Υπόθεση T-40/06

Trioplast Industrier AB

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά πλαστικών βιομηχανικών σάκων – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Διάρκεια της παραβάσεως – Πρόστιμα – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Ελαφρυντικές περιστάσεις – Συνεργασία κατά τη διοικητική διαδικασία – Αναλογικότητα – Εις ολόκληρον ευθύνη – Αρχή της ασφάλειας δικαίου»

Περίληψη της αποφάσεως

1.      Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα παράβαση – Η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως της παράβασης και της διάρκειάς της – Περιεχόμενο του βάρους αποδείξεως

(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)

2.      Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Επιχείρηση μεταβιβασθείσα πολλάκις κατά τη διάρκεια της παραβάσεως – Διαδοχή πλειόνων μητρικών εταιριών

(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου· ανακοίνωση της Επιτροπής 98/C 9/03)

3.      Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Εκτίμηση – Συνεκτίμηση της οικονομικής πραγματικότητας κατά τον χρόνο τελέσεως της παραβάσεως

(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 3· ανακοίνωση της Επιτροπής 98/C 9/03)

4.      Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Ελαφρυντικές περιστάσεις – Παθητικός ή μιμητικός ρόλος επιχειρήσεως – Κριτήρια εκτιμήσεως

(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23· ανακοίνωση της Επιτροπής 98/C 9/03, σημείο 3, πρώτη περίπτωση)

5.      Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Κριτήρια – Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής – Υποχρέωση εξασφαλίσεως αναλογίας μεταξύ του ποσού των προστίμων και του συνολικού όγκου της αγοράς του οικείου προϊόντος – Δεν υφίσταται

(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 3)

6.      Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Καθορισμός – Μέγιστο ποσό – Υπολογισμός – Κύκλος εργασιών που λαμβάνεται υπόψη – Πρόστιμο ανώτερο του ετήσιου κύκλου εργασιών που πραγματοποιείται με το οικείο προϊόν – Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας – Δεν υφίσταται

(Κανονισμός 1/2003 του Συμβουλίου, άρθρο 23 § 2)

7.      Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Εις ολόκληρον ευθύνη για την πληρωμή – Καθορισμός του ποσού προστίμου που πρέπει να καταβληθεί από την εις ολόκληρον ευθυνόμενη επιχείρηση – Επιχείρηση μεταβιβασθείσα πολλάκις κατά τη διάρκεια της παραβάσεως – Διαδοχή πολλών μητρικών εταιριών

(Κανονισμός 1/2003του Συμβουλίου· ανακοίνωση της Επιτροπής 98/C 9/03)

1.      Στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει τόσο την ύπαρξη συμπράξεως, όσο και τη διάρκειά της. Συναφώς, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία μπορεί να προκύψει άμεσα η διάρκεια μιας παραβάσεως, η Επιτροπή στηρίζεται τουλάχιστον σε αποδεικτικά στοιχεία που άπτονται πραγματικών περιστατικών χωρίς μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μπορεί ευλόγως να γίνει δεκτό ότι η παράβαση συνεχίστηκε αδιαλείπτως μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών.

Στην περίπτωση στην οποία αποδεικνύεται ότι μια επιχείρηση μετέσχε σε παράβαση τόσο πριν όσο και μετά συγκεκριμένη περίοδο, μετέχοντας σε σειρά αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συσκέψεων χωρίς να αποστασιοποιηθεί από το περιεχόμενό τους, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παράβαση συνεχίστηκε αδιαλείπτως, αν η επιχείρηση κλήθηκε να μετάσχει στις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συσκέψεις που διεξήχθησαν εκτός της περιόδου αυτής και δικαιολογήθηκε πολλάκις για την απουσία της.

(βλ. σκέψεις 41-42, 46-48)

2.      Στο πλαίσιο του υπολογισμού του ποσού των προστίμων που επιβάλλονται λόγω παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, η πρακτική της Επιτροπής να επιβάλλει στη μητρική εταιρία πρόστιμο του ίδιου αρχικού ποσού με εκείνο που καθορίστηκε για τη θυγατρική εταιρία που είχε άμεση συμμετοχή στη σύμπραξη, χωρίς κατανομή του αρχικού αυτού ποσού σε περίπτωση διαδοχής πλειόνων μητρικών εταιριών, δεν μπορεί να θεωρηθεί αφ’ εαυτής ακατάλληλη. Συγκεκριμένα, ο σκοπός που επιδιώκει η Επιτροπή με τη χρήση της εν λόγω μεθόδου υπολογισμού είναι να καταστεί δυνατή η επιβολή σε μια μητρική εταιρία που έχει κριθεί υπεύθυνη για παράβαση των θυγατρικών της του ίδιου αρχικού ποσού προστίμου με εκείνο που θα της επιβαλλόταν αν είχε η ίδια άμεση συμμετοχή στη σύμπραξη. Η επιδίωξη αυτή συνάδει με τον σκοπό της πολιτικής του ανταγωνισμού και, ειδικότερα, του μέσου που χρησιμοποιείται για την επίτευξή του, ήτοι των προστίμων, ο οποίος συνίσταται στην καθοδήγηση των επιχειρήσεων προς συμπεριφορές σύμφωνες με τους κανόνες τους ανταγωνισμού.

Από το γεγονός και μόνον ότι το σύνολο των ποσών που επιβλήθηκαν στις διαδοχικές εταιρίες υπερβαίνει το ποσό που επιβλήθηκε στη θυγατρική τους δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτή η μέθοδος υπολογισμού είναι προδήλως εσφαλμένη. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της εφαρμογής της μεθοδολογίας που εκτίθεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και της αρχής της ατομικότητας των ποινών και των κυρώσεων, είναι θεμιτό για την Επιτροπή, εφόσον αποδειχθεί η ύπαρξη οικονομικού φορέα ο οποίος έχει μετάσχει σε παράβαση, να κρίνει ότι ένα από τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν ή ανήκαν στον φορέα αυτό, είτε πρόκειται για τη μητρική εταιρία είτε για θυγατρική, οφείλει να καταβάλει ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που οφείλει άλλο νομικό πρόσωπο ή τα λοιπά νομικά πρόσωπα που απαρτίζουν ή απάρτιζαν τον εν λόγω οικονομικό φορέα. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση παραβάσεως εκ μέρους θυγατρικής που ανήκε διαδοχικώς σε πλείονες οικονομικούς φορείς κατά τη διάρκεια της παραβάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί a priori αθέμιτο να υπερβαίνει το σύνολο των επιβληθέντων στις μητρικές εταιρίες ποσών το επιβληθέν στην οικεία θυγατρική εταιρία ποσό ή σύνολο ποσών.

(βλ. σκέψεις 74, 76)

3.      Στο πλαίσιο του υπολογισμού του ποσού των προστίμων που επιβάλλονται λόγω παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, η εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της περιόδου κατά την οποία τελέστηκε η οικεία παράβαση. Συναφώς, τα κρίσιμα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι, μεταξύ άλλων, το μέγεθος και η οικονομική ισχύς κάθε επιχειρήσεως, καθώς και το εύρος της διαπραχθείσας από καθεμία εξ αυτών παραβάσεως. Για την εκτίμηση των στοιχείων αυτών, είναι αναγκαία η παραπομπή στον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την επίμαχη περίοδο.

Έτος αναφοράς πρέπει οπωσδήποτε να είναι το τελευταίο πλήρες έτος κατά το οποίο εξακολουθούσε να τελείται η παράβαση.

Στο πλαίσιο του υπολογισμού των προστίμων, όταν η Επιτροπή εφαρμόζει εξατομικευμένη πρακτική, αντιμετωπίζοντας τους αποδέκτες της αποφάσεως που ευθύνονται μόνον υπό την ιδιότητά τους των μητρικών εταιριών ως άμεσα μετέχοντες στην παράβαση, έτος αναφοράς δεν μπορεί να είναι, χωρίς τη συνδρομή άλλων κρίσιμων στοιχείων, ένα έτος κατά το οποίο ο αποτελούμενος από τη μητρική και τη θυγατρική εταιρία οικονομικός φορέας δεν υφίστατο ακόμη.

(βλ. σκέψεις 91, 93, 95)

4.      Κατά το σημείο 3, πρώτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ο «αποκλειστικά παθητικός ή μιμητικός ρόλος» επιχειρήσεως κατά τη διάπραξη παραβάσεως, εφόσον αποδειχθεί, συνιστά ελαφρυντική περίσταση. Ο παθητικός ρόλος συνεπάγεται ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση υιοθέτησε «συγκρατημένη συμπεριφορά», δηλαδή ότι δεν υπήρξε ενεργός συμμετοχή της στην εκπόνηση της/των αντίθετης/ων προς τον ανταγωνισμό συμφωνίας/ιών.

Μεταξύ των στοιχείων που αποδεικνύουν ότι ο ρόλος μιας επιχειρήσεως στο πλαίσιο συμπράξεως ήταν παθητικός, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αισθητά σποραδικότερη έναντι των άλλων επιχειρήσεων συμμετοχή της στις συσκέψεις, όπως και η καθυστερημένη είσοδός της στην αγορά που αφορούσε η παράβαση, ανεξαρτήτως της διάρκειας της συμμετοχής της σ’ αυτή, ή ακόμα η ύπαρξη ρητών σχετικών δηλώσεων προερχομένων από εκπροσώπους τρίτων επιχειρήσεων που μετέσχον στην παράβαση.

Eπιπλέον, το γεγονός ότι άλλες επιχειρήσεις που μετέχουν στην ίδια και μόνο σύμπραξη επέδειξαν πιο ενεργό δράση έναντι συγκεκριμένου μετέχοντος δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι ο μετέχων αυτός είχε αποκλειστικώς παθητικό ή μιμητικό ρόλο στη σύμπραξη. Πράγματι, ο εντελώς παθητικός ρόλος θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και πρέπει να αποδειχθεί από τον διάδικο που τον επικαλείται.

(βλ. σκέψεις 106-108)

5.      Κατά τον καθορισμό του ποσού προστίμου επιβαλλόμενου λόγω παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού, η Επιτροπή διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως και δεν υποχρεούται να εφαρμόσει προς τούτο συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο. Κατά το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, το ποσό του προστίμου καθορίζεται βάσει της σοβαρότητας της παραβάσεως και της διάρκειάς της. Επιπλέον, το ποσό αυτό αποτελεί το αποτέλεσμα σειράς αριθμητικών υπολογισμών που πραγματοποιεί η Επιτροπή σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Ο καθορισμός του εν λόγω ποσού αποτελεί, μεταξύ άλλων, συνάρτηση διαφόρων περιστάσεων που ανάγονται στην ατομική συμπεριφορά της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, όπως η ύπαρξη επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων.

Από το νομικό αυτό πλαίσιο δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει να τηρεί μια αναλογία ανάμεσα στο συνολικό ποσό των προστίμων, όπως υπολογίζονται και επιβάλλονται στους μετέχοντες στη σύμπραξη, και στον όγκο της αγοράς του οικείου προϊόντος κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου έτους της παραβάσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η παράβαση διήρκεσε πέραν της εικοσαετίας και τα ποσά των προστίμων εξαρτώνται και από άλλες περιστάσεις αφορώσες τη μεμονωμένη συμπεριφορά των οικείων επιχειρήσεων.

(βλ. σκέψεις 141-142)

6.      Το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, έχει ως σκοπό να αποτρέψει ενδεχόμενο δυσανάλογο χαρακτήρα των προστίμων. Στην περίπτωση κατά την το τελικό ποσό προστίμου δεν υπερβαίνει το 10 % του κύκλου εργασιών, δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογο λόγω του ότι το συνολικό ποσό των προστίμων υπερβαίνει τον γενικό όγκο της σχετικής αγοράς, ούτε λόγω του ότι το πρόστιμο υπερβαίνει τον ετήσιο κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε μια επιχείρηση με το οικείο προϊόν. Το ανώτατο όριο του 10 % επί του κύκλου εργασιών πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς να απαιτείται η συνεκτίμηση του ειδικού ρόλου μιας επιχειρήσεως στη σύμπραξη.

Όσον αφορά τη σύγκριση μεταξύ των επιχειρήσεων στις οποίες απευθύνεται απόφαση επιβάλλουσα πρόστιμα, η διαφορετική μεταχείριση είναι η άμεση συνέπεια του ανώτατου ορίου που επιβάλλει για τα πρόστιμα ο κανονισμός 1/2003, το οποίο εφαρμόζεται προφανώς μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες το ποσό του προτεινόμενου προστίμου υπερβαίνει το 10 % του κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

(βλ. σκέψεις 144, 147)

7.      Η αρχή της ασφάλειας δικαίου αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία επιβάλλει, μεταξύ άλλων, να είναι σαφείς και ακριβείς οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης, ιδίως όταν αυτές επιβάλλουν ή επιτρέπουν την επιβολή κυρώσεων, ούτως ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ρυθμίσεις αυτές και να λαμβάνουν τα ανάλογα μέτρα.

Οσάκις μια μητρική και μια θυγατρική εταιρία αποτελούν ή έχουν αποτελέσει ενιαίο οικονομικό φορέα ο οποίος μετέσχε σε σύμπραξη, η Επιτροπή μπορεί να στοιχειοθετήσει εις ολόκληρον ευθύνη των εταιριών αυτών για την παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού.

Στην περίπτωση θυγατρικής που ανήκε διαδοχικώς σε πλείονες μητρικές εταιρίες, τίποτα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να δεχθεί την εις ολόκληρον ευθύνη των διαφόρων μητρικών εταιριών για την πληρωμή του επιβληθέντος στη θυγατρική τους προστίμου. Αντιθέτως, μια απόφαση που παρέχει πλήρη ελευθερία ως προς την είσπραξη του προστίμου από οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα νομικά πρόσωπα, κατ' εφαρμογήν της οποίας η Επιτροπή μπορεί, συνεπώς, να αποφασίσει ότι το πρόστιμο θα καταβληθεί εν όλω ή εν μέρει από τη θυγατρική εταιρία, από μία εκ των μητρικών εταιριών ή από όλες τις μητρικές εταιρίες υπό τον έλεγχο των οποίων βρέθηκε διαδοχικώς η θυγατρική, μέχρις ότου ικανοποιηθεί πλήρως, εξαρτά το πραγματικά καταβαλλόμενο από μία εκ των μητρικών εταιριών ποσό, χωρίς να μπορεί να αντληθεί κανένας δικαιολογητικός λόγος από τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των προστίμων, από τα ποσά που θα καταβάλουν οι λοιπές μητρικές εταιρίες. Στο μέτρο που οι εν λόγω διαδοχικές μητρικές εταιρίες ουδέποτε αποτέλεσαν κοινό οικονομικό φορέα, καμία εις ολόκληρον ευθύνη δεν τις συνδέει μεταξύ τους. Η αρχή της ατομικότητας των ποινών και των κυρώσεων απαιτεί το πραγματικά καταβαλλόμενο από μια εκ των μητρικών εταιριών προσφεύγουσα ποσό να μην υπερβαίνει το ποσοστιαίο μερίδιο της εις ολόκληρον ευθύνης της. Μια απόφαση που παραλείπει να διευκρινίσει το ποσοστιαίο μερίδιο που αναλογεί στις μητρικές εταιρίες, παρέχοντας συγχρόνως στην Επιτροπή απόλυτη ελευθερία όσον αφορά την εφαρμογή της εις ολόκληρον ευθύνης καθεμίας εκ των διαδοχικών μητρικών εταιριών, οι οποίες ουδέποτε αποτέλεσαν ενιαίο οικονομικό φορέα, είναι ασυμβίβαστη προς την αντλούμενη από την αρχή της ασφάλειας δικαίου υποχρέωση της Επιτροπής να παρέχει στις εταιρίες αυτές τη δυνατότητα να γνωρίζουν ανεπιφύλακτα το ακριβές ποσό του προστίμου που πρέπει να καταβάλουν με τη θυγατρική για την περίοδο της εις ολόκληρον ευθύνης τους για την παράβαση. Η απόφαση αυτή παραβιάζει τόσο την αρχή της ασφάλειας δικαίου όσο και την αρχή της ατομικότητας των ποινών και των κυρώσεων.

(βλ. σκέψεις 161, 163-167, 169-170)







ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)

της 13ης Σεπτεμβρίου 2010 (*)

«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά πλαστικών βιομηχανικών σάκων – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Διάρκεια της παραβάσεως – Πρόστιμα – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Ελαφρυντικές περιστάσεις – Συνεργασία κατά τη διοικητική διαδικασία – Αναλογικότητα – Εις ολόκληρον ευθύνη – Αρχή της ασφάλειας δικαίου»

Στην υπόθεση T‑40/06,

Trioplast Industrier AB, με έδρα το Smålandsstenar (Σουηδία), εκπροσωπούμενη από τους T. Pettersson και O. Larsson, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους F. Castillo de la Torre, P. Hellström και V. Bottka, στη συνέχεια από τους Castillo de la Torre, L. Parpala και Bottka,

καθής,

με αντικείμενο αίτημα μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως C(2005) 4634 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (Υπόθεση COMP/F/38.354 – Βιομηχανικοί σάκοι), όσον αφορά σύμπραξη στην αγορά πλαστικών βιομηχανικών σάκων, καθώς και, επικουρικώς, αίτημα μειώσεως του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. W. H. Meij (εισηγητή), πρόεδρο, V. Vadapalas και L. Truchot, δικαστές,

γραμματέας: C. Kristensen, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Ιουνίου 2010,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

 Ιστορικό της διαφοράς

1        Η προσφεύγουσα, Trioplast Industrier AB, είναι η μητρική εταιρία του ομίλου Trioplast. Η απόφαση που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αφορά την εταιρία αυτή ως μητρική εταιρία της Trioplast Wittenheim SA, με έδρα το Wittenheim (Γαλλία), εταιρίας παραγωγής βιομηχανικών σάκων, μεμβρανών και σωλήνων.

2        Το 1999 η προσφεύγουσα εξαγόρασε από τη Nyborg Plast International A/S, εταιρία δανικού δικαίου που μετονομάστηκε σε FLS Plast A/S, την Trioplast Wittenheim, τότε υπό την επωνυμία Silvallac, διά της θυγατρικής της Trioplanex France SA. Η εξαγορά αυτή πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1999, με αναδρομική ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1999.

3        Η FLS Plast είχε αγοράσει, τον Δεκέμβριο του 1990, το 60 % των μετοχών της Trioplast Wittenheim από την εταιρία Cellulose du Pin, μέλος του ομίλου της Compagnie de Saint-Gobain SA. Το λοιπό 40 % των μετοχών μεταβιβάστηκε από τη Cellulose du Pin στην FLS Plast τον Δεκέμβριο του 1991.

 Διοικητική διαδικασία

4        Τον Νοέμβριο του 2001 η εταιρία British Polythene Industries ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με την ύπαρξη συμπράξεως στον τομέα των βιομηχανικών σάκων (στο εξής: σύμπραξη). Η εν λόγω εταιρία εξέφρασε την επιθυμία της να συνεργαστεί στο πλαίσιο των διατάξεων της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 1996, C 207, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας).

