ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 29ης Απριλίου 2009 ( *1 )

«Κοινοτικό σήμα — Αίτηση καταχωρίσεως του εικονιστικού κοινοτικού σήματος α — Απόλυτος λόγος απαραδέκτου — Διακριτικός χαρακτήρας — Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94»

Στην υπόθεση T-23/07,

BORCO-Marken-Import Matthiesen GmbH & Co. KG, με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον M. Wolter, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον M. Kicia,

καθού,

με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 30ής Νοεμβρίου 2006 (υπόθεση R 808/2006-4), σχετικά με την καταχώριση του εικονιστικού σημείου α ως κοινοτικού σήματος,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. W. H. Meij, πρόεδρο, V. Vadapalas και L. Truchot (εισηγητή), δικαστές,

γραμματέας: T. Weiler, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Φεβρουαρίου 2007,

έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 26 Απριλίου 2007,

έχοντας υπόψη την απόφαση της 5ης Ιουνίου 2007, με την οποία δεν επετράπη η κατάθεση υπομνήματος απαντήσεως,

έχοντας υπόψη την τροποποίηση της συνθέσεως των τμημάτων του Πρωτοδικείου,

έχοντας υπόψη τις γραπτές ερωτήσεις που το Πρωτοδικείο έθεσε στους διαδίκους,

κατόπιν της συνεδριάσεως της 19ης Νοεμβρίου 2008, κατά τη διάρκεια της οποίας η προσφεύγουσα προσκόμισε έγγραφα,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Ιστορικό της διαφοράς

1

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2005, η προσφεύγουσα, BORCO-Marken-Import Matthiesen GmbH & Co. KG, υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.

2

Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ως εικονιστικού σήματος, είναι το σημείο:

Image

3

Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος υπάγονται στην κλάση 33 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας που αφορά τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Αλκοολούχα ποτά, πλην του ζύθου, οίνοι, αφρώδεις οίνοι και ποτά με βάση τον οίνο».

4

Με απόφαση της 31ης Μαΐου 2006, ο εξεταστής απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως λόγω ελλείψεως διακριτικού χαρακτήρα του σημείου, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94. Ο εξεταστής έκρινε ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνιστούσε πιστή αναπαραγωγή του ελληνικού πεζού γράμματος «α», χωρίς γραφική αλλοίωση, και ότι οι ελληνόφωνοι αγοραστές δεν θα διέκριναν στο σημείο αυτό την ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των προϊόντων που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως σήματος.

5

Στις 15 Ιουνίου 2006, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του ΓΕΕΑ κατά της αποφάσεως αυτής.

6

Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2006 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) του τετάρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, με το αιτιολογικό ότι το σημείο εστερείτο του απαιτούμενου βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94 διακριτικού χαρακτήρα.

Αιτήματα των διαδίκων

7

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

να διαπιστώσει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β’ και γ’, και παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94 δεν απαγορεύει τη δημοσίευση του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση για τα προϊόντα της κλάσεως 33 που ορίζονται στην αίτηση καταχωρίσεως·

να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.

8

Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Πρωτοδικείο:

να απορρίψει το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας ως απαράδεκτο·

να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη κατά τα λοιπά·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

Επί του παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων που η προσφεύγουσα προσκόμισε για πρώτη φορά ενώπιον του Πρωτοδικείου

9

Η ασκηθείσα ενώπιόν του Πρωτοδικείου προσφυγή σκοπό έχει τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ κατά την έννοια του άρθρου 63 του κανονισμού 40/94. Επομένως, δεν απόκειται στο Πρωτοδικείο να επανεξετάσει τα πραγματικά περιστατικά υπό το πρίσμα των αποδεικτικών στοιχείων που για πρώτη φορά προσκομίζονται ενώπιόν του. Πράγματι, η αποδοχή των αποδεικτικών αυτών στοιχείων είναι αντίθετη προς το άρθρο 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με το οποίο τα υπομνήματα των διαδίκων δεν μπορούν να τροποποιήσουν το αντικείμενο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαφοράς. Επομένως, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από την προσφεύγουσα για πρώτη φορά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση είναι απαράδεκτα [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2003, T-128/01, DaimlerChrysler κατά ΓΕΕΑ (Calandre), Συλλογή 2003, σ. II-701, σκέψη 18].

Επί της ουσίας

Επιχειρήματα των διαδίκων

10

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους, αντλούμενους από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ’, και του άρθρου 12 του κανονισμού 40/94.

