ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 22ας Δεκεμβρίου 2008 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως — Έκθεση εξελίξεως σταδιοδρομίας — Προσφυγή ακυρώσεως — Έννομο συμφέρον — Υπάλληλος με μόνιμη ολική αναπηρία»

Στην υπόθεση C-198/07 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 6 Απριλίου 2007,

Donal Gordon, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τους J. Sambon, P.-P. Van Gehuchten και P. Reyniers, avocats,

αναιρεσείων,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Currall και H. Krämer, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

αναιρεσίβλητη (καθής-εναγόμενη πρωτοδίκως),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta, E. Juhász (εισηγητή), Γ. Αρέστη και J. Malenovský, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Y. Bot

γραμματέας: R. Grass

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Οκτωβρίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτησή του αναιρέσεως, ο D. Gordon ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 7ης Φεβρουαρίου 2007, T-175/04, Gordon κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία, αφενός, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος εκδόσεως αποφάσεως επί της ασκηθείσας από τον προσφεύγοντα προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 11ης Δεκεμβρίου 2003 (στο εξής: επίδικη απόφαση), που απέρριψε τη διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2003 με την οποία είχε επικυρωθεί η έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας (στο εξής: ΕΕΣ) για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, και, αφετέρου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή αποζημιώσεως.

Το νομικό πλαίσιο

Οι σχετικές με την αξιολόγηση των υπαλλήλων διατάξεις

2

Δυνάμει του άρθρου 43 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών (στο εξής: ΚΥΚ), η ικανότητα, η απόδοση και η συμπεριφορά στην υπηρεσία των υπαλλήλων πλην των υπαλλήλων βαθμού A 1 ή A 2 αποτελούν το αντικείμενο περιοδικής εκθέσεως που συντάσσεται τουλάχιστον ανά διετία, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται από κάθε όργανο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του ΚΥΚ.

3

Στις 26 Απριλίου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση σχετική με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 43 του ΚΥΚ (στο εξής: γενικές εκτελεστικές διατάξεις). Θέσπισε έτσι ένα νέο σύστημα βαθμολογίας. Όπως προκύπτει από τον μεταβατικό κανόνα του άρθρου 4, παράγραφος l, των διατάξεων αυτών, η πρώτη βαθμολογική περίοδος με το νέο σύστημα ήταν η περίοδος από 1ης Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002.

4

Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 3, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων, ο υπάλληλος προάγεται, κατ’ αρχήν, όταν το σύνολο των μορίων της βαθμολογίας του, που αντιστοιχεί στους βαθμούς που απορρέουν από την ΕΕΣ, αφενός, και το σύνολο των μορίων προτεραιότητας, που του έχουν δοθεί σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 9 των εν λόγω διατάξεων, αφετέρου, που σωρεύονται κατά τη διάρκεια μιας ή περισσοτέρων περιόδων υπερβούν το «κατώφλι προαγωγών».

5

Η διαδικασία αξιολογήσεως των υπαλλήλων, η κατάρτιση της ΕΕΣ καθώς και η αμφισβήτησή της διέπονται κυρίως από τα άρθρα 7 και 8 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων.

6

Το άρθρο 7, παράγραφος 2, των διατάξεων αυτών ορίζει ότι «[ο] βαθµολογητής συναντά τον κάτοχο της θέσης επίσηµα µετά τη λήξη του έτους βαθµολόγησης για να εξετάσει την επίδοσή του, τη δεξιότητα και τη συµπεριφορά που επέδειξε, καθώς και για να συζητήσουν τις ανάγκες επιµόρφωσης και τη µελλοντική εξέλιξη της σταδιοδροµίας του […]. Αυτός ο επίσηµος ετήσιος διάλογος αποτελεί θεµελιώδες διοικητικό καθήκον εκ µέρους του βαθµολογητή».

7

Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 5, των εν λόγω διατάξεων «[…] όταν ο κάτοχος της θέσης δεν είναι ικανοποιηµένος µε το περιεχόµενο της έκθεσης, ενηµερώνει αµέσως το βαθµολογητή και αναγράφει στο τµήµα “σχόλια” την επιθυµία του να πραγµατοποιήσει διάλογο µε τον προσυπογράφοντα, εξηγώντας και τους λόγους της αίτησής του. Εντός 5 εργασίµων ηµερών, ο προσυπογράφων πραγµατοποιεί διάλογο που αποσκοπεί στην επίτευξη συµφωνίας µε τον κάτοχο της θέσης και στη συνέχεια είτε τροποποιεί την έκθεση ή επικυρώνει το περιεχόµενό της και τη διαβιβάζει και πάλι στον κάτοχο της θέσης. Εντός 5 εργασίµων ηµερών, ο τελευταίος υπογράφει/θεωρεί την έκθεση για την αποδοχή της και την αποστέλλει στον βαθµολογητή, ο οποίος την υπογράφει/θεωρεί χωρίς καθυστέρηση […]».

8

Η παράγραφος 6 του ίδιου άρθρου 7 διευκρινίζει ότι, «[ε]άν ο κάτοχος της θέσης δεν είναι ικανοποιηµένος µε την απόφαση του προσυπογράφοντος, µπορεί, εντός 5 εργασίµων ηµερών, να ζητήσει από τον προσυπογράφοντα να παραπέµψει την υπόθεση στη [επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως] που προβλέπεται στο άρθρο 8».

9

Το άρθρο 8, παράγραφος 5, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων ορίζει ότι, «[α]ν και η επιτροπή δεν µπορεί να υποκαταστήσει τους βαθµολογητές στην αξιολόγηση της εργασίας του κατόχου της θέσης, ελέγχει εάν η έκθεση συντάχθηκε δίκαια, αντικειµενικά και σύµφωνα µε τα συνήθη πρότυπα βαθµολόγησης. Επαληθεύει επίσης εάν τηρήθηκαν ορθά οι διαδικασίες (διάλογοι, προθεσµίες κλπ.). Για το σκοπό αυτό, πραγµατοποιεί τις διαβουλεύσεις που θεωρεί απαραίτητες».

10

Το άρθρο 8, παράγραφος 7, των διατάξεων αυτών προβλέπει ότι «[η] γνωµοδότηση της Επιτροπής Αξιολόγησης, η οποία κοινοποιείται στον κάτοχο της θέσης και στον βαθµολογητή καθώς και στον προσυπογράφοντα, διαβιβάζεται στον δευτεροβάθµιο κριτή. Εντός τριών εργασίµων ηµερών, ο τελευταίος είτε επικυρώνει την έκθεση είτε την τροποποιεί και την παραπέµπει στον κάτοχο της θέσης. Εάν ο δευτεροβάθµιος κριτής αποκλίνει από τις συστάσεις που περιέχονται στη γνωµοδότηση της [επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως], οφείλει να δικαιολογεί τους λόγους της απόφασής του. Αντίγραφο της έκθεσης αποστέλλεται στην [επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως]. Η έκθεση αυτή θεωρείται οριστική».

Οι διατάξεις σχετικά με τους υπαλλήλους που έχουν κριθεί ανάπηροι

11

Το άρθρο 53 του ΚΥΚ έχει ως εξής:

«Ο υπάλληλος για τον οποίο η επιτροπή αναπηρίας κρίνει ότι πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του ΚΥΚ πρέπει να συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο διαπιστώνεται, με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής [στο εξής: ΑΔΑ], η οριστική ανικανότητα του υπαλλήλου να ασκεί τα καθήκοντά του.»

12

Το άρθρο 78 του ΚΥΚ ορίζει:

«Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 13 έως 16 του παραρτήματος VIII, ο υπάλληλος έχει δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας, αν υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική και η οποία τον θέτει σε αδυναμία εκτελέσεως των καθηκόντων που αντιστοιχούν σε εργασία της σταδιοδρομίας του.