5        Στις 26 και 27 Ιουνίου 2002, η Επιτροπή πραγματοποίησε ελέγχους σε δεκατρείς επιχειρήσεις κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών καταλεγόταν η Trioplast Wittenheim.

6        Κατά την περίοδο από 14 Νοεμβρίου 2002 μέχρι 21 Φεβρουαρίου 2003 η Επιτροπή ζήτησε από σειρά επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων και από την Trioplast Wittenheim, να της παράσχουν πληροφορίες βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17.

7        Με έγγραφο της 19ης Δεκεμβρίου 2002, που συμπληρώθηκε με έγγραφο της 16ης Ιανουαρίου 2003, η Trioplast Wittenheim εξέφρασε την επιθυμία της να συμβάλει επίσης στην έρευνα της Επιτροπής στο πλαίσιο της ανακοινώσεως περί συνεργασίας και παρέσχε γραπτές εξηγήσεις.

8        Στις 4 Αυγούστου 2003 η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από την Trioplast Wittenheim και από τις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις.

9        Στις 29 Απριλίου 2004 η Επιτροπή κίνησε τη διοικητική διαδικασία και εξέδωσε ανακοίνωση αιτιάσεων κατά πλειόνων εταιριών, μεταξύ των οποίων και κατά της προσφεύγουσας και της Trioplast Wittenheim. Κατά το διάστημα μεταξύ 26 και 28 Ιουλίου 2004 πραγματοποιήθηκε ακρόαση.

 Η προσβαλλόμενη απόφαση

10      Στις 30 Νοεμβρίου 2005 η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), την απόφαση C(2005) 4634 τελικό, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (Υπόθεση COMP/F/38.354 – Βιομηχανικοί σάκοι) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 26 Οκτωβρίου 2007 (L 282, σ. 41). Αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι, μεταξύ άλλων, η Trioplast Wittenheim, η συμμετοχή της οποίας στην παράβαση χαρακτηρίζεται από την Επιτροπή ως πρόδηλη, και η προσφεύγουσα, η οποία κατά την Επιτροπή είναι μέρος επιχειρήσεως υπεύθυνης για την παράβαση από το 1999 έως το 2002. Η FLS Plast και η FLSmidth & Co. A/S (στο εξής: FLSmidth), εταιρία holding του ομίλου FLS με πρώην επωνυμία FLS Industries A/S, είναι επίσης αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι εταιρίες αυτές αποτέλεσαν ενιαίο οικονομικό φορέα με την Trioplast Wittenheim από το 1990 έως το 1999.

11      Με την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδίως με τις αιτιολογικές σκέψεις 417 έως 548, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πολλές επιχειρήσεις είχαν μετάσχει, κατά παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, σε αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμφωνίες ή συντονισμένες πρακτικές εκτεινόμενες στο έδαφος του Βελγίου, της Γερμανίας, της Ισπανίας, της Γαλλίας, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 549 έως 576 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η παράβαση τελέστηκε κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο του 1982 έως τον Ιούνιο του 2002, με διαφορετική διάρκεια για κάθε επιχείρηση.

12      Με τις αιτιολογικές σκέψεις 3 έως 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίζεται ότι επίμαχα στην προσβαλλόμενη απόφαση προϊόντα είναι οι πλαστικοί βιομηχανικοί σάκοι για τη συσκευασία βασικών προϊόντων και, γενικότερα, πρώτων υλών, λιπασμάτων κ.λπ. Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, οι σάκοι αυτοί, που κατασκευάζονται βάσει της ίδιας πρώτης ύλης –ήτοι του πολυαιθυλένιου–, αλλά με διαφορετική διαδικασία, κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες: στους σάκους που δεν κλείνουν, στους σάκους με βαλβίδα, στους σάκους με σύστημα FFS («Form, Fill and Seal», ήτοι θερμική διαμόρφωση, γέμισμα και ερμητικό κλείσιμο) και στους σάκους που κλείνουν (blockbags). Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, μολονότι αυτά τα είδη σάκων εμφανίζουν ορισμένες διαφορές μεταξύ τους, αποτελούν ένα σχετικώς ομοιογενές σύνολο.

13      Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 165 έως 186 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η σύμπραξη είχε σχηματοποιηθεί σε δύο επίπεδα και συγκεκριμένα:

–        στο συνολικό επίπεδο της Association européenne des fabricants de sacs à valve en matière plastique (ευρωπαϊκής ενώσεως κατασκευαστών πλαστικών σάκων με βαλβίδα, στο εξής: Valveplast) και των λειτουργικών υποομάδων που προηγήθηκαν χρονικώς της ενώσεως αυτής, στις οποίες συγκαταλέγεται η ομάδα «blockbags», και

–        στο επίπεδο των υποομάδων που είτε συνδέονται με την Valveplast είτε όχι, ήτοι τις υποομάδες «Benelux», «Bέλγιο», «Γερμανία», «Γαλλία» και την ομάδα «Teppema» (οργάνωση συσταθείσα από Ολλανδούς παραγωγούς σάκων που δεν κλείνουν η οποία αφορά κυρίως την ολλανδική αγορά και κατά περιόδους τη βελγική αγορά).

14      Από τις αιτιολογικές σκέψεις 187 έως 416 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι αντίθετες προς τον ανταγωνισμό και επίμαχες εν προκειμένω συμφωνίες και πρακτικές είχαν περιέλθει τις ακόλουθες μορφές:

–        μηχανισμού τακτικής ανταλλαγής μη ανώνυμων πληροφοριών σχετικών με τον όγκο πωλήσεων και τα μερίδια αγοράς των μελών εντός κάθε ομάδας και υποομάδας,

–        συνολικού συστήματος καθορισμού και ελέγχου ποσοστώσεων πωλήσεως ανά γεωγραφική ζώνη και, εντός κάθε γεωγραφικής ζώνης, ανά επιχείρηση,

–        κοινών προτύπων υπολογισμού των τιμών πωλήσεων στους πελάτες,

–        εφαρμογής σε επίπεδο ομάδων και υποομάδων συστημάτων leadership ανά πελάτη για τους σημαντικούς πελάτες,

–        μηχανισμού επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοστώσεων ή μη τηρήσεως των καθορισθεισών τιμών,

–        εναρμονίσεως και συμπράξεως ως προς τις τιμές και τις ποσότητες παραδόσεως όσον αφορά συγκεκριμένους πελάτες, και

–        κατανομής των προκηρύξεων διαγωνισμών και υποβολής προσφορών συνδυασμένων με προσφορές καλύψεως.

15      Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 443 και 459 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι, εξαιρουμένης της εταιρίας Stempher, η συμπεριφορά του συνόλου των επιχειρήσεων στις οποίες απευθύνεται η προσβαλλόμενη απόφαση –οι οποίες είχαν στο σύνολό τους μετάσχει, σε διαφορετικό βαθμό, στις συσκέψεις της Valveplast ή μίας ή πλειόνων υποομάδων– αποτελούσε ενιαία και διαρκή παράβαση.

16      Με την αιτιολογική σκέψη 765 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή χαρακτήρισε την παράβαση ως πολύ σοβαρή και διαπίστωσε ότι, μολονότι δεν ήταν δυνατό να καθορίσει με ακρίβεια τις συγκεκριμένες επιπτώσεις του συνόλου των επίμαχων συμπαιγνιών, μπορούσε ωστόσο να επιβεβαιώσει την ύπαρξή τους και, κατ’ επέκταση, τις συνακόλουθες επιπτώσεις τους στην αγορά.

17      Ακολούθως, με τις αιτιολογικές σκέψεις 766 έως 777 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέταξε τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις σε έξι κατηγορίες ανάλογα με το ειδικό βάρος τους στην επίμαχη αγορά και βάσει των μεριδίων αγοράς που είχε καθεμία από αυτές το 1996, για το οικείο προϊόν, στην κρίσιμη αγορά. Στη βάση αυτή, τα αρχικά ποσά προστίμων που επέβαλε ήταν της τάξεως των 5,5 έως 35 εκατομμυρίων ευρώ. Η Επιτροπή καθόρισε το αρχικό ποσό προστίμου της Trioplast Wittenheim στα 8,5 εκατομμύρια ευρώ (πέμπτη κατηγορία), λαμβανομένου υπόψη ότι το μερίδιό της αγοράς ανερχόταν το 1996 σε 2,8 %. Στο μέτρο που η προσφεύγουσα, καθώς και η FLS Plast και η FLSmidth εμπλέκονταν στην παράβαση, υπό την ιδιότητά τους της μητρικής εταιρίας της Trioplast Wittenheim, επιβλήθηκε στις εταιρίες αυτές το ίδιο αρχικό ποσό προστίμου.

18      Από τις αιτιολογικές σκέψεις 779 έως 783 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι τα αρχικά ποσά προστίμου αυξήθηκαν κατά 10 % ανά πλήρες έτος παραβάσεως και κατά 5 % για κάθε επιπλέον διάστημα ίσο ή ανώτερο των έξι μηνών, αλλά κατώτερο του έτους. Ως εκ τούτου, για την Trioplast Wittenheim το αρχικό ποσό προστίμου αυξήθηκε κατά 200 %, αύξηση που αντιστοιχεί σε χρόνο παραβάσεως 20 ετών και 5 μηνών, με αποτέλεσμα το βασικό πρόστιμο να ανέλθει σε 25,50 εκατομμύρια ευρώ. Οι αυξήσεις του αρχικού ποσού προστίμου της FLS Plast (όπως και της FLSmidth) και της προσφεύγουσας καθορίστηκαν σε 80 % και 30 %, αντιστοίχως, οπότε το αντίστοιχο βασικό πρόστιμο ανήλθε σε 15,30 εκατομμύρια ευρώ για τις FLS Plast και FLSmidth και σε 11,05 εκατομμύρια ευρώ για την προσφεύγουσα.

19      Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 802 και 812 έως 822 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα βασικά ποσά προστίμου που επιβλήθηκαν στην Trioplast Wittenheim και στις μητρικές εταιρίες της ούτε αυξήθηκαν ούτε μειώθηκαν κατόπιν της συνεκτιμήσεως επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων, ούτε άλλωστε κατόπιν της εφαρμογής του κανόνα περί καθορισμού του ανώτατου ορίου του προστίμου σε ποσοστό 10 % επί του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η οικεία επιχείρηση κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, όπως προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 (στο εξής: ανώτατο όριο 10 % επί του κύκλου εργασιών). Αντιθέτως, η Επιτροπή εφάρμοσε το σημείο Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, προκειμένου να συνεκτιμηθεί η συνεργασία της Trioplast Wittenheim. Με την αιτιολογική σκέψη 841 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι ορθώς το πρόστιμο της Trioplast Wittenheim και της προσφεύγουσας ήταν κατά 30 % μειωμένο σε σχέση με το ποσό που θα τους επιβαλλόταν χωρίς τη συνεργασία τους. Αντιθέτως, τα βασικά ποσά προστίμου της FLS Plast και της FLSmidth δεν μειώθηκαν για τον ίδιο λόγο.

20      Κατά συνέπεια, το τελικό ποσό του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου καθορίστηκε σε 17,85 εκατομμύρια ευρώ. Επί του ποσού αυτού, η FLS Plast και η FLSmidth έχουν εις ολόκληρον ευθύνη ύψους 15,30 εκατομμυρίων ευρώ. Η προσφεύγουσα έχει εις ολόκληρον ευθύνη ύψους 7,73 εκατομμυρίων ευρώ.

21      Τέλος, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις:

«Άρθρο 1

1.      Οι ακόλουθες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 81 ΕΚ συμμετέχοντας, κατά τη διάρκεια των εξεταζόμενων περιόδων, σε σύνολο συμφωνιών και συμφωνημένων πρακτικών στον τομέα των πλαστικών βιομηχανικών σάκων στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γαλλία, στο Λουξεμβούργο και στις Κάτω Χώρες, οι οποίες αφορούσαν τον καθορισμό των τιμών και την καθιέρωση κοινών μεθόδων υπολογισμού τιμών, την κατανομή των αγορών και την επιβολή ποσοστώσεων πωλήσεων, την κατανομή της πελατείας, των υποθέσεων και των παραγγελιών, τη συντονισμένη υποβολή ορισμένων προσφορών και την ανταλλαγή εξατομικευμένων πληροφοριών:

[…]

ζ)       η Trioplast Wittenheim […], από τις 6 Ιανουαρίου 1982 έως τις 26 Ιουνίου 2002, και [η προσφεύγουσα], από τις 21 Ιανουαρίου 1999 έως τις 26 Ιουνίου 2002,

η)       η FLS Plast […] και η FLSmidth […], από τις 31 Δεκεμβρίου 1990 έως τις 19 Ιανουαρίου 1999,

[…]

Άρθρο 2

Τα ακόλουθα πρόστιμα επιβάλλονται για τις παραβάσεις που αφορά το άρθρο 1:

[…]

στ)       στην Trioplast Wittenheim […]: 17,85 εκατομμύρια ευρώ. Επί του ποσού αυτού, η FLSmidth […] και η FLS Plast […] ευθύνονται από κοινού και αλληλεγγύως για ποσό 15,30 εκατομμυρίων ευρώ και [η προσφεύγουσα] ευθύνεται από κοινού και αλληλεγγύως για ποσό 7,73 εκατομμυρίων ευρώ,

[…]

Άρθρο 3

Οι επιχειρήσεις του άρθρου 1 οφείλουν να παύσουν αμέσως τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό παραβάσεις, αν δεν το έχουν ήδη πράξει.

Δεσμεύονται να απόσχουν στο μέλλον από κάθε πράξη ή συμπεριφορά του άρθρου 1, καθώς και από κάθε πράξη ή συμπεριφορά με ίδιο ή παρεμφερή σκοπό ή αποτέλεσμα.

[…]»

 Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

22      Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] στις 9 Φεβρουαρίου 2006, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

23      Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει εν μέρει το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που αφορά την περίοδο κατά την οποία της καταλογίζεται η παράβαση,

–        να ακυρώσει εν μέρει το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που αφορά το ποσό του προστίμου που της επιβλήθηκε και, επικουρικώς, να μειώσει το ποσό του προστίμου αυτού,

–        να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

24      Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή,

–        να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

25      Δεδομένης της τροποποιήσεως της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο έκτο τμήμα, στο οποίο ανατέθηκε κατά συνέπεια η υπό κρίση υπόθεση.

26      Με διάταξη της 15ης Ιουνίου 2010, ο πρόεδρος του έκτου τμήματος, αφού άκουσε τους διαδίκους, αποφάσισε τη συνεκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως με την υπόθεση T-26/06 (Trioplast Wittenheim κατά Επιτροπής) προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

27      Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιουνίου 2010.

 Σκεπτικό

28      Η προσφεύγουσα προβάλλει έξι λόγους προς στήριξη των αιτημάτων της.

29      Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά τόσο τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως και συγκεκριμένα του άρθρου της 1, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, όσο και τον σύννομο χαρακτήρα του καθορισμού του ποσού του προστίμου από την Επιτροπή. Πράγματι, η προσφεύγουσα, με το τρίτο σκέλος αυτού του λόγου ακυρώσεως, αμφισβητεί τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, επικαλούμενη πλάνη κατά τον καθορισμό της διάρκειας της διαπραχθείσας παραβάσεως. Το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του ίδιου αυτού λόγου ακυρώσεως αφορούν τον σύννομο χαρακτήρα, αφενός, του τρόπου υπολογισμού του προστίμου που εφάρμοσε η Επιτροπή και, αφετέρου, του καθορισμού της σοβαρότητας της παραβάσεως ιδίως όσον αφορά την επιλογή του έτους αναφοράς. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και, ακολούθως, το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού.

30      Με τους πέντε επόμενους λόγους ακυρώσεως ζητείται η ακύρωση του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που αφορά το ποσό του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου. Συγκεκριμένα, με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη βασιμότητα της αρνήσεως της Επιτροπής να της αναγνωρίσει ελαφρυντικές περιστάσεις. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από μη τήρηση του ανώτατου ορίου 10 % επί του κύκλου εργασιών. Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα επιδιώκει να αποδείξει ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, εκτίμησε κατά τρόπο εσφαλμένο τη συνεργασία της προσφεύγουσας. Ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως. Τέλος, ο έκτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ασφάλειας δικαίου, στο πλαίσιο του καθορισμού της εις ολόκληρον ευθύνης της προσφεύγουσας.

31      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από τον τρίτο λόγο ακυρώσεως. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του λόγου αυτού.

1.     Επί των αιτημάτων περί μερικής ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως

 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πλάνη κατά τον καθορισμό της διάρκειας της παραβάσεως και του ποσού του προστίμου

 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, περί του συννόμου χαρακτήρα του καθορισμού της διάρκειας της παραβάσεως 

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

32      Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ανάλυση της Επιτροπής κατά την οποία η παράβαση που διέπραξε η Trioplast Wittenheim διήρκεσε 20 έτη και 5 μήνες, ήτοι από τον Ιανουάριο του 1982 έως τον Ιούνιο του 2002. Όπως υποστηρίζει, το ποσό του προστίμου της πρέπει να μειωθεί βάσει των εκτιμήσεων που προβάλλει όσον αφορά τη διάρκεια της συμμετοχής της στην παράβαση της Trioplast Wittenheim.

33      Καταρχάς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η συμμετοχή της Trioplast Wittenheim στην αντίθετη προς τον ανταγωνισμό πρακτική έπαυσε κατά τη σύσκεψη της Valveplast στις 23 Μαρτίου 1999. Επομένως, η παράβαση της Trioplast Wittenheim διήρκεσε 17 έτη και 2 μήνες, οπότε, κατά την άποψή της, η περίοδος κατά την οποία στοιχειοθετείται εις ολόκληρον ευθύνη της προσφεύγουσας εκτείνεται από τις 21 Ιανουαρίου έως τις 23 Μαρτίου 1999. Πράγματι, η προσφεύγουσα, που είχε εξαγοράσει την Trioplast Wittenheim προ ολίγων εβδομάδων, ασχολήθηκε για πρώτη φορά με την επίμαχη αντίθετη προς τον ανταγωνισμό πρακτική κατά τη σύσκεψη της 23ης Μαρτίου 1999. Κατά την προσφεύγουσα, ο B., ένα από τα διευθυντικά στελέχη της που ορίστηκε νέος πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Trioplast Wittenheim και εκπρόσωπός της, δεν ενεπλάκη στις παράνομες συζητήσεις. Η προσφεύγουσα, ακολούθως, έθεσε σε εφαρμογή εσωτερική οδηγία διατάσσουσα την παύση της παραβάσεως.