11

Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το κατατεθέν σημείο έχει τον διακριτικό χαρακτήρα που απαιτεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94, καθόσον καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό των επίμαχων προϊόντων της κλάσεως 33 ως προερχομένων από την επιχείρησή της και, κατά συνέπεια, τη διαφοροποίησή τους σε σχέση με προϊόντα άλλων επιχειρήσεων.

12

Δεδομένου ότι, δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού 40/94, τα γράμματα δύνανται να συνιστούν σήμα, δεν μπορεί να αποκλειστεί κατ’ αρχήν ότι μπορούν να έχουν διακριτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, διότι άλλως το άρθρο 4 θα καθίστατο κενό περιεχομένου.

13

Το επιχείρημα του τμήματος προσφυγών ότι τα γράμματα πρέπει να είναι διαθέσιμα είναι αλυσιτελές. Αφενός, ακόμη και ένα χρώμα μπορεί να παρουσιάζει διακριτικό χαρακτήρα και επομένως μπορεί να καταχωριστεί. Αφετέρου, η μέριμνα να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ορισμένα γράμματα να αποτελέσουν αντικείμενο μονοπωλίου είναι ξένη προς το ζήτημα του διακριτικού τους χαρακτήρα. Εν πάση περιπτώσει, η χρησιμοποίηση ενός σημείου για περιγραφικούς αποκλειστικά σκοπούς προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 12 του κανονισμού 40/94.

14

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ακόμη και ελάχιστος διακριτικός χαρακτήρας αρκεί για να παρασχεθεί προστασία στα σήματα, ανεξαρτήτως της κατηγορίας των σημείων, υπό την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 40/94, στην οποία εμπίπτουν. Δεν είναι συνεπώς δυνατόν να αποκλειστεί κατ’ αρχήν, και χωρίς μάλιστα να εξεταστούν τα επίμαχα προϊόντα, η δυνατότητα των γραμμάτων να έχουν διακριτικό χαρακτήρα, για τον λόγο και μόνον ότι δεν περιέχουν καμία πρωτότυπη ή δυνάμενη να τα εξατομικεύσει προσθήκη.

15

Για να αποκλειστεί ο διακριτικός χαρακτήρας εικονιστικών ή λεκτικών σημάτων που έχουν τη μορφή γραμμάτων, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94, πρέπει να πραγματοποιηθούν συγκεκριμένες διαπιστώσεις βάσει των οποίων να μπορεί να συναχθεί ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν αντιλαμβάνεται το επίμαχο γράμμα ως ένδειξη της προελεύσεως των δηλουμένων προϊόντων. Από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών εξακρίβωσε συγκεκριμένα ότι το κατατεθέν σημείο εστερείτο διακριτικού χαρακτήρα καθόσον θα είχε για το ενδιαφερόμενο κοινό περιγραφικό χαρακτήρα ως προς τα επίμαχα προϊόντα.

16

Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποδεικνύει ότι οι ενδιαφερόμενοι ελληνόφωνοι καταναλωτές χρησιμοποιούν ή κατανοούν το πεζό γράμμα «α» ως τάξη μεγέθους, ένδειξη κατηγορίας ή ονομασία γένους σε σχέση με τα οινοπνευματώδη ποτά.

17

Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι το δεύτερο αίτημα της προσφυγής είναι απαράδεκτο, καθόσον δεν εναπόκειται στο Πρωτοδικείο, αλλά αποκλειστικώς στο ΓΕΕΑ, να συνάγει τις συνέπειες που απορρέουν από ενδεχόμενη ακυρωτική απόφαση, δυνάμει του άρθρου 63, παράγραφος 6, του κανονισμού 40/94.

18

Επί της ουσίας, όσον αφορά τον πρώτο λόγο, το ΓΕΕΑ φρονεί ότι το τμήμα προσφυγών δεν αγνόησε το ότι τα κριτήρια εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα είναι ίδια για όλες τις κατηγορίες σημάτων, μολονότι μπορεί να είναι πιο δύσκολο να διαπιστωθεί ο διακριτικός χαρακτήρας ορισμένων από αυτά. Ναι μεν τα κλασικά λεκτικά, εικονιστικά ή τρισδιάστατα σήματα μπορούν να προσληφθούν ευθέως ως ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των δηλουμένων προϊόντων, τούτο όμως δεν συμβαίνει οπωσδήποτε στην περίπτωση των σημείων που αποτελούνται από ένα μεμονωμένο γράμμα. Τα εν λόγω σήματα μπορούν να θεωρηθούν ότι δηλούν μια τάξη μεγέθους, ένα είδος προϊόντων ή ότι αποτελούν ονομασία γένους και χρησιμοποιούνται επίσης για τους σκοπούς αυτούς.