[…]»

13

Το παράρτημα VIII του ΚΥΚ θεσπίζει τις λεπτομέρειες του συνταξιοδοτικού συστήματος. Τα άρθρα 13 έως 16 του κεφαλαίου 3, με τίτλο «Σύνταξη αναπηρίας», έχουν ως εξής:

«Άρθρο 13

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 1, παράγραφος 1, ο υπάλληλος ηλικίας κάτω των 65 ετών ο οποίος στο διάστημα της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας αποκτούσε δικαιώματα προς σύνταξη κρίνεται από την επιτροπή αναπηρίας ότι έχει προσβληθεί από διαρκή αναπηρία που θεωρείται ως ολική και τον καθιστά ανίκανο για την άσκηση καθηκόντων αντιστοίχων προς κάποια θέση της σταδιοδρομίας του και ο οποίος, για αυτόν τον λόγο, υποχρεώνεται να αναστείλει την υπηρεσία του στις Κοινότητες δικαιούται, όσο χρόνο διαρκεί αυτή η ανικανότητα, της συντάξεως αναπηρίας που αναφέρεται στο άρθρο 78 του ΚΥΚ. Το δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας δεν δύναται να συντρέχει με το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας.

Άρθρο 14

Το δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας γεννάται από την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα που ακολουθεί τη συνταξιοδότηση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 53 του ΚΥΚ.

Όταν ο πρώην υπάλληλος παύει να πληροί τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας, επαναφέρεται υποχρεωτικά στην πρώτη κενή θέση της κατηγορίας ή του κλάδου που δημιουργείται και που αντιστοιχεί στη σταδιοδρομία του, με τον όρο ότι έχει τα απαιτούμενα προσόντα για την εν λόγω θέση. Αν αρνηθεί τη θέση που του προσφέρεται, διατηρεί το δικαίωμα επαναφοράς του σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου του, όταν δημιουργηθεί παρόμοια κενή θέση και με τον όρο ότι έχει τα απαιτούμενα για αυτή προσόντα. Σε περίπτωση δεύτερης αρνήσεως, δύναται να παυθεί. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 16.

Σε περίπτωση θανάτου του πρώην υπαλλήλου που δικαιούται συντάξεως αναπηρίας το δικαίωμα επί της συντάξεως αυτής αποσβέννυται στο τέλος του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο ο πρώην υπάλληλος απεβίωσε.

Άρθρο 15

Όσο ο πρώην υπάλληλος που απολαύει σύνταξης αναπηρίας δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 60 ετών, το όργανο δύναται να τον υποβάλλει περιοδικά σε εξέταση, για να βεβαιώνεται ότι εξακολουθεί να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να τύχει αυτής της σύνταξης.

Άρθρο 16

Όταν ο πρώην υπάλληλος, δικαιούχος σύνταξης αναπηρίας, επανέλθει στο όργανο που υπηρετούσε ή σε άλλο όργανο, ο χρόνος κατά τον οποίο λάμβανε σύνταξη αναπηρίας λαμβάνεται υπόψη, χωρίς υποχρέωση καταβολής τωνεισφορών, για τον υπολογισμό της σύνταξης λόγω γήρατος.»

Ιστορικό της διαφοράς

14

Τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά περιγράφονται στις σκέψεις 7 έως 12 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως εξής:

«7

Ο προσφεύγων ήταν, κατά τον χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής, υπάλληλος με βαθμό LA 5 στη Γενική Διεύθυνση (ΓΔ) “Μετάφραση” της Επιτροπής.

8

Το απόγευμα της 1ης Μαρτίου 2003, ο προσφεύγων έλαβε την ΕΕΣ του για την περίοδο από 1η Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002. Το πρωί της 12ης Μαρτίου 2003, γνωστοποίησε στον βαθμολογητή την επιθυμία του να συζητήσει μαζί του σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 5, των [γενικών εκτελεστικών διατάξεων]. Στη συνέχεια, το ίδιο απόγευμα έλαβε 2,5 ημέρες άδεια. Την ίδια ημέρα, ο βαθμολογητής επικύρωσε την εν λόγω ΕΕΣ σημειώνοντας επ’ αυτής ότι “δεν [στάθηκε] δυνατό να πραγματοποιήσει [τον διάλογο που ζήτησε ο προσφεύγων] δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος [είχε] λάβει άδεια από το απόγευμα της 12ης [Μαρτίου] 2003”.

9

Στις 25 Μαρτίου 2003, ο προσφεύγων συζήτησε με τον πρώτο βαθμολογητή. Την ίδια ημέρα και κατόπιν αιτήματος του προσφεύγοντος, συγκλήθηκε […] η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως. Την 11η Απριλίου 2003, η [επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως] διατύπωσε τη γνώμη της. Η γνώμη αυτή αναφέρει ότι “[η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως] διαπιστώνει ότι δεν πραγματοποιήθηκε επίσημος διάλογος [και,] [κ]ατά συνέπεια, […] συστήνει στον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή να ζητήσει από τον πρώτο βαθμολογητή να πραγματοποιήσει τον εν λόγω επίσημο διάλογο”. Ο προσφεύγων συζήτησε και πάλι με τον πρώτο βαθμολογητή στις 14 Απριλίου 2003.

10

Στις 25 Απριλίου 2003, πραγματοποιήθηκε συζήτηση μεταξύ του προσφεύγοντος και του δευτεροβάθμιου βαθμολογητή. Στις 28 Απριλίου 2003, ο δευτεροβάθμιος βαθμολογητής εξέδωσε την απόφασή του. Επιβεβαίωσε την επίμαχη ΕΕΣ αναφέροντας, αφενός, ότι “[ε]ίχε διευκρινίσει ότι [ο προσφεύγων] είχε ζητήσει να πραγματοποιηθεί επίσημος διάλογος στις 12 Μαρτίου [2003] αλλά [ότι] ο διάλογος αυτός δεν πραγματοποιήθηκε λόγω της άδειας του έλαβε ο ενδιαφερόμενος […] και λαμβανομένης υπόψη της αρχικής προθεσμίας για την περάτωση της περιόδου (15 Μαρτίου 2003)” και, αφετέρου, ότι “πραγματοποιήθηκ[αν] στη συνέχεια δύο συναντήσεις με τον πρώτο βαθμολογητή στις 25 Μαρτίου 2003 και στις 14 Απριλίου 2003”. Με σημείωμα της ίδιας ημέρας, ο δευτεροβάθμιος βαθμολογητής κοινοποίησε την απόφασή του στον πρόεδρο της [επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως]. Με το σημείωμα αυτό, ανέφερε τους λόγους για τους οποίους δεν είχε καταστεί δυνατό να πραγματοποιηθεί ο επίσημος διάλογος που ζήτησε ο προσφεύγων και πρόσθεσε ότι “τα σχόλια του βαθμολογητή [είχαν] διατυπωθεί […] λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, των λόγων που ανέφερε ο ενδιαφερόμενος και κατόπιν ακροάσεως του άμεσου ιεραρχικώς προισταμένου”. Ανέφερε, επιπλέον, ότι “[είχαν] πραγματοποιηθεί δύο επίσημες συζητήσεις με τον βαθμολογητή στις 25 Μαρτίου 2003 […] και στις 14 Απριλίου 2003”.

11

Στις 25 Ιουλίου 2003, ο αναιρεσείων υπέβαλε, βάσει του άρθρου 90 του ΚΥΚ, διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2003 με την οποία επικυρώθηκε η ΕΕΣ που τον αφορούσε. Η [ΑΔΑ] απέρριψε την ένσταση αυτή με την [επίδικη απόφαση], που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 2 Φεβρουαρίου 2004 […].

12

Μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής αναπηρίας, της 1ης Φεβρουαρίου 2005, με την οποία διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσείων “είχε υποστεί μόνιμη αναπηρία θεωρούμενη ως ολική η οποία τον θέτει σε αδυναμία εκτελέσεως των καθηκόντων που αντιστοιχούν σε εργασία του βαθμού του”, η ΑΔΑ, με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2005, αποφάσισε ότι ο αναιρεσείων “συνταξιοδοτείται και δικαιούται επιδόματος αναπηρίας που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78, [τρίτο] εδάφιο […], του ΚΥΚ”. Η απόφαση αυτή άρχισε να ισχύει στις 28 Φεβρουαρίου 2005.»

Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

15

Με εισαγωγικό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Μαΐου 2004, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως και αγωγή αποζημιώσεως.

16

Την 1η Μαρτίου 2005, η Επιτροπή ζήτησε την κατάργηση της δίκης επί της προσφυγής ακυρώσεως του αναιρεσείοντος κατόπιν της συνταξιοδοτήσεώς του, υποστηρίζοντας ότι ο υπάλληλος που συνταξιοδοτείται λόγω μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον να στραφεί κατά ΕΕΣ που τον αφορά, εφόσον ο μοναδικός λόγος υπάρξεως της ΕΕΣ, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι για να χρησιμεύσει ως βάση σε μελλοντικές αποφάσεις σχετικές με τη σταδιοδρομία του. Η Επιτροπή αμφισβήτησε επίσης το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως. Το Πρωτοδικείο αποφάσισε, με διάταξη της 10ης Ιουνίου 2005, να συνεκδικάσει το αίτημα περί καταργήσεως της δίκης με την ουσία της υποθέσεως και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.

17

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απεφάνθη επί της προσφυγής ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως καθώς και επί του αιτήματος αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος και, τέλος, επί του αιτήματος λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας.

Η απόφαση του Πρωτοδικείου επί της προσφυγής ακυρώσεως

18

Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η δίκη επί της προσφυγής ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως έπρεπε να καταργηθεί για τους εξής λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 27 έως 39 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως:

«27

Αφενός, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, η οποία αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής, εκτιμάται κατά το χρονικό σημείο της ασκήσεως της προσφυγής (απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1963, 14/63, Forges de Clabecq κατά Ανωτάτης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1015, και διάταξη [του Πρωτοδικείου της 30ής Νοεμβρίου 1998,] T-97/94, N κατά Επιτροπής [Συλλογή Υπ.Υπ. σ. I-A-621 και II-1879], σκέψη 23), αυτό δεν εμποδίζει το Πρωτοδικείο να διαπιστώσει ότι η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής παρέλκει στην περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων που είχε αρχικώς έννομο συμφέρον έπαυσε να έχει οποιουδήποτε είδους προσωπικό συμφέρον για την ακύρωση της [αναιρεσιβαλλόμενης] αποφάσεως λόγω γεγονότος που συνέβη κατόπιν της ασκήσεως της εν λόγω προσφυγής. Πράγματι, για να μπορέσει ο προσφεύγων να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως αποφάσεως, πρέπει να αντλεί διαρκώς προσωπικό συμφέρον από την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 24ης Απριλίου 2001, T-159/98, Torre κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-83 και II-395, σκέψη 30· της 31ης Μαΐου 2005, T-105/03, Διονυσοπούλου κατά Συμβουλίου [Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-137 και II-621], σκέψη 18, και της 8ης Δεκεμβρίου 2005, T-274/04, Ρούνης κατά Επιτροπής [Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I-A-407 και II-1849], σκέψεις 21 και 22). Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, ο προσφεύγων πρέπει να δικαιολογεί γεγενημένο και ενεστώς έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως, εις τρόπον ώστε, αν το συμφέρον που επικαλείται ο προσφεύγων αφορά μελλοντική νομική κατάσταση, πρέπει να αποδειχθεί ότι η προσβολή της καταστάσεως αυτής ήδη προκύπτει ότι είναι πλέον βέβαιη (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 17ης Σεπτεμβρίου 1992, T-138/89, NBV και NVB κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-2181, σκέψη 33· της 14ης Απριλίου 2005, T-141/03, Sniace κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-1197, σκέψη 26, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 17ης Οκτωβρίου 2005, T-28/02, First Data κ.λπ. κατά Επιτροπής [Συλλογή 2005, σ. II-4119], σκέψεις 42 και 43).

28

Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τις προσφυγές περί ακυρώσεως ΕΕΣ, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η ΕΕΣ είναι εσωτερικό έγγραφο, η κύρια λειτουργία του οποίου είναι να εξασφαλίζει την περιοδική ενημέρωση της διοικήσεως σχετικά με την εκπλήρωση των καθηκόντων των υπαλλήλων της (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 1980, 6/79 και 97/79, Grassi κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 419, σκέψη 20, και του Πρωτοδικείου της 28ης Μαΐου 1997, T-59/96, Burban κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-109 και II-331, σκέψη 73) και συνεπώς διαδραματίζει, έναντι του υπαλλήλου, σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας του, ιδίως όσον αφορά τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως. Κατά συνέπεια, η ΕΕΣ επηρεάζει τα συμφέροντα του κρινομένου κατ’ αρχήν μόνον εφόσον η σταδιοδρομία του συνεχίζεται, δηλαδή μέχρι την οριστική παύση ασκήσεως των καθηκόντων του. Μετά την παύση ασκήσεως των καθηκόντων του, ο υπάλληλος δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση ή τη συνέχιση της εκδικάσεως προσφυγής κατά της ΕΕΣ του, εκτός αν αποδείξει την ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που δικαιολογούν προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον για την ακύρωσή της (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα διάταξη N κατά Επιτροπής, σκέψη 26 και προπαρατεθείσα απόφαση Διονυσοπούλου κατά Συμβουλίου, σκέψη 20).

29

Εν προκειμένω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων, ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε δυνάμει του άρθρου 78 του ΚΥΚ διότι κρίθηκε ότι είχε υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική, έπαυσε οριστικά να ασκεί τα καθήκοντά του και, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, απώλεσε το έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της εκδικάσεως της προσφυγής του. Ο προσφεύγων θεωρεί, εντούτοις, ότι η εν λόγω νομολογία δεν είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω για δύο λόγους. Πρώτον, δεν πρόκειται εν προκειμένω για οριστική παύση άσκησης των καθηκόντων του εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, μπορεί να επανέλθει στην υπηρεσία μόλις το επιτρέψει η κατάσταση της υγείας του. Δεύτερον, η συνταξιοδότησή του ήταν υποχρεωτική και έλαβε χώρα μετά την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, θεωρεί ότι το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του πρέπει να υπερισχύσει άλλων σκέψεων και να επιτρέψει την έκδοση αποφάσεως σχετικά με τη νομιμότητα της επίδικης ΕΕΣ. Κατά συνέπεια, φρονεί ότι συνεχίζει να έχει προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον για την ακύρωση της λόγω ΕΕΣ.

30

Όσον αφορά, πρώτον, το ζήτημα του οριστικού χαρακτήρα της παύσεως άσκησης των καθηκόντων σε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως λόγω μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι το άρθρο 14 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προβλέπει τη δυνατότητα να επανέλθει στα καθήκοντά του ο υπάλληλος στον οποίο χορηγήθηκε επίδομα αναπηρίας, η έννοια της μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής, σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη, είναι ότι θέτει τέλος στη σταδιοδρομία του ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Πράγματι, το άρθρο 53 του ΚΥΚ προβλέπει ότι “[ο] υπάλληλος, για τον οποίο η επιτροπή αναπηρίας κρίνει ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 78 συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο διαπιστώνεται με απόφαση της [ΑΔΑ] η οριστική ανικανότητα του υπαλλήλου να ασκεί τα καθήκοντά του”. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 47 του ΚΥΚ, η συνταξιοδότηση, συμπεριλαμβανομένης της συνταξιοδοτήσεως λόγω μόνιμης αναπηρίας θεωρούμενης ως ολικής, αποτελεί έναν από τους λόγους οριστικής παύσεως ασκήσεως των καθηκόντων. Ο νομοθέτης ρυθμίζει την εν λόγω αναπηρία, από την άποψη του οριστικού ή μη χαρακτήρα της παύσεως ασκήσεως των καθηκόντων την οποία συνεπάγεται, κατά τον ίδιο τρόπο με άλλους λόγους παύσεως των καθηκόντων, ο οριστικός χαρακτήρας των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, όπως η παραίτηση, η απόλυση για επαγγελματική ανεπάρκεια ή η ανάκληση.