34      Η προσφεύγουσα, μολονότι αναγνωρίζει ότι η Trioplast Wittenheim παρευρέθη σε τρεις συσκέψεις της Valveplast το 2001, υποστηρίζει ότι, κατά τις συσκέψεις αυτές, η Valveplast πραγματοποιούσε επιμέρους συζητήσεις όσον αφορά δύο σχέδια θεωρούμενα ως σύννομα, ήτοι, αφενός, ένα σχετικό με τον τρόπο υπολογισμού των τιμών για τους σάκους με σύστημα FFS προς διευκόλυνση της μεταβάσεως σε λεπτότερες μεμβράνες και, αφετέρου, ένα σχετικό με τις παραμέτρους των δημοπρασιών στο Διαδίκτυο. Στο μέτρο που αποδείχθηκε ο αντίθετος προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρας των συζητήσεων, η Trioplast Wittenheim δεν ασχολήθηκε περαιτέρω. Ο σκοπός της Trioplast Wittenheim δεν ήταν, συνεπώς, να χρησιμοποιήσει τη σύμπραξη προς όφελός της.

35      Ακολούθως, κατά την προσφεύγουσα, αν το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώσει συμμετοχή της Trioplast Wittenheim στην παράβαση λόγω της παρουσίας της στις τρεις συσκέψεις της Valveplast το 2001, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Trioplast Wittenheim αποσύρθηκε από τη σύμπραξη κατά το διάστημα μεταξύ 23ης Μαρτίου 1999 και 27ης Μαρτίου 2001 και ότι η εταιρία αυτή έπαυσε οριστικώς τη συμμετοχή της στη σύμπραξη τον Ιούλιο του 2001. Στην περίπτωση αυτή, η παράβαση της Trioplast Wittenheim διήρκεσε κατά μέγιστο όριο 17 έτη και 6 μήνες.

36      Όσον αφορά τη μη συμμετοχή της θυγατρικής της στη σύμπραξη μεταξύ 1999 και 2001, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, σκοπός της Trioplast Wittenheim ήταν να παύσει την παράνομη συνεργασία στην οποία επιδόθηκαν οι προγενέστεροι κύριοι ή επικεφαλής της, να ενεργήσει αυτόνομα και σύμφωνα προς την αγορά και, κατά συνέπεια, να αυξήσει τον κύκλο εργασιών και το μερίδιο αγοράς της, καθώς και να μη λάβει υπόψη για την εμπορική δράση της πληροφορίες των οποίων έλαβε γνώση στο πλαίσιο της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό επίμαχης πρακτικής.

37      Τέλος, όσον αφορά την οριστική απόσυρση της Valveplast από τη σύμπραξη, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Trioplast Wittenheim δεν μετέσχε σε άλλες συσκέψεις κατόπιν της συσκέψεως της 12ης Ιουλίου 2001. Όπως επισημαίνει, το γεγονός ότι ο όμιλος Trioplast εξέδωσε πρόγραμμα συμβατότητας με το δίκαιο του ανταγωνισμού τον Νοέμβριο του 2001 αποδεικνύει την αποστασιοποίηση της προσφεύγουσας από κάθε αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η Trioplast Wittenheim ουδέποτε μετέσχε σε οποιαδήποτε συντονισμένη δημοπρασία στο Διαδίκτυο, ζήτημα που συζητήθηκε στο πλαίσιο των συσκέψεων στις οποίες ήταν παρούσα. Κατά την εποχή εκείνη, η Trioplast Wittenheim μετέσχε σε μία μόνο δημοπρασία, η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο συντονισμένης πρακτικής.

38      Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του υπό κρίση σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

39      Κατά τη νομολογία, στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει τόσο την ύπαρξη συμπράξεως όσο και τη διάρκειά της. Συναφώς, όταν δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να αποδείξουν άμεσα τη διάρκεια μιας παραβάσεως, η Επιτροπή στηρίζεται, τουλάχιστον, σε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με πραγματικά περιστατικά χωρίς μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους, ώστε να μπορεί λογικά να γίνει δεκτό ότι η παράβαση συνεχίστηκε αδιάλειπτα μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουλίου 1994, T‑43/92, Dunlop Slazenger κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II‑441, σκέψη 79, και της 16ης Νοεμβρίου 2006, T‑120/04, Peróxidos Orgánicos κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑4441, σκέψη 51). Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι, ναι μεν η περίοδος που μεσολαβεί μεταξύ δύο εκδηλώσεων παραβατικής συμπεριφοράς αποτελεί κρίσιμο κριτήριο για την εξακρίβωση του συνεχούς χαρακτήρα παραβάσεως, πλην όμως το κατά πόσον η εν λόγω περίοδος είναι αρκούντως μακρά ώστε να αποτελεί διακοπή της παραβάσεως δεν μπορεί να τύχει αφηρημένης εξετάσεως. Αντιθέτως, πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της λειτουργίας της επίμαχης συμπράξεως (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 2010, T‑18/05, IMI κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 89).

40      Πάντως, η κατανομή του βάρους αποδείξεως μπορεί να ποικίλλει, εφόσον τα πραγματικά στοιχεία που επικαλείται η μία πλευρά είναι ικανά να υποχρεώσουν την άλλη πλευρά να παράσχει εξήγηση ή αιτιολογία, ελλείψει της οποίας να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι προσκομίστηκε η απόδειξη (προαναφερθείσα στη σκέψη 39 απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου Peróxidos Orgánicos κατά Επιτροπής, σκέψη 53· βλ., επίσης, κατά την έννοια αυτή, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑123, σκέψη 79, και της 17ης Ιουνίου 2010, C‑413/08 P, Lafarge κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 21).

41      Υπό το πρίσμα αυτό, γίνεται δεκτό ότι, στο μέτρο που αμφισβητείται η συμμετοχή σε σύμπραξη ή ο βαθμός της συμμετοχής αυτής ή ακόμη και η διάρκειά της, προκειμένου να αποδειχθεί επαρκώς η συμμετοχή της εν λόγω επιχειρήσεως στη σύμπραξη, αρκεί να αποδείξει η Επιτροπή ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση μετέσχε σε συσκέψεις κατά τις οποίες συνήφθησαν αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συμφωνίες, χωρίς να αντιταχθεί σαφώς στις συμφωνίες αυτές. Όταν έχει αποδειχθεί η συμμετοχή σε τέτοιες συσκέψεις, στην επιχείρηση αυτή απόκειται να προβάλει ενδείξεις ικανές να στοιχειοθετήσουν ότι η συμμετοχή της στις εν λόγω συσκέψεις δεν στρεφόταν κατά του ανταγωνισμού, αποδεικνύοντας ότι είχε δηλώσει στους ανταγωνιστές της ότι μετείχε στις συσκέψεις αυτές υπό διαφορετικό έναντι αυτών πρίσμα (προαναφερθείσα στη σκέψη 40 απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 81).

42      Πράγματι, όταν η επιχείρηση μετέχει σε κάποια σύσκεψη χωρίς να αποστασιοποιηθεί δημοσίως από το αντικείμενό της, δημιουργεί στους λοιπούς μετέχοντες στη σύσκεψη την εντύπωση ότι επιδοκιμάζει το αποτέλεσμά της και ότι θα συμμορφωθεί προς αυτό (προαναφερθείσα στη σκέψη 40 απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 82).

43      Eν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η Trioplast Wittenheim μετείχε στη σύμπραξη από τον Ιανουάριο του 1982 έως τις 23 Μαρτίου 1999 και ότι η προσφεύγουσα υπέπεσε σε παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ κατά την περίοδο από τις 21 Ιανουαρίου 1999 έως τις 23 Μαρτίου 1999, λόγω της συμμετοχής της στην ίδια επιχείρηση με την Trioplast Wittenheim. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί, ωστόσο, ότι η Trioplast Wittenheim μετείχε στη σύμπραξη από τις 23 Μαρτίου 1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2002. Επικουρικώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Trioplast Wittenheim είχε αποσυρθεί από τη σύμπραξη μεταξύ 23ης Μαρτίου 1999 και 27ης Μαρτίου 2001 και ότι έπαυσε οριστικώς να μετέχει στις συσκέψεις της Valveplast στις 12 Ιουλίου 2001.

44      Πρώτον, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι η Trioplast Wittenheim μετέσχε στις συσκέψεις της Valveplast της 23ης Μαρτίου 1999 και της 27ης Μαρτίου, της 8ης Ιουνίου και της 12ης Ιουλίου 2001, οι οποίες είχαν, μεταξύ άλλων, ως αντικείμενο τον τρόπο υπολογισμού των τιμών των σάκων με σύστημα FFS και τον συντονισμό των δημοπρασιών στο Διαδίκτυο. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο B., τότε διευθύνον στέλεχος του ομίλου Trioplast και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Trioplast Wittenheim, εκπροσώπησε την εταιρία αυτή στις συσκέψεις της, πλην της συσκέψεως της 12ης Ιουλίου 2001 στην οποία παρευρέθηκε κάποιος W.

45      Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο μέτρο που στοιχειοθετείται η συμμετοχή της Trioplast Wittenheim στις συσκέψεις αυτές, στην προσφεύγουσα απέκειτο να προβάλει στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η συμμετοχή της Trioplast Wittenheim στις εν λόγω συσκέψεις δεν είχε σε καμία περίπτωση αντίθετο προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρα. Μολονότι η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Trioplast Wittenheim, προσερχόμενη στις επίμαχες συσκέψεις, δεν είχε πρόθεση να εμπλακεί σε παράνομη σύμπραξη και δεν μετέσχε στις παράνομες συζητήσεις, δεν αποδεικνύει ότι η Trioplast Wittenheim αποστασιοποιήθηκε δημοσίως από το περιεχόμενο των συζητήσεων. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η Trioplast Wittenheim έπαυσε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη στις 23 Μαρτίου 1999 δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

46      Δεύτερον, όσον αφορά την περίοδο από 23 Μαρτίου 1999 έως 27 Μαρτίου 2001, διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ιδίως από το παράρτημα 1 που περιέχει λεπτομέρειες των συσκέψεων της Valveplast, η Επιτροπή δεν διαθέτει άμεσες αποδείξεις της συμμετοχής της Trioplast Wittenheim στις πραγματοποιηθείσες κατά την εν λόγω περίοδο συσκέψεις της Valveplast. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τη διαπίστωση αυτή.

47      Αντιθέτως, έχει αποδειχθεί ότι η Trioplast Wittenheim κλήθηκε να μετάσχει στις εν λόγω συσκέψεις και αρνήθηκε πολλάκις να παραστεί. Συγκεκριμένα, αφενός, η Επιτροπή αναφέρθηκε λεπτομερώς στο γεγονός αυτό τόσο με τα υπομνήματά της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να διαψευσθεί από την προσφεύγουσα επί κανενός σημείου. Αφετέρου, ο ισχυρισμός της Επιτροπής αποδεικνύεται με σειρά στοιχείων της δικογραφίας, των οποίων την ύπαρξη ή το περιεχόμενο δεν αμφισβητεί η προσφεύγουσα. Πρόκειται, ειδικότερα, για τα πρακτικά των συσκέψεων της 27ης Αυγούστου και της 25ης Νοεμβρίου 1999, καθώς και της 23ης Μαρτίου και της 18ης Αυγούστου 2000, από τα οποία προκύπτει ότι η Trioplast Wittenheim δικαιολογήθηκε για την απουσία της, καθώς και από τα πρακτικά της συσκέψεως της 5ης Δεκεμβρίου 2000, που αποδεικνύουν ότι η εταιρία αυτή κλήθηκε, τουλάχιστον, να μετάσχει στην εν λόγω σύσκεψη.

48      Υπό τις περιστάσεις αυτές, μπορεί να γίνει δεκτό, βάσει των στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή, ότι η παράβαση τελέστηκε αδιαλείπτως κατά την περίοδο από 23 Μαρτίου 1999 έως 27 Μαρτίου 2001. Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν παρέσχε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η Trioplast Wittenheim αποστασιοποιήθηκε από τη σύμπραξη κατά τη σύσκεψη της 23ης Μαρτίου 1999, ή κατά το διάστημα μετά την εν λόγω σύσκεψη. Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η Trioplast Wittenheim ενήργησε αυτόνομα στην αγορά, χωρίς να λάβει υπόψη στο πλαίσιο της εμπορικής δράσεώς της τις πληροφορίες που της είχαν γνωστοποιηθεί διά των επαφών της με τους λοιπούς μετέχοντες στη σύμπραξη, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση αυτή.

49      Τρίτον, όσον αφορά την περίοδο από τη σύσκεψη της 12ης Ιουλίου 2001 μέχρι τις 26 Ιουνίου 2002, αρκεί η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι, κατά την επίμαχη σύσκεψη ή κατά την περίοδο μετά τη σύσκεψη αυτή, η Trioplast Wittenheim αποστασιοποιήθηκε ευθέως, σε σχέση με τους λοιπούς μετέχοντες, από το περιεχόμενο της συσκέψεως της 12ης Ιουλίου 2001. Δεν έχει επίσης αποδειχθεί η αποστασιοποίηση της Trioplast Wittenheim από τη σύμπραξη, κατά την έννοια της νομολογίας, κατά την περίοδο από 12 Ιουλίου 2001 έως 26 Ιουνίου 2002.

50      Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι από τη δικογραφία προκύπτει ότι στις 10 Δεκεμβρίου 2001 ο T. κάλεσε γραπτώς την Trioplast Wittenheim να μετάσχει στη σύσκεψη που θα διεξαγόταν την επομένη στο Παρίσι. Επιπλέον, από τα πρακτικά της τελευταίας αυτής συσκέψεως προκύπτει ότι οι λοιποί μετέχοντες δεν γνώριζαν τις προθέσεις της Trioplast Wittenheim όσον αφορά τη συμμετοχή στης στο καρτέλ. Συγκεκριμένα, η εισαγωγή των πρακτικών αυτών έχει ως εξής: «Μετέχοντες: μόνον οι Fardem, B-K, RKW, Cofira και η εταιρία μας, η BPI δεν μετέχει πλέον και για την TRIO [Trioplast] δεν γνωρίζουμε αν θα προσέλθει».

51      Συνεπώς, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η Trioplast Wittenheim έπαυσε οριστικώς τη συμμετοχή της στη σύμπραξη στις 12 Ιουλίου 2001 δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

52      Ως εκ τούτου, κακώς η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει έλλειψη νομιμότητας όσον αφορά τον καθορισμό της διάρκειας της παραβάσεως που διέπραξε η θυγατρική της, Trioplast Wittenheim, και, κατά συνέπεια, όσον αφορά τον καθορισμό της δικής της παραβάσεως ως μητρικής εταιρίας.

53      Κατά συνέπεια, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως και, κατ’ επέκταση, το αίτημα περί μερικής ακυρώσεως του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως.

 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, περί της νομιμότητας του τρόπου υπολογισμού του προστίμου 

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

54      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου που της επέβαλε στηρίζεται σε θεμελιώδη πλάνη και, επιπλέον, αντίκειται στη νομολογία. Κατά την προσφεύγουσα, η μέθοδος αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε στο παρελθόν.

55      Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει ότι δεν της καταλογίστηκε ευθύνη λόγω παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού. Δεν στοιχειοθετήθηκε εις ολόκληρον ευθύνη της για τη συμμετοχή της Trioplast Wittenheim στην αντίθετη προς τον ανταγωνισμό πρακτική κατά την περίοδο κατά την οποία της ανήκε η εταιρία αυτή, ήτοι κατά την περίοδο από τις 21 Ιανουαρίου 1999 έως τις 26 Ιουνίου 2002.

56      Η πλάνη της Επιτροπής συνίστατο κατά την προσφεύγουσα στο ότι, κατά τον υπολογισμό του προστίμου, δεν έλαβε υπόψη ότι η παράβαση της Trioplast Wittenheim εκτεινόταν σε τρεις διαφορετικές περιόδους, ήτοι στην εποχή κατά την οποία η εταιρία ανήκε στην Compagnie de Saint-Gobain, στην εποχή κατά την οποία ανήκε στις FLS Plast και FLSmidth, καθώς και στην εποχή κατά την οποία ανήκε στον όμιλο Trioplast. Για την FLS Plast, την FLSmidth και την προσφεύγουσα, ο τρόπος υπολογισμού που εφάρμοσε η Επιτροπή είχε ως παράλογη συνέπεια το ύψος της εις ολόκληρον ευθύνης των εταιριών αυτών να υπερβαίνει το συνολικό ποσό του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου. Στις εταιρίες αυτές επιβλήθηκε επίσης αλληλεγγύως πρόστιμο για την περίοδο κατά την οποία η Trioplast Wittenheim δεν ανήκε σε καμία από αυτές. Η ενέργεια αυτή αντίκειται στη νομολογία και ιδίως στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑279/98 P, Cascades κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑9693).

57      Η προσφεύγουσα επισημαίνει, αφενός, ότι οι θεμελιώδεις αρχές περί της εις ολόκληρον ευθύνης συνεπάγονται ότι η ευθύνη αυτή συμπίπτει με την ευθύνη του προσώπου που θεωρείται αλληλεγγύως συνυπεύθυνο και δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί έναντι αυτής. Συνεπώς, θα έπρεπε να θεωρείται αλληλεγγύως συνυπεύθυνη με την Trioplast Wittenheim για το μέρος του προστίμου που αντιστοιχεί στην περίοδο κατά την οποία η θυγατρική αυτή της ανήκε, ήτοι για περίοδο τριών ετών. Αφετέρου, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η μέθοδος της Επιτροπής ισοδυναμεί με δις συνεκτίμηση της τριετούς περιόδου κατά την οποία η Trioplast Wittenheim ανήκε στην προσφεύγουσα, καθόσον τα επίμαχα έτη καταλογίζονται τόσο στην Trioplast Wittenheim όσο και στην ίδια την προσφεύγουσα.

58      Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι η μέθοδος υπολογισμού δεν εφαρμόστηκε το παρελθόν, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι το στοιχείο που επικαλείται η Επιτροπή, ότι δηλαδή η μέθοδος αυτή εφαρμόστηκε σε σειρά αποφάσεων από την υπόθεση AstraZeneca και εφεξής (Υπόθεση COMP/A.37.507/F3 – AstraZeneca, ΕΕ 2006, L 332, σ. 24), δεν ασκεί επιρροή. Οι επίμαχες αποφάσεις δεν εξετάστηκαν από τον κοινοτικό δικαστή και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πάγια πρακτική.

