ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 19ης Φεβρουαρίου 2009 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως — Ρύθμιση σχετική με τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου — Ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών μέσω συμψηφισμού — Εκτέλεση αποφάσεως του Πρωτοδικείου — Δικαίωμα σε αμερόληπτο δικαστήριο — Δεδικασμένο — Αρχή της χρηστής διοικήσεως»

Στην υπόθεση C-308/07 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 2 Ιουλίου 2007,

Koldo Gorostiaga Atxalandabaso, πρώην βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Saint-Pierre d’Irube (Γαλλία), εκπροσωπούμενος από τον D. Rouget, avocat,

αναιρεσείων,

όπου ο έτερος διάδικος είναι

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τους Χ. Καραμάρκο, H. Krück και D. Moore, και στη συνέχεια από τους δύο τελευταίους και την A. Padowska,

καθού πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano (εισηγητή), A. Borg Barthet, E. Levits και J.-J. Kasel, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: V. Trstenjak

γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Ιουνίου 2008,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτηση αναιρέσεως, ο Κ. Gorostiaga Atxalandabaso ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24ης Απριλίου 2007, T-132/06, Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη την προσφυγή του με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2006, περί τακτοποιήσεως της διαδικασίας ανακτήσεως ορισμένων ποσών που είχε εισπράξει ο νυν αναιρεσείων για έξοδα και ως βουλευτική αποζημίωση (στο εξής: επίδικη απόφαση).

Το νομικό πλαίσιο

2

Το άρθρο 27, σημεία 3 και 4, της ρυθμίσεως σχετικά με την καταβολή των εξόδων και των αποζημιώσεων των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: ρύθμιση ΕΑΒ), ορίζει τα ακόλουθα:

«3.   Εάν ο Γενικός Γραμματέας, μετά από διαβούλευση με τους Κοσμήτορες, είναι πεπεισμένος ότι έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ποσά από τις αποζημιώσεις των βουλευτών [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου] που προβλέπονται στις παρούσες ρυθμίσεις, δίνει οδηγίες για την επιστροφή των ποσών αυτών από τον εν λόγω βουλευτή.

4.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μετά από πρόταση του Γενικού Γραμματέα, το Προεδρείο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 73 του Δημοσιονομικού Κανονισμού και τα εκτελεστικά μέτρα αυτού, να παραγγείλει στον Γενικό Γραμματέα να αναστείλει προσωρινά την πληρωμή των βουλευτικών αποζημιώσεων μέχρις ότου ο βουλευτής επιστρέψει τα ποσά που χρησιμοποίησε αδικαιολόγητα.

Η απόφαση του Προεδρείου λαμβάνεται με μέριμνα για την πραγματική άσκηση της εντολής του βουλευτή και την καλή λειτουργία του Οργάνου, αφού ο ενεχόμενος βουλευτής εκφράσει την άποψή του πριν από τη λήψη της εν λόγω απόφασης.»

3

Το άρθρο 71, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1, στο εξής: Δημοσιονομικός Κανονισμός), έχει ως εξής:

«Οι ίδιοι πόροι που αποδίδονται στην Επιτροπή καθώς και κάθε απαίτηση που προσδιορίζεται ως βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή πρέπει να βεβαιώνονται με ένταλμα είσπραξης εγχειριζόμενο στον υπόλογο, ακολουθούμενο από χρεωστικό σημείωμα προς τον οφειλέτη, τα οποία εκδίδονται και τα δύο από τον αρμόδιο διατάκτη.»

4

Το άρθρο 73, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Δημοσιονομικού Κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Ο υπόλογος προβαίνει σε είσπραξη κατά συμψηφισμό και κατά το οφειλόμενο ποσό των απαιτήσεων των Κοινοτήτων έναντι κάθε οφειλέτη ο οποίος είναι ο ίδιος κάτοχος απαίτησης βεβαίας, εκκαθαρισμένης και απαιτητής έναντι των Κοινοτήτων.»

5

Το άρθρο 83 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 1605/2002 (ΕΕ L 357, σ. 1), προβλέπει τα ακόλουθα:

«Σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ο υπόλογος, αφού ενημερώσει τον αρμόδιο διατάκτη και τον οφειλέτη, προβαίνει στην είσπραξη με συμψηφισμό της βεβαιωθείσας απαίτησης σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι επίσης κάτοχος, έναντι των Κοινοτήτων, απαίτησης βεβαίας, εκκαθαρισμένης και απαιτητής η οποία έχει ως αντικείμενο χρηματικό ποσό βεβαιωμένο με ένταλμα πληρωμής.»