31

Κατά συνέπεια, στο σύστημα του ΚΥΚ, η συνταξιοδότηση λόγω μόνιμης αναπηρίας κατά την έννοια των άρθρων 53 και 78 θεωρείται ότι θέτει κατ’ αρχήν τέλος στη σταδιοδρομία του υπαλλήλου, διακρινόμενη έτσι από την αναρρωτική άδεια την οποία προβλέπει το άρθρο 59 του ΚΥΚ και η οποία δεν επηρεάζει τη συνέχιση της σταδιοδρομίας του προσωρινά ανίκανου να ασκήσει τα καθήκοντά του υπαλλήλου.

32

Για τους λόγους αυτούς, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η συνταξιοδότηση του προσφεύγοντα δυνάμει του άρθρου 78 του ΚΥΚ επηρεάζει το έννομο συμφέρον του να επιτύχει την ακύρωση της επίμαχης ΕΕΣ, εφόσον η σταδιοδρομία του στο όργανο στο οποίο υπηρετούσε έληξε, κατ’ αρχήν, οριστικά.

33

Το συμπέρασμα αυτό δεν προσκρούει στο επιχείρημα που αντλεί ο προσφεύγων από ενδεχόμενη επιστροφή του στην υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 14 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Πράγματι, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι ο προσφεύγων πρέπει να δικαιολογεί γεγενημένο και ενεστώς έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως και ότι, αν το συμφέρον που επικαλείται ο προσφεύγων αφορά μελλοντική νομική κατάσταση, πρέπει να αποδειχθεί ότι η προσβολή της καταστάσεως αυτής ήδη προκύπτει ότι είναι πλέον βέβαιη. Διαπιστώνεται όμως ότι η επαναφορά του προσφεύγοντα στην υπηρεσία της Επιτροπής δεν είναι παρά ένα δυνητικό γεγονός, η πραγματοποίηση του οποίου είναι προς το παρόν αβέβαιη. Πρόκειται συνεπώς για υποθετικό απλώς έννομο συμφέρον, το οποίο δεν αρκεί ώστε να κριθεί ότι η νομική κατάσταση του προσφεύγοντα επηρεάζεται από τη μη ακύρωση της προσβαλλόμενης ΕΕΣ (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιανουαρίου 1987, 204/85, Στρογγύλη κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1987, σ. 389, σκέψη 11).

34

Όσον αφορά, δεύτερον, το γεγονός ότι η συνταξιοδότηση του προσφεύγοντος ήταν υποχρεωτική και μεταγενέστερη της ασκήσεως της παρούσας προσφυγής, θα πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι, όπως έχει κρίνει το Πρωτοδικείο, υπάλληλος που έχει παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του λόγω απολύσεως για επαγγελματική ανεπάρκεια ή ανακλήσεως που κατέστη οριστική κατόπιν προσφυγής δεν έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της εκθέσεως κρίσεώς του (προπαρατεθείσα διάταξη N κατά Επιτροπής, σκέψη 27, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Φεβρουαρίου 2006, T-200/03 και T-313/03, V κατά Επιτροπής [Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-2-00015 και II-A-2-00057], σκέψη 184). Συνεπώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο εθελούσιος ή μη χαρακτήρας της παύσεως ασκήσεως των καθηκόντων δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής. Δεύτερον, όσον αφορά τον χρόνο συνταξιοδοτήσεως σε σχέση με την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα στη σκέψη 27 νομολογία, το γεγονός ότι το έννομο συμφέρον εξέλιπε μετά την άσκηση της προσφυγής δεν εμποδίζει το Πρωτοδικείο να κρίνει ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής (αποφάσεις [του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 1990] T-20/89, Moritz κατά Επιτροπής [Συλλογή 1990, σ. II-769], σκέψη 16· προπαρατεθείσες αποφάσεις Διονυσοπούλου κατά Συμβουλίου, σκέψη 18, και Ρούνης κατά Επιτροπής, σκέψη 21).

35

Κατόπιν των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η μεταρρύθμιση της επίμαχης ΕΕΣ την οποία επιδιώκει ο προσφεύγων δεν θα είχε, κατ’ αρχήν, καμία συνέπεια για τη σταδιοδρομία του, η οποία έληξε στις 28 Φεβρουαρίου 2005. Απόκειται συνεπώς στον προσφεύγοντα να αποδείξει την ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που δικαιολογούν τη συνέχιση της υπάρξεως προσωπικού και ενεργού εννόμου συμφέροντος για την ακύρωσή της (προπαρατεθείσα διάταξη N κατά Επιτροπής, σκέψεις 26 και 27).

36

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο προσφεύγων, μολονότι αμφισβητεί τον οριστικό χαρακτήρα της παύσεως ασκήσεως των καθηκόντων του, δεν επικαλείται καμία ιδιαίτερη περίσταση κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διατάξεως Ν κατά Επιτροπής. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί το έννομο συμφέρον του για την ακύρωση της επίμαχης ΕΕΣ, προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμά του να τύχει αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

37

Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας γεννά δικαίωμα προσβολής ενώπιον των δικαστηρίων μόνον των πράξεων των κοινοτικών οργάνων οι οποίες βλάπτουν τον προσφεύγοντα, επειδή θίγουν τα έννομα συμφέροντά του (βλ., συναφώς, διατάξεις του Δικαστηρίου της 1ης Οκτωβρίου 2004, C-379/03 P, Pérez Escolar κατά Επιτροπής […], σκέψεις 41 και 42, και του Πρωτοδικείου της 2ας Ιουνίου 2003, T-276/02, Forum 187 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-2075, σκέψη 50). Πάντως, εν προκειμένω, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, λόγω της συνταξιοδοτήσεώς του, ο προσφεύγων δεν βλάπτεται, προς το παρόν και εφόσον δεν επανέρχεται στην υπηρεσία, ούτε από την επίδικη απόφαση ούτε από την επίμαχη ΕΕΣ. Κατά συνέπεια, χωρίς να χρειάζεται να κριθεί στο παρόν στάδιο αν το επιχείρημα του προσφεύγοντος θα ήταν λυσιτελές στο πλαίσιο δυνητικής προσφυγής στην υποθετική περίπτωση επαναφοράς του στην υπηρεσία, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το δικαίωμά του για αποτελεσματική δικαστική προστασία δεν του παρέχει δικαίωμα να ζητήσει από το Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως.

38

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε την ύπαρξη γεγενημένου και ενεστώτος εννόμου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής. Συνεπώς, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής περί ακυρώσεως της επίδικης ΕΕΣ.

39

Όσον αφορά το αίτημα του προσφεύγοντος να κηρύξει το Πρωτοδικείο άκυρες τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις και τον μεταβατικό οδηγό, ή τις ισχύουσες διατάξεις, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως αναφέρει ο ίδιος ο προσφεύγων, το αίτημα αυτό αποτελεί ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλεται στο πλαίσιο της προσφυγής περί ακυρώσεως. Συνεπώς, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής.»

Η απόφαση του Πρωτοδικείου επί της αγωγής αποζημιώσεως

19

Το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα επιδικάσεως αποζημιώσεως για τους ακόλουθους λόγους που παρατίθενται στις σκέψεις 42 έως 45 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως:

«42

Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού [του Δικαστηρίου], που εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Οργανισμού, και με το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γ’, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να αναφέρει το αντικείμενο της διαφοράς και να περιέχει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση. Για να πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις, το δικόγραφο με το οποίο ζητείται η αποκατάσταση ζημιών τις οποίες φέρεται ότι προκάλεσε κοινοτικό όργανο πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που επιτρέπουν τον προσδιορισμό της συμπεριφοράς την οποία ο ενάγων προσάπτει στο θεσμικό όργανο, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη, καθώς και τον χαρακτήρα και την έκταση της εν λόγω ζημίας. Αντιθέτως, το αίτημα με το οποίο ζητείται η επιδίκαση απροσδιόριστης αποζημιώσεως στερείται της αναγκαίας σαφήνειας και πρέπει, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί απαράδεκτο (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Δεκεμβρίου 1971, 5/71, Zuckerfabrik Schöppenstedt κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1025, σκέψη 9· διατάξεις του Πρωτοδικείου της 1ης Ιουλίου 1994, T-505/93, Osório κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ. Υπ. 1994, σ. I-A-179 και II-581, σκέψη 33, και [της 15ης Φεβρουαρίου 1995] T-112/94, Moat κατά Επιτροπής [T-112/94, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I-A-37 και II-135], σκέψη 32).