59      Δεδομένων των μειονεκτημάτων της οικείας μεθόδου, η Επιτροπή υποχρεώθηκε να εφαρμόσει, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, τη μέθοδο που είχε εφαρμόσει σε ορισμένες προγενέστερες υποθέσεις, όπως π.χ. στην υπόθεση Οργανικά υπεροξείδια (Υπόθεση COMP/E-2/37.857 – Οργανικά υπεροξείδια, ΕΕ 2005, L 110, σ. 44). Στην υπόθεση εκείνη, που αφορούσε μια θυγατρική η οποία μετείχε στην επίμαχη παράβαση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τη μητρική εταιρία, η Επιτροπή καθόρισε ενιαίο αρχικό πρόστιμο το ποσό του οποίου, αντιθέτως προς την περίπτωση της Trioplast Wittenheim και των μητρικών της εταιριών, διένειμε στους δύο οικονομικούς φορείς που ενεπλάκησαν διαδοχικώς στην παράβαση, ήτοι στον φορέα που συνίστατο στη θυγατρική εταιρία και στον αποτελούμενο από τη θυγατρική και τη μητρική εταιρία φορέα. Ακολούθως, για καθένα από τους φορείς αυτούς, το αρχικό ποσό προστίμου προσαρμόστηκε ανάλογα με τη διάρκεια της συμμετοχής, των επιβαρυντικών και ελαφρυντικών περιστάσεων και του ανώτατου ορίου 10 % επί του κύκλου εργασιών. Λαμβανομένων υπόψη των παραμέτρων που έθεσε η Επιτροπή στην περίπτωση της προσφεύγουσας, το αποτέλεσμα της μεθόδου αυτής ήταν η θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης της προσφεύγουσας και της Trioplast Wittenheim για ποσό 2,58 εκατομμυρίων ευρώ.

60      Μια δεύτερη μέθοδος που θα μπορούσε να εφαρμόσει η Επιτροπή, κατά την προσφεύγουσα, θα ήταν να μειώσει το συνολικό ποσό προστίμου της Trioplast Wittenheim, ήτοι τα 17,85 εκατομμύρια ευρώ, ανά 20 έτη, για τη συνολική δηλαδή διάρκεια της παραβάσεως, οπότε το ποσό θα ανερχόταν σε 0,89 εκατομμύρια ευρώ ανά έτος. Για να καθορίσει η Επιτροπή το ποσό της εις ολόκληρον ευθύνης, αφενός, της FLS Plast και της FLSmidth και, αφετέρου, της προσφεύγουσας, έπρεπε σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή να πολλαπλασιάσει το ετήσιο ποσό 0,89 εκατομμυρίων ευρώ επί 8 και επί 3 έτη, αντιστοίχως. Βάσει της μεθόδου αυτής, αναγνωρίσθηκε η εις ολόκληρον ευθύνη της προσφεύγουσας και της Trioplast Wittenheim για ποσό 2,67 εκατομμυρίων ευρώ.

61      Στην περίπτωση κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο δεχθεί τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που εφαρμόστηκε εν προκειμένω, η προσφεύγουσα επικαλείται δυσμενή σε βάρος της διάκριση έναντι των επιχειρήσεων στις οποίες επιβλήθηκε πρόστιμο βάσει των αρχών που εφαρμόστηκαν στις αποφάσεις Οργανικά υπεροξείδια και Χαλκοσωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων (Υπόθεση C.38.069 – Χαλκοσωλήνες υδραυλικών εγκαταστάσεων, ΕΕ 2006, L 192, σ. 21). Επιπλέον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι υπέστη δυσμενή διάκριση έναντι των επιχειρήσεων στις οποίες επιβλήθηκε πρόστιμο βάσει των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2, στο εξής: νέες κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων), των οποίων η εφαρμογή θα συνεπαγόταν πολύ χαμηλότερο για εκείνη πρόστιμο.

62      Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του υπό κρίση σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

63      Επισημαίνεται ότι το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι η Trioplast Wittenheim, η FLS Plast, η FLSmidth και η προσφεύγουσα παρέβησαν το άρθρο 81 ΕΚ. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι η παράβαση της Trioplast Wittenheim διήρκεσε από τις 6 Ιανουαρίου 1982 έως τις 26 Ιουνίου 2002, της FLS Plast και της FLSmidth από τις 31 Δεκεμβρίου 1990 έως τις 19 Ιανουαρίου 1999 και της προσφεύγουσας από τις 21 Ιανουαρίου 1999 έως τις 26 Ιουνίου 2002. Βάσει του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιβλήθηκε στην Trioplast Wittenheim πρόστιμο 17,85 εκατομμυρίων ευρώ και, επί του ποσού αυτού, στοιχειοθετήθηκε εις ολόκληρον ευθύνη, αφενός, της FLS Plast και της FLSmidth για ποσό 15,30 εκατομμυρίων ευρώ και, αφετέρου, της προσφεύγουσας για ποσό 7,73 εκατομμυρίων ευρώ.

64      Στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου προσφυγής, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, τη βασιμότητα της μεθόδου υπολογισμού που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για τον καθορισμό του ποσού των «προστίμων». Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει επ’ αυτού, καταρχάς, ότι, μεταξύ άλλων με την αιτιολογική σκέψη 879 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαχωρίζει, αφενός, τα πρόστιμα που επιβάλλονται σε ορισμένους αποδέκτες και, αφετέρου, τα ποσά για τα οποία άλλοι αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως ευθύνονται εις ολόκληρον. Συναφώς, είναι αξιοσημείωτον ότι, με την αιτιολογική σκέψη 879 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιβάλλει τα καθοριζόμενα κατ’ εφαρμογήν της μεθόδου της υπολογισμού ποσά στις μεν θυγατρικές εταιρίες που μετείχαν άμεσα στη σύμπραξη ως πρόστιμα, στις δε μητρικές εταιρίες ως ανώτατα όρια της εις ολόκληρον ευθύνης τους. Σε άλλες περιπτώσεις, αντιθέτως, τα ποσά αυτά επιβάλλονται στις μητρικές εταιρίες ως πρόστιμα και στις θυγατρικές που μετείχαν στη σύμπραξη ως ανώτατα όρια της εις ολόκληρον ευθύνης τους για την καταβολή του προστίμου.

65      Σημειωτέον, εξάλλου, ότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί τον όρο «πρόστιμο» αδιακρίτως για τα πρόστιμα καθαυτά και για τα ανώτατα όρια της εις ολόκληρον ευθύνης του αποδέκτη για την καταβολή του προστίμου. Η άνευ διακρίσεως χρήση αυτή του όρου «πρόστιμο» απορρέει ιδίως από τις αιτιολογικές σκέψεις 784, 841 ή και 867 της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες η Επιτροπή καθορίζει τα σχετικά ποσά, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, τόσο ως πρόστιμο όσο και ως όριο της εις ολόκληρον ευθύνης για την καταβολή του εν λόγω προστίμου.

66      Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι η μέθοδος υπολογισμού που εφαρμόζει η Επιτροπή αφορά μόνον τον καθορισμό του ποσού που πρέπει να επιβληθεί στους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ανεξαρτήτως της μορφής υπό την οποία τους επιβάλλεται το ποσό αυτό. Ως εκ τούτου, στο μέτρο που η εν λόγω μέθοδος υπολογισμού δεν καθορίζει τη μορφή υπό την οποία επιβάλλονται τα καθορισμένα ποσά στους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι ως πρόστιμο ή ως ανώτατο όριο της εις ολόκληρον ευθύνης για την καταβολή του προστίμου, το Γενικό Δικαστήριο θα περιοριστεί, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, στην εξέταση της βασιμότητας της επικρινόμενης μεθόδου υπολογισμού που χρησιμοποιεί η Επιτροπή, στο μέτρο που η μέθοδος αυτή καθορίζει τα επιβαλλόμενα ποσά.

67      Όσον αφορά, καταρχάς, τον υπολογισμό του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου, όπως επισημάνθηκε στις ανωτέρω σκέψεις 17 έως 20, η Επιτροπή κατέληξε στο τελικό ποσό των 17,85 εκατομμυρίων ευρώ κατατάσσοντας την εταιρία αυτή, στο πλαίσιο πρακτικής διαφοροποιημένης μεταχειρίσεως και βάσει του μεριδίου αγοράς που πραγματοποίησε χάρη στο οικείο προϊόν εντός του επίμαχου εδάφους, στην πέμπτη κατηγορία και επιβάλλοντάς της αρχικό ποσό 8,5 εκατομμυρίων ευρώ. Ακολούθως, η Επιτροπή αύξησε το αρχικό ποσό των 8,5 εκατομμυρίων ευρώ κατά 200 %, λόγω της διάρκειας της συμμετοχής της εταιρίας αυτής στη σύμπραξη που ορίστηκε σε 20 έτη και 5 μήνες, καταλήγοντας σε βασικό ποσό ύψους 25,5 εκατομμυρίων ευρώ. Ελλείψει επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων και λαμβανομένου υπόψη ότι το ανώτατο όριο 10 % επί του κύκλου εργασιών δεν ασκεί επιρροή, η Επιτροπή μείωσε μόνον το βασικό ποσό κατά 30 %, κατ’ εφαρμογήν της ανακοινώσεως περί συνεργασίας.

68      Όσον αφορά, ακολούθως, τον υπολογισμό του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα ποσού, η Επιτροπή καθόρισε το ίδιο αρχικό ποσό με εκείνο που είχε επιβάλει στην Trioplast Wittenheim. Στη συνέχεια, η Επιτροπή αύξησε το αρχικό ποσό κατά 30 %, προκειμένου το βασικό ποσό να αντιστοιχεί στη διάρκεια της συμμετοχής της προσφεύγουσας στην παράβαση, ήτοι στα 3 έτη. Το βασικό ποσό των 11,05 εκατομμυρίων ευρώ μειώθηκε κατά 30 % βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας. Κατά συνέπεια, το επιβληθέν στην προσφεύγουσα ποσό ανήλθε στα 7,73 εκατομμύρια ευρώ.

69      Η ίδια μέθοδος εφαρμόστηκε στην πρώην μητρική εταιρία της Trioplast Wittenheim, την FLS Plast, και στη holding εταιρία της, την FLSmidth, στις οποίες χορηγήθηκε ποσό 15,30 εκατομμυρίων ευρώ. Στην περίπτωση των εταιριών αυτών, δεν υπήρξε καμία αύξηση ή μείωση ποσού λόγω επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων, ούτε, αντιθέτως προς την περίπτωση της προσφεύγουσας, καμία μείωση ποσού κατ’ εφαρμογήν της ανακοινώσεως περί συνεργασίας.

70      Κατόπιν των σκέψεων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό, υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα, ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο του καθορισμού των ποσών που χορηγήθηκαν στην Trioplast Wittenheim και στην προσφεύγουσα, παρέβη τον κανονισμό 1/2003 ή ότι παρεξέκλινε από τις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων). Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα από το οποίο να προκύπτει ότι η μέθοδος υπολογισμού, αυτή καθαυτή, στηρίζεται σε θεμελιώδη πλάνη ή αντίκειται στη νομολογία.

71      Συναφώς, πρώτον, διαπιστώνεται ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι δεν παρέβη τους κανόνες του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, στην προσφεύγουσα, στην οποία καταλογίσθηκε η αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά της Trioplast Wittenheim κατά την περίοδο από 21 Ιανουαρίου 1999 έως 26 Ιουνίου 2002, επιβλήθηκε βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 πρόστιμο λόγω παραβάσεως για την οποία θεωρείται υπεύθυνη ως εκ του καταλογισμού αυτού (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑294/98 P, Metsä-Serla κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑10065, σκέψη 28). Τονίζεται, συναφώς, ότι ο καταλογισμός της συμπεριφοράς της Trioplast Wittenheim στην προσφεύγουσα δεν αμφισβητείται.

72      Δεύτερον, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα κακώς υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, κατά την εικοσαετή διάρκεια της συμπράξεως, η Trioplast Wittenheim περιήλθε διαδοχικώς στην κατοχή τριών μητρικών εταιριών. Πράγματι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας τα ποσά των επιβληθέντων τόσο στην προσφεύγουσα όσο και στις FLS Plast και FLSmidth προστίμων, συνέδεσε στενά τα ποσά αυτά με τη διάρκεια της εμπλοκής καθεμίας από τις μητρικές εταιρίες της Trioplast Wittenheim στην παράβαση. Όπως επισημαίνεται με την ανωτέρω σκέψη 68, η Επιτροπή, στην περίπτωση της προσφεύγουσας, αύξησε κατά 30 % το αρχικώς επιβληθέν ποσό των 8,5 εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι κατά 10 % για κάθε πλήρες έτος κατά το οποίο το κεφάλαιο της Trioplast Wittenheim ανήκε στην προσφεύγουσα. Παρόμοια διαδικασία ακολουθήθηκε όσον αφορά τις FLS Plast και FLSmidth.

73      Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι της καταλογίζεται άλλη παράβαση πλην εκείνης που όντως διέπραξε δεν ευσταθεί. Συναφώς, η προαναφερθείσα στη σκέψη 56 απόφαση Cascades κατά Επιτροπής την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα δεν ασκεί επιρροή στο μέτρο που αφορά, αντιθέτως προς την υπό κρίση υπόθεση, την ευθύνη της μητρικής εταιρίας για παράβαση διαπραχθείσα από τις θυγατρικές εταιρίες πριν αυτές περιέλθουν στην κυριότητά της.

74      Εξάλλου, στο μέτρο που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να διαιρέσει το αρχικό ποσό διά τρία πριν το τροποποιήσει λαμβανομένων υπόψη άλλων στοιχείων, αρκεί η διαπίστωση, αφενός, ότι η προσφεύγουσα δεν επικαλέστηκε κανένα κανόνα ή αρχή του δικαίου που να επιβάλλει σχετική υποχρέωση στην Επιτροπή. Αφετέρου, η πρακτική επιβολής στη μητρική εταιρία του ίδιου αρχικού ποσού με εκείνο που καθορίστηκε για τη θυγατρική εταιρία που είχε άμεση συμμετοχή στη σύμπραξη, χωρίς κατανομή του αρχικού αυτού ποσού σε περίπτωση διαδοχής πλειόνων μητρικών εταιριών, δεν μπορεί να θεωρηθεί αφ’ εαυτής ακατάλληλη. Συγκεκριμένα, ο σκοπός που επιδιώκει η Επιτροπή με τη χρήση της εν λόγω μεθόδου υπολογισμού είναι να καταστεί δυνατή η επιβολή σε μια μητρική εταιρία που έχει κριθεί υπεύθυνη για παράβαση των θυγατρικών της του ίδιου αρχικού ποσού προστίμου με εκείνο που θα της επιβαλλόταν αν είχε η ίδια άμεση συμμετοχή στη σύμπραξη. Η επιδίωξη αυτή συνάδει με τον σκοπό της πολιτικής του ανταγωνισμού και, ειδικότερα, του μέσου που χρησιμοποιείται για την επίτευξή του, ήτοι των προστίμων, ο οποίος συνίσταται στην καθοδήγηση των επιχειρήσεων προς συμπεριφορές σύμφωνες με τους κανόνες τους ανταγωνισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Απριλίου 1995, T‑150/89, Martinelli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑1165, σκέψη 59).

75      Eν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση κατανομής του αρχικού ποσού υπό τις προϋποθέσεις που διευκρινίζονται στην ανωτέρω σκέψη 74 δεν μπορεί να απορρέει μόνον από το γεγονός ότι τέτοιου είδους κατανομή πραγματοποιήθηκε επ’ ευκαιρία της εξετάσεως προγενέστερων υποθέσεων, όπως π.χ. της υποθέσεως Οργανικά υπεροξείδια. Στο μέτρο που, κατά τον χρόνο εκδόσεως των αποφάσεων στις οποίες αναφέρεται η προσφεύγουσα, η Επιτροπή είχε καθιερώσει πρακτική λήψεως αποφάσεων σχετική με τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων, τίποτα δεν εμποδίζει τη μη εφαρμογή αυτής της πρακτικής στην υπό κρίση υπόθεση ή την τροποποίησή της. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, η προγενέστερη πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής δεν αποτελεί, αφ’ εαυτής, νομικό πλαίσιο για τον καθορισμό των προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι το πλαίσιο αυτό καθορίζεται μόνο με τον κανονισμό 1/2003 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑125/07 P, C‑133/07 P, C‑135/07 P και C‑137/07 P, Erste Bank der österreichischen Sparkassen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. Ι-8681, σκέψη 233 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T‑23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑1705, σκέψη 234).

76      Τρίτον, πρέπει να τονιστεί, ως συνέχεια των ως άνω σκέψεων, ότι από το γεγονός και μόνον ότι το σύνολο των ποσών που επιβλήθηκαν στην προσφεύγουσα, αφενός, και στις FLS Plast και FLSmidth, αφετέρου, υπερβαίνει το ποσό που επιβλήθηκε στη θυγατρική τους, Trioplast Wittenheim, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η μέθοδος υπολογισμού που εφάρμοσε η Επιτροπή ήταν προδήλως εσφαλμένη. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της εφαρμογής της μεθοδολογίας που εκτίθεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων και της αρχής της ατομικότητας των ποινών και των κυρώσεων στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, είναι θεμιτό για την Επιτροπή, εφόσον αποδειχθεί η ύπαρξη οικονομικού φορέα ο οποίος έχει μετάσχει σε παράβαση, να κρίνει ότι ένα από τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν ή ανήκαν στον φορέα αυτό, είτε πρόκειται για τη μητρική εταιρία είτε για θυγατρική, οφείλει να καταβάλει ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που οφείλει άλλο νομικό πρόσωπο ή τα λοιπά νομικά πρόσωπα που απαρτίζουν ή απάρτιζαν τον εν λόγω οικονομικό φορέα. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση παραβάσεως εκ μέρους θυγατρικής που ανήκε διαδοχικώς σε πλείονες οικονομικούς φορείς κατά τη διάρκεια της παραβάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί a priori αθέμιτο να υπερβαίνει το σύνολο των επιβληθέντων στις μητρικές εταιρίες ποσών το επιβληθέν στην οικεία θυγατρική εταιρία ποσό ή σύνολο ποσών.

77      Τέταρτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή παραβίασε τις θεμελιώδεις αρχές της εις ολόκληρον ευθύνης, πρέπει να τονιστεί ότι η προσφεύγουσα δεν διευκρινίζει, στο πλαίσιο της αναπτύξεως του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, τη φύση ή το περιεχόμενο των αρχών αυτών. Στην περίπτωση κατά την οποία η προσφεύγουσα υποστηρίζει απλώς ότι τα τρία επιχειρήματα που εκτέθηκαν στις ανωτέρω σκέψεις 71 έως 76 συνιστούν πράγματι παραβίαση των αρχών αυτών, αρκεί να επαναληφθεί ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν ευσταθούν, ανεξαρτήτως της φύσεως ή του περιεχομένου των σχετικών αρχών. Συνεπώς, η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

78      Εξάλλου, στο μέτρο που η προσφεύγουσα αμφισβητεί το ανώτατο όριο της εις ολόκληρον ευθύνης της για την καταβολή του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου, υποστηρίζοντας ότι το συνολικό ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, αφενός, η ίδια και, αφετέρου, η FLS Plast και η FLSmidth υπερβαίνει το κύριο ποσό προστίμου που επιβλήθηκε στην Trioplast Wittenheim, επισημαίνεται ότι η αιτίαση αυτή αποτελεί αντικείμενο του έκτου λόγου ακυρώσεως. Συνεπώς, η αιτίαση αυτή θα εξεταστεί ειδικώς στο πλαίσιο της εξετάσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως.

