετά την 1η Ιανουαρίου 2004, σύμβαση αποτελούσα μέρος συστήματος εκδόσεως το οποίο έχει αντικατασταθεί από το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, στις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εφαρμογή το εν λόγω σύστημα.

73

Όπως ορθώς υποστήριξαν η Γαλλική και η Ισπανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, η μνεία της ημερομηνίας της 1ης Ιανουαρίου 2004 χρησιμεύει κυρίως για την οριοθέτηση των πεδίων εφαρμογής του συστήματος εκδόσεως το οποίο προβλέπουν οι συμβάσεις και του συστήματος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως το οποίο έχει διαμορφωθεί με την απόφαση-πλαίσιο, δεδομένου ότι αυτό πρέπει να εφαρμόζεται, κατά κανόνα, σε όλες τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2004.

74

Η θέση σε εφαρμογή συμβάσεων όπως η σύμβαση του 1996 δεν θίγει το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως το οποίο προβλέπει η απόφαση-πλαίσιο, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 31, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής, μια τέτοια σύμβαση μπορεί να εφαρμοστεί μόνον εφόσον το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν έχει εφαρμογή.

75

Συνεπώς, η θέση σε εφαρμογή συμβάσεων που αφορούν την έκδοση μετά την 1η Ιανουαρίου 2004 δεν μπορεί παρά να σκοπεί στη βελτίωση του συστήματος εκδόσεως σε περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εφαρμογή το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 58 της παρούσας αποφάσεως, οι συμβάσεις που αφορούν την έκδοση εξακολουθούν να διέπουν τις περιπτώσεις που καλύπτονται από δήλωση κράτους μέλους πραγματοποιηθείσα σύμφωνα με το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου, αλλά και άλλες περιπτώσεις στις οποίες το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δεν έχει εφαρμογή.

76

Ο σκοπός αυτός δεν αντιβαίνει βεβαίως στους στόχους της αποφάσεως-πλαισίου, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της, η απόφαση αυτή σκοπεί, διά της εισαγωγής ενός νέου απλουστευμένου συστήματος παραδόσεως προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, στην άρση της πολυπλοκότητας και του ενδεχομένου καθυστερήσεων που είναι εγγενή στις ισχύουσες κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως πλαισίου διαδικασίες εκδόσεως.

77

Επιπλέον, η μεταξύ δύο κρατών μελών εφαρμογή της συμβάσεως του 1996 συνάδει προς τους σκοπούς της Ενώσεως. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η σύμβαση αυτή αποτελεί μέρος του κεκτημένου της Ενώσεως και ότι, με πράξη της 27ης Σεπτεμβρίου 1996, το Συμβούλιο συνέστησε στα κράτη μέλη να την κυρώσουν σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες τους.

78

Τέλος, όπως υπενθύμισε η Επιτροπή, το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει ρητώς ότι η δήλωση στην οποία προβαίνει κράτος μέλος σύμφωνα με τη διάταξη αυτή μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή, πράγμα το οποίο θα συνεπαγόταν, ελλείψει διευκρινίσεως συναφώς, την άμεση εφαρμογή του συστήματος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ακόμη και για πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της ημερομηνίας που προβλεπόταν στην κατά τα άνω ανακληθείσα δήλωση.

79

Λαμβανομένης υπόψη της ως άνω αναγνωρισθείσας εξουσίας ανακλήσεως της κατά το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου δηλώσεως, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ο ισχυρισμός ότι το κράτος μέλος που έχει προβεί σε τέτοια δήλωση δεν δικαιούται να θέσει σε εφαρμογή τη σύμβαση του 1996 μετά την 1η Ιανουαρίου 2004, ώστε η σύμβαση αυτή να καλύπτει, μεταξύ άλλων, τις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εφαρμογή το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, ενώ, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, η σύμβαση αυτή αποτελεί πρόοδο προς την κατεύθυνση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, προς διευκόλυνση των εκδόσεων μεταξύ των κρατών μελών.

80

Κατά παγία νομολογία, οι δικονομικοί κανόνες εφαρμόζονται γενικώς σε όλες τις διαφορές που εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους, σε αντίθεση με τους ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι ερμηνεύονται συνήθως υπό την έννοια ότι δεν έχουν εφαρμογή σε καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος τους (απόφαση Dell’Orto, προπαρατεθείσα, σκέψη 48). Το άρθρο 18, παράγραφος 5, της συμβάσεως του 1996 προβλέπει ότι η σύμβαση αυτή εφαρμόζεται στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν μετά την ημερομηνία θέσεώς της σε εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η έκδοση και του αιτούντος κράτους μέλους. Το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει ότι οι αιτήσεις που παραλαμβάνονται από 1ης Ιανουαρίου 2004 διέπονται από τους κανόνες του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως. Αν, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, οι νέοι κανόνες δεν έχουν εφαρμογή στις τρέχουσες αιτήσεις αλλά στις υποβληθείσες μετά από ορισμένη ημερομηνία, έχουν ως κοινό σημείο ότι εφαρμόζονται επί αξιοποίνων πράξεων προγενεστέρων της ημερομηνίας θέσεως της νέας κανονιστικής ρυθμίσεως σε εφαρμογή.

81

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εκ μέρους του κράτους εκτελέσεως εφαρμογή της συμβάσεως του 1996, ακόμη και εφόσον αυτή κατέστη εφαρμοστέα εντός του κράτους μέλους αυτού μετά την 1η Ιανουαρίου 2004.

Επί των δικαστικών εξόδων

82

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 31 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, έχει την έννοια ότι αφορά μόνον την περίπτωση στην οποία το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως έχει εφαρμογή, πράγμα το οποίο δεν ισχύει οσάκις η αίτηση εκδόσεως αφορά αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την ημερομηνία που έχει ορίσει κράτος μέλος σε δήλωση πραγματοποιηθείσα σύμφωνα με το άρθρο 32 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.

 

2)

Το άρθρο 32 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εκ μέρους του κράτους εκτελέσεως εφαρμογή της συμβάσεως για την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία καταρτίσθηκε με πράξη του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 και υπογράφηκε την ίδια ημερομηνία από όλα τα κράτη μέλη, ακόμη και εφόσον αυτή κατέστη εφαρμοστέα εντός του κράτους μέλους αυτού μετά την 1η Ιανουαρίου 2004.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.