Υπόθεση T-236/07
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων – Εκκαθάριση των λογαριασμών – Οικονομικό έτος 2006 – Ημερομηνία εφαρμογής του άρθρου 32, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 – Δεσμευτική ισχύς μονομερούς δηλώσεως της Επιτροπής επισυναπτόμενης ως παραρτήματος στα πρακτικά συνεδριάσεως της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Διαδικασία – Εισαγωγικό δικόγραφο – Αιτήματα – Μεταβολή τους κατά τη διάρκεια της δίκης – Προϋπόθεση
(Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, άρθρα 44 § 1, στοιχείο δ΄, και 48 § 2)
2. Γεωργία – ΕΓΤΠΕ – Εκκαθάριση των λογαριασμών – Κανονισμός 1290/2005 – Διαχρονική εφαρμογή – Περιπτώσεις γνωστοποιούμενες στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91 – Έκταση εφαρμογής
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 595/91, άρθρα 3 και 5 § 2, και 1290/2005, άρθρα 32 και 49, εδ. 3, δεύτερη περίπτωση)
3. Κοινοτικό δίκαιο – Ερμηνεία – Πράξεις των οργάνων – Δήλωση καταχωρισμένη στα πρακτικά – Συνεκτίμηση – Αποκλείεται, αν δεν την προβλέπει ρητώς η ίδια η πράξη
1. Κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο προσφεύγων οφείλει να αναφέρει στο δικόγραφο της προσφυγής του τα αιτήματά του. Έτσι, μόνον τα περιλαμβανόμενα στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο αιτήματα δύνανται να ληφθούν υπόψη, ενώ το βάσιμο της προσφυγής πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα των αιτημάτων τα οποία περιλαμβάνει το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.
Το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας επιτρέπει την προβολή νέων ισχυρισμών υπό την προϋπόθεση ότι στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Ο όρος αυτός διέπει a fortiori οποιαδήποτε τροποποίηση των αιτημάτων και, ελλείψει πραγματικών και νομικών στοιχείων που ανέκυψαν κατά την έγγραφη διαδικασία, μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνον τα περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της προσφυγής αιτήματα.
(βλ. σκέψεις 27-28)
2. Η φράση «για τις περιπτώσεις οι οποίες γνωστοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91», η οποία απαντά στο άρθρο 49, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1290/2005 για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, έχει ευρύ περιεχόμενο καθόσον εκ φύσεως εμπεριέχει όλες τις περιπτώσεις οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91, περί των παρατυπιών και της ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στα πλαίσια της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής. Μεταξύ αυτών καταλέγονται κατ’ ανάγκην οι περιπτώσεις οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης ανακοινώσεως βάσει του άρθρου 3, ακολούθως δε ειδικής ανακοινώσεως βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2.
Πράγματι, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1290/2005, η αφορώσα τις παρατυπίες διαδικασία ρυθμιζόταν μεταξύ άλλων από τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού 595/91. Έτσι, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 3, τα κράτη μέλη όφειλαν να κοινοποιούν κάθε τρίμηνο στην Επιτροπή κατάσταση περιλαμβάνουσα τις περιπτώσεις παρατυπιών οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξεως διαπιστώσεως. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τους επέβαλε την υποχρέωση να αποστέλλουν ακολούθως στην Επιτροπή, ανά τρίμηνο, πληροφορίες σχετικές με τις κινηθείσες κατόπιν κοινοποιουμένων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παρατυπιών διαδικασίες, ενώ η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου προέβλεπε τη διαβίβαση ειδικής ανακοινώσεως για τα ποσά τα οποία τα κράτη μέλη θεωρούσαν ότι δεν ήσαν σε θέση να ανακτήσουν. Υπό την έννοια αυτή, τα άρθρα 3 και 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 δεν στοιχούν σε διαφορετικές περιπτώσεις, αλλά σε διαφορετικές φάσεις, καθόσον το άρθρο 5, παράγραφος 2, αφορά τις παρατυπίες οι οποίες επισημάνθηκαν προηγουμένως στο πλαίσιο του άρθρου 3 και θεωρήθηκαν από το κράτος μέλος ως μη δυνάμενες να ανακτηθούν.
Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 49 του κανονισμού 1290/2005, τα αφορώντα τη λογιστική εκκαθάριση άρθρα (άρθρα 30 και 31) και τις παρατυπίες (άρθρο 32) εφαρμόζονται από τις 16 Οκτωβρίου 2006. Επομένως, θα στερούνταν συνοχής, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη στόχου της προστασίας των δημοσιονομικών συμφερόντων του κοινοτικού προϋπολογισμού, να θεωρηθεί ότι πρόθεσή του ήταν να επιφυλάξει εμμέσως ειδική μεταχείριση στις παρατυπίες οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91, τη στιγμή κατά την οποία προέβλεψε την εφαρμογή του συνόλου των αφορωσών τη λογιστική εκκαθάριση και τις παρατυπίες διατάξεων από τις 16 Οκτωβρίου 2006.
(βλ. σκέψεις 46-47, 50)
3. Δήλωση καταχωρισμένη στα πρακτικά του Συμβουλίου στο πλαίσιο θεσπίσεως πράξεως δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία διατάξεως του παράγωγου δικαίου εφόσον το περιεχόμενο της δηλώσεως ουδόλως απαντά στο κείμενο της επίδικης διατάξεως και υπό την έννοια αυτή στερείται νομικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τις μονομερείς δηλώσεις κράτους μέλους.
(βλ. σκέψη 65)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 26ης Οκτωβρίου 2010 (*)
«ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Εγγυήσεων – Εκκαθάριση των λογαριασμών – Οικονομικό έτος 2006 – Ημερομηνία εφαρμογής του άρθρου 32, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 – Δεσμευτική ισχύς μονομερούς δηλώσεως της Επιτροπής επισυναπτόμενης ως παραρτήματος στα πρακτικά συνεδριάσεως της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων»
Στην υπόθεση T‑236/07,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους M. Lumma και J. Möller, στη συνέχεια δε από τους Möller και N. Graf Vitzthum,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον F. Erlbacher,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα περί μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως 2007/327/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2007, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμών των κρατών μελών όσον αφορά δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 2006 (ΕΕ L 122, σ. 51),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Pelikánová, πρόεδρο, K. Jürimäe και S. Soldevila Fragoso (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: K. Andová, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Μαΐου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 595/91
1 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 595/91 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1991, περί των [παρατυπιών] και της ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στα πλαίσια της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ως και της οργανώσεως ενός συστήματος πληροφορήσεως στον τομέα αυτό και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 283/72 (ΕΕ L 67, σ. 11), προβλέπει στο άρθρο 3:
«1. Κατά τη διάρκεια των δύο μηνών που έπονται της λήξεως κάθε τριμήνου, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κατάσταση που περιλαμβάνει τις περιπτώσεις [παρατυπιών] οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης διοικητικής ή δικαστικής διαπιστώσεως.
Προς τον σκοπό αυτό παρέχουν, κατά το δυνατό, διευκρινίσεις ως προς:
– τη διάταξη που παρεβιάσθη,
– τη φύση και τη σημασία της δαπάνης· στις περιπτώσεις κατά τις οποίες καμία πληρωμή δεν πραγματοποιήθηκε, τα ποσά που θα κατεβάλλοντο αχρεωστήτως αν η [παρατυπία] δεν είχε διαπιστωθεί, εξαιρουμένων των απλών λαθών και αμελειών των επιχειρηματιών που εντοπίσθηκαν πριν την πληρωμή και δεν συνεπάγονται την επιβολή διοικητικών ή δικαστικών κυρώσεων,
– τις κοινές οργανώσεις αγορών και το ή τα σχετικά προϊόντα ή το σχετικό μέτρο,
– την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ή τη στιγμή κατά την οποία διεπράχθη η [παρατυπία],
– τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους για τη διάπραξη της [παρατυπίας],
– τον τρόπο με τον οποίο απεκαλύφθη η [παρατυπία],
– τις εθνικές υπηρεσίες ή οργανισμούς που έχουν προβεί στη διαπίστωση της [παρατυπίας],
– τις οικονομικές επιπτώσεις και τις δυνατότητες ανακτήσεως,
– την ημερομηνία και την πηγή της πρώτης πληροφορίας που δημιουργεί υποψία [διαπράξεως της παρατυπίας],
– την ημερομηνία διαπιστώσεως της [παρατυπίας],
– κατά περίπτωση, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες,
– τα στοιχεία ταυτότητας των ενεχόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, εξαιρέσει των περιπτώσεων στις οποίες αυτή η ένδειξη δεν μπορεί να αποβεί χρήσιμη στην καταπολέμηση των [παρατυπιών] λόγω του χαρακτήρα της εν λόγω [παρατυπίας].