79      Πέμπτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η τριετία κατά την οποία η Trioplast Wittenheim ανήκει στην προσφεύγουσα ελήφθη δις υπόψη στο πλαίσιο της εφαρμογής της μεθόδου υπολογισμού, επισημαίνεται ότι τίποτα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να λάβει υπόψη την τριετή αυτή περίοδο τόσο κατά τον καθορισμό του επιβαλλόμενου στην προσφεύγουσα ποσού όσο και κατά τον καθορισμό του ποσού που θα επιβληθεί στην Trioplast Wittenheim. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που, σε περίπτωση εις ολόκληρον ευθύνης, η απαίτηση κάθε πιστωτή, έναντι τόσο του κύριου οφειλέτη όσο και των συνοφειλετών, ικανοποιείται αφ’ ης στιγμής καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό, ανεξαρτήτως του προσώπου που θα καταβάλει το ποσό αυτό, η ευθύνη αυτή λαμβάνεται υπόψη άπαξ.

80      Τέλος, η άποψη της προσφεύγουσας ότι η μέθοδος υπολογισμού δεν εφαρμόστηκε στο παρελθόν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, στο μέτρο που από τις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου συζητήσεις προκύπτει ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε πράγματι αυτή τη μέθοδο υπολογισμού σε σειρά αποφάσεων προγενέστερων της προσβαλλομένης. Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός και μόνον ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεώς τους, οι εν λόγω αποφάσεις δεν είχαν εξεταστεί από τον δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάλλου, λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας στη σκέψη 75 νομολογίας, το ότι η Επιτροπή εφάρμοσε άλλη μέθοδο στις προγενέστερες της AstraZeneca υποθέσεις δεν ασκεί επιρροή.

81      Λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που η προσφεύγουσα προέβαλε στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα απέδειξε ότι η Επιτροπή κακώς χρησιμοποίησε την οικεία μέθοδο υπολογισμού για τον καθορισμό του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου. Δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτή η αιτίαση που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και των νέων κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, που δεν έχουν άλλωστε εφαρμογή εν προκειμένω. Αρκεί, επί του σημείου αυτού, η παραπομπή στην προαναφερθείσα στη σκέψη 75 νομολογία περί της πρακτικής λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής και στη νομολογία κατά την οποία το γεγονός και μόνον ότι η εφαρμογή της προβλεπόμενης στις νέες κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων μεθόδου δύναται να καταλήξει στον καθορισμό ποσού υπολειπόμενου του επιβληθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποδεικνύει τον δυσανάλογο χαρακτήρα του τελευταίου αυτού ποσού (βλ., επ’ αυτού, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑329/01, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, σ. II‑3255, σκέψη 380).

82      Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, ενώ παρέλκει η εξέταση των μεθόδων υπολογισμού που προτείνει η προσφεύγουσα.

 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, περί της νομιμότητας του καθορισμού της σοβαρότητας της παραβάσεως στο πλαίσιο του υπολογισμού του προστίμου 

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

83      Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι, για τον καθορισμό του αρχικού ποσού του προστίμου, στηρίχθηκε στο μερίδιο αγοράς που κατείχε η Trioplast Wittenheim το 1996, το τελευταίο δηλαδή έτος, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, της παραβάσεως κατά τη διάρκεια του οποίου όλες οι αποδέκτριες της προσβαλλομένης αποφάσεως εταιρίες δραστηριοποιούνταν ακόμη στην αγορά των βιομηχανικών σάκων.

84      Όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή, επιλέγοντας στο πλαίσιο της διαφοροποιημένης μεταχειρίσεως ως έτος αναφοράς το 1996, δεν τήρησε την πρακτική που η ίδια είχε καθιερώσει για τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως. Σύμφωνα με την πρακτική αυτή, την οποία δέχθηκε ο κοινοτικός δικαστής, ως έτος αναφοράς πρέπει να θεωρείται το τελευταίο πλήρες έτος κατά το οποίο διήρκεσε η παράβαση, προκειμένου να αξιολογείται κατά τον πλέον προσήκοντα τρόπο η οικονομική ισχύς καθενός από τους μετέχοντες. Ως εκ τούτου, στην υπό κρίση υπόθεση, ως έτος αναφοράς θα έπρεπε να θεωρηθεί το 2001.

85      Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι, μολονότι η μέθοδος της Επιτροπής σκοπούσε στην επιβολή χωριστού αρχικού ποσού προστίμου στην FLS Plast, στην FLSmidth και στην ίδια την προσφεύγουσα, ήτοι διαφορετικού από το επιβληθέν στην Trioplast Wittenheim, το ποσό αυτό θα έπρεπε να αφορά την περίοδο κατά την οποία η Trioplast Wittenheim ανήκε σε καθεμία από τις μητρικές εταιρίες. Ως εκ τούτου, το αρχικό ποσό που της επιβλήθηκε δεν μπορεί θεμιτώς να στηριχθεί στο μερίδιο αγοράς που κατείχε η Trioplast Wittenheim το 1996, καθόσον η εξαγορά της εταιρίας αυτής από την προσφεύγουσα πραγματοποιήθηκε το 1999.

86      Στην περίπτωση ωστόσο που το Γενικό Δικαστήριο εγκρίνει την επιλογή του έτους 1996 ως έτους αναφοράς, η προσφεύγουσα επικαλείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας από την Επιτροπή. Κατά την άποψή της, λαμβάνοντας η Επιτροπή υπόψη το μερίδιο αγοράς της Trioplast Wittenheim το 1996 ύψους 2,8 %, περιέλαβε στη δραστηριότητα της εταιρίας αυτής την παραγωγή σάκων που δεν κλείνουν και σάκων με βαλβίδα την οποία είχε εγκαταλείψει η Trioplast Wittenheim το 1997. Δεδομένου του μεριδίου αγοράς της Trioplast Wittenheim το 2001, το οποίο ανερχόταν σε 0,4 % περίπου, η Επιτροπή έπρεπε να είχε κατατάξει την Trioplast Wittenheim στην έκτη κατηγορία των επιχειρήσεων ή έστω σε μια έβδομη κατηγορία, όχι όμως στην πέμπτη.

87      Αναφερόμενη στο περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει επί του πεδίου αυτού, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η επιλογή του έτους 1996 ως έτους αναφοράς είναι θεμιτή, στο μέτρο που η συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά το έτος αυτό παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εκτιμήσει το μέγεθος και την οικονομική ισχύ κάθε επιχειρήσεως του οικείου τομέα, καθώς και το εύρος της τελεσθείσας από καθεμία εξ αυτών παραβάσεως. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιτάσσει στην Επιτροπή την επιλογή ενιαίου έτους αναφοράς, ακόμη και αν η επιλογή συγκεκριμένου έτους ως έτους αναφοράς συνεπάγεται κατ’ ανάγκη το ενδεχόμενο ορισμένες επιχειρήσεις να έχουν καταγράψει ανώτερο ή κατώτερο κύκλο εργασιών σε σχέση με άλλα έτη.

88      Κατά την Επιτροπή, η επιλογή του 1996 ως έτους αναφοράς ήταν δικαιολογημένη, μολονότι πράγματι η προσφεύγουσα εξαγόρασε την Trioplast Wittenheim από την FLS Plast το 1999. Συγκεκριμένα, η Trioplast Wittenheim εξακολούθησε να μετέχει στη σύμπραξη ακόμη και αφότου άλλαξε μητρική εταιρία. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το έτος αναφοράς μπορεί να συμπίπτει είτε με την περίοδο εμπλοκής της FLS Plast στη σύμπραξη είτε με την περίοδο εμπλοκής της προσφεύγουσας, όχι όμως αμφότερων.

89      Όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η Επιτροπή τονίζει ότι το γεγονός ότι η Trioplast Wittenheim εγκατέλειψε μια δραστηριότητα στον τομέα της παραγωγής το 1997 είναι μάλλον στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ της επιλογής του 1996 ως έτους αναφοράς, καθόσον αντικατοπτρίζει περισσότερο τη θέση της Trioplast Wittenheim στην αγορά και έναντι των λοιπών μετεχόντων στη σύμπραξη κατά το μεγαλύτερο μέρος (κατά τα τρία τέταρτα περίπου) της συνολικής διάρκειας της παραβάσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

90       Καταρχάς, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την ανωτέρω σκέψη 75, η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από τις προγενέστερες αποφάσεις της. Συνεπώς, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο καθορισμός του έτους αναφοράς στην υπό κρίση υπόθεση συνιστά τροποποίηση πάγιας πρακτικής, το στοιχείο αυτό δεν έχει, αφ’ εαυτού, καμία επίπτωση στη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

91       Ακολούθως, κατά πάγια νομολογία, η εκτίμηση της σοβαρότητας της παραβάσεως πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της περιόδου κατά την οποία τελέστηκε η οικεία παράβαση· συναφώς, τα κρίσιμα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι, μεταξύ άλλων, το μέγεθος και η οικονομική ισχύς κάθε επιχειρήσεως, καθώς και το εύρος της διαπραχθείσας από καθεμία εξ αυτών παραβάσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T‑334/94, Sarrió κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑1439, σκέψη 397 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Για την εκτίμηση των στοιχείων αυτών, είναι αναγκαία η παραπομπή στον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την επίμαχη περίοδο (απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑291/98 P, Sarrió κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑9991, σκέψη 86 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

92       Μολονότι είναι γεγονός, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα, ότι στην υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες στη σκέψη 91 αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1998 και της 16ης Νοεμβρίου 2000, Sarrió κατά Επιτροπής, η μέθοδος υπολογισμού που εφαρμόστηκε στηριζόταν στον κύκλο εργασιών που είχε πραγματοποιηθεί κατά το τελευταίο πλήρες έτος της περιόδου τελέσεως της παραβάσεως, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η επιλογή αυτή πρέπει να γίνεται πάντα δεκτή. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την ίδια νομολογία, πρέπει να επιλέγεται μια μέθοδος υπολογισμού που να λαμβάνει υπόψη το μέγεθος και την οικονομική ισχύ κάθε ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως, καθώς και το εύρος της διαπραχθείσας από καθεμία εξ αυτών παραβάσεως, με γνώμονα τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της περιόδου κατά την οποία τελέστηκε η οικεία παράβαση (προαναφερθείσα στη σκέψη 91 απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, Sarrió κατά Επιτροπής, σκέψη 88). Eπιπλέον, το Πρωτοδικείο, στην απόφαση εκείνη, έκρινε ότι η εκτιμώμενη περίοδος έπρεπε να οριοθετηθεί χρονικώς ούτως ώστε να μπορούν κατά τον μέγιστο δυνατό βαθμό να συγκριθούν οι πραγματοποιηθέντες κύκλοι εργασιών (απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T‑319/94, Fiskeby Board κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑1331, σκέψη 42).

93       Διαπιστώνεται επομένως ότι η άποψη της προσφεύγουσας ότι έτος αναφοράς πρέπει οπωσδήποτε να είναι το τελευταίο πλήρες έτος κατά το οποίο εξακολουθούσε να τελείται η παράβαση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

94      Εν προκειμένω, πρέπει πάντως να τονιστεί ότι η παράβαση διήρκεσε 20 και πλέον έτη και ότι ο αριθμός των εμπλεκόμενων στην παράβαση επιχειρήσεων καθώς και η εσωτερική δομή τους ενδέχεται να μεταβλήθηκαν εντός της εικοσαετίας αυτής, όπως επίσης και το μέγεθος και η οικονομική ισχύς καθεμίας εξ αυτών. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα, μολονότι διαχωρίζεται από τους λοιπούς αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται, κατά την αιτιολογική σκέψη 767 της εν λόγω αποφάσεως, στο σύνολο των αποδεκτών της προσβαλλομένης αποφάσεως που το 1996, το έτος δηλαδή που επελέγη ως έτος αναφοράς, δραστηριοποιούνταν στην αγορά των βιομηχανικών σάκων. Επιπλέον, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο οικονομικός φορέας στον οποίο ανήκε η προσφεύγουσα κατά την περίοδο από τις 21 Ιανουαρίου 1999 μέχρι τις 26 Ιουνίου 2002, ήτοι κατά το πέρας της περιόδου παραβάσεως, δεν ασχολούνταν πλέον με την παραγωγή δύο προϊόντων του τομέα των βιομηχανικών σάκων που κατασκευάζονταν στο παρελθόν από την Trioplast Wittenheim και ότι το μερίδιο αγοράς της, κατά την ίδια αυτή περίοδο, ανερχόταν σε 0,4-0,5 % περίπου. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κύκλος εργασιών και το μερίδιο αγοράς που δέχθηκε η Επιτροπή, ήτοι εκείνα της Trioplast Wittenheim για το 1996, αντικατοπτρίζουν το μέγεθος και την οικονομική ισχύ της επιχειρήσεως στην οποία ανήκει η προσφεύγουσα από το 1999.

95      Υπό το ίδιο αυτό πρίσμα, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή προσέγγισε το ζήτημα του υπολογισμού των προστίμων εξατομικευμένα, αντιμετωπίζοντας τους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως που ευθύνονταν μόνον υπό την ιδιότητά τους των μητρικών εταιριών ως άμεσα μετέχοντες στην παράβαση. Στο μέτρο που η προσφεύγουσα και η Trioplast Wittenheim αποτελούσαν ενιαίο οικονομικό φορέα ο οποίος δεν υφίστατο πριν από το 1999, το ότι ως έτος αναφοράς για τον εν λόγω οικονομικό φορέα επελέγη το 1996 δεν αντικατοπτρίζει, χωρίς τη συνδρομή άλλων κρίσιμων στοιχείων, τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της εποχής κατά την οποία η επιχείρηση αυτή μετείχε στην παράβαση. Ως εκ τούτου, το οικείο έτος αναφοράς δεν είναι ενδεικτικό της εκτάσεως της προσαπτόμενης στην προσφεύγουσα παραβάσεως.

96      Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό δεν είναι ικανά να αναιρέσουν αυτή τη διαπίστωση. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που πρόθεση της Επιτροπής ήταν να αναφερθεί, μεταξύ άλλων με την απάντησή της στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, στη διακριτική της ευχέρεια επί του ζητήματος αυτού, από τις ανωτέρω σκέψεις 94 και 95 προκύπτει ότι η Επιτροπή, περιλαμβάνοντας την προσφεύγουσα, στο πλαίσιο της διαφοροποιημένης μεταχειρίσεως, στην κατηγορία στην οποία κατατάχθηκε η Trioplast Wittenheim βάσει του μεριδίου αγοράς της το 1996, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Εξάλλου, σε καταστάσεις που εξελίχθηκαν όπως η προκείμενη, το να γίνει δεκτό το μερίδιο αγοράς ενός έτους αναφοράς μη δυνάμενου να συγκριθεί με τα επόμενα έτη ενέχει κίνδυνο δυσμενούς διακρίσεως, καθόσον πρόκειται για αντιμετώπιση διαφορετικών από χρονικής απόψεως καταστάσεων βάσει ενός και του αυτού κριτηρίου αναφοράς.

97      Επιπλέον, το επιχείρημα ότι το 1996 αντικατοπτρίζει τη θέση της Trioplast Wittenheim στην επίμαχη αγορά καθόλη τη διάρκεια της παραβάσεως, περισσότερο από τη θέση της μετά την αποχώρηση από τον κλάδο παραγωγής ορισμένων ειδών βιομηχανικών σάκων το 1997, δεν λαμβάνει υπόψη ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή επέβαλε στην προσφεύγουσα, κατόπιν του υπολογισμού του προστίμου, χωριστό ποσό σε σχέση με τη θυγατρική της. Συναφώς, το επιχείρημα ότι το μερίδιο αγοράς της Trioplast Wittenheim ελήφθη υπόψη για τη διαφοροποιημένη μεταχείριση της προσφεύγουσας δεν ασκεί επιρροή, στο μέτρο που στηρίζεται σε κύκλο εργασιών στον οποίο δεν μετέσχε η προσφεύγουσα. Συνεπώς, αυτός ο κύκλος εργασιών δεν αντικατοπτρίζει τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα της εποχής κατά την οποία η προσφεύγουσα συνιστούσε ενιαίο οικονομικό φορέα με την Trioplast Wittenheim.

98      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, διαπιστώνεται ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτό. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, στο μέτρο που το αρχικό ποσό προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα στηρίζεται στο μερίδιο αγοράς που η Trioplast Wittenheim πραγματοποίησε εντός του έτους αναφοράς 1996.

 Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αφορά τη βασιμότητα της αρνήσεως της Επιτροπής να αναγνωρίσει ελαφρυντικές περιστάσεις

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

99      H προσφεύγουσα φρονεί ότι, στο πλαίσιο του καθορισμού του ποσού του προστίμου, η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη τις ελαφρυντικές περιστάσεις που προσιδιάζουν στη συμμετοχή της Trioplast Wittenheim στην παράβαση.

100    Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Trioplast Wittenheim μετείχε σποραδικώς μόνο στις παράνομες συσκέψεις. Συναφώς, επικαλείται διάφορα πρακτικά συσκέψεων από τα οποία προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η συμμετοχή της Trioplast Wittenheim αμφισβητήθηκε από τις λοιπές επιχειρήσεις και ότι η εταιρία αυτή απείχε συστηματικώς από τις συσκέψεις. Τα ίδια έγγραφα επιβεβαιώνουν περαιτέρω, κατά την προσφεύγουσα, ότι η Trioplast Wittenheim ήταν ήσσονος σπουδαιότητας επιχείρηση με χαμηλό μερίδιο αγοράς και ότι η εταιρία αυτή δεν ανέλαβε ενεργό δράση ως προς τα ζητήματα που συζητήθηκαν στο πλαίσιο των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών.

101    Δεύτερον, η προσφεύγουσα τονίζει ότι η Trioplast Wittenheim μετείχε σε τρεις μόνον από τις έξι υποομάδες, ήτοι στις υποομάδες «Γαλλία», «Μπενελούξ» και «blockbags», και ότι είχε αποχωρήσει από τις υποομάδες αυτές μέχρι τον Φεβρουάριο του 1997. Στο μέτρο που η συμμετοχή στις υποομάδες αποτέλεσε παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η εν λόγω παράβαση της Trioplast Wittenheim καλυπτόταν από τους κανόνες περί παραγραφής. Εν πάση περιπτώσει, τόσο η συμμετοχή της Trioplast Wittenheim, που περιορίζεται σε επίπεδο υποομάδων, όσο και η σχετικώς πρόωρη αποχώρησή της αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία έπρεπε να θεωρηθούν ως ελαφρυντικές περιστάσεις.