43

Εν προκειμένω, ο προσφεύγων ζητεί απλώς την επιδίκαση αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η σταδιοδρομία, η υγεία και το ηθικό του, χωρίς να προσδιορίζει το ύψος της ζημίας και να επισημαίνει με τη δέουσα σαφήνεια τα στοιχεία που θα επέτρεπαν να προσδιοριστεί η έκτασή της. Πράγματι, η αγωγή του δεν περιλαμβάνει άλλες διευκρινίσεις σχετικά, εκτός από το ότι “[η] πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και η κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του δεύτερου βαθμολογητή προκάλεσαν σημαντική ζημία στις προοπτικές σταδιοδρομίας του προσφεύγοντος” και ότι “[η] κατάσταση αυτή έβλαψε το ηθικό και την υγεία του, βλάβη η οποία προστίθεται στη ζημία που υπέστησαν οι προοπτικές σταδιοδρομίας του”.

44

Μολονότι το Πρωτοδικείο έχει αναγνωρίσει ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται με το δικόγραφο της αγωγής η ακριβής έκταση της ζημίας και το χρηματικό ποσό της αιτούμενης αποζημιώσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1990, T-64/89, Automec κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II-367, σκέψεις 75 έως 77, και της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, T-37/89, Hanning κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II-463, σκέψη 82), θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν απέδειξε, ούτε καν επικαλέστηκε, την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσες διατάξεις Osório κατά Επιτροπής, σκέψη 35, και Moat κατά Επιτροπής, σκέψη 37).

45

Όσον αφορά, εξάλλου, την ηθική βλάβη, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, εκτός από την παντελή έλλειψη εκτιμήσεως της βλάβης αυτής, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε τα στοιχεία που θα επέτρεπαν στο Πρωτοδικείο να προσδιορίσει την έκταση και τον χαρακτήρα της. Ανεξαρτήτως όμως του αν το αίτημα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης υποβάλλεται συμβολικά ή όχι, απόκειται στον προσφεύγοντα να διευκρινίσει τη φύση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης σε σχέση με τη συμπεριφορά που προσάπτεται στην Επιτροπή, και στη συνέχεια να προσδιορίσει, έστω και κατά προσέγγιση, την εκτίμηση του συνόλου της βλάβης αυτής (προπαρατεθείσα διάταξη Moat κατά Επιτροπής, σκέψη 38, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Ιανουαρίου 1998, T-157/96, Affatato κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-41 και II-97, σκέψη 38).»

Η απόφαση του Πρωτοδικείου επί των αιτημάτων λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που υπέβαλε ο αναιρεσείων

20

Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το αίτημα του αναιρεσείοντος να προσκομίσει η Επιτροπή τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, τις δύο ευνοϊκότερες και τις δύο δυσμενέστερες ΕΕΣ υπαλλήλων της μονάδας του για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002, καθώς και το έγγραφο που περιλαμβάνει τις επίσημες ποσοτικές προδιαγραφές των μεταφραστικών μονάδων για την ίδια περίοδο, ήταν αλυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς και έπρεπε να απορριφθεί.

Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

21

Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αποφανθεί επί της ασκηθείσας προσφυγής·

να αναγνωρίσει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος ως προς την ΕΕΣ του, ανεξάρτητα από το σχετικό έννομο συμφέρον της διοίκησης·

να αναγνωρίσει ότι η αναπηρία αποτελεί εξ ορισμού αναστρέψιμη κατάσταση και ότι θεωρείται και αντιμετωπίζεται ως τέτοια από την ιατρική υγειονομική υπηρεσία της Επιτροπής·

να αναγνωρίσει στον προσφεύγοντα δικαίωμα δικαστικής προστασίας ως προς την ΕΕΣ του·

να δεχθεί την αγωγή αποζημίωσης και να επιδικάσει στον προσφεύγοντα αποζημίωση ύψους 1,5 εκατομμυρίου ευρώ και

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

22

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

23

Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει τέσσερις λόγους. Οι τρεις πρώτοι λόγοι προβάλλονται προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το μέρος της που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με την προσφυγή ακυρώσεως, ο δε τέταρτος λόγος ως προς το μέρος της που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου σχετικά με την αγωγή αποζημιώσεως.

Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν την απόφαση του Πρωτοδικείου σχετικά με την προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίδικης αποφάσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

24

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει από νομικά σφάλματα καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε, πρώτον, ότι η ΕΕΣ παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον κρινόμενο υπάλληλο μόνον αν συνεχίζεται η σταδιοδρομία του, δεύτερον, ότι η συνταξιοδότηση λόγω μόνιμης ολικής αναπηρίας ισοδυναμεί με οριστική λήξη των καθηκόντων και, τρίτον, ότι το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας δεν παρέχει σε περίπτωση επαγγελματικής ασθένειας δικαίωμα προσφυγής κατά της επίδικης αποφάσεως.

25

Ο αναιρεσείων προβάλλει, πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο, μη λαμβάνοντας υπόψη το πώς ακριβώς λειτουργεί η ΕΕΣ, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

26

Εκθέτει ότι η νομολογία επί της οποίας στηρίχθηκε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι λυσιτελής, στον βαθμό που αναφέρεται στο παλαιό σύστημα αξιολόγησης, που ίσχυε πριν το 2003, βάσει του οποίου η έκθεση βαθμολογίας ήταν απλώς παρεπόμενης σημασίας για την προαγωγή. Πάντως, το ισχύον σύστημα βαθμολογίας έχει μία αριθμητική σύνδεση με την προαγωγή ή την απόλυση και παρέχει ένα πολύ σημαντικότερο περιθώριο χειρισμών όσον αφορά την επιτάχυνση ή την επιβράδυνση της προόδου της σταδιοδρομίας. Κατά τον προσφεύγοντα, στο πλαίσιο του νέου αυτού συστήματος, δεν ενδείκνυται να χαρακτηρίζεται ως «εσωτερικό» ένα έγγραφο που έχει σημαντικές αντικειμενικές συνέπειες. Εξάλλου, ο ρόλος του υπαλλήλου στη διαδικασία αξιολόγησης δεν μπορεί να υποβιβάζεται σε δευτερεύοντα σε σχέση με τον ρόλο της διοίκησης.

27

Δεύτερον, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της αναπηρίας. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε την αναπηρία ως μια οριστική κατάσταση. Ωστόσο, όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 14 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, η αναπηρία αποτελεί αναστρέψιμη κατάσταση, γεγονός που αντανακλάται εξάλλου στην πρακτική σύμφωνα με την οποία οι περιπτώσεις αναπηρίας επανεξετάζονται κατά κανόνα από την ιατρική υγειονομική υπηρεσία της Επιτροπής κάθε δύο χρόνια.

28

Ο αναιρεσείων υπογραμμίζει επιπλέον ότι, ενώ η απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2005 περί συνταξιοδοτήσεώς του λόγω αναπηρίας ίσχυε για δύο έτη, η ανανέωση της ισχύος της που αποφασίστηκε κατά τη διάρκεια του 2007 από την ιατρική υγειονομική υπηρεσία της Επιτροπής περιορίστηκε στο ένα έτος, γεγονός που αποδεικνύει ότι η επανένταξή του στην υπηρεσία δεν είναι απλώς υποθετική, οπότε το συμφέρον του για ακύρωση της επίδικης αποφάσεως είναι γεγενημένο και ενεστώς.

29

Τρίτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τις συνέπειες της γενικής αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας.

30

Ο αναιρεσείων εκθέτει ότι, εν προκειμένω, οι ιατροί δεν απέκλεισαν την περίπτωση να έχει επαγγελματική αιτία η αναπηρία από την οποία πάσχει. Ωστόσο, η επιτροπή αναπηρίας προτίμησε πριν αποφανθεί επ’ αυτού να αναμείνει τη γνώμη των αρμοδίων οργάνων, δηλαδή, κατ’ αυτόν, τη γνώμη του Πρωτοδικείου. Το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της υποθέσεως σημαίνει ότι η κατάσταση έχει καθηλωθεί τόσο από την πλευρά του αναιρεσείοντος όσο και από την πλευρά της ιατρικής υγειονομικής υπηρεσίας της Επιτροπής καθώς και της επιτροπής αναπηρίας.

31

Πάντως, η απόφαση ως προς το αν η αναπηρία έχει επαγγελματική αιτία θα καθορίσει τις λεπτομέρειες της επανεντάξεώς του στη θέση εργασίας του ή, στην αντίθετη περίπτωση, το ύψος της αναπηρικής συντάξεώς του. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το έννομο συμφέρον του είναι απλώς υποθετικό και ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να κριθεί μόνο σε περίπτωση επανένταξης.

32

Ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, εφόσον το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, οι επίμαχες νομικές διατάξεις και τα νομικά δεδομένα δεν μπορούν να ερμηνευθούν και να εφαρμοστούν περιοριστικώς.

33

Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή αμφισβητεί το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν ασκεί επιρροή για τον λόγο ότι αναφέρεται στο σύστημα βαθμολογίας που ίσχυε πριν το 2003 και όχι στο ισχύον σήμερα σύστημα.

34

Η Επιτροπή τονίζει, εισαγωγικά, ότι η επίμαχη ΕΕΣ αφορά τον προ του 2003 χρόνο, δηλαδή την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002. Υποθέτει επομένως ότι ο αναιρεσείων αναφέρεται μάλλον στο σύστημα βαθμολογίας που άρχισε να ισχύει τον Ιούλιο του 2001.

35

Η Επιτροπή προβάλλει ότι πάντοτε υπήρχε σύνδεση μεταξύ της αξιολόγησης των υπαλλήλων και της προαγωγής τους. Αυτό ισχύει και σήμερα, εφόσον οι σχετικές διατάξεις του νέου ΚΥΚ που θεσπίστηκε κατά τη διάρκεια του 2004 εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο με τίτλο «Βαθμολόγηση, προαγωγή κατά κλιμάκιο και προαγωγή κατά βαθμό». Κατά την Επιτροπή, η έκθεση βαθμολογίας θα ήταν άχρηστη αν δεν υπήρχε σύνδεση της αξιολόγησης και της προαγωγής των υπαλλήλων. Θεωρεί ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε προς στήριξη της απόψεώς του κανένα σοβαρό επιχείρημα ούτε επικαλέσθηκε οποιαδήποτε φερόμενη ως σημαντική αλλαγή των κανόνων ούτε παρέθεσε κάποια νέα εξέλιξη της νομολογίας.

36

Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, σχετικά με τις συνέπειες της αποφάσεως συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο αναιρεσείων περιορίζεται στην επίκληση του άρθρου 14 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, χωρίς καμία αναφορά στα άρθρα του 53 και 78. Πάντως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το εν λόγω άρθρο 14 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο του. Συγκεκριμένα, ο ΚΥΚ διακρίνει σαφώς μεταξύ, αφενός, της προσωρινής αναπηρίας (άρθρο 59) και, αφετέρου, της μόνιμης αναπηρίας (άρθρο 53). Ενώ η προσωρινή αναπηρία δίδει δικαίωμα ανναρωτικής αδείας, η μόνιμη αναπηρία καταλήγει στη συνταξιοδότηση του οικείου υπαλλήλου.

37

Η Επιτροπή εκτιμά ότι το γεγονός ότι η ιατρική υγειονομική υπηρεσία ανανέωσε την απόφασή της όσον αφορά την αναπηρία του αναιρεσείοντος για ένα έτος αντί για δύο δεν ασκεί επιρροή στην εκτίμηση της σοβαρότητας της αναπηρίας. Το χρονικό διάστημα μεταξύ των ιατρικών εξετάσεων δεν μπορεί πράγματι να αποτελέσει κριτήριο για τον καθορισμο του αν η αναπηρία ενός υπαλλήλου είναι προσωρινή ή μόνιμη. Εφόσον μία περίπτωση αναπηρίας εμπίπτει στο άρθρο 78 του ΚΥΚ, τότε πρέπει να θεωρηθεί μόνιμη. Εξάλλου, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 14 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, η αναπηρία πρέπει να θεωρηθεί μόνιμη για όσο χρόνο διαρκεί.

38

Όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως που αφορά το ότι δεν ελήφθη υπόψη το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, η Επιτροπή προβάλλει ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή. Συγκεκριμένα, αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να αποφανθεί επί της αιτίας της αναπηρίας που διαπιστώθηκε. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρόκειται για ιατρικό θέμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα ιατρικού οργάνου, δηλαδή του ιατρού της ΑΔΑ ή της ιατρικής υγειονομικής επιτροπής, σύμφωνα με τα άρθρα 19 επ. των λεπτομερειών εφαρμογής του άρθρου 73 του ΚΥΚ. Από αυτό προκύπτει ότι, όταν η επιτροπή αναπηρίας ανέβαλε την απόφασή της επί της αιτίας της αναπηρίας αυτής εν αναμονή της γνώμης των «αρμοδίων οργάνων», η επιτροπή αυτή αναφερόταν στη γνώμη των ιατρικών οργάνων και όχι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

39

Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο αναιρεσείων είχε πάντοτε τη δυνατότητα να κινήσει τη διαδικασία βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ προκειμένου να καθοριστεί αν η εν λόγω αναπηρία έχει επαγγελματική αιτία. Επομένως, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε συναφώς καμία ένδικη προστασία.

40

Επιπλέον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν στέρησε από τον αναιρεσείοντα την ένδικη προστασία όσον αφορά την επίμαχη ΕΕΣ στον βαθμό που δεν απέκλεισε παντελώς τη δυνατότητα να έχει ο αναιρεσείων έννομο συμφέρον να την αμφισβητήσει μεταγενέστερα, σε περίπτωση επανεντάξεώς του στην υπηρεσία.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

41

Εισαγωγικά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή, όπως όλα τα κοινοτικά όργανα, υπέχει ειδική υποχρέωση διαφάνειας όσον αφορά τη βαθμολόγηση, την προαγωγή κατά κλιμάκιο και την προαγωγή κατά βαθμό των υπαλλήλων της, της οποίας η τήρηση εξασφαλίζεται από την επίσημη διαδικασία των άρθρων 43 και 46 του ΚΥΚ.

42

Προς τούτο, η ΕΕΣ αποτελεί ουσιώδες έγγραφο για την αξιολόγηση του προσωπικού των κοινοτικών οργάνων, εφόσον καθιστά δυνατή την αξιολόγηση της ικανότητας, της απόδοσης και της συμπεριφοράς του υπαλλήλου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 43 του ΚΥΚ. Η έκθεση αυτή καταρτίζεται τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από κάθε όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 110 του ΚΥΚ.

43

Επιπλέον, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 49 των προτάσεών του, η ΕΕΣ αποτελεί αξιολογική κρίση για τον τρόπο με τον οποίον ο υπάλληλος εκπλήρωσε τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν και για τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία κατά την οικεία περίοδο.

44

Συγκεκριμένα, πρέπει να τονιστεί, πρώτον, ότι η ΕΕΣ, ανεξαρτήτως της μελλοντικής της χρησιμότητας, αποτελεί γραπτή και επίσημη απόδειξη για την ποιότητα της εργασίας του υπαλλήλου. Η αξιολόγηση αυτή δεν περιγράφει απλώς τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν κατά το οικείο χρονικό διάστημα, αλλά εμπεριέχει και αξιολόγηση των ανθρώπινων προσόντων που επέδειξε ο κρινόμενος κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

45

Επομένως, κάθε υπάλληλος δικαιούται να απαιτήσει δίκαιη και ορθή αξιολόγηση της εργασίας του. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, ο υπάλληλος πρέπει οπωσδήποτε να έχει το δικαίωμα να αμφισβητεί την ΕΕΣ του λόγω του περιεχομένου της ή διότι δεν καταρτίστηκε σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από τον ΚΥΚ κανόνες.

46

Δεύτερον, μολονότι ο υπάλληλος για τον οποίο η επιτροπή αναγνώρισε ότι πάσχει από μόνιμη ολική αναπηρία συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως, όπως προβλέπουν τα άρθρα 53 και 78 του ΚΥΚ, η κατάσταση αυτή διαφοροποιείται από την κατάσταση του υπαλλήλου που φθάνει σε ηλικία συνταξιοδοτήσεως, που παραιτείται ή που απολύεται, διότι είναι αναστρέψιμη.

47

Συγκεκριμένα, ο υπάλληλος που έχει καταστεί ανάπηρος ενδέχεται στο μέλλον να αναλάβει τα καθήκοντά του σε κοινοτικό όργανο, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 16 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Συναφώς, η γενική διάταξη του άρθρου 53 του ΚΥΚ πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 13 έως 15 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Η δραστηριότητα του υπαλλήλου που έχει κριθεί ανάπηρος τελεί απλώς υπό αναστολή, η δε εξέλιξη της καταστάσεώς του στα κοινοτικά όργανα εξαρτάται από το αν εξακολουθούν να υφίστανται οι συνθήκες που δικαιολογούσαν την αναπηρία αυτή, η οποία μπορεί να ελέγχεται σε τακτά διαστήματα.

48

Εν προκειμένω, δεν θεωρήθηκε ότι συντρέχουν οριστικά, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να μπορεί να δικαιολογηθεί η υποχρεωτική συνταξιοδότησή του λόγω μόνιμης ολικής αναπηρίας, σύμφωνα με το άρθρο 13 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Προς τούτο συνηγορεί το γεγονός ότι η ιατρική υγειονομική υπηρεσία της Επιτροπής που εξέτασε την κατάσταση της αναπηρίας του αναιρεσείοντος ανανέωσε, στις 31 Ιανουαρίου 2007, την ισχύ της αποφάσεως αναπηρίας μόνο για ένα έτος και όχι για δύο, όπως είχε συμβεί με την από 1 Φεβρουαρίου 2005 αρχική απόφαση, της επιτροπής αναπηρίας. Τούτο αποδεικνύει ότι η πιθανότητα επανόδου στην υπηρεσία του αναιρεσείοντος δεν είναι απλώς υποθετική, αλλά πραγματική.

49

Πάντως, υπάλληλος που κρίθηκε ότι έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική, εφόσον υπάρχει πιθανότητα να επανενταχθεί στα κοινοτικά όργανα, έχει δικαίωμα ισοδύναμο με το δικαίωμα ενεργού υπαλλήλου να καταρτιστεί η ΕΕΣ που τον αφορά δίκαια, αντικειμενικά και σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες αξιολογήσεως.

50

Σε περίπτωση επανεντάξεως στην υπηρεσία, η ΕΕΣ θα είναι χρήσιμη για την εξέλιξη του υπαλλήλου στην υπηρεσία του ή στα κοινοτικά όργανα. Συνιστά απτή και επίσημη απόδειξη της ικανότητας και της εμπειρίας του στο κοινοτικό όργανο, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί. Παρέχει επίσης τη δυνατότητα στην ιεραρχικώς προϊσταμένη αρχή να συγκρίνει τα προσόντα των υποψηφίων για ενδεχόμενη προαγωγή ή μετάθεση.

51

Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι υπάλληλος που βρίσκεται σε κατάσταση ολικής μόνιμης αναπηρίας κατ’ εφαρμογή των άρθρων 53 και 78 του ΚΥΚ διατηρεί το έννομο συμφέρον να προσβάλει την ΕΕΣ.

52

Εφόσον επομένως από την απόφαση περί μόνιμης ολικής ανικανότητας του D. Gordon δεν μπορεί να συναχθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να επανενταχθεί στο μέλλον στα κοινοτικά όργανα, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα να επικαλεσθεί την επίμαχη ΕΕΣ μετά την ενδεχόμενη επανένταξή του σε αυτά.

53

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Επομένως, πρέπει να εξαφανιστεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που καταργεί τη δίκη όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ως μη δυνάμενος να επιφέρει ευρύτερη ακύρωση.

Ως προς τον λόγο ακυρώσεως σχετικά με την απόφαση του Πρωτοδικείου επί του αιτήματος αποζημιώσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

54

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε απαράδεκτο το αίτημα αποζημιώσεως για τον λόγο ότι δεν είχαν διευκρινιστεί η φύση και η έκταση της ζημίας. Επισημαίνει πράγματι ότι, σύμφωνα με την νομολογία που παραθέτει το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπό ειδικές συνθήκες, δεν είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται με το δικόγραφο της προσφυγής η ακριβής έκταση της ζημίας και να υπολογίζεται το ύψος της ζητούμενης αποζημιώσεως.

55

Ο αναιρεσείων προβάλλει επίσης ότι ουδέποτε ανέμενε ή ζήτησε απόφαση επί του αιτήματος αποζημιώσεως ελλείψει αποφάσεως επί της προσφυγής ακυρώσεως. Διευκρινίζει ότι, με το υπόμνημά του απαντήσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, επιφυλάχθηκε ρητώς του δικαιώματός του να κινήσει κάθε διαδικασία προκειμένου να επιτύχει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ενόψει της αναμενόμενης από το Πρωτοδικείο αποφάσεως.

56

Ο αναιρεσείων θεωρεί ότι, λόγω των ειδικών περιστάσεων και της περιπλοκότητας της περιπτώσεώς του, η απόφαση επί της αποζημιώσεως πρέπει να ληφθεί μετά την απόφαση του Δικαστηρίου επί της προσφυγής ακυρώσεως.

57

Ωστόσο, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπήρξε θύμα άδικης αξιολογήσεως καθώς και σημαντικής αδικίας και ότι, εκ του γεγονότος αυτού, η σταδιοδρομία του υπέστη πράγματι ανεπανόρθωτη ζημία, δεν είναι υπερβολική μία αποζημίωση ύψους 1,5 εκατομυρίου ευρώ.

58

Η Επιτροπή υποστηρίζει από την πλευρά της ότι η δυνατότητα να μην έχει την υποχρέωση να διευκρινίσει με το δικόγραφο της προσφυγής την ακριβή έκταση της ζημίας που υπέστη αποτελεί εξαίρεση. Από τη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι η περίπτωση του αναιρεσείοντος δεν εμπίπτει στην εξαίρεση αυτή. Κατά την Επιτροπή, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι συνέτρεχε στην περίπτωσή του οποιοδήποτε στοιχείο που θα του επέτρεπε να εξαιρεθεί από τον γενικό κανόνα. Εξάλλου, με την αίτησή του αναιρέσεως, ο αναιρεσείων δεν ανέφερε με ποιον τρόπο έσφαλε το Πρωτοδικείο εφαρμόζοντας αυτόν τον γενικό κανόνα. Η Επιτροπή καταλήγει ότι, κατά συνέπεια, το επιχείρημά του προσκρούει σε νέο λόγο απαρεδέκτου λόγω της ελλείψεως επιχειρημάτων που να στηρίζουν την άποψη του αναιρεσείοντος.

59

Η Επιτροπή αμφισβητεί εξάλλου το επιχείρημα του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το οποίο το Πρωτοδικείο δεν πρέπει να αποφανθεί επί της ζημίας για τον λόγο ότι ο αναιρεσείων είχε εκφράσει την πρόθεσή του να κινήσει μεταγενέστερα χωριστή διαδικασία για την επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία που φέρεται να έχει υποστεί. Συγκεκριμένα, η πρόθεση αυτή δεν αποδεικνύεται από τον φάκελο της δίκης ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

60

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματα αποζημιώσεως εφόσον, αφενός, ο αναιρεσείων περιορίστηκε να αξιώσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη στη σταδιοδρομία του, στην υγεία του και στην ευημερία του, χωρίς να προσδιορίζει το ύψος της και χωρίς να αναφέρει, επακριβώς, τα στοιχεία που θα επέτρεπαν τον προσδιορισμό της έκτασης της ζημίας αυτής, και, αφετέρου, όσον αφορά την ηθική βλάβη, εκτός από την παντελή έλλειψη εκτιμήσεως της βλάβης αυτής, ο αναιρεσείων δεν παρέσχε στο Πρωτοδικείο τη δυνατότητα να εκτιμήσει την έκταση και τον χαρακτήρα της.

61

Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι το ζήτημα αν δικαιολογήθηκε επαρκώς το ποσό της αιτηθείσας από τον αναιρεσείοντα αποζημιώσεως καθιστά αναγκαία την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, η οποία περιορίζεται μόνο στον έλεγχο του αν, με την αναιρεσιβαλλομένη διάταξη, τηρήθηκαν οι κανόνες δικαίου (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C-209/94 P, Buralux κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. I-615, σκέψη 21).

62

Επιπλέον, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 78 των προτάσεών του, το αίτημα επιδικάσεως ποσού 1,5 εκατομμυρίου ευρώ ως αποζημίωση στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο εξετάσει την ουσία της διαφοράς αποτελεί νέο αίτημα, υπό την έννοια του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο.

63

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως καθόσον αμφισβητεί την απόρριψη, από το Πρωτοδικείο, του αιτήματός του αποζημιώσεως.

Επί της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου

64

Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση. Τούτο ισχύει εν προκειμένω όσον αφορά την προσφυγή ακυρώσεως.

Επειχειρήματα των διαδίκων

65

Ο προσφεύγων ζητεί πρώτον την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως που απορρίπτει την ένστασή του κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2003 η οποία επικύρωσε την ΕΕΣ του για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002.

66

Για τη θεμελίωση της προσφυγής του, ο αναιρεσείων επικαλείται τρεις λόγους, ο πρώτος από τους οποίους αντλείται από παράβαση ουσιώδους τύπου και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.

67

Συναφώς, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η διαδικασία διοικητικής ενστάσεως κατά της επίμαχης ΕΕΣ είναι πολλαπλώς αντίθετη προς τον νόμο. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι δεν τηρήθηκε το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, το οποίο έγκειται σε επαλήθευση των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων της ΕΕΣ από την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως.

68

Έτσι, ο έλεγχος της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως περιορίστηκε στις διαδικαστικές πτυχές και δεν ασχολήθηκε με την ουσία. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί επίσημος διάλογος με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή της ΕΕΣ, η εν λόγω επιτροπή συνέστησε να πραγματοποιηθεί αυτός ο διάλογος. Πάντως, ο φάκελος του αναιρεσείοντος δεν διαβιβάστηκε στην επιτροπή αυτή, ώστε να μπορέσει να αποφανθεί και σχετικά με το αν η ΕΕΣ καταρτίστηκε δίκαια, αντικειμενικά και σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες αξιολογήσεως, όπως επιτάσσει το άρθρο 8, παράγραφος 5, των γενικών εκτελεστικών διατάξεων.

69

Κατά τον αναιρεσείοντα, το κενό αυτό αποτελεί σοβαρή παρατυπία που κατέστησε πλημμελή τη διαδικασία της διοικητικής ενστάσεως. Συγκεκριμένα, η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, λόγω της συνθέσεώς της, είναι το μοναδικό όργανο προσφυγής στο πλαίσιο του οποίου μέλη του προσωπικού που ασκούν τα ίδια με αυτόν καθήκοντα θα μπορούσαν να εξετάσουν την βαθμολογία του. Επιπλέον, η γνώμη της επιτροπής αυτής έχει ιδιαίτερο κύρος, καθόσον, αν ο κατ’ έφεση βαθμολογητής αρνηθεί να την ακολουθήσει, υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφασή του.

70

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο αναιρεσείων δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως αρκέστηκε να διαπιστώσει ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί ο επίσημος διάλογος με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή της ΕΕΣ, διότι ο ίδιος παρέλειψε να ενημερώσει την επιτροπή αυτή ότι ο διάλογος αυτός πραγματοποιήθηκε στις 25 Μαρτίου 2003.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

71

Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως δεν αποφάνθηκε επί του περιεχομένου της επίμαχης ΕΕΣ, ενώ έχει υποχρέωση να το πράξει όταν, όπως εν προκειμένω, έχει υποβληθεί ενώπιόν της ένσταση. Συγκεκριμένα, η επιτροπή αυτή διαπίστωσε μόνο, με τη γνώμη της που διαβιβάστηκε στον κατ’ έφεση βαθμολογητή στις 11 Απριλίου 2003, ότι ο επίσημος διάλογος με τον δευτεροβάθμιο βαθμολογητή δεν πραγματοποιήθηκε, σε αντίθεση προς το άρθρο 7 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων.

72

Επομένως, ο κατ’ έφεση βαθμολογητής δεν μπορούσε να αποφανθεί επί της ενστάσεως του αναιρεσείοντος με την απόφασή του της 28ης Απριλίου 2003 εφόσον η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως δεν είχε δώσει τη γνώμη της επί του περιεχομένου της επίμαχης ΕΕΣ η οποία δεν είχε καταστεί οριστική.

73

Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 96 των προτάσεών του, ο κατ’ έφεση βαθμολογητής, αποφαινόμενος κατά τον τρόπο αυτό με την απόφασή του της 28ης Απριλίου 2003, θεώρησε το δικαίωμα προσφυγής του αναιρεσείοντος ενώπιον της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως ως καθαρά τυπικό στάδιο. Πάντως, όταν υποβάλλεται ένσταση ενώπιον της επιτροπής αυτής, η εξέταση του περιεχομένου της οικείας ΕΕΣ αποτελεί ουσιώδη τύπο, διότι, αφενός, η εν λόγω επιτροπή είναι το μόνο από τα όργανα που παρεμβαίνουν στη διαδικασία βαθμολογήσεως το οποίο περιλαμβάνει εκπροσώπους του προσωπικού και, αφετέρου, οι γνώμες της πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τον κατ’ έφεση βαθμολογητή.

74

Φαίνεται, ως εκ τούτου, ότι το γεγονός ότι η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως δεν αποφάνθηκε επί του περιεχομένου της επίμαχης ΕΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 8 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων αποτελεί ουσιώδη παράβαση της διαδικασίας καταρτίσεως της ΕΕΣ η οποία θίγει τα δικαιώματα του αναιρεσείοντος.

75

Έτσι, η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, χωρίς να χρειάζεται να κριθούν οι λοιποί λόγοι τους οποίους προέβαλε ο αναιρεσείων προς στήριξη της προσφυγής του ακυρώσεως.

Επί των δικαστικών εξόδων

76

Κατά το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των εξόδων.

77

Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του ίδιου αυτού κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του D. Gordon.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 7ης Φεβρουαρίου 2007, Gordon κατά Επιτροπής (T-175/04), ως προς το μέρος που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος εκδόσεως αποφάσεως επί της ασκηθείσας από τον D. Gordon προσφυγής ακυρώσεως.

 

2)

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που αμφισβητεί την απόρριψη, με την εν λόγω απόφαση του Πρωτοδικείου, της αγωγής αποζημιώσεως.

 

3)

Ακυρώνει την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 11ης Δεκεμβρίου 2003 που απέρριψε τη διοικητική ένσταση του D. Gordon κατά της αποφάσεως της 28ης Απριλίου 2003 με την οποία είχε επικυρωθεί η έκθεση εξελίξεως της σταδιοδρομίας που αφορούσε την περίοδο από 1ης Ιουλίου 2001 έως 31 Δεκεμβρίου 2002.

 

4)

Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο D. Gordon ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.