2. Στην περίπτωση κατά την οποία ορισμένες από τις πληροφορίες αυτές, και ιδίως εκείνες που αφορούν τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους για τη διάπραξη της [παρατυπίας] ως και τον τρόπο με τον οποίο αποκαλύφθηκε, δεν είναι διαθέσιμες, τα κράτη μέλη τις συμπληρώνουν, κατά το δυνατό, κατά τη διαβίβαση στην Επιτροπή των επομένων τριμηνιαίων καταστάσεων.
3. Εάν οι εθνικές διατάξεις προβλέπουν το απόρρητο της ανακρίσεως, η ανακοίνωση των πληροφοριών αυτών προϋποθέτει την άδεια της αρμόδιας δικαστικής αρχής.»
2 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι «[κ]ατά τη διάρκεια του διμήνου που ακολουθεί τη λήξη του κάθε τριμήνου, τα κράτη μέλη ενημερώνουν της Επιτροπή για τις κινηθείσες διαδικασίες λόγω [παρατυπιών] κοινοποιουμένων βάσει του άρθρου 3 καθώς και για τις σημαντικότερες αλλαγές στις διαδικασίες αυτές […]». Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι «[ό]ταν ένα κράτος μέλος εκτιμά ότι η καθολική ανάκτηση ενός ποσού είναι ανέφικτη και στο παρόν και στο μέλλον, ενημερώνει την Επιτροπή, με ειδική ανακοίνωση, σχετικά με το μη ανακτηθέν ποσό και τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι το ποσό αυτό βαρύνει είτε την Κοινότητα είτε το κράτος μέλος», ότι «[τ]α στοιχεία αυτά πρέπει να είναι επαρκώς λεπτομερή για να μπορέσει η Επιτροπή να αποφασίσει τον καταλογισμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70» και ότι «[η] απόφαση αυτή λαμβάνεται με τη διαδικασία του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού».
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1287/95
3 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1995, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 125, σ. 1), έχει ως εξής:
«Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“Άρθρο 5
[…]
2. […]
γ) […] Η απόρριψη χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων αυτών. Εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις δημοσιονομικές συνέπειες που προκύπτουν:
– από περιστατικά [παρατυπιών] κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2,
– […]”».
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1258/1999
4 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό 1287/95, θέσπισε τους γενικούς κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103), αντικατέστησε τον κανονισμό 729/70 και εφαρμόζεται στις πραγματοποιούμενες από 1ης Ιανουαρίου 2000 δαπάνες.
5 Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, καθώς και του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, χρηματοδοτεί, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, τις προοριζόμενες για τη σταθεροποίηση των εν λόγω αγορών παρεμβάσεις οι οποίες αναλαμβάνονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
6 Το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1258/1999 ορίζει:
«Σε περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδοτήσεως δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3.
Πριν από οποιαδήποτε απόφαση απορρίψεως της χρηματοδοτήσεως, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία [επί των ληπτέων μέτρων].
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει, εντός τεσσάρων μηνών, την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό [επί] των αντίστοιχων θέσεων· τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία τα εξετάζει πριν αποφασίσει την απόρριψη της χρηματοδοτήσεως.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας [μη] συμμορφώσεως. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παραβάσεως, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να αφορά:
α) δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 και είναι προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση από την Επιτροπή, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων αυτών·
β) δαπάνες για μέτρο ή δράση που αναφέρεται στο άρθρο 3, για το οποίο η τελική πληρωμή πραγματοποιήθηκε πριν από το τελευταίο 24μηνο πριν από τη γραπτή ανακοίνωση από την Επιτροπή, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων αυτών.
Εντούτοις, το πέμπτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις δημοσιονομικές συνέπειες που προκύπτουν:
α) από περιστατικά παρατυπιών κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2·
β) από εθνικές ενισχύσεις ή από παραβάσεις για τις οποίες έχουν κινηθεί οι διαδικασίες των άρθρων [88 ΕΚ] και [226 ΕΚ] της Συνθήκης.»
7 Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των παρατυπιών ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που οφείλονται σε παρατυπίες ή αμέλειες καταλογιστέες σε διοικητικές αρχές ή άλλους φορείς των κρατών μελών.
Τα ανακτηθέντα ποσά καταβάλλονται στους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών οι οποίοι τα αφαιρούν από τις χρηματοδοτούμενες από το Ταμείο δαπάνες. Οι τόκοι από ανακτώμενα ή καταβληθέντα με καθυστέρηση ποσά καταβάλλονται στο Ταμείο.»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1290/2005
8 Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 209, σ. 1), «[κ]ατά τη διαβίβαση των ετήσιων λογαριασμών, [όπως] προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, σημείο iii, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή ανακεφαλαιωτική κατάσταση των διαδικασιών ανακτήσεως που κίνησαν κατόπιν παρατυπιών, με ανάλυση των ποσών που δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί κατά διοικητική ή/και δικαστική διαδικασία και έτος της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξεως με την οποία διαπιστώθηκε η παρατυπία». Διευκρινίζεται επίσης ότι «[τ]α κράτη μέλη [θέτουν] στη διάθεση της Επιτροπής την αναλυτική κατάσταση των επιμέρους διαδικασιών ανακτήσεως και των ποσών που δεν έχουν ακόμη ανακτηθεί».
9 Το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005 ορίζει τα εξής:
«Εφόσον η ανάκτηση δεν πραγματοποιηθεί εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξεως διαπιστώσεως ή οκτώ ετών εάν η ανάκτηση αποτελεί το αντικείμενο προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια, οι οικονομικές συνέπειες της [μη] ανακτήσεως βαρύνουν κατά 50 % το εμπλεκόμενο κράτος μέλος και κατά 50 % τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Το κράτος μέλος αναφέρει χωριστά στην ανακεφαλαιωτική κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, τα ποσά που δεν ανακτήθηκαν εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
H κατανομή του δημοσιονομικού βάρους που απορρέει από τη [μη] ανάκτηση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο δεν θίγει την υποχρέωση του εμπλεκόμενου κράτους μέλους να κινήσει τις διαδικασίες ανακτήσεως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1, του παρόντος κανονισμού. Τα ποσά που ανακτώνται με τον τρόπο αυτό καταβάλλονται στο ΕΓΤΕ σε ποσοστό 50 %, μετά την παρακράτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 2.
Εάν, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακτήσεως, διαπιστωθεί με οριστική διοικητική ή δικαστική πράξη ότι δεν έχει διαπραχθεί παρατυπία, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δηλώνει στο ΕΓΤΕ ως δαπάνη τη δημοσιονομική επιβάρυνσή του δυνάμει του πρώτου εδαφίου.
Ωστόσο, εάν, για λόγους [μη δυνάμενους] να αποδοθούν στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, η ανάκτηση δεν [κατέστη εφικτό να χωρήσει] εντός των προθεσμιών που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, και το προς ανάκτηση ποσό υπερβαίνει το 1 εκατ. ευρώ, η Επιτροπή μπορεί, έπειτα από αίτηση του κράτους μέλους, να [παρεκτείνει] τις προθεσμίες κατά 50 % κατ’ ανώτατο όριο των αρχικών προθεσμιών.»