102    Τρίτον, για την περίπτωση στην οποία το Γενικό Δικαστήριο δεχθεί τη συμμετοχή της Trioplast Wittenheim στην παράβαση και πέραν της 23ης Μαρτίου 1999, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο ιδιαίτερος ρόλος της εταιρίας αυτής εντός της Valveplast κατά την περίοδο που αποτελούσε θυγατρική της έπρεπε να θεωρηθεί ως ελαφρυντική περίσταση. Η προσφεύγουσα τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι για πρώτη φορά έλαβε υπόψη την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό πρακτική της Valveplast κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαρτίου 1999. Τούτο προκύπτει από τη σύμβαση μεταβιβάσεως μετοχών που συνήφθη μεταξύ της FLS Plast και της Trioplanex France, καθώς και από τη διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας διαπιστώσεως ενδεχόμενης παραβάσεως της εν λόγω συμβάσεως. Εξάλλου, μετά τη σύσκεψη αυτή, παρατηρήθηκε μεταβολή στη στάση της Trioplast Wittenheim, η οποία απαγόρευσε στους εργαζομένους της να μετέχουν στις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό δραστηριότητες της Valveplast και επέστρεψε καλόπιστα πλέον σε τρεις συσκέψεις το 2001, προσβλέποντας σε συζήτηση νομικών ζητημάτων.

103    Επεκτείνοντας την επιχειρηματολογία της επί του σημείου αυτού, η προσφεύγουσα τονίζει ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η Επιτροπή προς απόδειξη της υπάρξεως ελαφρυντικών περιστάσεων, όπως π.χ. η συμμετοχή στις υποομάδες, δεν ασκούν επιρροή στην περίπτωσή της, καθόσον ανατρέχουν σε εποχή κατά την οποία δεν είχε ακόμη εξαγοράσει την Trioplast Wittenheim. Στην περίπτωση κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο προκρίνει τον χωριστό υπολογισμό προστίμου για την προσφεύγουσα, η Επιτροπή θα έπρεπε, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, να λάβει υπόψη τις ελαφρυντικές περιστάσεις που υφίσταντο μετά την εξαγορά αυτή, τουλάχιστον όσον αφορά την ευθύνη της εν λόγω εταιρίας.

104    Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

105    Όπως προκύπτει από τη νομολογία, όταν μια παράβαση έχει διαπραχθεί από πολλές επιχειρήσεις, πρέπει να εξετάζεται η σχετική σοβαρότητα της συμμετοχής καθεμίας από αυτές στην παράβαση (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 507, σκέψη 623), προκειμένου να εξακριβώνεται η συνδρομή, έναντι των επιχειρήσεων αυτών, επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων.

106    Κατά το σημείο 3, πρώτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών, «αποκλειστικά παθητικός ή μιμητικός ρόλος» επιχειρήσεως κατά τη διάπραξη παραβάσεως, εφόσον αποδειχθεί, συνιστά ελαφρυντική περίσταση. Ο παθητικός ρόλος συνεπάγεται ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση υιοθέτησε «συγκρατημένη συμπεριφορά», δηλαδή ότι δεν υπήρξε ενεργός συμμετοχή της στην εκπόνηση της/των αντίθετης/ων προς τον ανταγωνισμό συμφωνίας/ιών (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, T‑220/00, Cheil Jedang κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑2473, σκέψη 167).

107    Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι, μεταξύ των στοιχείων που αποδεικνύουν ότι ο ρόλος μιας επιχειρήσεως στο πλαίσιο συμπράξεως ήταν παθητικός, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αισθητά σποραδικότερη έναντι των άλλων επιχειρήσεων συμμετοχή της στις συσκέψεις, όπως και η καθυστερημένη είσοδός της στην αγορά που αφορούσε η παράβαση, ανεξαρτήτως της διάρκειας της συμμετοχής της σ’ αυτή, ή ακόμα η ύπαρξη ρητών σχετικών δηλώσεων προερχομένων από εκπροσώπους τρίτων επιχειρήσεων που μετέσχον στην παράβαση (προαναφερθείσα στη σκέψη 106 απόφαση του Πρωτοδικείου Cheil Jedang κατά Επιτροπής, σκέψη 168, και απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, T‑236/01, T‑239/01, T‑244/01 έως T‑246/01, T‑251/01 και T‑252/01, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑1181, σκέψη 331).

108    Eπιπλέον, το Πρωτοδικείο έχει διευκρινίσει ότι το γεγονός ότι άλλες επιχειρήσεις που μετέχουν στην ίδια και μόνο σύμπραξη επέδειξαν πιο ενεργό δράση έναντι συγκεκριμένου μετέχοντος δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι ο μετέχων αυτός είχε αποκλειστικώς παθητικό ή μιμητικό ρόλο στη σύμπραξη. Πράγματι, ο εντελώς παθητικός ρόλος θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και πρέπει να αποδειχθεί από τον διάδικο που τον επικαλείται (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Πρωτοδικείου της 26ης Απριλίου 2007, T‑109/02, T‑118/02, T‑122/02, T‑125/02 και T‑126/02, T‑128/02 και T‑129/02, T‑132/02 και T‑136/02, Bolloré κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II‑947, σκέψη 611).

109    Eν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό κανένα από τα επιχειρήματα περί του παθητικού και μιμητικού ρόλου της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της συμπράξεως. Τα επιχειρήματα αυτά κατατάσσονται σε τρεις ομάδες: η πρώτη αφορά, μεταξύ άλλων, την απουσία της Trioplast Wittenheim από τις συσκέψεις της Valveplast και τη θέση της στην αγορά, η δεύτερη αφορά τη συμμετοχή της στις υποομάδες και η τελευταία τις περιστάσεις που συνέτρεχαν κατά την περίοδο μετά το 1999.

110    Πρώτον, από το παράρτημα 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχει πολλές λεπτομέρειες όσον αφορά τις συσκέψεις που πραγματοποίησε η Valveplast κατά την περίοδο μεταξύ 1984 και 2002, προκύπτει ότι, πλην της περιόδου μετά το 1999, όπως αναφέρθηκε στις ανωτέρω σκέψεις 44 έως 50, η Trioplast Wittenheim ήταν συστηματικώς παρούσα στις συσκέψεις της Valveplast και ότι απουσίασε δικαιολογημένα κάποιες φορές. Δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται και ότι στο στάδιο αυτό δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί η συχνότητα της συμμετοχής της Trioplast Wittenheim στις συσκέψεις των υποομάδων, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή, εν προκειμένω, ότι δεν διαπίστωσε παθητικό ή μιμητικό ρόλο της εταιρίας αυτής λόγω περιορισμένης συμμετοχής της στις συσκέψεις της Valveplast.

111    Συναφώς, διευκρινίζεται ότι δεν συνέτρεχε επίσης λόγος να δεχθεί η Επιτροπή ότι οι λοιπές επιχειρήσεις είχαν πραγματικές αμφιβολίες ως προς τη συμμετοχή της Trioplast Wittenheim. Η προσφεύγουσα δεν παρέσχε αποδείξεις επί του σημείου αυτού, όπως π.χ. δηλώσεις άλλων μετεχόντων στη σύμπραξη σχετικά με τον ιδιαίτερο ρόλο της Trioplast Wittenheim. Οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας στηρίζονται μόνο στο περιεχόμενο των πρακτικών των συσκέψεων της Valveplast, το οποίο δεν είναι ικανό να δικαιολογήσει τα συμπεράσματα που επιθυμεί να συναγάγει. Συγκεκριμένα, η περιλαμβανόμενη στα πρακτικά της συσκέψεως της 2ας Μαρτίου 1993 παρατήρηση του G., εκπροσώπου της Trioplast Wittenheim, περί της μετατροπής της «παθητικής συμμετοχής» σε «ενεργό συμμετοχή» δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη ένδειξη αμφιβολιών εκ μέρους των λοιπών μελών ως προς την εμπλοκή της εταιρίας αυτής καθαυτήν, καθόσον η εν λόγω εταιρία είχε εκπροσωπηθεί πριν από το 1992 από άλλα άτομα. Εν πάση περιπτώσει, από τα πρακτικά προκύπτει ότι η συμμετοχή του G. εξελίχθηκε σε ενεργό προσχώρηση στη σύμπραξη από τον Μάρτιο του 1993 και εφεξής. Το γεγονός ότι το 2000 ανατέθηκε σε μέλος της Valveplast να επικοινωνήσει με τον εκπρόσωπο της Trioplast Wittenheim για να συζητήσει τη μελλοντική εκπροσώπησή της δεν δικαιολογεί επίσης, αφ’ εαυτού, αμφιβολίες ως προς τη συμμετοχή της εν λόγω εταιρίας στη σύμπραξη.

112    Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Trioplast Wittenheim είχε ήσσονος σημασίας ρόλο στην αγορά, επισημαίνεται ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή και ότι η Trioplast Wittenheim δραστηριοποιούνταν τόσο στην κρίσιμη αγορά όσο και εντός της Valveplast και των υποομάδων της. Συγκεκριμένα, από τις αιτιολογικές σκέψεις 134, 135 και 400 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Trioplast Wittenheim παρήγε το σύνολο των τεσσάρων προϊόντων που αποτέλεσαν αντικείμενο της συμπράξεως, ήτοι τους σάκους που δεν κλείνουν, τους σάκους με βαλβίδα, στους σάκους με σύστημα FFS και τους σάκους που κλείνουν (blockbags). Στο πλαίσιο αυτό, η Trioplast Wittenheim μετέσχε, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 173, 179, 185 και 205 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τόσο στη δραστηριότητα της Valveplast όσο και στις υποομάδες «blockbags», «Γαλλία» και «Μπενελούξ».

113    Ο ισχυρισμός ότι η Trioplast Wittenheim δεν ανέπτυξε ενεργό δράση στους τομείς που συζητήθηκαν στο πλαίσιο των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών επίσης δεν ευσταθεί. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 802 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Trioplast Wittenheim, μία από τις εταιρίες που πρωτοστάτησαν στη σύμπραξη, μετέσχε επανειλημμένως σε πολλές από τις οικείες συνέργειες, ιδίως δε στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τον όγκο πωλήσεων και τα μερίδια αγοράς, καθώς και την κατανομή της πελατείας.

114    Δεύτερον, σχετικά με το ότι η Trioplast Wittenheim μετέσχε σε τρεις μόνον από τις υποομάδες και είχε αποχωρήσει από τις υποομάδες αυτές μέχρι το 1997, επισημαίνεται, αφενός, ότι η συμμετοχή σε τρεις υποομάδες δεν είναι ιδιαιτέρως σπάνια σε σύγκριση με τα λοιπά μέλη της συμπράξεως, στοιχείο που πιστοποιεί ένα βαθμό δεσμεύσεως παρεμφερή με εκείνο που προσιδιάζει στις υποομάδες. Πράγματι, από τις αιτιολογικές σκέψεις 173 έως 185 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μόνον οι εταιρίες Wavin και Fardem Packaging μετείχαν στις συσκέψεις περισσότερων από τριών υποομάδων. Αφετέρου, λαμβανομένου υπόψη ότι η Trioplast Wittenheim μετείχε πράγματι στις τρεις προαναφερθείσες υποομάδες επί τα τρία τέταρτα περίπου της διάρκειας της παραβάσεως, δεν πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η αποχώρηση από τις υποομάδες αυτές στοιχειοθετεί παθητικό ρόλο της Trioplast Wittenheim.

115    Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας που αντλείται από το ότι η παράβαση της Trioplast Wittenheim παραγράφηκε στο μέτρο που αφορά τη συμμετοχή στις υποομάδες, αρκεί η επισήμανση ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό της παραβάσεως ως ενιαίας και συνεχούς. Δεδομένου ότι η παράβαση, ενιαία και συνεχής, έπαυσε στις 26 Ιουνίου 2002 και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί παραγραφείσα, το γεγονός ότι έπαυσε να μετέχει η Trioplast Wittenheim στις υποομάδες δεν ασκεί επιρροή.

116    Τρίτον, επισημαίνεται ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα δεν γνώριζε την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό πρακτική της Valveplast κατά την εξαγορά της Trioplast Wittenheim το 1999, δεν απέδειξε πλήρη παθητικότητα, κατά την έννοια της προαναφερθείσας στη σκέψη 108 νομολογίας, από πλευράς της θυγατρικής της, όσον αφορά τη συμμετοχή της στη σύμπραξη κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο του 1999 μέχρι τον Ιούνιο του 2002. Όπως προκύπτει από την εκτίμηση του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως και ειδικότερα από τις ανωτέρω σκέψεις 44 και 45, η Trioplast Wittenheim παρευρέθη σε τρεις συσκέψεις το 2001, κατά τη διάρκεια των οποίων συζητήθηκαν δύο ουσιώδη στοιχεία της συμπράξεως, ήτοι η μέθοδος υπολογισμού των τιμών και ο συντονισμός των δημοπρασιών στο Διαδίκτυο.

117    Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως αρνούμενη να μειώσει, βάσει αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων, το ποσό του προστίμου για την καταβολή του οποίου ευθύνεται εις ολόκληρον η προσφεύγουσα, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά το αίτημα επιείκειας

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

118    Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η μείωση του αρχικού ποσού του προστίμου κατά 30 % που χορηγήθηκε από την Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του σημείου Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας θα έπρεπε να είναι σημαντικότερη.

119    Η προσφεύγουσα επισημαίνει καταρχάς ότι τόσο η ίδια όσο και η Trioplast Wittenheim, αφότου υπέβαλαν αίτημα μειώσεως του ποσού του προστίμου, συνεργάστηκαν αποτελεσματικά με την Επιτροπή. Υποστηρίζει, αφενός, ότι προσκόμισε δηλώσεις και έγγραφα τα οποία χρησίμευσαν στην Επιτροπή για τον καθορισμό της παραβάσεως και, αφετέρου, ότι το γεγονός ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, αμφισβήτησε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, όπως απέρρεαν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων, δεν είχε ως συνέπεια περιορισμούς στη μείωση του ποσού του προστίμου. Πράγματι, η προσφεύγουσα τόνισε ορισμένες μόνον περιστάσεις τις οποίες παρερμήνευσε η Επιτροπή, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει την ύπαρξη της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό πρακτικής. Όπως επισήμανε, η Επιτροπή, κατόπιν αυτού, τροποποίησε επανειλημμένως την παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών. Συναφώς, η προσφεύγουσα φρονεί ότι θα έπρεπε να δικαιούται να παρουσιάσει μια εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών «ελάχιστα» διαφορετική από την εκτίμηση της Επιτροπής, χωρίς ωστόσο αυτό να έχει επιπτώσεις στη συνεκτίμηση του αιτήματός της επιείκειας.

120    Ακολούθως, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η Επιτροπή χορήγησε μείωση της τάξεως του 25 % στην εταιρία Bischof+Klein και ότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η μη αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων συνέβαλε στη μείωση του ποσού του επιβληθέντος στην επιχείρηση αυτή προστίμου. Εφόσον η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη αντίθετης προς τον ανταγωνισμό πρακτικής και παρέσχε περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία από την Bischof+Klein, θα έπρεπε να της χορηγηθεί μεγαλύτερη μείωση προστίμου.

121    Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως. 

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

122    Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή απολαύει ευρείας διακριτικής ευχέρειας ως προς την εκτίμηση της μεθόδου υπολογισμού των προστίμων και μπορεί, συναφώς, να λάβει υπόψη πολλαπλά στοιχεία, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η συνεργασία των οικείων επιχειρήσεων κατά την έρευνα που διεξάγουν οι υπηρεσίες του οργάνου αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή καλείται να προβεί σε περίπλοκες εκτιμήσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά, όπως οι σχετικές με τη συνεργασία καθεμίας από τις εν λόγω επιχειρήσεις (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαΐου 2007, C‑328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑3921, σκέψη 81).

123    Η Επιτροπή διαθέτει, συναφώς, ευρεία διακριτική ευχέρεια για την εκτίμηση της ποιότητας και της χρηστικότητας της συνεργασίας που προσφέρει μια επιχείρηση, ιδίως σε σχέση με τη συνδρομή άλλων επιχειρήσεων (προαναφερθείσα στη σκέψη 122 απόφαση SGL Carbon κατά Επιτροπής, σκέψη 88). Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπορεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειάς της να παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 2010, T‑452/05, BST κατά Επιτροπής, που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 142).

124    Στην ανακοίνωση περί συνεργασίας, η Επιτροπή καθόρισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιχειρήσεις που συνεργάζονται μαζί της κατά τη διάρκεια της έρευνάς της σχετικά με ορισμένη σύμπραξη μπορούν να τύχουν απαλλαγής από το πρόστιμο ή μειώσεως του ποσού του προστίμου το οποίο άλλως θα έπρεπε να καταβάλουν.

125    Το σημείο Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας προβλέπει τα ακόλουθα:

«1. Εφόσον επιχείρηση συνεργάζεται χωρίς να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που εκτίθενται στα [σημεία] Β [και] Γ, τυγχάνει μείωσης κατά 10 έως 50 % του ύψους του προστίμου που θα της είχε [επι]βληθεί εάν δεν είχε συνεργαστεί.

2. Αυτό μπορεί ιδίως να συμβεί εφόσον:

–       πριν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων, η επιχείρηση παράσχει στην Επιτροπή πληροφορίες, έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που συμβάλλουν στην επιβεβαίωση της παράβασης,

–      μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, η επιχείρηση ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν αμφισβητεί τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι κατηγορίες της.»

126    Eν προκειμένω, αφενός, επισημαίνεται ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι λεπτομερείς εξηγήσεις της προσφεύγουσας όσον αφορά τη λειτουργία της συμπράξεως στο εσωτερικό της Valveplast και των υποομάδων, ιδίως της υποομάδας «Γαλλία», καθώς και τις ποσοστώσεις, τους μηχανισμούς κατανομής των πελατών και τη σημασία των πινάκων στα μερίδια αγοράς συνηγορούσαν υπέρ της διαπιστώσεως παραβάσεως. Αφετέρου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι η προσφεύγουσα είχε αμφισβητήσει ορισμένα πραγματικά περιστατικά, όπως προέκυπταν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων. Οι εκτιμήσεις αυτές την οδήγησαν στη μείωση του ποσού του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου κατά 30 %.

127    Όσον αφορά, καταρχάς, τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι η προσφεύγουσα είχε αμφισβητήσει ορισμένα πραγματικά περιστατικά, όπως προέκυπταν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων, καθώς και τη μείωση, λόγω της αμφισβητήσεως αυτής, του ποσού για το οποίο η προσφεύγουσα ευθύνεται εις ολόκληρον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι συνιστούν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.

128    Πράγματι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η προσφεύγουσα αμφισβήτησε ορισμένα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν με την ανακοίνωση των αιτιάσεων κατά τρόπο βαίνοντα πέραν του απλού προσδιορισμού στοιχείων επί των πραγματικών περιστατικών τα οποία παρερμηνεύθηκαν από την Επιτροπή. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 275 και 276 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η Trioplast Wittenheim δεν ενεπλάκη στην καθιέρωση του συστήματος συντονισμού των δημοπρασιών στο Διαδίκτυο. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η Trioplast Wittenheim παρευρέθηκε στη σύσκεψη της Valveplast της 8ης Ιουνίου 2001, κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκε το ζήτημα αυτό, και ότι δεν αποστασιοποιήθηκε δημοσίως από το περιεχόμενο της συσκέψεως. Κατά την αιτιολογική σκέψη 301 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα δεν δέχθηκε καμία εμπλοκή της Trioplast Wittenheim στην επεξεργασία της μεθόδου των τιμών για τους σάκους με σύστημα FFS, ενώ έχει αποδειχθεί ότι η εταιρία αυτή μετέσχε στη σύσκεψη της Valveplast της 15ης Σεπτεμβρίου 2000, κατά την οποία αποφασίστηκε η σύνθεση της οικείας ομάδας εργασίας. Η Trioplast Wittenheim δεν αποστασιοποιήθηκε ούτε από αυτής της συσκέψεως το περιεχόμενο.