19

Η θέση του τμήματος προσφυγών ότι τα μεμονωμένα γράμματα δεν θα προσληφθούν ως ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των δηλουμένων προϊόντων δεν συνεπάγεται ότι είναι αδύνατον να καταχωριστούν σήματα αποτελούμενα από μεμονωμένα γράμματα. Το τμήμα προσφυγών εξέθεσε σαφώς ότι, ακόμη και αν ένα μεμονωμένο γράμμα είχε αφηρημένα την ικανότητα να αποτελέσει σήμα υπό την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 40/94, δεν θα ήταν δυνατόν από αυτό να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα όσον αφορά τον συγκεκριμένο διακριτικό χαρακτήρα του.

20

Επομένως, το τμήμα προσφυγών δεν απέκλεισε απολύτως τον διακριτικό χαρακτήρα ενός μεμονωμένου γράμματος, τον οποίο απαιτεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94, όπως προκύπτει από την εξέταση του συγκεκριμένου διακριτικού χαρακτήρα του επίδικου σημείου την οποία πραγματοποίησε.

21

Κατά το τμήμα προσφυγών, ο έλεγχος της διατήρησης της διαθεσιμότητας ενός σημείου πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά στο πλαίσιο της αξιολογήσεως του διακριτικού του χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ’, του κανονισμού 40/94. Εντούτοις πρέπει, όπως τόνισε το τμήμα προσφυγών, να αναφερθεί η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Μαΐου 2003, C-104/01, Libertel (Συλλογή 2003, σ. I-3793), με την οποία κρίθηκε ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σημείου. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε συγκεκριμένα ότι δεν έπρεπε να περιορίζεται αδικαιολόγητα η διαθεσιμότητα των χρωμάτων, δεδομένου του περιορισμένου αριθμού τους. Το αυτό ισχύει για τα μεμονωμένα γράμματα, οπότε η υπό κρίση περίπτωση είναι απολύτως συγκρίσιμη.

22

Εν προκειμένω, πρέπει να ερευνηθεί, στο πλαίσιο μιας εκ των προτέρων εξετάσεως και ανεξάρτητα από κάθε πραγματική χρήση του σημείου, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94, αν αποκλείεται η δυνατότητα του σχετικού σημείου να διακρίνει, στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού, τα δηλούμενα από αυτό προϊόντα από εκείνα άλλης προελεύσεως, όταν το κοινό αυτό θα κληθεί να κάνει την αγοραστική επιλογή του.

23

Το κατατεθέν σημείο αποτελείται από ένα γράμμα αναπαραγόμενο υπό τη μορφή εικονιστικού σημείου, το οποίο όμως ενέχει μια τόσο ελαφρά αλλοίωση ώστε να προσλαμβάνεται ως απλό γράμμα. Το ερώτημα που τίθεται είναι συνεπώς αν το ενδιαφερόμενο κοινό, βλέποντας το σημείο αυτό επιτεθειμένο υπό μορφή συνήθους γραμματοσειράς στα επίμαχα προϊόντα ή σε κάποιο τμήμα της συνήθους συσκευασίας τους, θα υποθέσει ότι τα προϊόντα αυτά προέρχονται από συγκεκριμένη επιχείρηση, ήτοι από την ίδια επιχείρηση.

24

Αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, υπάρχουν διάφοροι αριθμοί, γράμματα και παρόμοιοι συνδυασμοί που χρησιμοποιούνται στις συσκευασίες των επίμαχων προϊόντων, συσχετιζόμενοι με γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, για να περιγραφούν οι ειδικές ιδιότητες των προϊόντων αυτών.

25

Το ενδιαφερόμενο κοινό προσλαμβάνει το κατατεθέν σημείο ως απλό γράμμα το οποίο διακρίνεται από τα άλλα γράμματα της αλφαβήτου από μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια, αντιλαμβάνεται δηλαδή ότι πρόκειται απλώς για ένα από τα γράμματα της αλφαβήτου. Το σημείο αυτό δεν περιέχει συνεπώς κανένα στοιχείο χαρακτηριστικό ή δυνάμενο να θεωρηθεί ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των επίμαχων προϊόντων από τον μέσο καταναλωτή οινοπνευματωδών ποτών που είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.

26

Είναι μάλλον απίθανο να μην εκλάβει το κοινό αναφοράς ένα μεμονωμένο γράμμα «α» ως δηλούν ένα είδος ή μία σειρά προϊόντων, όταν ιδίως δεν έχει επιτεθεί στο προϊόν κατά τρόπο που να ελκύει ειδικώς την προσοχή. Ειδικότερα, το πρώτο γράμμα της αλφαβήτου χρησιμοποιείται συχνά στο πλαίσιο προωθήσεως των πωλήσεων ως ένδειξη της ανωτερότητας ενός προϊόντος, όσον αφορά ιδίως την ποιότητα. Το επίμαχο γράμμα μπορεί τουλάχιστον να χρησιμοποιηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, καθόσον ο καταναλωτής είναι κατά κανόνα σε θέση να προσδώσει τη σημασία αυτή τόσο σε ένα κεφαλαίο όσο και σε ένα πεζό γράμμα.

27

Το επίδικο σημείο χρησιμοποιείται εξάλλου γενικώς από τον ελληνόφωνο καταναλωτή ως ένδειξη ποιότητας, όπως τούτο επιβεβαιώνεται από μια αναδρομή στο αγγλο-ελληνικό λεξικό. Το γράμμα «α» αναφέρεται ως σύμβολο των αριθμών ένα και χίλια. Η έννοια αυτή του κατατεθέντος σημείου καθιστά μάλλον απίθανη την πρόσληψή του από το ενδιαφερόμενο κοινό ως ένδειξη της εμπορικής προελεύσεως των δηλουμένων από αυτό προϊόντων.

28

Το τμήμα προσφυγών, αφού διαπίστωσε την ικανότητα του γράμματος «α» να δηλώνει μια γενική κατηγορία ή να αποτελεί ένα προσδιορισμό γένους και να συνιστά ένα κωδικό αριθμό ή την αναφορά σε ένα συγκεκριμένο μέγεθος, θεώρησε ορθώς ότι το κοινό δεν θα προσλάβει στο σημείο αυτό την εμπορική προέλευση των δηλουμένων προϊόντων, χωρίς ωστόσο να αποκλείσει καταρχήν τον διακριτικό χαρακτήρα του επίδικου σημείου. Η ενδεχόμενη απουσία άλλων σχετικών με τα πραγματικά περιστατικά εκτιμήσεων δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω το βάσιμο της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

29

Ο κανονισμός 40/94 ορίζει στο άρθρο 4, με τίτλο «Σημεία που δύνανται να συνιστούν κοινοτικό σήμα» τα εξής:

«Μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.»

30

Η διάταξη αυτή περιλαμβάνει κατάλογο παραδειγμάτων σημείων επιδεχομένων γραφικής παραστάσεως τα οποία μπορούν να αποτελέσουν σήμα, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα μιας επιχειρήσεως από τα προϊόντα άλλων επιχειρήσεων, ήτοι να επιτελέσουν τη λειτουργία του σήματος που έγκειται στον προσδιορισμό της προελεύσεως αυτών των προϊόντων ή υπηρεσιών [βλ., σχετικά με το άρθρο 2 της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), το κανονιστικό περιεχόμενο του οποίου είναι ουσιαστικά ίδιο με εκείνο του άρθρου 4 του κανονισμού 40/94, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C-404/02, Nichols, Συλλογή 2004, σ. Ι-8499, σκέψη 22].

31

Καίτοι το άρθρο 4 του κανονισμού 40/94 αναφέρει ρητώς τα γράμματα, η δυνατότητα, γενικώς, μιας κατηγορίας σημείων να αποτελέσουν σήμα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν συνεπάγεται ότι τα σημεία αυτά διαθέτουν οπωσδήποτε διακριτικό, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94, χαρακτήρα αναφορικά με συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία [απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Οκτωβρίου 2002, T-173/00, KWS Saat κατά ΓΕΕΑ (Απόχρωση πορτοκαλί), Συλλογή 2002, σ. II-3843, σκέψη 26].

32

Συναφώς, το άρθρο 7 του κανονισμού 40/94, το οποίο απαριθμεί τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου που μπορούν να προβληθούν κατά της καταχωρίσεως κάποιου σημείου ως κοινοτικού σήματος, προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα ακόλουθα:

«Δεν γίνονται δεκτά για καταχώρηση:

[…]

β)

τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·

[…]».

33

Πρέπει να θεωρούνται ότι στερούνται διακριτικού χαρακτήρα τα σημεία που δεν είναι ικανά να προσδιορίσουν συγκεκριμένα την προέλευση των δηλουμένων προϊόντων ώστε να μπορεί ο καταναλωτής που αγοράζει τα προϊόντα αυτά να προβεί, στο πλαίσιο μεταγενέστερης αγοράς, στην ίδια επιλογή, εφόσον η σχετική του εμπειρία προκύπτει θετική, ή να προβεί, αν η εμπειρία αυτή αποδειχθεί αρνητική, σε άλλη επιλογή [απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2008, T-302/06, Hartmann κατά ΓΕΕΑ (E), μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 31· προαναφερθείσα απόφαση Απόχρωση πορτοκαλί, σκέψη 27).

34

Περαιτέρω, το γεγονός ότι είναι ενδεχομένως δυσχερέστερη η συγκεκριμένη εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα ορισμένων σημάτων δεν μπορεί να δικαιολογήσει την υπόθεση ότι τα σήματα αυτά στερούνται a priori διακριτικού χαρακτήρα ή δεν μπορούν να τον αποκτήσουν παρά μόνο λόγω της χρήσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94 (βλ., κατ’ αναλογία, προαναφερθείσα απόφαση Nichols, σκέψη 29).

35

Κατά πάγια νομολογία, ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σήματος τον οποίο απαιτεί το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94 πρέπει να εκτιμάται σε σχέση, αφενός, με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση και, αφετέρου, με την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού που αποτελείται από τους καταναλωτές των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών (βλ., σχετικά με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β’, της οδηγίας 89/104, του οποίου το κανονιστικό περιεχόμενο είναι, κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94, απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-218/01, Henkel, Συλλογή 2004, σ. I-1725, σκέψη 50).

36

Επιπλέον, από την παράγραφο 1, στοιχείο β’, σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του κανονισμού 40/94 προκύπτει ότι ένα σήμα δεν γίνεται δεκτό προς καταχώριση αν στερείται διακριτικού χαρακτήρα σε τμήμα μόνο της Κοινότητας (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 2006, C-25/05 P, Storck κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2006, σ. I-5719, σκέψη 81).

37

Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα ζήτησε την καταχώριση ως κοινοτικού σήματος ενός σημείου που παρουσιάζεται ως εικονιστικό, το οποίο όμως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι, όπως διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών, απεικονίζει το γράμμα άλφα («α») του ελληνικού αλφαβήτου υπό μορφή που προσεγγίζει την μορφή του γράμματος αυτού στην τυποποιημένη γραμματοσειρά Times New Roman, χωρίς καμία γραφική αλλοίωση ούτε προσθήκη κάποιου γραφικού στοιχείου.

38

Εφόσον το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση αφορά, όπως επιβεβαίωσαν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αλκοολούχα ποτά πλην του ζύθου, οίνους, αφρώδεις οίνους και ποτά με βάση τον οίνο, ήτοι αγαθά τρέχουσας κατανάλωσης, και εφόσον αποτελείται από το ελληνικό πεζό γράμμα «α», η εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος αυτού πρέπει να πραγματοποιηθεί σε σχέση με την πρόσληψη του σημείου από τους μέσους ελληνόφωνους καταναλωτές που έχουν τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικοί και ενημερωμένοι.

39

Επομένως, εναπέκειτο στη συγκεκριμένη περίπτωση στο τμήμα προσφυγών να ερευνήσει, προβαίνοντας σε συγκεκριμένη εξέταση των δυνητικών ικανοτήτων του προταθέντος προς καταχώριση σημείου, αν αποκλειόταν το ενδεχόμενο να είναι το σημείο αυτό κατάλληλο να διακρίνει, στην αντίληψη των μέσων ελληνόφωνων καταναλωτών, τα προϊόντα της προσφεύγουσας σε σχέση με αυτά διαφορετικής προελεύσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Απριλίου 2001, T-87/00, Bank für Arbeit and Wirtschaft κατά ΓΕΕΑ (EASYBANK), Συλλογή 2001, σ. II-1259, σκέψη 40, και προαναφερθείσα απόφαση E, σκέψη 35), εξυπακουομένου ότι ένας ελάχιστος διακριτικός χαρακτήρας αρκεί για να μην εφαρμοστεί ο απόλυτος λόγος απαραδέκτου που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94 [απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Φεβρουαρίου 2002, T-88/00, Mag Instrument κατά ΓΕΕΑ (Σχήμα φακών τσέπης), Συλλογή 2002, σ. II-467, σκέψη 34].

40

Προς τον σκοπό μιας τέτοιας εκτιμήσεως, εναπόκειται στο ΓΕΕΑ, υπό τον έλεγχο του Πρωτοδικείου, να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις και όλα τα κρίσιμα γεγονότα.

41

Πρώτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στις σκέψεις 17 και 20 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα μεμονωμένα γράμματα και, κατά συνέπεια, το επίμαχο πεζό γράμμα «α», στο μέτρο που δεν προστίθενται στοιχεία γραφικής παράστασης που παράγουν γραφικό αποτέλεσμα στο σύνολο, στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, καθόσον ένα σημείο αποτελεί «κάτι που γίνεται αντιληπτό και μπορεί να χαραχθεί στη μνήμη και να αναγνωρισθεί».

42

Συνάγοντας έτσι την έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα του κατατεθέντος σημείου από την έλλειψη γραφικών αλλοιώσεων ή διακοσμητικών στοιχείων, το τμήμα προσφυγών, εμμέσως πλην σαφώς, έκρινε, κατά παράβαση του άρθρου 4 του κανονισμού 40/94, ότι το επίμαχο γράμμα δεν παρουσίαζε αυτό καθαυτό τον ελάχιστο διακριτικό χαρακτήρα που απαιτείται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, ώστε να μπορεί να καταχωριστεί ως κοινοτικό σήμα.

43

Πέραν του ότι από το άρθρου 4 του κανονισμού 40/94 προκύπτει ότι τα γράμματα μπορούν να συνιστούν κοινοτικά σήματα, υπό την προϋπόθεση ότι τέτοια σημεία μπορούν να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από αυτά άλλων επιχειρήσεων [προαναφερθείσα απόφαση E, σκέψη 38· βλ., επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουνίου 2007, T-441/05, IVG Immobilien κατά ΓΕΕΑ (I), Συλλογή 2007, σ. II-1937, σκέψη 47], η καταχώριση ενός σημείου ως σήματος δεν εξαρτάται από τη διαπίστωση ενός συγκεκριμένου επιπέδου δημιουργικότητας ή καλλιτεχνικής φαντασίας εκ μέρους του δικαιούχου του σήματος. (απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, C-329/02 P, SAT.1 κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2004, σ. I-8137, σκέψη 41), αλλά από την ικανότητα του σημείου να εξατομικεύσει τα προϊόντα του αιτούντος την καταχώριση του σήματος σε σχέση προς τα προϊόντα που προσφέρουν οι ανταγωνιστές του [απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 2002, T-79/00, Rewe-Zentral κατά ΓΕΕΑ (LITE), Συλλογή 2002, σ. II-705, σκέψη 30]. Το τμήμα προσφυγών όμως δεν προέβη σε συγκεκριμένη εξέταση του επίμαχου σημείου ως προς το ζήτημα αυτό.

44

Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών, στη σκέψη 22 της προσβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι η ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94 υπό την έννοια ότι ένα μεμονωμένο γράμμα παρουσιάζει διακριτικό χαρακτήρα θα είχε ως συνέπεια να αποκλείσει κάθε υπόθεση ελλείψεως διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου που αποτελείται από γράμμα, πράγμα που θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου τη διάταξη αυτή.

45

Η καταρχήν άρνηση αναγνωρίσεως οποιουδήποτε διακριτικού χαρακτήρα στα μεμονωμένα γράμματα, διατυπωθείσα έτσι χωρίς επιφύλαξη και χωρίς πραγματοποίηση της συγκεκριμένης εξετάσεως που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 39 ανωτέρω, προσκρούει στο γράμμα του άρθρου 4 του κανονισμού 40/94, που συγκαταλέγει τα γράμματα μεταξύ των σημείων που μπορούν να αποτελέσουν σήματα, εφόσον είναι κατάλληλα για να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από αυτά που προσφέρουν άλλες επιχειρήσεις.

46

Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94 δεν κάνει διάκριση μεταξύ των σημείων διαφορετικής φύσεως και ότι τα κριτήρια εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων που αποτελούνται από ένα μεμονωμένο γράμμα είναι τα ίδια με εκείνα που εφαρμόζονται στις άλλες κατηγορίες σημάτων (προαναφερθείσα απόφαση E, σκέψη 34).

47

Για να έχει τον ελάχιστο διακριτικό χαρακτήρα τον οποίο απαιτεί η διάταξη αυτή, το κατατεθέν σημείο πρέπει απλώς να εμφανίζεται a priori ικανό να παρέχει στο ενδιαφερόμενο κοινό τη δυνατότητα να προσδιορίζει την προέλευση των προϊόντων ή των υπηρεσιών που αναφέρονται στην αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος και να διακρίνει, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα συγχύσεως, τα εν λόγω προϊόντα ή τις εν λόγω υπηρεσίες από εκείνα άλλων επιχειρήσεων (προαναφερθείσα απόφαση I, σκέψη 55).

48

Τρίτον, το τμήμα προσφυγών, παραπέμποντας στην προαναφερθείσα απόφαση Libertel, έκρινε στη σκέψη 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, όπως τα χρώματα και οι μεμονωμένοι αριθμοί, έτσι και τα μεμονωμένα γράμματα, ως θεμελιώδη στοιχεία, πρέπει να παραμένουν στη διάθεση όλων ως «βασικό απόθεμα» για σκοπούς προσδιορισμού, περιγραφής ή για άλλες χρήσεις.

49

Όπως υπενθυμίστηκε προηγουμένως, το στοιχείο αυτό της αιτιολογίας, που δέχεται ότι είναι κατ’ αρχήν αδύνατη η καταχώριση ενός μεμονωμένου γράμματος ως σήματος, χωρίς να πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη εξέταση της ικανότητας του επίδικου σημείου να διακρίνει τα επίμαχα προϊόντα από αυτά άλλων επιχειρήσεων, είναι αντίθετο προς το άρθρο 4 του κανονισμού 40/94.

50

Περαιτέρω, όσον αφορά την προαναφερθείσα απόφαση Libertel, την οποία μνημόνευσε η προσβαλλόμενη απόφαση και επικαλέστηκε το ΓΕΕΑ, είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να αναγνωριστεί, στο πεδίο του κοινοτικού δικαίου των σημάτων, το γενικό συμφέρον να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η δυνατότητα ελεύθερης χρησιμοποιήσεως των χρωμάτων από τους άλλους επιχειρηματίες που προσφέρουν ομοειδή προϊόντα ή υπηρεσίες με εκείνα για τα οποία ζητείται η καταχώριση (προαναφερθείσα απόφαση Libertel, σκέψη 60).

51

Εντούτοις, το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορεί να αναγνωριστεί ότι ένα χρώμα έχει διακριτικό χαρακτήρα, υπό την προϋπόθεση ότι, σε σχέση με την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού, έχει την ικανότητα να προσδιορίζει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως σήματος και να τα διακρίνει από εκείνα άλλων επιχειρήσεων (προαναφερθείσα απόφαση Libertel, σκέψη 69). Η σημασία της εκτιμήσεως αυτής για την υπό κρίση διαφορά δεν τίθεται εν αμφιβόλω από τον κανόνα που περιέχεται στην ίδια απόφαση και σύμφωνα με τον οποίο η ύπαρξη διακριτικού χαρακτήρα πριν από κάθε χρήση θα μπορούσε να νοηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (προαναφερθείσα απόφαση Libertel, σκέψη 66), καθόσον η επιφύλαξη αυτή αναφέρθηκε σε σχέση με το προηγουμένως τονισθέν από το Δικαστήριο γεγονός ότι η αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού δεν είναι οπωσδήποτε η ίδια στην περίπτωση ενός σημείου που αποτελείται απλώς από ένα χρώμα και μόνον όπως στην περίπτωση ενός λεκτικού ή εικονιστικού σήματος το οποίο αποτελείται, όπως εν προκειμένω, από ένα σημείο ανεξάρτητο από τη μορφή των προϊόντων που προσδιορίζει (προαναφερθείσα απόφαση Libertel, σκέψη 65).

52

Επομένως, το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να αντιτάξει στην καταχώριση του γράμματος «α» το αντλούμενο από τη διαθεσιμότητα των σημείων επιχείρημα, εφόσον το στοιχείο αυτό ουδόλως αποκλείει τη συγκεκριμένη εξέταση της ικανότητας του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση να προσδιορίζει το προϊόν ή την υπηρεσία για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση ως προερχόμενα από συγκεκριμένη επιχείρηση και να διακρίνει το προϊόν αυτό ή την υπηρεσία αυτή από αυτά άλλων επιχειρήσεων

53

Τέταρτον, το τμήμα προσφυγών, στη σκέψη 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι το κοινό αναφοράς θα προσλάβει «ίσως» το γράμμα «α» ως αναφορά στην ποιότητα (ποιότητα «A»), ένδειξη μεγέθους ή προσδιορισμό μιας κατηγορίας ή ενός είδους οινοπνευματωδών ποτών, όπως αυτά που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως σήματος.

54

Το ΓΕΕΑ δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι το τμήμα προσφυγών, κρίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, διενήργησε συγκεκριμένη εξέταση του διακριτικού χαρακτήρα του επίδικου σημείου. Πράγματι, πέραν του ότι έχει τον χαρακτήρα αμφιβολίας οπότε στερείται κάθε αξίας, ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά κανένα συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό που να μπορεί να δικαιολογήσει το συμπέρασμα ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση θα προσληφθεί από το ενδιαφερόμενο κοινό ως αναφορά στην ποιότητα, ένδειξη μεγέθους ή προσδιορισμό κατηγορίας ή είδους για τα προϊόντα που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως σήματος (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση E, σκέψη 44). Επομένως, το τμήμα προσφυγών δεν απέδειξε την έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση.

55

Ακόμη και αν υποτεθεί ότι μπορούν να υποβληθούν παραδεκτώς, τα νέα έγγραφα που προσκόμισε το ΓΕΕΑ στα παραρτήματα B1 και B2 του υπομνήματος αντικρούσεως, προκειμένου να αποδείξει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό θα προσλάβει το κεφαλαίο γράμμα άλφα «Α» ως ένδειξη της ποιότητας των οίνων, στερούνται εν προκειμένω αποδεικτικής δυνάμεως, καθόσον αποτελούνται από στοιχεία που αφορούν αποκλειστικά τους οίνους και όχι τα επίμαχα οινοπνευματώδη ποτά, όπως το αναγνώρισε και το ΓΕΕΑ κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, και καθόσον τα γράμματα που περιέχονται στις προσαρτώμενες εικόνες φιαλών οίνου είτε δεν είναι ίδια με το γράμμα «α», είτε συσχετίζονται με ένα άλλο γράμμα, είτε αποτελούν ένα από τα συνθετικά της εταιρικής επωνυμίας ενός χονδρεμπόρου οίνων.

56

Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι, συνάγοντας την έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα του κατατεθέντος σημείου από την απουσία και μόνον γραφικών αλλοιώσεων ή διακοσμητικών στοιχείων σε σχέση με τη γραμματοσειρά Times New Roman, χωρίς να προβεί σε συγκεκριμένη εξέταση της ικανότητάς του να διακρίνει, στην αντίληψη του κοινού αναφοράς, τα επίμαχα προϊόντα από αυτά που προέρχονται από τους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας, το τμήμα προσφυγών προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β’, του κανονισμού 40/94.

57

Επομένως, ο πρώτος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, ενώ παρέλκει η εξέταση των δύο άλλων λόγων που προέβαλε η προσφεύγουσα.

58

Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 63, παράγραφος 6, του κανονισμού 40/94, το ΓΕΕΑ θα πρέπει να επανεξετάσει την αίτηση καταχωρίσεως σήματος της προσφεύγουσας υπό το φως του σκεπτικού της παρούσας αποφάσεως.

59

Επομένως, δεν χρειάζεται να κριθεί το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας ούτε, κατά συνέπεια, και η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε κατ’ αυτού το ΓΕΕΑ.

Επί των δικαστικών εξόδων

60

Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

61

Δεδομένου ότι το ΓΕΕΑ ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών του εξόδων, και εκείνα της προσφεύγουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά της.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (έκτο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Ακυρώνει την απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) της 30ής Νοεμβρίου 2006 (υπόθεση R 808/2006-4).

 

2)

Παρέλκει η απόφανση επί του δευτέρου αιτήματος της BORCO-Marken-Import Matthiesen GmbH & Co. KG.

 

3)

Καταδικάζει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.

 

Meij

Vadapalas

Truchot

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Απριλίου 2009.

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.