10 Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 6, του κανονισμού 1290/2005, «[σ]ε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να μην επιδιώξουν ανάκτηση». Με τη διάταξη αυτή διευκρινίζεται ότι μια τέτοια απόφαση μπορεί να ληφθεί μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
«α) εάν το σύνολο των πραγματοποιηθέντων και των προβλεπόμενων εξόδων ανακτήσεως υπερβαίνει το προς ανάκτηση ποσό:
β) εάν η ανάκτηση είναι αδύνατη λόγω αφερεγγυότητας του οφειλέτη ή των προσώπων που φέρουν τη νομική ευθύνη για την παρατυπία, η οποία αφερεγγυότητα έχει διαπιστωθεί και αναγνωριστεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του [οικείου] κράτους μέλους.»
Η ίδια διάταξη προβλέπει ότι «[τ]ο κράτος μέλος αναφέρει χωριστά στην ανακεφαλαιωτική κατάσταση που προβλέπεται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, τα ποσά για τα οποία αποφάσισε να μην εφαρμόσει τις διαδικασίες ανακτήσεως, καθώς και τους λόγους που υπαγόρευσαν την απόφασή του αυτή».
11 Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005: «Αφού εφαρμόσει τη διαδικασία του άρθρου 31, παράγραφος 3, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση τα ποσά που έχουν καταλογιστεί στον κοινοτικό προϋπολογισμό στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος άρθρου, εφόσον διαπιστώσει ότι οι παρατυπίες ή η [μη] ανάκτηση οφείλονται σε παρατυπίες ή αμέλειες που μπορούν να αποδοθούν στις διοικητικές ή άλλες υπηρεσίες ή σε οργανισμούς των κρατών μελών·
β) κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, εφόσον κρίνει ότι οι λόγοι τους οποίους επικαλείται το κράτος μέλος δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την απόφασή του να παύσει τη διαδικασία ανακτήσεως.»
12 Το άρθρο 46 του κανονισμού αυτού προβλέπει:
«[…] Ο κανονισμός […] 595/91 τροποποιείται ως εξής:
1) το άρθρο 5, παράγραφος 2, διαγράφεται·
2) το άρθρο 7, παράγραφος 1, διαγράφεται.»
13 Το άρθρο 47, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι «ο κανονισμός 25, ο κανονισμός […] 723/97 και ο κανονισμός […] 1258/1999 καταργούνται».
14 Τέλος, το άρθρο 49, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, διάταξη αφορώσα την έναρξη ισχύος του κανονισμού, διευκρινίζει:
«[…] Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης [στις 18 Αυγούστου 2005].
Εφαρμόζεται από [1ης] Ιανουαρίου 2007, πλην του άρθρου 18, παράγραφοι 4 και 5, οι οποίες εφαρμόζονται από την έναρξη ισχύος του, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47.
Ωστόσο, οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται από τις 16 Οκτωβρίου 2006:
– […]
– το άρθρο 32, για τις περιπτώσεις οι οποίες γνωστοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού […] 595/91 και για τις οποίες η πλήρης ανάκτηση δεν έχει ακόμη συντελεστεί στις 16 Οκτωβρίου 2006,
[…]».
Ιστορικό της διαφοράς
15 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απηύθυνε στις 12 Φεβρουαρίου 2007 προς την Επιτροπή ανακεφαλαιωτική κατάσταση των διαδικασιών ανακτήσεως οι οποίες κινήθηκαν κατόπιν παρατυπιών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κανονισμού 1290/2005, κατάσταση στην οποία συμπεριελήφθησαν και περιπτώσεις εμπίπτουσες στη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91. Η Επιτροπή διαβίβασε στις 30 Μαρτίου 2007 προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έγγραφο αφορών την απόφαση εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 2006, αναφερόμενη λεπτομερώς στη μεθοδολογία της οποίας έγινε χρήση για τη διενέργεια των υπολογισμών της και παραθέτοντας πίνακα με τα προς ανάκτηση ποσά ανά οργανισμό πληρωμής. Υπό την έννοια αυτή, προέβλεψε την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005 επί του συνόλου των περιπτώσεων παρατυπιών οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξεως διαπιστώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91. Έτσι, καταλογίστηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το 50 % των αντιστοιχούντων σε δύο τύπους παρατυπιών ποσών:
– των παρατυπιών οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο διοικητικής διαπιστώσεως πριν από τουλάχιστον τέσσερα έτη (οκτώ έτη σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων) και οι οποίες δεν κατέληξαν στην ανάκτηση των ποσών·
– των παρατυπιών οι οποίες κατέληξαν σε διοικητική διαπίστωση ή στην ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προσφυγή, ακολούθως δε αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 εντός προθεσμίας πέραν των τεσσάρων ή οκτώ ετών, παρατυπιών για τις οποίες η Επιτροπή δεν είχε ακόμη εκδώσει απόφαση σχετική με τον καταλογισμό τους βάσει της διατάξεως του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999.
16 Στις 16 Απριλίου 2007 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε διευκρινίσεις από την Επιτροπή ως προς τις λεπτομέρειες υπολογισμού του κοινοποιηθέντος στις 30 Μαρτίου 2007 ποσού, διευκρινίζοντας ότι το Land του Σάαρ αδυνατούσε να κατανοήσει τον συγκεκριμένο υπολογισμό. Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 18ης Απριλίου 2007, η Επιτροπή απάντησε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρινίζοντας την ακολουθηθείσα για τον υπολογισμό του οφειλόμενου από το Land του Σάαρ ποσού, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από την Επιτροπή. Κατά τη 14η σύνοδο της επιτροπής των γεωργικών ταμείων στις 20 Απριλίου 2007, απαντώντας σε ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή παρέσχε εκ νέου διευκρινίσεις επί της συγκεκριμένης μεθόδου υπολογισμού.
17 Με την απόφαση 2007/327/ΕΚ, της 27ης Απριλίου 2007, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμών των κρατών μελών όσον αφορά δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 2006 (ΕΕ L 122, σ. 51, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή προέβη στην κατά 22 008 515,16 ευρώ μείωση του ποσού της καταβληθείσας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνδρομής.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
18 Με δικόγραφο το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Ιουλίου 2007, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Το υπόμνημα αντικρούσεως κατατέθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2007, το υπόμνημα απαντήσεως στις 26 Νοεμβρίου 2007 και το υπόμνημα ανταπαντήσεως στις 14 Ιανουαρίου 2008.
19 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθ’ ο μέρος της καταλογίζεται ποσόν ύψους 1 750 616,27 ευρώ,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
20 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη, καθ’ ο μέτρο το επίδικο ποσόν υπερβαίνει σε ύψος το 1 602 814,31 ευρώ,
– να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή,
– να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού
Επιχειρήματα των διαδίκων
21 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθ’ ο μέτρο αφορά ποσόν υπερβαίνον το 1 602 814,31 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί σε εκείνο για το οποίο η ίδια είχε εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005. Συγκεκριμένα, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έσφαλε, αφενός, αναφορικά με τον υπολογισμό του ημίσεος του αρχικού ποσού ύψους 3 347 636,98 ευρώ ως αντιστοιχούντος στις 34 περιπτώσεις ανακτήσεως τις οποίες θεωρούσε επίδικες, ποσού το οποίο ανέρχεται σε 1 673 818,49 ευρώ και όχι σε 1 750 616,27 ευρώ και, αφετέρου, συμπεριέλαβε πεπλανημέρως έξι περιπτώσεις ανακτήσεως μη εμπίπτουσες στο άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, για ποσόν ύψους 71 004,18 ευρώ.
22 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρίνισε ότι εμμένει στα αιτήματά της. Πάντως, εξέφρασε την επιθυμία να τροποποιηθεί μέρος των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως της οποίας είχε ζητήσει την ακύρωση, προκειμένου να διορθωθούν ορισμένα σφάλματα υπολογισμού και λόγω του ότι ανέκυψαν, κατά την έγγραφη διαδικασία, στοιχεία. Πρώτον, παρεδέχθη ότι υπολόγισε εσφαλμένα το αντιστοιχούν στο ήμισι του αρχικού ποσού των 3 347 636,98 ευρώ αναφερόμενη στις 34 επίδικες παρατυπίες. Δεύτερον, αναγνώρισε ότι συμπεριέλαβε πεπλανημένως έξι περιπτώσεις οι οποίες είχαν καταλογιστεί στο σύνολό τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό για ποσόν ύψους 71 004,18 ευρώ. Τέλος, επισήμανε ότι παρέλειψε τρεις περιπτώσεις οι οποίες της είχαν καταλογιστεί κατά το 50 %, για ποσόν ύψους 862 413,65 ευρώ. Υπό την έννοια αυτή, διευκρίνισε ότι επιθυμούσε να προβεί σε αντιστάθμιση μεταξύ των περιπτώσεων τις οποίες συμπεριέλαβε πεπλανημένως στο δικόγραφο της προσφυγής της και ενός μέρους αυτών τις οποίες είχε παραλείψει.
23 Προκειμένου να διευκρινίσει τους λόγους της τροποποιήσεως των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως, της οποίας επιδίωκε την ακύρωση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρίνισε ότι δεν ήταν ανέφικτο να προσδιορίσει τις εμπίπτουσες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 περιπτώσεις τις οποίες είχε λάβει υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής της, δεδομένου ότι η Επιτροπή ουδέποτε της είχε διαβιβάσει κατάλογο των συγκεκριμένων περιπτώσεων, και ότι μόνον το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής τής είχε επιτρέψει να διορθώσει τις περί τα πράγματα συγκεκριμένες πλάνες. Διευκρίνισε επίσης ότι απευθύνθηκε ανεπιτυχώς στην Επιτροπή προτού καταθέσει το δικόγραφο της προσφυγής της προκειμένου να λάβει κατάλογο των εμπιπτουσών στις ανωτέρω διατάξεις περιπτώσεων.
24 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιβεβαίωσε ότι παραιτήθηκε των αιτημάτων της περί ακυρώσεως όσον αφορά τις έξι μνημονευόμενες με το δικόγραφο της προσφυγής της περιπτώσεις οι οποίες είχαν καταλογιστεί στο σύνολό τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό για ποσόν ύψους 71 004,18 ευρώ. Το Γενικό Δικαστήριο έλαβε γνώση τούτου με το πρακτικό της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
25 Επιπλέον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρίνισε ότι, κατά την εκτίμησή της, δεν είχε τροποποιήσει τα αιτήματά της, αλλ’ ότι το γεγονός ότι συμπεριέλαβε στο αίτημά της περί ακυρώσεως τρεις νέες περιπτώσεις παρατυπιών έπρεπε να εκληφθεί ως νέος λόγος τον οποίο δικαιούνταν να προβάλει κατά το στάδιο της απαντήσεώς της. Η Επιτροπή απορρίπτει την ανωτέρω επιχειρηματολογία.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
26 Εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί του παραδεκτού των αιτημάτων τα οποία διατυπώνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με το δικόγραφο της απαντήσεώς της, ήτοι επί του αιτήματος περί μερικής ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθ’ ο μέτρο υπερβαίνει το ποσό των 1 602 814,31 ευρώ και αφορά τις τρεις περιπτώσεις παρατυπιών οι οποίες της είχαν καταλογιστεί κατά το 50 % και τις οποίες είχε παραλείψει με το δικόγραφο της προσφυγής της.
27 Κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο προσφεύγων οφείλει να αναφέρει στο δικόγραφο της προσφυγής του τα αιτήματά του. Έτσι, μόνον τα περιλαμβανόμενα στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο αιτήματα δύνανται να ληφθούν υπόψη (απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1965, 83/63, Krawczynski κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 145, σκέψη 2), ενώ το βάσιμο της προσφυγής πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα των αιτημάτων τα οποία περιλαμβάνει το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Σεπτεμβρίου 1979, 232/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 323, σκέψη 3).
28 Το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας επιτρέπει την προβολή νέων ισχυρισμών υπό την προϋπόθεση ότι στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, ο όρος αυτός διέπει a fortiori οποιαδήποτε τροποποίηση των αιτημάτων και, ελλείψει πραγματικών και νομικών στοιχείων που ανέκυψαν κατά την έγγραφη διαδικασία, μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνον τα περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της προσφυγής αιτήματα (προπαρατεθείσα στη σκέψη 27 απόφαση Krawczynski κατά Επιτροπής, σκέψη 2).
29 Εν προκειμένω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι της ήταν ανέφικτο να προσδιορίσει, κατά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής της, τις περιπτώσεις οι οποίες είχαν ληφθεί υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση, δοθέντος ότι η Επιτροπή ουδέποτε της είχε διαβιβάσει κατάλογο των εμπιπτουσών στις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 περιπτώσεων και ότι μόνον το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής της παρέσχε τη δυνατότητα να διορθώσει τις εν λόγω πλάνες περί τα πράγματα.
30 Πάντως, πρώτον, επιβάλλεται η υπογράμμιση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε πλήρη επίγνωση της χρησιμοποιηθείσας από την Επιτροπή μεθόδου υπολογισμού όταν εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, καθόσον, όπως προαναφέρεται στις σκέψεις 15 και 16, είχε λάβει εξηγήσεις επ’ αυτής τρις. Πράγματι, η Επιτροπή τής είχε διαβιβάσει στις 30 Μαρτίου 2007, ήτοι πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, έγγραφο σχετικά με την απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 2006, το παράρτημα 3 της οποίας παρέθετε λεπτομερώς την επί του θέματος μεθοδολογία. Εξάλλου, η Επιτροπή απάντησε στις 18 Απριλίου 2007 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, διευκρινίζοντάς της εκ νέου τη συγκεκριμένη μεθοδολογία και εφαρμόζοντάς την στην περίπτωση του Land του Σάαρ. Επιπλέον, κατά τη 14η σύσκεψη της επιτροπής γεωργικών ταμείων της 20ής Απριλίου 2007, απαντώντας σε ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή παρέσχε εκ νέου διευκρινίσεις επί της συγκεκριμένης μεθόδου υπολογισμού. Τέλος, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, το υπόμνημά της αντικρούσεως δεν περιελάμβανε κανένα ειδικό στοιχείο αφορών τη χρησιμοποιηθείσα μέθοδο υπολογισμού.
31 Δεύτερον, όπως υπογραμμίζει η ίδια, η Επιτροπή προέβη στους υπολογισμούς της με βάση δεδομένα τα οποία τα κράτη μέλη οφείλουν να της διαβιβάζουν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, στοιχείο στ΄, και το παράρτημα III, πίνακες 1, 2 και 5, του κανονισμού (ΕΚ) 885/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1290/2005 σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ L 171, σ. 90).
32 Επομένως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στη διάθεση της οποίας τελούσαν η μεθοδολογία και τα συναφή στοιχεία, ήταν έτσι κατ’ αρχήν σε θέση να προσδιορίσει η ίδια, ήδη στο στάδιο της καταθέσεως του δικογράφου της προσφυγής της, τις εμπίπτουσες στη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 περιπτώσεις τις οποίες είχε λάβει υπόψη η Επιτροπή στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς της. Εν πάση περιπτώσει, δεν απέδειξε ότι η τροποποίηση των αιτημάτων της οφείλονταν σε νομικά και πραγματικά στοιχεία τα οποία ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας. Κατόπιν αυτού, τα αιτήματά της περί ακυρώσεως είναι απαράδεκτα όσον αφορά ποσόν υπερβαίνον το 1 602 814,31 ευρώ.
33 Τέλος, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, ναι μεν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεώρησε ότι δεν είχε τροποποιήσει τα αιτήματά της, το δε ότι συμπεριέλαβε τρεις νέες περιπτώσεις παρατυπιών στο αίτημά της περί ακυρώσεως έπρεπε να χαρακτηριστεί ως νέος λόγος ακυρώσεως, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί εν πάση περιπτώσει επιρροή επί του παραδεκτού, εφόσον, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο προσφεύγων οφείλει να περιλάβει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών τους οποίους επικαλείται με το δικόγραφο της προσφυγής του, ενώ η προβολή νέων ισχυρισμών εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι αυτοί στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
Επί της ουσίας
34 Προς στήριξη των αιτημάτων της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται δύο λόγους ακυρώσεως. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005 και, δεύτερον, εκτιμά ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της τη μονομερή δήλωσή της της 4ης Μαΐου 1995.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από την πλάνη περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005
– Επιχειρήματα των διαδίκων
35 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκτιμά ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εφαρμόζοντας, ήδη από τις 16 Οκτωβρίου 2006, τον κανόνα περί καταλογισμού στο κράτος μέλος, κατά ποσοστό ύψους 50 %, των μη ανακτηθέντων από αυτό ποσών εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών από την ημερομηνία της πρώτης πράξεως διοικητικής ή δικαστικής διαπιστώσεως ή οκτώ ετών εφόσον η ανάκτηση αποτελεί αντικείμενο προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005. Συγκεκριμένα, εκτιμά ότι, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 46 και 49 του κανονισμού 1290/2005, το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού εφαρμοζόταν κατά την ως άνω ημερομηνία μόνο στις προβλεπόμενες από το άρθρο 3 του κανονισμού 595/91 περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες για τις οποίες τα κράτη μέλη είχαν κοινοποιήσει στην Επιτροπή, εντός των δύο μηνών οι οποίοι έπονται της λήξεως κάθε τριμήνου, κατάσταση περιλαμβάνουσα τις περιπτώσεις παρατυπιών οι οποίες είχαν αποτελέσει αντικείμενο μιας πρώτης διοικητικής ή δικαστικής διαπιστώσεως και οι οποίες δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο πλήρους ανακτήσεως στις 16 Οκτωβρίου 2006, και όχι τις εμπίπτουσες στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 περιπτώσεις, ήτοι σε διάταξη αφορώσα τις ειδικές ανακοινώσεις τις οποίες αποστέλλει κράτος μέλος στην Επιτροπή εφόσον εκτιμά ότι η πλήρης ανάκτηση ενός ποσού είναι ανέφικτη και στο παρόν και στο μέλλον λόγω των κοινοποιηθεισών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του ίδιου κανονισμού παρατυπιών. Έτσι, κατά την άποψή της, οι εκκρεμείς περιπτώσεις ανακτήσεως οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο των προβλεπομένων στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 ειδικών ανακοινώσεων έπρεπε να εξεταστούν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006, με θεμέλιο τους εφαρμοστέους κατά τον χρόνο των εν λόγω ανακοινώσεων κανόνες, ήτοι τη διάταξη του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999, η οποία προβλέπει ότι, εφόσον δεν ευθύνεται το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος συναφώς, οι περιπτώσεις μη ανακτήσεως αναλαμβάνονται εξ ολοκλήρου από τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
36 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι τυχόν διαφορετική ερμηνεία, συνιστάμενη στην εκτίμηση ότι όλες οι περιπτώσεις ανακτήσεως οι οποίες έχουν αποτελέσει αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως, συμπεριλαμβανομένων των εμπιπτουσών στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91, θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005 ήδη από τις 16 Οκτωβρίου 2006, θα στερούσε αποτελέσματος τις διατάξεις του άρθρου 46 του κανονισμού 1290/2005, το οποίο προβλέπει την κατάργηση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 από 1ης Ιανουαρίου 2007, και ως εκ τούτου θα αντέκειτο στη βούληση του νομοθέτη.
37 Πέραν τούτου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρινίζει ότι η ερμηνεία της σχετικά με τον κανονισμό 1290/2005 δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 47, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, περί καταργήσεως του κανονισμού 1258/1999, δυνάμει των αρχών οι οποίες συνάγονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου κατόπιν της αποφάσεως της 16ης Οκτωβρίου 2003, C‑339/00, Ιρλανδία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑11757, σκέψη 38).
38 Υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη διαχωρισμού μεταξύ, αφενός, των διεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 καταστάσεων, οι οποίες άπτονται περαιωμένων περιπτώσεων και, αφετέρου, των εμπιπτουσών στη διάταξη του άρθρου 3 της ιδίας πράξεως περιπτώσεων, οι οποίες αφορούν μόνον τις υποθέσεις ανακτήσεων οι οποίες εξακολουθούν να εκκρεμούν και για τις οποίες η μόνη δυνάμενη να αποφανθεί ως προς τις οικονομικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης αδυναμίας ανακτήσεως των χορηγηθέντων ποσών είναι η Επιτροπή. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρινίζει ότι οι περιπτώσεις οι οποίες έχουν αποτελέσει αντικείμενο της ειδικής ανακοινώσεως σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 δεν τελούν στην πραγματικότητα υπό αναστολή, καθόσον είναι περαιωμένες για το κράτος μέλος το οποίο απέκλεισε το ενδεχόμενο της ανακτήσεως του ποσού τους, οπότε εναπόκειται αποκλειστικά στην Επιτροπή να αποφασίσει για τις οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας πραγματικής καταστάσεως. Το να θεωρείται ότι δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ των δύο αυτών τύπων περιπτώσεων θα ισοδυναμούσε με αυτόματο καταλογισμό σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού όλων εκείνων των περιπτώσεων οι οποίες επισημάνθηκαν βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 μετά την παρέλευση των προθεσμιών των τεσσάρων και οκτώ ετών, όπως προβλέπει το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005, όπερ θα στερούσε παντελώς σημασίας τις ανωτέρω προθεσμίες. Επίσης, υπογραμμίζει ότι ελάχιστες περιπτώσεις αποτελούν αντικείμενο ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91.
39 Εξάλλου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι ο νομοθέτης δεν προέβλεψε καμία πράξη εκκαθαρίσεως στις ειδικές περιπτώσεις αφερεγγυότητας του οφειλέτη, καθόσον το άρθρο 32, παράγραφος 6, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1290/2005 ορίζει ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να μην επιδιώξουν οποιαδήποτε ανάκτηση, οπότε τα ποσά καταλογίζονται στο σύνολό τους σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού.
40 Τέλος, επισημαίνει ότι, όταν απέστειλε στις 12 Φεβρουαρίου 2007 ανακεφαλαιωτικό κατάλογο των διαδικασιών ανακτήσεως οι οποίες κινήθηκαν κατόπιν παρατυπιών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κανονισμού 1290/2005, συμπεριέλαβε τις διεπόμενες από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 περιπτώσεις, διατηρώντας παράλληλα τον αριθμό εξατομικεύσεώς τους, τον οποίο έφεραν στο πλαίσιο της πραγματοποιηθείσας βάσει του ανωτέρω άρθρου 5 ειδικής ανακοινώσεως.
41 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και εκτιμά ότι δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκ μέρους της εφαρμογή του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
42 Προκαταρκτικώς, παρατηρείται ότι, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιδιώκει να καταδείξει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί καθόσον η Επιτροπή επέλεξε, κατά την κρίση της προσφεύγουσας, πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 49, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1290/2005, διατάξεως δυνάμει της οποίας ο κανονισμός εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 2007, εξαιρουμένης, μεταξύ άλλων, της διατάξεως του άρθρου 32, η οποία εφαρμόζεται από τις 16 Οκτωβρίου 2006, «για τις περιπτώσεις οι οποίες γνωστοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91 και για τις οποίες η πλήρης ανάκτηση δεν έχει ακόμη συντελεστεί στις 16 Οκτωβρίου 2006». Πράγματι, η Επιτροπή θεώρησε ότι το άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005 ετύγχανε εφαρμογής από τις 16 Οκτωβρίου 2006 και στις γνωστοποιηθείσες, στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91, περιπτώσεις οι οποίες στη συνέχεια αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 και για τις οποίες η πλήρης ανάκτηση δεν είχε ακόμη συντελεστεί στις 16 Οκτωβρίου 2006.
43 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 1290/2005, το οικονομικό έτος αρχίζει στις 16 Οκτωβρίου και τελειώνει στις 15 Οκτωβρίου του επόμενου έτους, οι δε πραγματοποιηθείσες από 1ης έως 15 Οκτωβρίου δαπάνες των κρατών μελών εντάσσονται στον μήνα Οκτώβριο, ενώ οι πραγματοποιούμενες από τις 16 έως τις 31 Οκτωβρίου δαπάνες εντάσσονται στον μήνα Νοέμβριο. Το άρθρο 32 του κανονισμού 1290/2005 αφορά τις υποχρεώσεις των κρατών μελών αναφορικά με την ανάκτηση ποσών από τους δικαιούχους οι οποίοι διέπραξαν παρατυπίες ή επέδειξαν αμέλεια. Το άρθρο 32, παράγραφος 5, του ιδίου κανονισμού αφορά τις ειδικές περιπτώσεις, στο πλαίσιο των οποίων το κράτος μέλος δεν ανέκτησε τα ποσά, είτε εντός προθεσμίας τεσσάρων ετών μετά την ημερομηνία της πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξεως διαπιστώσεως, είτε εντός προθεσμίας οκτώ ετών εφόσον η ανάκτηση αποτελεί αντικείμενο προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Σε παρόμοιες περιπτώσεις διευκρινίζεται ότι «οι οικονομικές συνέπειες της [μη] ανακτήσεως βαρύνουν κατά 50 % το εμπλεκόμενο κράτος μέλος και κατά 50 % τον κοινοτικό προϋπολογισμό».
44 Σύμφωνα με πάγια νομολογία, για την ερμηνεία μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι επιδιωκόμενοι με την κανονιστική ρύθμιση της οποίας η ίδια αποτελεί μέρος στόχοι (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2005, C‑17/03, VEMW κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I‑4983, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 2005, T‑22/02 και T‑23/02, Sumitomo Chemical και Sumika Fine Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑4065, σκέψη 47).
45 Υπό το φως των ανωτέρω αρχών, πρέπει να εξετάζεται αν η φράση «για τις περιπτώσεις οι οποίες γνωστοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91 και για τις οποίες η πλήρης ανάκτηση δεν έχει ακόμη συντελεστεί στις 16 Οκτωβρίου 2006», η οποία απαντά στο άρθρο 49, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1290/2005, νοείται ως μη αφορώσα τις περιπτώσεις οι οποίες έχουν αποτελέσει αντικείμενο ανακοινώσεως στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91 και οι οποίες δεν κατέληξαν σε ανάκτηση έως τις 16 Οκτωβρίου 2006 ή ως αφορώσα και τις γνωστοποιηθείσες στο πλαίσιο του ιδίου άρθρου 3 περιπτώσεις, οι οποίες αποτέλεσαν ακολούθως αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 και δεν κατέληξαν σε ανάκτηση μέχρι τις 16 Οκτωβρίου 2006.
46 Πρώτον, η απάντηση επί του συγκεκριμένου ζητήματος δύναται να συναχθεί από γραμματική ερμηνεία του άρθρου 49, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1290/2005, λόγω της σαφηνείας της φράσεως ««για τις περιπτώσεις οι οποίες γνωστοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91». Συναφώς, επιβάλλεται η υπογράμμιση ότι η συγκεκριμένη φράση έχει ευρύ περιεχόμενο καθόσον εκ φύσεως εμπεριέχει όλες τις περιπτώσεις οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91. Μεταξύ αυτών καταλέγονται κατ’ ανάγκη οι περιπτώσεις οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης ανακοινώσεις βάσει του άρθρου 3, ακολούθως δε ειδικής ανακοινώσεως βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2.
47 Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1290/2005, η αφορώσα τις παρατυπίες διαδικασία ρυθμιζόταν μεταξύ άλλων από τα άρθρα 3 και 5 του κανονισμού 595/91. Έτσι, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 3, τα κράτη μέλη όφειλαν να κοινοποιούν κάθε τρίμηνο στην Επιτροπή κατάσταση περιλαμβάνουσα τις περιπτώσεις παρατυπιών οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο μιας πρώτης διοικητικής ή δικαστικής πράξεως διαπιστώσεως. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τους επέβαλε την υποχρέωση να αποστέλλουν ακολούθως στην Επιτροπή, ανά τρίμηνο, πληροφορίες σχετικές με τις κινηθείσες κατόπιν κοινοποιουμένων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παρατυπιών διαδικασίες, ενώ η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου προέβλεπε τη διαβίβαση ειδικής ανακοινώσεως για τα ποσά τα οποία τα κράτη μέλη θεωρούσαν ότι δεν ήσαν σε θέση να ανακτήσουν. Υπό την έννοια αυτή, τα άρθρα 3 και 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 δεν στοιχούν σε διαφορετικές περιπτώσεις, όπως υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αλλά σε διαφορετικές φάσεις, καθόσον το άρθρο 5, παράγραφος 2, αφορά τις παρατυπίες οι οποίες επισημάνθηκαν προηγουμένως στο πλαίσιο του άρθρου 3 και θεωρήθηκαν από το κράτος μέλος ως μη δυνάμενες να ανακτηθούν.
48 Πέραν τούτου, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί να επικαλείται τις συναγόμενες από το Δικαστήριο με την απόφαση Ιρλανδία κατά Επιτροπής (ανωτέρω, σκέψη 37) αρχές, δεδομένου ότι η παρούσα διαφορά εμφανίζει τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα μόνο με εκείνα τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο να χωρήσει σε ερμηνεία του κανονισμού 1258/1999 ο οποίος δεν περιελάμβανε μεταβατικές διατάξεις. Πράγματι, εν προκειμένω, ο κανονισμός 1290/2005 διευκρίνισε λεπτομερώς τους αφορώντες την έναρξη ισχύος του κανόνες, καθώς και τους κανόνες περί της εφαρμογής του, τις καταργήσεις τις οποίες καθιστά αναγκαίες και τα μεταβατικά μέτρα σε σχέση με τις αφορώσες το ΕΓΤΠΕ λοιπές διατάξεις. Προέβλεψε, ιδίως, την εφαρμογή, ήδη από τις 16 Οκτωβρίου 2006, του άρθρου 32 στις περιπτώσεις οι οποίες κοινοποιήθηκαν στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91 και για τις οποίες δεν είχε ακόμη συντελεστεί η πλήρης ανάκτηση.
49 Δεύτερον, η εκτιθέμενη ανωτέρω στη σκέψη 46 ερμηνεία συνάδει και προς τη γενική οικονομία της νέας διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών η οποία εγκαθιδρύθηκε με τον κανονισμό 1290/2005. Πράγματι, στα πλαίσια του προγενέστερου συστήματος, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999, η Επιτροπή έφερε τις οικονομικές συνέπειες των παρατυπιών ή αμελειών, πλην όσων προέκυπταν από παρατυπίες ή αμέλειες δυνάμενες να καταλογιστούν στις διοικήσεις ή σε άλλους οργανισμούς των κρατών μελών. Εκδίδοντας τον κανονισμό 1290/2005, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως έθεσε μεταξύ άλλων ως στόχο την εγκαθίδρυση διαδικασίας παρέχουσας στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαφυλάσσει τα συμφέροντα του κοινοτικού προϋπολογισμού αποφασίζοντας τον καταλογισμό σε βάρος του εμπλεκόμενου κράτους μέλους ενός μέρους των ποσών τα οποία απωλέσθηκαν λόγω παρατυπιών και τα οποία δεν ανακτήθηκαν εντός εύλογης προθεσμίας (αιτιολογικές σκέψεις 25 και 26 του κανονισμού). Έτσι, το άρθρο 32, παράγραφος 5, της ιδίας πράξεως προβλέπει ότι τα ποσά των οποίων η ανάκτηση δεν έλαβε χώρα εντός προθεσμίας τεσσάρων ή οκτώ ετών από την πρώτη διοικητική ή δικαστική διαπίστωση αποτελούν του λοιπού αντικείμενο καταλογισμού κατ’ ίσα μέρη μεταξύ του κράτους μέλους και του κοινοτικού προϋπολογισμού.
50 Συναφώς, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, δυνάμει του άρθρου 49 του κανονισμού 1290/2005, τα αφορώντα τη λογιστική εκκαθάριση άρθρα (άρθρα 30 και 31) και τις παρατυπίες (άρθρο 32) εφαρμόζονται από τις 16 Οκτωβρίου 2006. Επομένως, θα στερούνταν συνοχής, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη στόχου της προστασίας των δημοσιονομικών συμφερόντων του κοινοτικού προϋπολογισμού, να θεωρηθεί ότι πρόθεσή του ήταν να επιφυλάξει εμμέσως ειδική μεταχείριση στις παρατυπίες οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91, τη στιγμή κατά την οποία προέβλεψε την εφαρμογή του συνόλου των αφορωσών τη λογιστική εκκαθάριση και τις παρατυπίες διατάξεων από τις 16 Οκτωβρίου 2006.
51 Τρίτον, η προτεινόμενη από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα την εφαρμογή καταργηθείσας από τον νομοθέτη διατάξεως. Πράγματι, το άρθρο 49 διευκρινίζει ότι η εφαρμογή του κανονισμού από 1ης Ιανουαρίου 2007 δεν θίγει τις διατάξεις του άρθρου 47 αυτού περί των καταργήσεων και ιδίως εκείνη του κανονισμού 1258/1999. Πράγματι, το άρθρο 47 του κανονισμού 1290/2005 προβλέπει την κατάργηση του κανονισμού 1258/1999 από την έναρξη ισχύος του πρώτου, ήτοι από τις 18 Αυγούστου 2005, με εξαίρεση τις πραγματοποιηθείσες από τα κράτη μέλη δαπάνες για τις οποίες ο κανονισμός εφαρμόζεται έως τις 15 Οκτωβρίου 2006 καθώς και για τις πραγματοποιηθείσες από την Επιτροπή δαπάνες για τις οποίες ο κανονισμός εξακολουθεί να εφαρμόζεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006. Η συλλογιστική της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, σύμφωνα με την οποία οι περιπτώσεις οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005 πριν από την 1η Ιανουαρίου 2007, οπότε, μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με τον καταλογισμό τους, θα υποχρέωνε την Επιτροπή να εφαρμόσει τον κανόνα του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 1258/1999 τη στιγμή κατά την οποία ο κανόνας αυτός είχε καταργηθεί στις 16 Οκτωβρίου 2006 για τις διενεργηθείσες από τα κράτη μέλη δαπάνες. Παρόμοια ερμηνεία θα αντέκειτο προδήλως προς τη βούληση του νομοθέτη.
52 Τέταρτον, η παρατιθέμενη ανωτέρω στη σκέψη 46 ερμηνεία είναι συμβατή προς τη διατήρηση της ισχύος του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006. Πράγματι, δεν αμφισβητείται ότι οι προβλεπόμενες στο άρθρο 46 τροποποιήσεις, οι οποίες καταργούν μεταξύ άλλων το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91, εφαρμόζονται μόνον από 1ης Ιανουαρίου 2007. Επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, ναι μεν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να διατηρηθεί η εν λόγω διάταξη σε ισχύ μεταξύ της 16ης Οκτωβρίου και της 31ης Δεκεμβρίου 2006, τούτο, όμως, εξηγείται, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, από την ανάγκη να της παρασχεθεί η δυνατότητα να λάβει τις αφορώσες τις ειδικές ανακοινώσεις πληροφορίες σχετικά με τις παρατυπίες του τρίτου τριμήνου του 2006, ώστε να βρίσκεται η ίδια στην κατοχή πληροφοριών ανταποκρινομένων στην αποστολή της να καταστέλλει τις απάτες, και τούτο ανεξάρτητα από τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών.
53 Πέμπτον και τελευταίον, τα λοιπά επιχειρήματα τα οποία προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν δύνανται να αναιρέσουν την ερμηνεία του άρθρου 49, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1290/2005 η οποία προεξετέθη στη σκέψη 46.
54 Έτσι, το γεγονός ότι, όταν διαβίβασε στην Επιτροπή στις 12 Φεβρουαρίου 2007 ανακεφαλαιωτικό κατάλογο των διαδικασιών ανακτήσεως τις οποίες είχε κινήσει κατόπιν παρατυπιών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32, παράγραφος 3, του κανονισμού 1290/2005, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συμπεριέλαβε τις διεπόμενες από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 περιπτώσεις, διατηρώντας παράλληλα τον αριθμό εξατομικεύσεως τον οποίο είχαν λάβει με την ειδική ανακοίνωση δυνάμει του άρθρου 5, ουδεμία ασκεί επιρροή επί του παρόντος λόγου ακυρώσεως, καθόσον τα ανωτέρω δύο άρθρα δεν διέπουν διαφορετικές περιπτώσεις, αλλά διαφορετικές φάσεις (βλ. ανωτέρω σκέψη 47).
55 Ομοίως, το γεγονός ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έχει αποδειχθεί ότι οι ελάχιστες περιπτώσεις αποτέλεσαν αντικείμενο ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91, ουδεμία ασκεί επιρροή επί της ερμηνείας του άρθρου 49 του κανονισμού 1290/2005, καθ’ ο μέτρο παρόμοιο αμιγώς ποσοτικό στοιχείο δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε επίπτωση επί ενός κανόνα δικαίου.
56 Περαιτέρω, η παρατιθέμενη ανωτέρω στη σκέψη 46 ερμηνεία δεν έχει ως αποτέλεσμα, αντιμετωπίζοντας με τον ίδιο τρόπο τις επισημανθείσες σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 595/91 παρατυπίες και όσες αποτέλεσαν ακολούθως αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, να στερεί σημασίας τις προθεσμίες των τεσσάρων και οκτώ ετών, όπως προβλέπει το άρθρο 32, παράγραφος 5, του κανονισμού 1290/2005. Πράγματι, σύμφωνα με την εκτεθείσα εκ μέρους της Επιτροπής με το από 30 Μαρτίου 2007 έγγραφό της, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 2006 (βλ. ανωτέρω σκέψη 15), μεθοδολογία, η ερμηνεία αυτή έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλει κυρώσεις στα κράτη μέλη εφόσον διαβίβασαν ειδική ανακοίνωση μετά από χρονικό διάστημα υπερβαίνον τα τέσσερα έτη (οκτώ έτη σε περίπτωση ένδικης διαδικασίας) από την πρώτη διαπίστωση παρατυπίας, όπερ συνάδει προς τον στόχο να παρακινούνται τα κράτη μέλη να ανακτούν εντός εύλογης προθεσμίας τα ποσά τα οποία συνδέονται με διαπιστωθείσες παρατυπίες.
57 Τέλος, η απαντώσα ανωτέρω στη σκέψη 46 ερμηνεία συμβιβάζεται προς τις διατάξεις του άρθρου 32, παράγραφος 6, στοιχείο β΄, και του άρθρου 32, παράγραφος 8, του κανονισμού 1290/2005, οι οποίες αφορούν τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας του οφειλέτη και οι οποίες καταλογίζονται στο σύνολό τους στον κοινοτικό προϋπολογισμό υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκύπτουν παρατυπίες ή αμέλειες του κράτους μέλους και ότι η προβληθείσα από αυτό δικαιολογία σχετικά με την απόφασή του να παύσει τη διαδικασία ανακτήσεως είναι επαρκής. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, το γεγονός ότι οι παρατυπίες οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 θα καταλάμβαναν ορισμένες περιπτώσεις αφερεγγυότητας των οφειλετών δεν αρκεί για να εκληφθεί ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να υποκαταστήσει με τη συγκεκριμένη διάταξη εκείνη του άρθρου 32, παράγραφος 6, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1290/2005.
58 Από το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 49, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1290/2005 εκτιμώντας ότι το άρθρο 32, παράγραφος 5, του ιδίου κανονισμού εφαρμόζεται ήδη από τις 16 Οκτωβρίου 2006 όσον αφορά τις γνωστοποιηθείσες στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού 595/91 περιπτώσεις, οι οποίες στη συνέχεια αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής ανακοινώσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91, και οι οποίες δεν κατέληξαν σε ανάκτηση κατά την ως άνω ημερομηνία.
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από την αθέτηση της μονομερούς δηλώσεως της Επιτροπής της 4ης Μαΐου 1995
– Επιχειρήματα των διαδίκων
59 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοικήσεως ως εκ του ότι αθετείται η αναληφθείσα από την Επιτροπή μονομερώς δέσμευση με δήλωση η οποία προσαρτήθηκε ως παράρτημα στα πρακτικά της συνεδριάσεως της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων (ΕΜΑ) της 4ης Μαΐου 1995, με την οποία καλούσε το Συμβούλιο να υιοθετήσει, κατά τη σύνοδό του της 22ας Μαΐου 1995, το σχέδιο κανονισμού σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού 729/70 και να προσαρτήσει ως παράρτημα την εν λόγω δήλωση στα δικά του πρακτικά. Με την ανωτέρω δήλωση, η Επιτροπή αναλάμβανε τη δέσμευση να λάβει απόφαση ως προς τον καταλογισμό μη ανακτηθέντων ποσών το αργότερο 24 μήνες μετά την ανακοίνωση η οποία έλαβε χώρα βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91. Έξι από τις 34 επίδικες περιπτώσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εμπλέκουσες ποσόν ύψους 280 638,03 ευρώ το οποίο καταλογίστηκε κατά το ήμισυ στον προϋπολογισμό της, ήτοι 140 319,01 ευρώ, κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή την 1η Ιανουαρίου 2002 και την 1η Ιανουαρίου 2003, ήτοι πέραν των 24 μηνών πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι η ως άνω δήλωση της Επιτροπής αποτελεί νομική δέσμευση.
60 Η Επιτροπή απορρίπτει τα επιχειρήματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
61 Με το δικόγραφό της απαντήσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας τροποποίησε τη φρασεολογία της προσφυγής της ακυρώσεως, διευκρινίζοντας ότι μόνο δύο περιπτώσεις από τις αρχικώς μνημονευθείσες έξι τον αριθμό ενέπιπταν στην πραγματικότητα στον συγκεκριμένο λόγο ακυρώσεως για ποσόν ύψους 195 165,46 ευρώ καταλογισθέν κατά το 50 % στο εθνικό προϋπολογισμό της, ήτοι 97 582,73 ευρώ.
– Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
62 Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι ο δεύτερος αυτός λόγος ακυρώσεως αφορά μόνο μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφορικά με ποσόν ύψους 97 582,73 ευρώ, καθόσον οι διάδικοι συμφώνησαν επί του ως άνω ποσού κατά το δεύτερο γύρο των υπομνημάτων τους.
63 Προκαταρκτικώς, προέχει επίσης η υπογράμμιση, και επί του σημείου αυτού συμφωνούν άλλωστε και οι διάδικοι, ότι ουδεμία κανονιστική διάταξη επέβαλε στην Επιτροπή την υποχρέωση εκδόσεως αποφάσεως σχετικά με ειδική ανακοίνωση βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91 εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Αντιθέτως, από την εξέταση του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της δεσμευτικής ισχύος της εκ μέρους της Επιτροπής μονομερούς δηλώσεως η οποία προσαρτάται ως παράρτημα στα πρακτικά της συνεδριάσεως της ΕΜΑ της 4ης Μαΐου 1995, με την οποία η ίδια καλούσε το Συμβούλιο να υιοθετήσει, κατά τη σύνοδό του της 22ας Μαΐου 1995, το σχέδιο κανονισμού σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού 729/70 και να προσαρτήσει ως παράρτημα την εν λόγω δήλωση στα δικά του πρακτικά. Με την εν λόγω δήλωση η οποία αφορούσε το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του σχεδίου κανονισμού, το οποίο κατέστη ο κανονισμός 1287/95, η Επιτροπή είχε διευκρινίσει ότι αναλάμβανε δέσμευση να εκδώσει τις αποφάσεις της σχετικά με τον ενδεχόμενο καταλογισμό των ποσών τα οποία δεν ανέκτησαν τα κράτη μέλη εντός ανώτατης προθεσμίας 24 μηνών από τη διαβίβαση της ειδικής ανακοινώσεως δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 595/91.
64 Πάντως, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, κατά την υιοθέτηση του σχεδίου κανονισμού σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού 729/70, το Συμβούλιο δεν συμπεριέλαβε διάταξη αφορώσα παρόμοια προθεσμία. Αντιθέτως, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95, προβλέπει ρητώς ότι η ανώτατη προθεσμία των 24 μηνών μεταξύ της ημερομηνίας πραγματοποιήσεως της δαπάνης εκ μέρους του κράτους μέλους και της αρνήσεως της Επιτροπής περί χρηματοδοτήσεώς της δεν εφαρμόζεται επί των δημοσιονομικών συνεπειών των παρατυπιών κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2. Ο κανονισμός 1258/1999, με τον οποίο καταργήθηκε ο κανονισμός 729/70, επανέλαβε την ανωτέρω διάταξη με το άρθρο 7, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, στοιχείο α΄, η οποία προεξετέθη στη σκέψη 6.
65 Κατά πάγια νομολογία, δήλωση καταχωρισμένη στα πρακτικά του Συμβουλίου στο πλαίσιο θεσπίσεως πράξεως δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία διατάξεως του παράγωγου δικαίου εφόσον το περιεχόμενο της δηλώσεως ουδόλως απαντά στο κείμενο της επίδικης διατάξεως και υπό την έννοια αυτή στερείται νομικής σημασίας (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 429/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1988, σ. 843, σκέψη 9, της 26ης Φεβρουαρίου 1991, C‑292/89, Antonissen, Συλλογή 1991, σ. I‑745, σκέψη 18, και της 19ης Μαρτίου 1996, C‑25/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. I‑1469, σκέψη 38). Το ίδιο ισχύει για τις μονομερείς δηλώσεις κράτους μέλους (απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Ιανουαρίου 1985, 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1985, σ. 427, σκέψη 13).
66 Εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε καν ότι η συγκεκριμένη δήλωση της Επιτροπής είχε καταχωριστεί στα πρακτικά της συνόδου της 22ας Μαΐου 1995 κατά τη διάρκεια της οποίας το Συμβούλιο υιοθέτησε τον εν λόγω κανονισμό. Εν πάση περιπτώσει, και a fortiori, παρόμοια δήλωση δεν μπορεί ως εκ τούτου, σύμφωνα με την προμνησθείσα νομολογία, να λαμβάνεται υπόψη για την ερμηνεία του κανονισμού 729/70, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1287/95.
67 Τέλος, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, αν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκτιμά ότι η δεσμευτική ισχύς της οικείας δηλώσεως της Επιτροπής είναι απόρροια της εφαρμογής της αρχής περί χρηστής διοικήσεως, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η εν λόγω αρχή δεν μπορεί να μεταβάλει σε υποχρέωση ό,τι ο νομοθέτης θεώρησε ως μη υποχρέωση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1992, C‑255/90 P, Burban κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I‑2253, σκέψη 20).
68 Κατόπιν αυτού, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος, καθώς και η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
69 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντίδικου.
70 Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
|
Pelikánová |
Jürimäe |
Soldevila Fragoso |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Οκτωβρίου 2010.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.