129    Αυτές οι αμφισβητήσεις που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά τη διοικητική διαδικασία δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εκτιμήσεις επί των πραγματικών περιστατικών οι οποίες διαφέρουν «ελάχιστα» μόνον από εκείνες της Επιτροπής. Σχετίζονται με δύο ουσιώδη στοιχεία της συμπράξεως, ήτοι με τον συντονισμό των δημοπρασιών στο Διαδίκτυο και με τη μέθοδο υπολογισμού των τιμών. Εξάλλου, η εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, κατόπιν της απαντήσεως της προσφεύγουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση εμφανίζει ορισμένες διαφορές σε σχέση με την ανακοίνωση των αιτιάσεων όσον αφορά την παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών.

130    Ακολούθως, όσον αφορά τη σύγκριση της καταστάσεως της προσφεύγουσας με εκείνη της Bischof+Klein, στην οποία χορηγήθηκε εξάλλου μικρότερη κατά 30 % μείωση προστίμου έναντι της προσφεύγουσας, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 851 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Bischof+Klein δήλωσε, με την απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι δεν αμφισβητεί το υποστατό των πραγματικών περιστατικών, όπως αυτά προέκυπταν από την εν λόγω ανακοίνωση. Ως εκ τούτου, συμμορφώθηκε με το σημείο Δ.2, δεύτερη περίπτωση, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, αντιθέτως προς την προσφεύγουσα η οποία, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ουδέποτε αναφέρθηκε ρητώς στην εν λόγω διάταξη.

131    Εξάλλου, μολονότι η προσφεύγουσα αμφισβήτησε όντως ορισμένα πραγματικά περιστατικά κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο για να αποδείξει ότι, παρά τη δήλωση που περιλαμβάνει η απάντησή της στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η Bischof+Klein αμφισβήτησε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών κατά την εν λόγω διαδικασία. Συνεπώς, ακόμη και αν η Επιτροπή, αφενός, μείωσε το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Bischof+Klein, ή το μείωσε περισσότερο από όσο σε άλλη περίπτωση, λόγω του ότι η επιχείρηση αυτή δεν είχε αμφισβητήσει το υποστατό των πραγματικών περιστατικών, και, αφετέρου, παρέλειψε να μειώσει το ποσό αυτό υπέρ της προσφεύγουσας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι πρόκειται εν προκειμένω περί πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως.

132    Επισημαίνεται, τέλος, ότι η προσφεύγουσα ούτε υποστήριξε ούτε, a fortiori, απέδειξε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει στην Επιτροπή συνηγορούσαν υπέρ της διαπιστώσεως παραβάσεως περισσότερο από εκείνα της Bischof+Klein. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί ομοίως να γίνει δεκτή επί του σημείου αυτού πλάνη της Επιτροπής.

133    Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

 Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως 

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

134    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως.

135    Πρώτον, θεωρεί δυσανάλογο το να υπερβαίνει το συνολικό ποσό των προστίμων που επιβλήθηκαν σε μετέχουσες στην παράβαση επιχειρήσεις, ήτοι ποσό 290,71 εκατομμυρίων ευρώ κατόπιν της εφαρμογής του ανώτατου ορίου 10 % επί του κύκλου εργασιών και της ανακοινώσεως περί συνεργασίας (και 600 εκατομμυρίων ευρώ τουλάχιστον στο παρελθόν), τον ετήσιο κύκλο εργασιών του συνόλου της οικείας αγοράς, που ανέρχεται σε 250 περίπου εκατομμύρια ευρώ. Η προσφεύγουσα προσάπτει επίσης στην Επιτροπή ότι το πρόστιμο της Trioplast Wittenheim καθώς και το δικό της, που της επιβλήθηκε στο πλαίσιο της εις ολόκληρον ευθύνη της, είναι υπερβολικό σε σχέση με τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε στην οικεία αγορά. Συναφώς, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη δυνατότητα εφαρμογής εν προκειμένω της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, T‑224/00, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. II‑2597), καθόσον, αντιθέτως προς την προσφεύγουσα, η Archer Daniels Midland πρωτοστάτησε στην επίμαχη σύμπραξη.

136    Δεύτερον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε παρεμφερείς καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο και δεν ενέμεινε στη δική της πρακτική στον τομέα των προστίμων. Αφενός, παραπέμπει σε άλλες υποθέσεις, όπως π.χ. στην υπόθεση Μεθειονίνη (Υπόθεση C.37.519 – Μεθειονίνη, ΕΕ 2003, L 255, σ. 1), στις οποίες η σχέση μεταξύ των επιβληθέντων προστίμων και του πραγματοποιηθέντος στις κρίσιμες αγορές κύκλου εργασιών ήταν πιο εύλογη. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι το ποσό του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου είναι πιο δυσανάλογο, σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της, από το επιβληθέν σε άλλους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως π.χ. στις εταιρίες Bischof+Klein, Nordenia International και Cofira-Sac.

137    Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η σχέση μεταξύ των αρχικών ποσών που επιβλήθηκαν στις επιχειρήσεις της πρώτης κατηγορίας και στις επιχειρήσεις της τέταρτης κατηγορίας είναι περίπου τέσσερα προς ένα. Όπως υποστηρίζει, το τελικό ποσού προστίμου της Trioplast Wittenheim θα έπρεπε να μειωθεί, προκειμένου να αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο (περίπου) του τελικού ποσού προστίμου που όφειλε η Bischof+Klein, η οποία ανήκε στην πρώτη κατηγορία.

138    Τρίτον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Trioplast Wittenheim ήταν μέτρια επιχείρηση, χωρίς σημαντική επιρροή στην αγορά, και ότι δεν άντλησε κανένα όφελος από τη συμμετοχή της στην αντίθετη προς τον ανταγωνισμό πρακτική. Συναφώς, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι το πρόστιμο ποσού 7,3 εκατομμυρίων ευρώ για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον είναι κατά 21 φορές μεγαλύτερο του συνολικού οφέλους που απέφεραν οι πωλήσεις των οικείων προϊόντων του ομίλου Trioplast κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001. Eπιπλέον, η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, την πραγματική ικανότητα πληρωμών της Trioplast Wittenheim. Κατά την προσφεύγουσα, η πτώχευση της εταιρίας αυτής θα μπορούσε να αποφευχθεί, αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη τη δυσχερή κατάστασή της και είχε αναγνωρίσει, με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, την άμεση χρηματική ευθύνη του προηγούμενου κυρίου της, ήτοι της FLS Plast.

139    Τέταρτον, υποστηρίζει ότι τα επιβληθέντα εν προκειμένω πρόστιμα θα ήταν ιδιαιτέρως χαμηλότερα αν είχαν εφαρμοστεί οι νέες κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων.

140    Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

141    Πρώτον και στο μέτρο που ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία κατά την οποία, κατά τον καθορισμό του ποσού κάθε προστίμου, η Επιτροπή διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως και δεν υποχρεούται να εφαρμόσει προς τούτο συγκεκριμένο μαθηματικό τύπο (απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-283/98 P, Mo och Domsjö κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-9855, σκέψη 47, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Δεκεμβρίου 2006, T-303/02, Westfalen Gassen Nederland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-4567, σκέψη 151). Εξάλλου, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, το ποσό του προστίμου καθορίζεται βάσει της σοβαρότητας της παραβάσεως και της διάρκειάς της. Επιπλέον, το ποσό αυτό αποτελεί το αποτέλεσμα σειράς αριθμητικών υπολογισμών που πραγματοποιεί η Επιτροπή σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές. Ο καθορισμός του εν λόγω ποσού αποτελεί, μεταξύ άλλων, συνάρτηση διαφόρων περιστάσεων που ανάγονται στην ατομική συμπεριφορά της συγκεκριμένης επιχειρήσεως, όπως η ύπαρξη επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Πρωτοδικείου της 4ης Ιουλίου 2006, T-304/02, Hoek Loos κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1887, σκέψεις 82 και 85).

142    Από το νομικό αυτό πλαίσιο δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει να τηρεί μια αναλογία ανάμεσα στο συνολικό ποσό των προστίμων, όπως υπολογίζονται και επιβάλλονται στους μετέχοντες στη σύμπραξη, και στον όγκο της αγοράς του οικείου προϊόντος κατά τη διάρκεια συγκεκριμένου έτους της παραβάσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η παράβαση διήρκεσε πέραν της εικοσαετίας και τα ποσά των προστίμων εξαρτώνται και από άλλες περιστάσεις αφορώσες τη μεμονωμένη συμπεριφορά των οικείων επιχειρήσεων (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Ιουνίου 2008, T‑410/03, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. II‑881, σκέψη 342).

143    Στο μέτρο που πρόκειται για τη σχέση μεταξύ του ετήσιου κύκλου εργασιών της προσφεύγουσας και του ποσού του προστίμου που της επιβλήθηκε, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε πράγματι στον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε το 1996 στο πλαίσιο του καθορισμού της σοβαρότητας της διαπραχθείσας από την προσφεύγουσα παραβάσεως και, αφετέρου, ότι το αρχικό ποσό των 8,5 εκατομμυρίων ευρώ που προέκυψε υπολειπόταν του αρχικού ποσού που μπορούσε να επιβληθεί κατ’ εφαρμογήν του σημείου A, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, το οποίο ανέρχεται σε 20 εκατομμύρια ευρώ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 2010, T‑446/05, Amann & Söhne και Cousin Filterie κατά Επιτροπής, που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 180). Το ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε εντός έτους κατά το οποίο η προσφεύγουσα δραστηριοποιούνταν στην κρίσιμη αγορά δεν ασκεί, αφ’ εαυτού, επιρροή στη σχετική ανάλυση.

144    Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 έχει ως σκοπό να αποτρέψει ενδεχόμενο δυσανάλογο χαρακτήρα των προστίμων. Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, το τελικό ποσό προστίμου δεν υπερβαίνει το 10 % του κύκλου εργασιών, δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογο λόγω του ότι το συνολικό ποσό των προστίμων υπερβαίνει τον γενικό όγκο της σχετικής αγοράς, ούτε λόγω του ότι το πρόστιμο της Trioplast Wittenheim και της προσφεύγουσας υπερβαίνουν τον ετήσιο κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε καθεμία από αυτές με το οικείο προϊόν (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα στη σκέψη 135 απόφαση Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, σκέψη 200). Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, το ανώτατο όριο του 10 % επί του κύκλου εργασιών πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς να απαιτείται η συνεκτίμηση του ειδικού ρόλου μιας επιχειρήσεως στη σύμπραξη.

145    Δεύτερον, επί της προβαλλομένης παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, διαπιστώνεται, αφενός, όσον αφορά τις συγκρίσεις που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα με άλλες σχετικές με πρόστιμα αποφάσεις της Επιτροπής ιδίως από πλευράς της αναλογίας μεταξύ του συνόλου των προστίμων και του όγκου της σχετικής αγοράς, ότι οι εν λόγω αποφάσεις μπορούν να ασκήσουν επιρροή σε σχέση με την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μόνον αν αποδειχθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων τις οποίες αφορούν οι αποφάσεις αυτές, όπως είναι οι αγορές, τα προϊόντα, οι χώρες, οι επιχειρήσεις και οι σχετικές περίοδοι, είναι παρεμφερή με αυτά της υπό κρίση περιπτώσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑59/02, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑3627, σκέψη 316).

146    Η απλή αναφορά της προσφεύγουσας, με τις επίμαχες αποφάσεις, στα συνολικά πρόστιμα και στον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε στις σχετικές αγορές δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι οι ίδιες προϋποθέσεις συνέτρεχαν εν προκειμένω. Πράγματι, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι οι αγορές, τα προϊόντα, οι χώρες, οι επιχειρήσεις και οι περίοδοι που ασκούν επιρροή ήταν παρεμφερείς με τις αντίστοιχες της υπό κρίση υποθέσεως.

147    Αφετέρου, όσον αφορά την πραγματοποιηθείσα από την προσφεύγουσα σύγκριση με άλλους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως, επισημαίνεται ότι το ανώτατο όριο του 10 % επί του κύκλου εργασιών εφαρμόστηκε εν προκειμένω στην περίπτωση των εταιριών Bischof+Klein, Nordenia International και Cofira-Sac. Αντιθέτως, ο κανόνας αυτός δεν είχε ως συνέπεια τη μείωση του ποσού της εις ολόκληρον ευθύνης της προσφεύγουσας, πράγμα που εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, αυτό που η προσφεύγουσα χαρακτηρίζει ως δυσαναλογία μεταξύ των τελικών ποσών. Κατά τη νομολογία, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δυσμενής διάκριση. Συγκεκριμένα, η διαφορετική μεταχείριση είναι η άμεση συνέπεια του ανώτατου ορίου που επιβάλλει για τα πρόστιμα ο κανονισμός 1/2003, του οποίου η νομιμότητα δεν αμφισβητήθηκε και το οποίο εφαρμόζεται προφανώς μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες το ποσό του προτεινόμενου προστίμου υπερβαίνει το 10 % του κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T‑31/99, ABB Asea Brown Boveri κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑1881, σκέψη 185).

148    Τρίτον, όσον αφορά την απουσία αντλούμενου από τη σύμπραξη ευεργετήματος για την προσφεύγουσα, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι μια επιχείρηση δεν αποκόμισε κανένα όφελος από την παράβαση δεν μπορεί, κατά τη νομολογία, να εμποδίσει την επιβολή προστίμου, διότι διαφορετικά το πρόστιμο δεν θα είχε αποτρεπτικό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει, προκειμένου να καθορίσει το ποσό των προστίμων, ότι η παράβαση εξασφάλισε αθέμιτο όφελος στις οικείες επιχειρήσεις, ούτε να λάβει υπόψη, ενδεχομένως, ότι δεν αντλήθηκε όφελος από την επίδικη παράβαση (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2000, T‑25/95, T‑26/95, T‑30/95 έως T‑32/95, T‑34/95 έως T‑39/95, T‑42/95 έως T‑46/95, T‑48/95, T‑50/95 έως T‑65/95, T‑68/95 έως T‑71/95, T‑87/95, T‑88/95, T‑103/95 και T‑104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑491, σκέψη 4881). Το επιχείρημα, επομένως, δεν ασκεί επιρροή.

149    Όσον αφορά την αιτίαση περί μη συνεκτιμήσεως της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως της Trioplast Wittenheim κατά την εποχή της διοικητικής διαδικασίας, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, κατά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, να λάβει υπόψη την ελλειμματική οικονομική κατάσταση μιας επιχειρήσεως, δεδομένου ότι η αναγνώριση μιας τέτοιας υποχρεώσεως θα ισοδυναμούσε με την παροχή αδικαιολόγητου ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος στις λιγότερο προσαρμοσμένες στις συνθήκες της αγοράς επιχειρήσεις (απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 1983, 96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 108/82 και 110/82, IAZ International Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3369, σκέψεις 54 και 55).

150    Εξάλλου, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η εκ μέρους της Επιτροπής όχι όμως και της προσφεύγουσας αναφορά στο σημείο 5, στοιχείο β´, των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, κατά το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική ικανότητα πληρωμών που έχει μια επιχείρηση, πρέπει να τονιστεί ότι η νομολογία αυτή ουδόλως απάδει προς τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές. Συγκεκριμένα, η εν λόγω ικανότητα μπορεί να διαδραματίσει ρόλο μόνον «υπό συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες», που συνίστανται στις δυνητικές συνέπειες της πληρωμής του προστίμου, ιδίως δε όσον αφορά την αύξηση της ανεργίας ή την επιδείνωση των οικονομικών κλάδων από τους οποίους προμηθεύεται και τους οποίους προμηθεύει η σχετική επιχείρηση (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2006, C‑308/04 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑5977, σκέψεις 105 και 106). Εν προκειμένω πάντως, κατά τη διοικητική διαδικασία δεν παρασχέθηκε κανένα στοιχείο ικανό να πιστοποιήσει τη συνδρομή τέτοιων συνθηκών.

151    Όσον αφορά την αναφορά της προσφεύγουσας στην κατάσταση της FLS Plast, διαπιστώνεται ότι, μολονότι η προσφεύγουσα κλήθηκε από το Γενικό Δικαστήριο να διευκρινίσει την άποψή της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν παρέσχε στοιχεία ικανά να αποδείξουν οποιαδήποτε σύνδεση μεταξύ της πτωχεύσεως της Trioplast Wittenheim και του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή μεταχειρίστηκε την FLS Plast.

152    Τέταρτον, δεν συντρέχει λόγος συγκρίσεως του ποσού των επιβληθέντων εν προκειμένω προστίμων και υποθετικών προστίμων τα οποία θα καθορίζονταν βάσει των νέων κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων, όπως προτείνει η προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων αποτελούν το κρίσιμο νομικό πλαίσιο για την υπό κρίση υπόθεση και το γεγονός ότι η Επιτροπή δημοσιοποίησε, σε μεταγενέστερο στάδιο, τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων ουδεμία επίπτωση έχει στη δυνατότητα εφαρμογής ratione temporis των προγενέστερων κατευθυντήριων γραμμών.

153    Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.

 Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά την τήρηση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ασφάλειας δικαίου

–       Επιχειρήματα των διαδίκων

154    Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή, αφενός, παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 1/2003, καθώς και των αρχών που εισάγει το άρθρο 23, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, και, αφετέρου, παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, όπως διατυπώνεται στη νομολογία και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που διακηρύχθηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1). Κατά την προσφεύγουσα, από τις αρχές αυτές προκύπτει ότι κάθε πράξη των οργάνων που παράγει έννομα αποτελέσματα πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη, πρέπει δε να γνωστοποιείται στον αποδέκτη της κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίστανται πλήρως αντιληπτά τα αποτελέσματα και οι συνέπειες της εν λόγω πράξεως.

155    Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει με σαφήνεια τον βαθμό ευθύνης της Trioplast Wittenheim για την παράβαση και το ακριβές ποσό που θα πρέπει εν τέλει να καταβάλει. Πράγματι, δεν διευκρινίζεται με ποιον τρόπο η καταβολή του προστίμου των 17,85 εκατομμυρίων ευρώ που επιβλήθηκε στην Trioplast Wittenheim πρέπει να διανεμηθεί μεταξύ, αφενός, της προσφεύγουσας και, αφετέρου της FLS Plast και της FLSmidth, δεδομένου ότι το συνολικό ποσό για το οποίο ευθύνονται εις ολόκληρον οι εν λόγω μητρικές εταιρίες υπερβαίνει το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Trioplast Wittenheim. Η προσβαλλόμενη απόφαση δημιούργησε, συνεπώς, ανασφάλεια δικαίου ικανή να αποτελέσει αντικείμενο διαφοράς μεταξύ των διαφόρων μητρικών εταιριών η οποία θα κριθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ή στο πλαίσιο διαιτησίας, προκειμένου να καθορισθεί περαιτέρω το μερίδιο της ευθύνης καθεμίας από τις εταιρίες αυτές.