6

Το άρθρο 5, σημεία 3 και 4, των εσωτερικών κανόνων σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που θεσπίστηκαν στις 27 Απριλίου 2005 από το Προεδρείο του Κοινοβουλίου (στο εξής: Προεδρείο), ορίζει τα εξής:

«3.   Με απόφαση μεταβίβασης που λαμβάνεται από το Όργανο εκπροσωπούμενο από τον Πρόεδρό του, ο Γενικός Γραμματέας ορίζεται αρχικός κύριος διατάκτης. Πάντως οι πράξεις παραίτησης από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης που εμφαίνεται στο άρθρο 87, παράγραφος 4[, πρώτο εδάφιο], των κανόνων εφαρμογής εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Προέδρου.

4.   Οι κύριες μεταβιβάσεις εκχωρούνται από τον αρχικό κύριο διατάκτη στους κύριους διατάκτες. Οι δευτερεύουσες μεταβιβάσεις εκχωρούνται από τους κύριους διατάκτες στους δευτερεύοντες διατάκτες.»

Το ιστορικό της διαφοράς

7

Ο αναιρεσείων είναι πρώην βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο οποίος διάνυσε τη θητεία του κατά την πέμπτη κοινοβουλευτική περίοδο (1999/2004). Κατά το πέρας λογιστικού ελέγχου όσον αφορά την ύπαρξη δικαιολογητικών για τη χρησιμοποίηση των ποσών που ο αναιρεσείων είχε εισπράξει ως έξοδα γραμματείας, ο Γενικός Γραμματέας του Κοινοβουλίου (στο εξής: Γενικός Γραμματέας) διαπίστωσε, με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2004, ότι ποσό ύψους 176576 ευρώ είχε αχρεωστήτως καταβληθεί στον βουλευτή αυτόν. Ο Γενικός Γραμματέας καθόρισε επίσης το ποσό που έπρεπε να επιστραφεί στο Κοινοβούλιο σε 118360,18 ευρώ, καθόσον ο αναιρεσείων είχε ήδη επιστρέψει μέρος της οφειλής του.

8

Με την ίδια απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2004, ο Γενικός Γραμματέας όρισε ότι, βάσει των άρθρων 16, παράγραφος 2, και 27, παράγραφος 3, της ρυθμίσεως ΕΑΒ, το ποσό των 118360,18 ευρώ έπρεπε να ανακτηθεί μέσω συμψηφισμού με τις λιγότερο σημαντικές για την εκτέλεση των βουλευτικών καθηκόντων του νυν αναιρεσείοντος αποζημιώσεις, ήτοι με ένα τμήμα της αποζημιώσεως γενικών εξόδων και της αποζημιώσεως διαμονής. Η εν λόγω απόφαση προέβλεπε, εξάλλου, ότι, σε περίπτωση λήξεως της βουλευτικής θητείας του νυν αναιρεσείοντος, τα οφειλόμενα ακόμα ποσά θα κρατούνταν από την προσωρινή αποζημίωση λόγω λήξεως της θητείας καθώς και από κάθε άλλο ποσό που θα οφειλόταν προς αυτόν.

9

Στις 20 Απριλίου 2004, ο K. Gorostiaga Atxalandabaso άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της 24ης Φεβρουαρίου 2004.

10

Το Πρωτοδικείο, με την απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2005 στην υπόθεση T-146/04, Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2005, σ. II-5989, στο εξής: απόφαση Gorostiaga), ακύρωσε μερικώς την απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2004.

11

Καταρχάς, με τη σκέψη 84 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι η απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 2004 αποτελούνταν, κατ’ ουσίαν, από δύο μέρη, ήτοι, αφενός, από τη διαπίστωση του Γενικού Γραμματέα ότι τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν ποσά είχαν αχρεωστήτως καταβληθεί στον προσφεύγοντα και ότι έπρεπε να ανακτηθούν και, αφετέρου, από την απόφαση να γίνει η ανάκτηση αυτή μέσω συμψηφισμού με τις αποζημιώσεις που οφείλονταν στον προσφεύγοντα.

12

Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε το σύνολο των λόγων ακυρώσεως που στρέφονταν κατά της πρώτης πτυχής της αποφάσεως της 24ης Φεβρουαρίου 2004, δηλαδή τους λόγους που αφορούσαν την ύπαρξη και την έκταση της υποχρεώσεως του προσφεύγοντος να επιστρέψει στο Κοινοβούλιο το ποσό που αναφερόταν στην απόφαση αυτή.

13

Τέλος, όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή της αποφάσεως της 24ης Φεβρουαρίου 2004, το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 97 της αποφάσεως Gorostiaga, έκρινε τα εξής:

«[…] δεδομένου ότι ο Γενικός Γραμματέας δεν είναι αρμόδιος να διατάξει τον εν λόγω συμψηφισμό χωρίς να του έχει ανατεθεί κάτι τέτοιο από το Προεδρείο σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τ[ο άρθρο 27, παράγραφος 4, της ρυθμίσεως ΕΑΒ] διαδικασία, η […] απόφαση [της 24ης Φεβρουαρίου 2004] πρέπει να ακυρωθεί στο μέτρο που διατάσσει τέτοιο συμψηφισμό.»

14

Κατά της αποφάσεως Gorostiaga δεν ασκήθηκε αναίρεση.

15

Κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως αυτής του Πρωτοδικείου, το Προεδρείο, με απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2006, ανέθεσε στον Γενικό Γραμματέα, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 4, της ρυθμίσεως ΕΑΒ, να προβεί στην ανάκτηση των ποσών που είχαν αχρεωστήτως καταβληθεί στον K. Gorostiaga Atxalandabaso.

16

Με έγγραφο της 22ας Μαρτίου 2006, ο Γενικός Γραμματέας διαβίβασε στον αναιρεσείοντα την επίδικη απόφαση, η οποία επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν, το περιεχόμενο της αποφάσεως της 24ης Φεβρουαρίου 2004.

17

Σύμφωνα με το σημείο 1 των ουσιαστικών διατάξεων της επίδικης αποφάσεως, στον υπόλογο του Κοινοβουλίου ανατέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 73 του Δημοσιονομικού Κανονισμού, η ανάκτηση του ποσού των 118360,18 ευρώ το οποίο ο αναιρεσείων όφειλε στο Κοινοβούλιο. Τα σημεία 1 και 2 των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων διευκρινίζουν ότι η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων στον K. Gorostiaga Atxalandabaso ποσών μπορεί να γίνει μέσω συμψηφισμού με τις διάφορες αποζημιώσεις και λοιπά ποσά που οφείλονται στον τελευταίο.

Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

18

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Μαΐου 2006, ο K. Gorostiaga Atxalandabaso άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση και να καταδικαστεί το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

19

Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων επικαλέστηκε ένδεκα λόγους ακυρώσεως, που όλοι απορρίφθηκαν από το Πρωτοδικείο. Στις επόμενες σκέψεις θα εξεταστούν μόνον οι λόγοι ακυρώσεως των οποίων η απόρριψη αμφισβητείται στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

20

Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, που αντλείτο από την παραβίαση του δεδικασμένου, ο προσφεύγων υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι η επίδικη απόφαση δεν μπορούσε νομίμως να τακτοποιήσει διαδικασία την οποία το Πρωτοδικείο είχε κρίνει παράνομη λόγω ελλείψεως αρμοδιότητας.

21

Συναφώς, με τις σκέψεις 30 και 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:

«30

[…] [Ο] Γενικός Γραμματέας μπορούσε εγκύρως, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 4, της ρυθμίσεως ΕΑΒ όπως αυτό ερμηνεύθηκε με τις σκέψεις 86 έως 97 της αποφάσεως Gorostiaga, να εκδώσει την [επίδικη] απόφαση μετά την εκ μέρους του Προεδρείου ανάθεση σ’ αυτόν της εισπράξεως των εν λόγω ποσών σύμφωνα με τη διάταξη αυτή […].

[…]

32

Όσον αφορά την κράτηση των 40398,80 ευρώ […], είναι αληθές ότι η κράτηση αυτή κατέστη άνευ νομικού ερείσματος κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Gorostiaga. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση του ανερχομένου σε 118360,18 ευρώ χρέους του προσφεύγοντος έναντι του Κοινοβουλίου, καθόσον είναι διαφορετικό το ζήτημα κατά πόσον το χρέος αυτό μπορούσε, εν μέρει, να αποσβεσθεί με συμψηφισμό […]».

22

Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως προδήλως αβάσιμο τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγων.

23

Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, ο προσφεύγων επικαλέστηκε περίπτωση ανωτέρας βίας προς δικαιολόγηση της αδυναμίας προσκομίσεως των δικαιολογητικών που αφορούσαν ορισμένες δαπάνες του.

24

Το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο αυτόν ως προδήλως απαράδεκτο, καθόσον αμφισβητούσε το δεδικασμένο της αποφάσεως Gorostiaga (σκέψεις 49 έως 54 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, ο Γενικός Γραμματέας ορθώς διαπίστωσε ότι τα επίδικα ποσά είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως στον προσφεύγοντα και έπρεπε, συνεπώς, να επιστραφούν.

25

Τέλος, με το πρώτο σκέλος του εβδόμου λόγου ακυρώσεως, ο προσφεύγων προέβαλε ότι το Κοινοβούλιο δεν του είχε κοινοποιήσει την απόφαση του Προεδρείου της 1ης Φεβρουαρίου 2006. Κατ’ αυτόν, το Κοινοβούλιο είχε παραβιάσει το άρθρο 20 του κώδικά του περί καλής διοικητικής συμπεριφοράς, τον οποίο θέσπισε στις 6 Σεπτεμβρίου 2001 (στο εξής: κώδικας καλής συμπεριφοράς) και ο οποίος προέβλεπε υποχρέωση έγγραφης κοινοποιήσεως των αποφάσεων που θίγουν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα των πολιτών.

26

Το Πρωτοδικείο απέρριψε τον λόγο αυτόν κρίνοντας, με τις σκέψεις 72 και 73 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ως ακολούθως:

«72

Όσον αφορά την κοινοποίηση της αποφάσεως του Προεδρείου της 1ης Φεβρουαρίου 2006, αρκεί να παρατηρηθεί ότι η απόφαση αυτή δεν αποτελεί την τελική, βλαπτική έναντι του προσφεύγοντος, απόφαση […]

73

Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί του κώδικα καλής συμπεριφοράς, αρκεί η παρατήρηση ότι το έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ο προσφεύγων αποτελεί απλώς ψήφισμα του Κοινοβουλίου που επιφέρει τροποποιήσεις σε σχέδιο που του είχε υποβληθεί από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και το οποίο καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει σχετική νομοθετική πρόταση βάσει του άρθρου 308 ΕΚ. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το κατά πόσον μια διάταξη όπως αυτή [του άρθρου 20 του εν λόγω κώδικα] αφορά και άλλες πλην των θιγουσών δικαιώματα αποφάσεις, πρέπει να τονιστεί ότι δεν πρόκειται για κανονιστικό κείμενο. Ως εκ τούτου, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.»

Αιτήματα των διαδίκων

27

Με την αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη καθώς και να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, και

να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

28

Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμη και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

Επί του αιτήματος επαναλήψεως της έγγραφης διαδικασίας

29

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Οκτωβρίου 2007, ο αναιρεσείων ζήτησε από το Δικαστήριο να διατάξει την επανάληψη της έγγραφης διαδικασίας. Προς στήριξη του αιτήματός του, επικαλείται την ύπαρξη νέου πραγματικού περιστατικού, συνισταμένου σε έγγραφο του Κοινοβουλίου, με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου 2007, με το οποίο του ζητήθηκε να καταβάλει το ποσό των 77961 ευρώ κατόπιν της απορρίψεως, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, της ενώπιον του Πρωτοδικείου ασκηθείσας προσφυγής του.

30

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 42, παράγραφος 2, και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας, απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.

31

Ωστόσο, εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι το υποτιθέμενο νέο πραγματικό στοιχείο το οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων δεν άπτεται κανενός λόγου τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τώρα ή είχε προβάλει προηγουμένως στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το πραγματικό στοιχείο δεν φαίνεται κρίσιμο στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Πράγματι, το Κοινοβούλιο, ζητώντας με το εν λόγω έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 2007 την καταβολή των ποσών που εξακολουθούσαν να οφείλονται, περιορίστηκε να συναγάγει τις συνέπειες της εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η οποία, άλλωστε, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων ή αναστολής εκτελέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αναίρεση την οποία άσκησε ο αναιρεσείων δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα έναντι της διατάξεως αυτής.

32

Υπό τις συνθήκες αυτές, το αίτημα του αναιρεσείοντα περί επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας είναι απορριπτέο.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

33

Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει έξι λόγους αντλούμενους, πρώτον από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, την παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και την προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη· δεύτερον, από την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος του αναιρεσείοντος να κριθεί από αμερόληπτο δικαστήριο· τρίτον από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της αποφάσεως Gorostiaga· τέταρτον, από τη συστηματική και αυτόματη άρνηση του Πρωτοδικείου να λάβει υπόψη του τα επιχειρήματα που προέβαλε ο αναιρεσείων για την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως· πέμπτον, από την άρνηση του Πρωτοδικείου να εξετάσει τον λόγο ακυρώσεως που αντλείτο από την ύπαρξη περιπτώσεως ανωτέρας βίας, και, τέλος, έκτον, από την άρνηση του Πρωτοδικείου να μεριμνήσει για την τήρηση της αρχής της χρηστής διοικήσεως.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

34

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου να αποφανθεί επί της προσφυγής του με διάταξη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του, του στέρησε τη δυνατότητα να απαντήσει στα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου και να αναπτύξει την άποψή του. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο, μην ανακοινώνοντάς του την απόφαση αυτή, προτού αποφανθεί επί της υποθέσεως με διάταξη, του στέρησε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την απόφαση αυτή. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας, παραβίασε την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και προσέβαλε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη.

35

Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ορθώς εφάρμοσε το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του και ουδόλως προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας του αναιρεσείοντος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

36

Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει, η εφαρμογή της προβλεπόμενης στο άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου διαδικασίας δεν προσβάλλει, αφ’ εαυτής, το δικαίωμα σε προσήκουσα και αποτελεσματική ένδικη διαδικασία, καθόσον η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή μόνο στις υποθέσεις στις οποίες το Πρωτοδικείο είναι προδήλως αναρμόδιο να αποφανθεί επί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως στερείται παντελώς νομικής βάσεως. Κατά συνέπεια, αν ο αναιρεσείων θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε ορθώς το εν λόγω άρθρο 111, οφείλει να αμφισβητήσει την εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστή εκτίμηση των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η εφαρμογή της διατάξεως αυτής (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη της 3ης Ιουνίου 2005, C-396/03 P, Killinger κατά Γερμανίας κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. I-4967, σκέψη 9).

37

Όμως, εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι ο αναιρεσείων περιορίζεται να επικρίνει το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς καθόλου να αναφέρεται στις προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 111 ούτε να αμφισβητεί την ερμηνεία του άρθρου αυτού στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με την αιτιολογημένη διάταξη.

38

Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

39

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται προσβολή του δικαιώματός του να κριθεί από αμερόληπτο δικαστήριο, όπως αυτό καθιερώνεται από τα άρθρα 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1). Η προσβολή του δικαιώματος αυτού πηγάζει από την ανάθεση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη σε δικαστικό σχηματισμό συγκείμενο από δικαστές, συμπεριλαμβανομένων των ασκησάντων καθήκοντα προέδρου και εισηγητή δικαστή, που είχαν μετάσχει στη σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού που εξέδωσε την απόφαση Gorostiaga. Ο σεβασμός της αρχής της αμεροληψίας επιβάλλει να μην μπορεί ο ίδιος δικαστής, ακόμα και όταν πρόκειται για τον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας, να δικάσει υπόθεση στηριζόμενη σε πραγματικά περιστατικά ίδια ή αρκετά συναφή με τα πραγματικά περιστατικά υποθέσεως την οποία έχει ήδη κρίνει.

40

Το Κοινοβούλιο απαντά ότι η άποψη του αναιρεσείοντος στερείται παντελώς νομικού ερείσματος και ουδόλως υποστηρίζεται από την κοινοτική νομολογία. Εξάλλου, το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη αφορά κατ’ ουσίαν το αν το Κοινοβούλιο συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την απόφαση Gorostiaga. Συνεπώς, δεν είναι επιλήψιμο το ότι οι ίδιοι δικαστές έκριναν αμφότερες τις υποθέσεις.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

41

Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη το οποίο απορρέει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται ως γενική αρχή δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, ΕΕ (αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2007, C-305/05, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-5305, σκέψη 29, καθώς και της 1ης Ιουλίου 2008, C-341/06 P και C-342/06 P, Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., Συλλογή 2008, σ. I-4777, σκέψη 44).

42

Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται αναγκαστικά την πρόσβαση κάθε προσώπου σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Συνεπώς, όπως το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει, η ύπαρξη εγγυήσεων όσον αφορά τη σύνθεση του δικαστηρίου αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, τον σεβασμό του οποίου οφείλει να ελέγχει ο κοινοτικός δικαστής οσάκις γίνεται επίκληση προσβολής του δικαιώματος αυτού, η δε αμφισβήτηση ως προς το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται εκ προοιμίου να στερείται προδήλως σοβαρότητας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., σκέψεις 46 έως 48).

43

Ωστόσο, επίσης από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το γεγονός ότι δικαστές που έχουν ήδη κρίνει για μια πρώτη φορά επί ορισμένης υποθέσεως μετέχουν σε άλλο δικαστικό σχηματισμό που επιλαμβάνεται εκ νέου της ιδίας υποθέσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί, αυτό καθαυτό, ασυμβίβαστο με τις επιταγές του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., σκέψεις 58 και 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).

44

Ειδικότερα, το γεγονός ότι ένας ή πλείονες δικαστές μετέχουν σε δύο διαδοχικούς δικαστικούς σχηματισμούς και ασκούν τα ίδια καθήκοντα, όπως αυτά του προέδρου ή του εισηγητή δικαστή, είναι, αυτό καθαυτό, άνευ σημασίας για την εκτίμηση της τηρήσεως της επιταγής της αμεροληψίας, εφόσον τα εν λόγω καθήκοντα ασκούνται στο πλαίσιο πολυμελούς δικαστικού σχηματισμού (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., σκέψη 53).

45

Αυτές οι σκέψεις ισχύουν κατά μείζονα λόγο όταν οι δύο διαδοχικοί δικαστικοί σχηματισμοί επιλαμβάνονται όχι της ίδιας υποθέσεως, όπως στην περίπτωση επί της οποίας εκδόθηκε η προμνησθείσα απόφαση Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., η οποία αφορούσε την αναπομπή υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου κατόπιν της αναιρέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως από το Δικαστήριο, αλλά, όπως εν προκειμένω, δύο διαφορετικών υποθέσεων που εμφανίζουν κάποια συνάφεια.

46

Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η επιταγή της αμεροληψίας έχει δύο πτυχές. Αφενός, το δικαστήριο οφείλει να είναι υποκειμενικά αμερόληπτο, δηλαδή τα μέλη του δεν πρέπει να εκδηλώνουν μεροληψία ή προσωπικές προκαταλήψεις, της προσωπικής αμεροληψίας τεκμαιρομένης μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. Αφετέρου, το δικαστήριο πρέπει να είναι αντικειμενικά αμερόληπτο, δηλαδή να παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης σχετικής αμφιβολίας (προμνησθείσα απόφαση Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., σκέψη 54, και, υπό το πνεύμα αυτό, ΕΔΔΑ, αποφάσεις Fey κατά Αυστρίας της 24ης Φεβρουαρίου 1993, σειρά A αριθ. 255-A, σ. 12, § 28· Findlay κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 25ης Φεβρουαρίου 1997, Recueil des arrêts et décisions 1997-I, σ. 281, § 73, και Forum Maritime S.A. κατά Ρουμανίας της 4ης Οκτωβρίου 2007, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στο Recueil des arrêts et décisions, § 116).

47

Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί, αφενός, ότι ο αναιρεσείων, όπως άλλωστε επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να θέσει εν αμφιβόλω την προσωπική αμεροληψία των μελών του Πρωτοδικείου.

48

Κατά τα λοιπά, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο αναιρεσείων δεν άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως Gorostiaga και ότι, εξάλλου, η απόφαση αυτή εν μέρει τον δικαιώνει.

49

Αφετέρου, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα αντικειμενικό στοιχείο ικανό να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς την αμεροληψία του Πρωτοδικείου. Συναφώς, περιορίζεται να επικαλεστεί την παρουσία των ίδιων δικαστών στους δύο επίμαχους δικαστικούς σχηματισμούς, δηλαδή ένα γεγονός το οποίο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 43 έως 45 της παρούσας αποφάσεως, δεν είναι, αυτό καθαυτό, ασυμβίβαστο με τις επιταγές του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.

50

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του τρίτου και του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

51

Με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να εξεταστούν μαζί, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Πρωτοδικείο ότι κακώς θεώρησε ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε πρωτοδίκως προς αμφισβήτηση της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως ήταν προδήλως απαράδεκτα καθόσον συνιστούσαν παραβίαση του δεδικασμένου που απέρρεε από την απόφαση Gorostiaga. Συγκεκριμένα, κατόπιν της ακυρώσεως, με την απόφαση αυτή, της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2004, η εν λόγω απόφαση της Επιτροπής έπρεπε να θεωρηθεί άκυρη και μηδέποτε εκδοθείσα στο σύνολό της, η δε διαδικασία που είχε οδηγήσει στην έκδοσή της δεν μπορούσε να τακτοποιηθεί εκ των υστέρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίδικη απόφαση συνιστά νέα απόφαση, διαφορετική από εκείνη της 24ης Φεβρουαρίου 2004, οπότε όλοι οι λόγοι ακυρώσεως που προβλήθηκαν από τον νυν αναιρεσείοντα κατά της επίδικης αποφάσεως έπρεπε να εξεταστούν από το Πρωτοδικείο.

52

Το Κοινοβούλιο απορρίπτει τους ισχυρισμούς αυτούς υπενθυμίζοντας, κυρίως, ότι, με την απόφαση Gorostiaga, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το Κοινοβούλιο είχε ορθώς θεωρήσει ότι ορισμένες βουλευτικές αποζημιώσεις είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως στον προσφεύγοντα. Επομένως, η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2004 μπορούσε εγκύρως να τακτοποιηθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

53

Καταρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως, η απόφαση της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2004 αποτελούνταν, κατ’ ουσίαν, από δύο μέρη, ήτοι, αφενός, από τη διαπίστωση ότι τα μνημονευόμενα σ’ αυτήν ποσά είχαν αχρεωστήτως καταβληθεί στον προσφεύγοντα και έπρεπε να ανακτηθούν και, αφετέρου, από την απόφαση να γίνει η ανάκτηση αυτή, κατά το μέτρο του δυνατού, μέσω συμψηφισμού με τις αποζημιώσεις που οφείλονταν ακόμα στον προσφεύγοντα.

54

Η ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής με την απόφαση Gorostiaga του Πρωτοδικείου, όπως προκύπτει ρητώς από τη σκέψη 169 και το σημείο 1 του διατακτικού της αποφάσεως αυτής του Πρωτοδικείου, δεν αφορά παρά το δεύτερο μέρος, καθόσον το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι ο Γενικός Γραμματέας δεν ήταν αρμόδιος να διατάξει την ανάκτηση των οφειλομένων από τον προσφεύγοντα ποσών μέσω συμψηφισμού χωρίς να του έχει ανατεθεί κάτι τέτοιο από το Προεδρείο σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27, παράγραφος 4, της ρυθμίσεως ΕΑΒ. Αντιθέτως, όλοι οι λόγοι της προσφυγής που αφορούσαν τη νομιμότητα του πρώτου μέρους της αποφάσεως της 24ης Φεβρουαρίου 2004 απορρίφθηκαν από το Πρωτοδικείο.

55

Συνεπώς, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2004 μόνο στο μέτρο που όριζε ότι η ανάκτηση των οφειλομένων από τον προσφεύγοντα ποσών έπρεπε να γίνει μέσω συμψηφισμού, απέρριψε δε την προσφυγή κατά τα λοιπά.

56

Επομένως, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, η μερική αυτή ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2004 δεν εμπόδιζε τον Γενικό Γραμματέα να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία ανακτήσεως των οφειλομένων ποσών αφού εξουσιοδοτήθηκε δεόντως προς τούτο από το Προεδρείο σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 4, της ρυθμίσεως ΕΑΒ, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με την απόφαση Gorostiaga. Πράγματι, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η διαδικασία αντικαταστάσεως μιας ακυρωθείσας πράξεως μπορεί να επαναληφθεί από το συγκεκριμένο σημείο κατά το οποίο συνέβη η διαπιστωθείσα παρανομία, χωρίς να επηρεάζονται αναγκαστικά οι προπαρασκευαστικές πράξεις (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1998, C-415/96, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-6993, σκέψεις 31 και 32).

57

Περαιτέρω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι κατά της αποφάσεως Gorostiaga δεν ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι, κατά συνέπεια, το διατακτικό της όπως και το σκεπτικό που αποτελεί την απαραίτητη βάση του κατέστησαν απρόσβλητα (βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 2006, C-442/03 P και C-471/03 P, P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-4845, σκέψεις 44 καθώς και 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ως εκ τούτου, το ζήτημα του αχρεωστήτου των προς ανάκτηση ποσών και της υποχρεώσεως του προσφεύγοντος να τα επιστρέψει δεν μπορούσε να υποβληθεί εκ νέου στο Πρωτοδικείο και να εξεταστεί από αυτό, άλλως θα παραβιαζόταν το δεδικασμένο που απορρέει πλέον από την απόφαση Gorostiaga.

58

Τέλος, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μια πράξη καλύπτεται από το δεδικασμένο προγενέστερης πράξεως στον βαθμό που συνιστά απλή επανάληψη του μη ακυρωθέντος μέρους της προγενέστερης πράξεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1965, 14/64, Barge κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 31, σκέψη 11).

59

Υπό τις συνθήκες αυτές, εφόσον η επίδικη απόφαση ορίζει, ακριβώς με τους ίδιους όρους της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2004, ότι το ποσό των 118360,18 ευρώ καταβλήθηκε αχρεωστήτως στον αναιρεσείοντα και πρέπει να ανακτηθεί, το Πρωτοδικείο δικαίως θεώρησε, με τη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι οποιαδήποτε αιτίαση κατά της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως ως προς το θέμα αυτό είναι απορριπτέα ως προδήλως απαράδεκτη.

60

Επομένως, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

61

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι κακώς το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τον λόγο ακυρώσεως που αντλείτο από την ύπαρξη περιπτώσεως ανωτέρας βίας με την αιτιολογία ότι η απόφαση της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2004 καλυπτόταν από το δεδικασμένο της αποφάσεως Gorostiaga.

62

Συγκεκριμένα, κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο κακώς θεώρησε ότι επρόκειτο για λόγο ακυρώσεως που είχε ήδη εξεταστεί με την απόφαση Gorostiaga, ενώ, στην πραγματικότητα, αυτός ο λόγος ακυρώσεως στηριζόταν σε πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της αποφάσεως αυτής, ήτοι στο ότι το ισπανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν απάντησε σε επιστολή που του είχε αποστείλει ο αναιρεσείων στις 15 Απριλίου 2006 ζητώντας αντίγραφο των λογιστικών εγγράφων που αφορούσαν την άσκηση των καθηκόντων του στο πλαίσιο της θητείας του ως βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

63

Το Κοινοβούλιο απαντά ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Πρωτοδικείο προέβη σε ορθή ερμηνεία της αρχής του δεδικασμένου, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων είχε ήδη επικαλεστεί ταυτόσημο κατ’ ουσίαν λόγο ακυρώσεως, στηριζόμενο στα ίδια επιχειρήματα, στο πλαίσιο της δίκης που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως Gorostiaga.

64

Όσον αφορά, ειδικότερα, την έλλειψη απαντήσεως στην εν λόγω επιστολή της 15ης Απριλίου 2006, το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι το επιχείρημα αυτό είχε προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου όχι στο πλαίσιο του λόγου ακυρώσεως που αντλείτο από την ύπαρξη περιπτώσεως ανωτέρας βίας, αλλά προς στήριξη άλλου λόγου ακυρώσεως ο οποίος απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και του οποίου την εκτίμηση δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής, τα οποία, συνεπώς, δεν μπορούν να προβληθούν προς τον σκοπό της ακυρώσεώς της.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

65

Πρέπει να παρατηρηθεί, αφενός, ότι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων προς στήριξη του λόγου ακυρώσεως που αντλείτο από την ύπαρξη περιπτώσεως ανωτέρας βίας, προς δικαιολόγηση της αδυναμίας του να προσκομίσει ορισμένα λογιστικά στοιχεία του, ταυτίζονται με εκείνα επί των οποίων στηριζόταν ένας από τους λόγους που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της προσφυγής κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 24ης Φεβρουαρίου 2004, η οποία απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο με την απόφαση Gorostiaga.

66

Συνεπώς, για τους ίδιους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 57 έως 59 της παρούσας αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ορθώς θεώρησε, με τις σκέψεις 53 και 54 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την ύπαρξη περιπτώσεως ανωτέρας βίας ήταν προδήλως απαράδεκτος.

67

Όσον αφορά, αφετέρου, το επιχείρημα που αντλείται από το ότι το ισπανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν απάντησε στην επιστολή του προσφεύγοντος της 15ης Απριλίου 2006, αρκεί να παρατηρηθεί ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι ένα τέτοιο στοιχείο μπορεί να συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρόκειται, όπως παρατήρησε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 87 των προτάσεών της, για πραγματικό περιστατικό μεταγενέστερο της ημερομηνίας εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής.

68

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

69

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο κακώς αρνήθηκε να εξετάσει το κατά πόσον το Κοινοβούλιο, παραλείποντας να του κοινοποιήσει την απόφαση του Προεδρείου της 1ης Φεβρουαρίου 2006, παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και από τον κώδικα καλής συμπεριφοράς. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι, ανεξαρτήτως αυτής καθαυτήν της υπάρξεως των εν λόγω κειμένων, το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση συγκαταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του δικαίου τις οποίες επιβάλλεται να τηρούν τα θεσμικά όργανα.

70

Το Κοινοβούλιο απαντά συναφώς ότι το Πρωτοδικείο περιορίστηκε να διαπιστώσει τη φύση του κώδικα καλής συμπεριφοράς ως προπαρασκευαστικής και μη κανονιστικής πράξεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

71

Επιβάλλεται να παρατηρηθεί, ευθύς εξαρχής, ότι ο έκτος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.

72

Πράγματι, ο λόγος ακυρώσεως που προέβαλε πρωτοδίκως ο νυν αναιρεσείων αντλείτο αποκλειστικά από παράβαση του άρθρου 20 του κώδικα καλής συμπεριφοράς, δυνάμει του οποίου το θεσμικό όργανο, αφενός, μεριμνά ώστε οι αποφάσεις που θίγουν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα των πολιτών να κοινοποιούνται γραπτώς στους ενδιαφερομένους αμέσως μετά τη λήψη της αποφάσεως και, αφετέρου, να μη γνωστοποιεί την απόφαση σε άλλες πηγές μέχρις ότου ενημερωθούν οι ενδιαφερόμενοι.

73

Όμως, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο δεν παρέλειψε να εξετάσει μήπως η μη γνωστοποίηση της αποφάσεως του Προεδρείου της 1ης Φεβρουαρίου 2006 προσέβαλε τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου. Στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο, προτού ακόμα αποφανθεί ως προς τη φύση του κώδικα καλής συμπεριφοράς, παρατήρησε ότι η εν λόγω απόφαση δεν αποτελούσε τελική απόφαση συνιστώσα βλαπτική πράξη έναντι του προσφεύγοντος και ότι η μη κοινοποίησή της δεν μπορούσε, συνεπώς, να βλάψει τα δικαιώματά του, εκτίμηση η οποία, άλλωστε, δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

74

Επομένως, και ο έκτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.

75

Δεδομένου ότι κανένας από τους έξι λόγους αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί των δικαστικών εξόδων

76

Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο ζήτησε να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, ο δε τελευταίος ηττήθηκε, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

 

2)

Καταδικάζει τον Κ. Gorostiaga Atxalandabaso στα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.