156    Κατά την προσφεύγουσα, λαμβανομένου υπόψη ότι το άθροισμα των ποσών για τα οποία ευθύνονται εις ολόκληρον οι διαδοχικές μητρικές εταιρίες υπερβαίνει το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Trioplast Wittenheim, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διακριτική ευχέρειά της να απαιτήσει την καταβολή του προστίμου από την εταιρία που, κατά πάσα πιθανότητα, είναι σε θέση να πληρώσει. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει ότι κάθε εταιρία ευθύνεται εις ολόκληρον από κοινού με την Trioplast Wittenheim για διαφορετικό μόνον τμήμα της παραβάσεως. Κατά την προσφεύγουσα, η εις ολόκληρον ευθύνη παρέχει στην Επιτροπή μόνον την εξουσία να απαιτήσει μέρος του προστίμου, ανάλογα με την κρίσιμη περίοδο, είτε από την FLS Plast και την FLSmidth, ή ακόμη από την Trioplast Wittenheim, είτε από την προσφεύγουσα, ή ακόμη από την Trioplast Wittenheim. Εν προκειμένω, η Επιτροπή επινόησε μια de facto εις ολόκληρον ευθύνη μεταξύ της FLS Plast και της FLSmidth, αφενός, και της προσφεύγουσας, αφετέρου, η οποία δεν βρίσκει κανένα νομικό έρεισμα.

157    Αφετέρου, η προσφεύγουσα εμμένει στα επιχειρήματα που προέβαλε στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τα οποία είχε υποστηρίξει ότι δεν ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι η Trioplast Wittenheim ανήκε στην Compagnie de Saint-Gobain και ότι η συνολική ευθύνη των μητρικών εταιριών υπερβαίνει το ποσό του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου. Όπως τονίζει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει μία από τις μεθόδους υπολογισμού που η ίδια είχε προτείνει.

158    Η Επιτροπή υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση η Trioplast Wittenheim οφείλει ποσό 17,85 εκατομμυρίων ευρώ. Επί του ποσού αυτού, η FLS Plast και η FLSmidth οφείλουν, στο πλαίσιο της εις ολόκληρον ευθύνης τους, 15,30 εκατομμύρια ευρώ κατά μέγιστο όριο και η προσφεύγουσα 7,73 εκατομμύρια ευρώ κατά μέγιστο όριο. Κάθε πληρωμή από μία εκ των τεσσάρων αυτών εταιριών πρέπει, κατά την Επιτροπή, να αφαιρείται από το συνολικό ποσό των 17,85 εκατομμυρίων ευρώ. Η Επιτροπή διατείνεται ότι έχει διακριτική ευχέρεια να ζητήσει την καταβολή του οφειλόμενου ποσού από την επιχείρηση που είναι πιθανότερον ότι θα εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή. Αφότου μία ή πλείονες από τις εις ολόκληρον ευθυνόμενες επιχειρήσεις καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό, πρέπει να καθορίσουν το ποσοστό της ευθύνης που θα αναλάβει καθένας από τους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα ενδεχόμενα μεταξύ τους αντισταθμίσματα.

159    Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι δεν επικαλείται την ύπαρξη εις ολόκληρον ευθύνης μεταξύ της FLS Plast και της FLSmidth, αφενός, και της προσφεύγουσας, αφετέρου. Η εις ολόκληρον ευθύνη της προσφεύγουσας από κοινού με την Trioplast Wittenheim αφορά μέρος μόνον της διάρκειας της παραβάσεως. Επιπλέον, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να κατανεμηθεί οριστικώς μεταξύ της προσφεύγουσας και της Trioplast Wittenheim ή μεταξύ της FLS Plast και της FLSmidth, αφενός, και της Trioplast Wittenheim, αφετέρου, η υποχρέωση πληρωμής.

160    Ακολούθως, η Επιτροπή απορρίπτει, παραπέμποντας στους ισχυρισμούς που προέβαλε στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, τα επιχειρήματα που άπτονται της περιόδου κατά την οποία η Trioplast Wittenheim ανήκε στην Compagnie de Saint-Gobain και της υπερβάσεως του ποσού του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου.

–       Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

161    Υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία επιβάλλει, μεταξύ άλλων, να είναι σαφείς και ακριβείς οι κοινοτικές ρυθμίσεις, ιδίως όταν αυτές επιβάλλουν ή επιτρέπουν την επιβολή κυρώσεων, ούτως ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ρυθμίσεις αυτές και να λαμβάνουν τα ανάλογα μέτρα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Μαΐου 2008, C‑266/06 P, Evonik Degussa κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 43, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Απριλίου 2006, T‑279/02, Degussa κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑897, σκέψη 66).

162    Οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας αντλούνται κυρίως από το ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι το συνολικό ποσό της εις ολόκληρον ευθύνης της προσφεύγουσας, αφενός, και της FLS Plast και FLSmidth, αφετέρου, υπερβαίνει το ποσό του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει το εν τέλει οφειλόμενο ποσό, καθώς και από το ότι η Επιτροπή δημιούργησε μια de facto εις ολόκληρον ευθύνη μεταξύ της προσφεύγουσας, αφενός, και της FLS Plast και FLSmidth, αφετέρου.

163    Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, οσάκις μια μητρική και μια θυγατρική εταιρία αποτελούν ή έχουν αποτελέσει ενιαίο οικονομικό φορέα ο οποίος μετέσχε σε σύμπραξη, η Επιτροπή μπορεί να στοιχειοθετήσει εις ολόκληρον ευθύνη των εταιριών αυτών για την παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑97/08 P, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2009, σ. Ι-8237, σκέψεις 58 και 59).

164    Eν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Trioplast Wittenheim αποτέλεσε ενιαίο οικονομικό φορέα διαδοχικώς με τις FLS Plast και FLSmidth, κατά την περίοδο από τις 31 Δεκεμβρίου 1990 έως τις 19 Ιανουαρίου 1999, και με την προσφεύγουσα, από τις 21 Ιανουαρίου 1999 έως τις 26 Ιουνίου 2002. Συνεπώς, τίποτα δεν εμποδίζει την Επιτροπή να δεχθεί την εις ολόκληρον ευθύνη τόσο των εταιριών FLS Plast και FLSmidth όσο και της προσφεύγουσας για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική τους, Trioplast Wittenheim, προστίμου. Η Επιτροπή επέβαλε στο πλαίσιο αυτό στην Trioplast Wittenheim πρόστιμο 17,85 εκατομμυρίων ευρώ, αναγνωρίζοντας εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του προστίμου αυτού στην FLS Plast και στην FLSmidth, αφενός, και στην προσφεύγουσα, αφετέρου, για ποσό ύψους 15,30 και 7,73 εκατομμυρίων ευρώ, αντιστοίχως.

165    Εξάλλου, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως της παρέχει πλήρη ελευθερία ως προς την είσπραξη του προστίμου από οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα νομικά πρόσωπα ανάλογα με την ικανότητά τους πληρωμών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι το πρόστιμο θα καταβληθεί εν όλω ή εν μέρει από τη θυγατρική εταιρία, από μία εκ των μητρικών εταιριών ή από όλες τις μητρικές εταιρίες υπό τον έλεγχο των οποίων βρέθηκε διαδοχικώς η θυγατρική, μέχρις ότου ικανοποιηθεί πλήρως. Στο μέτρο που η Επιτροπή επέλεξε να εισπράξει το σύνολο του προστίμου από τις μητρικές εταιρίες, μπορεί να ζητήσει από την προσφεύγουσα να καταβάλει το ανώτατο όριο του ποσού της εις ολόκληρον ευθύνης της, ήτοι 7,73 εκατομμύρια ευρώ, και να εισπράξει από την FLS Plast και την FLSmidth το υπόλοιπο ποσό του προστίμου, το οποίο θα υπολείπεται κατ’ ανάγκη του ποσού των 15,30 εκατομμυρίων ευρώ της εις ολόκληρον ευθύνης τους. Αντιστρόφως, η Επιτροπή μπορεί να προτιμήσει να ζητήσει από την FLS Plast και την FLSmidth να καταβάλουν το ανώτατο όριο του ποσού της εις ολόκληρον ευθύνης τους. Στην περίπτωση αυτή, θα εισπράξει από την προσφεύγουσα ποσό κατώτερο εκείνου της εις ολόκληρον ευθύνης της.

166    Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα, χωρίς να μπορεί να αντληθεί κανένας δικαιολογητικός λόγος από τον αποτρεπτικό χαρακτήρα των προστίμων, ότι η ελευθερία επιλογής της Επιτροπής κατά την εκτέλεση του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως εξαρτά το πραγματικά καταβαλλόμενο από την προσφεύγουσα ποσό από τα ποσά που θα καταβάλουν η FLS Plast και η FLSmidth και αντιστρόφως.

167    Σημειωτέον ότι η προσφεύγουσα, αφενός, και η FLS Plast και η FLSmidth, αφετέρου, ουδέποτε αποτέλεσαν κοινό οικονομικό φορέα. Οι μητρικές αυτές εταιρίες αποτέλεσαν διαδοχικώς με την Trioplast Wittenheim δύο χωριστούς οικονομικούς φορείς, καθένας από τους οποίους ευθυνόταν ατομικώς για τη σύμπραξη για διαφορετικές περιόδους και υπό διαφορετικές συνθήκες. Στο μέτρο που, για τον λόγο αυτό, καμία εις ολόκληρον ευθύνη δεν συνδέει μεταξύ τους τις διαδοχικές μητρικές εταιρίες, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εξαρτήσει το πραγματικά καταβαλλόμενο από την προσφεύγουσα ποσό από το ποσό που θα καταβάλουν οι λοιπές μητρικές εταιρίες και αντιστρόφως.

168    Είναι γεγονός, επί του σημείου αυτού, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίζει την προσωπική ευθύνη καθεμίας από τις μητρικές εταιρίες στην τέλεση της οικείας παραβάσεως λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία βρισκόταν υπό τον έλεγχό τους η Trioplast Wittenheim, την απουσία επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων που τις αφορούν και τη συνεργασία με την Επιτροπή κατά τη διεξαγωγή της έρευνας, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της 782, 783, 785 έως 812, 836 έως 841 και 862 έως 865. Πάντως, τα καθοριζόμενα στο πλαίσιο αυτό ποσά αποτελούν τα μέγιστα ποσά της εις ολόκληρον ευθύνης των διαδοχικών μητρικών εταιριών με την Trioplast Wittenheim που καθόρισε η Επιτροπή.

169    Στο μέτρο που η προσφεύγουσα, αφενός, και η FLS Plast και η FLSmidth, αφετέρου, δεν αποτέλεσαν ποτέ ενιαίο οικονομικό φορέα, η αρχή της ατομικότητας των ποινών και των κυρώσεων απαιτεί το πραγματικά καταβαλλόμενο από την προσφεύγουσα ποσό να μην υπερβαίνει το ποσοστιαίο μερίδιο της εις ολόκληρον ευθύνης της. Το ποσοστιαίο αυτό μερίδιο αντιστοιχεί στο μέρος του προστίμου που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα σε σχέση με το συνολικό ποσό της εις ολόκληρον ευθύνης καθεμίας των διαδοχικών μητρικών εταιριών για την καταβολή του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η αρχή της ατομικότητας των ποινών και των κυρώσεων, βάσει της οποίας ένας οικονομικός φορέας ευθύνεται μόνο για τα πραγματικά περιστατικά που του προσάπτονται ατομικώς, έχει εφαρμογή σε κάθε διαδικασία δυνάμενη να καταλήξει στην επιβολή κυρώσεων βάσει των κανόνων του ανταγωνισμού (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Νοεμβρίου 2005, T‑62/02, Union Pigments κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑5057, σκέψη 119).

170    Στο μέτρο που το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως παραλείπει να διευκρινίσει το ποσοστιαίο μερίδιο που αναλογεί στην προσφεύγουσα, παρέχοντας συγχρόνως στην Επιτροπή απόλυτη ελευθερία όσον αφορά την εφαρμογή της εις ολόκληρον ευθύνης καθεμίας εκ των διαδοχικών μητρικών εταιριών, οι οποίες ουδέποτε αποτέλεσαν ενιαίο οικονομικό φορέα, η διάταξη αυτή είναι ασυμβίβαστη προς την αντλούμενη από την αρχή της ασφάλειας δικαίου υποχρέωση της Επιτροπής να παρέχει στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να γνωρίζει ανεπιφύλακτα το ακριβές ποσό του προστίμου που πρέπει να καταβάλει με την Trioplast Wittenheim για την περίοδο της εις ολόκληρον ευθύνης της για την παράβαση. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τόσο την αρχή της ασφάλειας δικαίου όσο και την αρχή της ατομικότητας των ποινών και των κυρώσεων.

171    Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, χωρίς να συντρέχει λόγος εξετάσεως του οικείου λόγου ακυρώσεως υπό το πρίσμα της αρχής της χρηστής διοικήσεως, το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στ΄, της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να ακυρωθεί, στο μέτρο που αφορά την προσφεύγουσα.

2.     Επί του επικουρικού αιτήματος μειώσεως του ποσού του προστίμου

172    Στο μέτρο που οι λόγοι ακυρώσεως προβλήθηκαν από την προσφεύγουσα προς στήριξη των αιτημάτων της μειώσεως του ποσού του προστίμου, από τις ανωτέρω σκέψεις 94 έως 98 προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, στον βαθμό που η Επιτροπή δέχθηκε, στην περίπτωση της προσφεύγουσας, το 1996 ως έτος αναφοράς για τον καθορισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο οφείλει συνεπώς, κατά την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του και βάσει του άρθρου 31 του κανονισμού 1/2003, να καθορίσει νέο αρχικό ποσό για τον υπολογισμό του ποσού της εις ολόκληρον ευθύνης της προσφεύγουσας για την καταβολή του επιβληθέντος στη θυγατρική της προστίμου. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι για την ορθή εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, όπως προκύπτουν από τη δικογραφία, το αρχικό ποσό του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου πρέπει να καθορισθεί σε 3 εκατομμύρια ευρώ.

173    Ακολούθως, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της αυξήσεως σε συνάρτηση με τη διάρκεια της συμμετοχής της προσφεύγουσας στη σύμπραξη και, αφετέρου, της μειώσεως βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, οι οποίες επιβάλλονται, το ποσό του προστίμου της προσφεύγουσας πρέπει να καθορισθεί σε 2,73 εκατομμύρια ευρώ. Από το συμπέρασμα που περιλαμβάνεται στην ανωτέρω σκέψη 171, κατά το οποίο ο έκτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός, προκύπτει ότι το ποσό αυτό αποτελεί τη βάση επί της οποίας πρέπει να καθορισθεί το ποσοστιαίο μερίδιο της προσφεύγουσας στην εις ολόκληρον ευθύνη των διαδοχικών μητρικών εταιριών για την καταβολή του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim προστίμου.

174    Στο μέτρο που τα λοιπά απαραίτητα για τον υπολογισμό του ποσοστιαίου μεριδίου της προσφεύγουσας, όπως αυτό περιγράφεται στην ανωτέρω σκέψη 169, στοιχεία και ιδίως το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στις λοιπές μητρικές εταιρίες της Trioplast Wittenheim δεν οριστικοποιήθηκαν και δεν μπορούν να αποδειχθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, στην Επιτροπή απόκειται, στο πλαίσιο της υποχρεώσεώς της λήψεως των αναγκαίων για την εκτέλεση της παρούσας αποφάσεως μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 266 ΣΛΕΕ, να καθορίσει το ποσοστιαίο μερίδιο της προσφεύγουσας βάσει των απαραίτητων προς τούτο οριστικών στοιχείων.

 Επί των δικαστικών εξόδων

175    Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.

176    Eν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφυγή έγινε εν μέρει δεκτή, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα φέρει κατά το ήμισυ τα δικά της δικαστικά έξοδα και κατά το ήμισυ τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, η οποία φέρει κατά το ήμισυ τα δικά της δικαστικά έξοδα και κατά το ήμισυ τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο στ΄, της αποφάσεως C(2005) 4634 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2005, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ (Υπόθεση COMP/F/38.354 – Βιομηχανικοί σάκοι), στο μέτρο που αφορά την Trioplast Industrier AB.

2)      Καθορίζει σε 2,73 εκατομμύρια ευρώ το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Trioplast Industrier, βάσει του οποίου πρέπει να καθορισθεί το ποσοστιαίο μερίδιό της στην εις ολόκληρον ευθύνη των διαδοχικών μητρικών εταιριών για την καταβολή του επιβληθέντος στην Trioplast Wittenheim SA προστίμου.

3)      Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

4)      Η Trioplast Industrier φέρει κατά το ήμισυ τα δικά της δικαστικά έξοδα και κατά το ήμισυ τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.

5)      Η Επιτροπή φέρει κατά το ήμισυ τα δικά της δικαστικά έξοδα και κατά το ήμισυ τα δικαστικά έξοδα της Trioplast Industrier.

Meij

Vadapalas

Truchot

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Σεπτεμβρίου 2010.

Πίνακας περιεχομένων


Ιστορικό της διαφοράς

Διοικητική διαδικασία

Η προσβαλλόμενη απόφαση

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

Σκεπτικό

1.  Επί των αιτημάτων περί μερικής ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πλάνη κατά τον καθορισμό της διάρκειας της παραβάσεως και του ποσού του προστίμου

Όσον αφορά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, περί του συννόμου χαρακτήρα του καθορισμού της διάρκειας της παραβάσεως

–  Επιχειρήματα των διαδίκων

–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, περί της νομιμότητας του τρόπου υπολογισμού του προστίμου

–  Επιχειρήματα των διαδίκων

–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, περί της νομιμότητας του καθορισμού της σοβαρότητας της παραβάσεως στο πλαίσιο του υπολογισμού του προστίμου

–  Επιχειρήματα των διαδίκων

–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, που αφορά τη βασιμότητα της αρνήσεως της Επιτροπής να αναγνωρίσει ελαφρυντικές περιστάσεις

–  Επιχειρήματα των διαδίκων

–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά το αίτημα επιείκειας

–  Επιχειρήματα των διαδίκων

–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά την τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως

–  Επιχειρήματα των διαδίκων

–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αφορά την τήρηση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ασφάλειας δικαίου

–  Επιχειρήματα των διαδίκων

–  Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου

2.  Επί του επικουρικού αιτήματος μειώσεως του ποσού του προστίμου

Επί των δικαστικών εξόδων


* Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική.