ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 21ης Φεβρουαρίου 2008 ( *1 )

«Κοινωνική πολιτική — Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη — Οδηγία 80/987/ΕΟΚ τροποποιηθείσα με την οδηγία 2002/74/ΕΚ — Άρθρα 3, πρώτο εδάφιο, και 10, στοιχείο α’ — Αποζημίωση λόγω παράνομης απολύσεως συμφωνηθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας εξώδικου συμβιβασμού — Καταβολή εξασφαλιζόμενη από τον οργανισμό εγγυήσεως — Καταβολή εξαρτώμενη από την έκδοση δικαστικής αποφάσεως — Αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων»

Στην υπόθεση C-498/06,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Juzgado de lo Social Único de Algeciras (Ισπανία) με απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Δεκεμβρίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης

Maira María Robledillo Núñez

κατά

Fondo de Garantía Salarial (Fogasa),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, Γ. Αρέστη, R. Silva de Lapuerta, E. Juhász και T. von Danwitz (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro

γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 22ας Νοεμβρίου 2007,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Rodríguez Cárcamo και την B. Plaza Cruz,

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Enegren και R. Vidal Puig,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη (JO L 283, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ L 270, σ. 10, στο εξής: οδηγία 80/987).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφορά μεταξύ της Μ. Μ. Robledillo Núñez και του Fondo de Garantía Salarial (Ταμείου εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία, στο εξής: Fogasa) σχετικά με την άρνηση του τελευταίου να καταβάλει, ως παρεπομένως ευθυνόμενο, αποζημίωση στην ενδιαφερομένη λόγω της παράνομης απολύσεώς της, καθόσον η αποζημίωση αυτή προβλέπεται από συμφωνία εξώδικου συμβιβασμού που συνήφθη μεταξύ της Μ. Μ. Robledillo Núñez και του εργοδότη της.

Το νομοθετικό πλαίσιο

Η κοινοτική νομοθεσία

3

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987 ορίζει ότι «[η] παρούσα οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητος κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1».

4

Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι η οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών να διατυπώνουν ορισμούς των εννοιών «μισθωτός», «εργοδότης», «αμοιβή εργασίας», «κεκτημένο δικαίωμα» και «δικαίωμα προσδοκίας».

5

Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 80/987 προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε οι οργανισμοί εγγύησης να εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας περιλαμβανομένης όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία της καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.»

6

Το άρθρο 10, στοιχεία α’ και β’, της οδηγίας 80/987 ορίζει τα ακόλουθα:

«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών:

α)

να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα που αποσκοπούν την αποτροπή καταχρήσεων,

β)

να αρνούνται ή να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής του άρθρου 3 ή την υποχρέωση εγγυήσεως του άρθρου 7, αν είναι φανερό ότι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως δεν δικαιολογείται λόγω της υπάρξεως ιδιαιτέρων δεσμών μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη και [κοινών συμφερόντων] που πραγματώνονται με συμπαιγνία μεταξύ τους.»

7

Σύμφωνα με το άρθρο της 3, η οδηγία 2002/74 τέθηκε σε ισχύ στις 8 Οκτωβρίου 2002.

Η ισπανική νομοθεσία

Οι απαιτήσεις την πληρωμή των οποίων αναλαμβάνει το Fogasa

8

Το άρθρο 33, παράγραφος 1, του νομοθετικού βασιλικού διατάγματος 1/1995, περί εγκρίσεως του τροποποιηθέντος κειμένου του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων (Estatuto de los Trabajadores), της 24ης Μαρτίου 1995 (BOE αριθ. 75, της 29ης Μαρτίου 1995, σ. 9654), όπως ισχύει από τις 14 Δεκεμβρίου 2002 (στο εξής: νόμος περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων), ορίζει τα εξής:

«Το Ταμείο εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία […] καταβάλλει στους εργαζομένους το ποσό των μισθών που τους οφείλονται σε περίπτωση αφερεγγυότητας, αναστολής πληρωμών, πτωχεύσεως ή δικαστικής εξυγιάνσεως των επιχειρηματιών.

Για τους σκοπούς του προηγουμένου εδαφίου, μισθός θεωρείται το ποσό το οποίο αναγνωρίζεται ως τέτοιος στην πράξη συμβιβασμού ή στη δικαστική απόφαση, σε όλες τις περιπτώσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 26, παράγραφος 1, καθώς και οι “salarios de tramitación” στις προβλεπόμενες από τον νόμο περιπτώσεις […]».

9

Το άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, όπως είχε διατυπωθεί με τον νόμο 60/1997, της 19ης Δεκεμβρίου 1997 (BOE αριθ. 304, της 20ής Δεκεμβρίου 1997, σ. 37453), όρισε τα ακόλουθα:

«Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, το Ταμείο εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία καταβάλλει τις αποζημιώσεις που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική ή διοικητική απόφαση υπέρ των εργαζομένων λόγω απολύσεως ή λύσεως της συμβάσεως κατά τα άρθρα 50, 51 και 52, στοιχείο c, του παρόντος νόμου, επί ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο, εξυπακουομένου ότι τo ημερoμίσθιο που λαμβάνεται ως βάση τoυ υπoλoγισμoύ δεν μπoρεί να υπερβαίνει τo διπλάσιo τoυ κατώτατου διεπαγγελματικoύ μισθoύ.

[…]»

10

Το άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με τη διατύπωσή του που περιέχεται στον νόμο 43/2006, της 29ης Δεκεμβρίου 2006, για τη βελτίωση της αναπτύξεως και της απασχολήσεως (BOE αριθ. 312, της 30ής Δεκεμβρίου 2006, σ. 46586), η οποία προήλθε από το βασιλικό νομοδιάταγμα 5/2006 (Real Decreto Ley 5/2006), της 9ης Ιουνίου 2006 (BOE αριθ. 141, της 14ης Ιουνίου 2006, σ. 22670), που τέθηκε σε ισχύ στις 15 Ιουνίου 2006, ορίζει τα ακόλουθα:

«Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, το Ταμείο εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία καταβάλλει τις αποζημιώσεις που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση, διάταξη, πράξη δικαστικού συμβιβασμού ή διοικητική απόφαση υπέρ των εργαζομένων, λόγω απολύσεως ή λύσεως της συμβάσεως κατά τα άρθρα 50, 51 και 52 του παρόντος νόμου, και σύμφωνα με το άρθρο 64 του νόμου 22/2003, της 9ης Ιουλίου, περί πτωχεύσεως […]».

11

Σύμφωνα με το άρθρο 56 του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, η παράνομη απόλυση, που έχει αναγνωριστεί ως τοιαύτη από τον εργοδότη με πράξη εξώδικου ή δικαστικού συμβιβασμού ή έχει κηρυχθεί παράνομη με δικαστική απόφαση, συνεπάγεται για τον εργοδότη υποχρέωση καταβολής στον εργαζόμενο, αφενός, των «salarios de tramitación», ήτοι των μισθών που κατέστησαν απαιτητοί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αμφισβητήσεως της απολύσεως, και, αφετέρου, της αποζημιώσεως λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας.

Ο εξώδικος συμβιβασμός

12

Το νομοθετικό βασιλικό διάταγμα 2/1995, περί εγκρίσεως του τροποποιηθέντος κειμένου του νόμου περί της διαδικασίας εργατικών διαφορών (Ley de Procedimiento laboral), της 7ης Απριλίου 1995 (BOE αριθ. 86, της 11ης Απριλίου 1995, σ. 10695, στο εξής: LPL), προβλέπει, μεταξύ άλλων, τους κανόνες του εξώδικου ή προδικαστικού συμβιβασμού.

13

Το άρθρο 67 του LPL, που προβλέπει τους κανόνες αμφισβητήσεως της συμφωνίας συμβιβασμού, ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Η συμφωνία συμβιβασμού μπορεί να αμφισβητηθεί από τα μέρη και από εκείνους στους οποίους ενδέχεται να προξενήσει ζημία, ενώπιον του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως που αποτέλεσε αντικείμενο του συμβιβασμού, με άσκηση αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας για τους λόγους που καθιστούν ανίσχυρες τις συμβάσεις.

2.   Αγωγή δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την παρέλευση 30 ημερών από τη σύναψη της συμφωνίας. Για τους ενδεχομένως ζημιούμενους, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει από την ημέρα κατά την οποία έλαβαν γνώση της συμφωνίας.»

14

Η λειτουργία των υπηρεσιών συμβιβασμού διέπεται από το βασιλικό διάταγμα 2756/1979, της 23ης Νοεμβρίου 1979 (BOE αριθ. 291, της 5ης Δεκεμβρίου 1979, σ. 28015), που καθορίζει τον ρόλο του Instituto de Mediación, Arbitraje y Conciliación (Κέντρου διαμεσολαβήσεως, διαιτησίας και συμβιβασμού). Τα άρθρα 5, 8, 10 και 11 του εν λόγω βασιλικού διατάγματος ορίζουν τα ακόλουθα:

«Άρθρο 5

1.   Η διαδικασία συμβιβασμού διεξάγεται ενώπιον των οργάνων του Κέντρου διαμεσολαβήσεως, διαιτησίας και συμβιβασμού του τόπου της παροχής υπηρεσιών ή της κατοικίας των ενδιαφερομένων, κατ’ επιλογήν του αιτούντος τον συμβιβασμό.

2.   Η διαδικασία συμβιβασμού διεξάγεται ενώπιον του διευθυντή, του προέδρου του διαιτητικού δικαστηρίου, του γραμματέα ή κάθε άλλου υπαλλήλου του Κέντρου, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει πτυχίο («Licenciatura») Νομικής.

Τα μέρη της διαδικασίας συμβιβασμού πρέπει να έχουν την ίδια ικανότητα με εκείνη που απαιτείται για τους διαδίκους σε δίκη εργατικής διαφοράς.

[…]

Άρθρο 8

1.   Όταν η αίτηση παραληφθεί και πρωτοκολληθεί, εξετάζεται προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Ζητούνται, ενδεχομένως, οι αναγκαίες διευκρινίσεις ώστε να γίνει σωστά η κλήση των ενδιαφερομένων. Αντίγραφο δεόντως χρονολογημένο και χαρτοσημασμένο παραδίδεται, έναντι υπογραφής, στον καλούμενο, που ενημερώνεται για τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του συμβιβασμού, που πρέπει να διεξαχθεί εντός των νομίμων προθεσμιών. Σε περίπτωση που ο καλούμενος δεν είναι ο αιτών τον συμβιβασμό και δεν αποδέχεται την κλήση, αυτή κοινοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως και στους λοιπούς ενδιαφερομένους.

[…]

Άρθρο 10

Μετά την έναρξη της συνεδριάσεως, ο διαμεσολαβητής, αφού καλέσει τα μέρη, τα οποία μπορούν να συνοδεύονται από πρόσωπο της εμπιστοσύνης του, εξακριβώνει την ταυτότητά τους, την ικανότητά τους και της εξουσία εκπροσωπήσεως και, αφού συγκατατεθεί ο αιτών τον συμβιβασμό, τους δίνει τον λόγο για να εκθέσουν τα αιτήματά τους και τους ισχυρισμούς τους, ενώ η προσκόμιση εγγράφων και άλλων δικαιολογητικών είναι προαιρετική.

Στη συνέχεια, ο διαμεσολαβητής καλεί τους ενδιαφερομένους να καταλήξουν σε συμφωνία βοηθούμενοι, ενδεχομένως, από τα πρόσωπα της εμπιστοσύνης τους, δίνοντάς τους τον λόγο όσες φορές απαιτείται και προτείνοντάς τους, ενδεχομένως, δίκαιες λύσεις. Τηρεί την τάξη κατά τη συζήτηση και έχει τη δυνατότητα να τη διακόπτει αν η συζήτηση διαταραχθεί ή αν αποδειχθεί ότι είναι αδύνατη η επίτευξη συμφωνίας: σε αμφότερες τις περιπτώσεις η διαδικασία θεωρείται ότι δεν κατέληξε σε συμφωνία.

Ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικά της συνεδριάσεως και καταγράφει κατά τον απλούστερο δυνατό τρόπο το περιεχόμενο των συμφωνιών τις οποίες συνάπτουν οι ενδιαφερόμενοι. Αν δεν συναφθεί καμία συμφωνία, προβαίνει σε ρητή διαπίστωση περί αυτού.

Η πράξη υπογράφεται από τους ενδιαφερομένους και από τον διαμεσολαβητή και, αν κάποιος από αυτούς δεν ξέρει ή δεν μπορεί να υπογράψει, αυτό διευκρινίζεται, οπότε αναλαμβάνει να υπογράψει το πρόσωπο της εμπιστοσύνης του. Ομοίως, η άρνηση της υπογραφής σημειώνεται ρητώς, καθώς και οι λόγοι της αρνήσεως, εφόσον είναι γνωστοί, οπότε η διαδικασία θεωρείται ότι δεν κατέληξε σε συμφωνία.

Αμέσως μετά την πράξη συμβιβασμού, ο διαμεσολαβητής παραδίδει στους ενδιαφερομένους επικυρωμένο αντίγραφο των πρακτικών.

Άρθρο 11

Ό,τι αποφασίζεται στο πλαίσιο συμβιβασμού ενώπιον του Κέντρου διαμεσολαβήσεως, διαιτησίας και συμβιβασμού αποτελεί εκτελεστή απόφαση που πρέπει να αναγνωρίζεται από τα εργατοδικεία.

[…]»

Ο δικαστικός συμβιβασμός

15

Ο δικαστικός συμβιβασμός διέπεται από το άρθρο 84 του LPL, το οποίο έχει την εξής διατύπωση:

«1.   Το δικαιοδοτικό όργανο, αποφασίζοντας σε δημόσια συνεδρίαση, προσπαθεί να επιτύχει συμβιβασμό υποδεικνύοντας στους διαδίκους τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, υπό την επιφύλαξη του περιεχομένου τυχόν αποφάσεως. Αν το δικαιοδοτικό όργανο εκτιμά ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας συμβιβασμού προξενεί σοβαρή ζημία ενός των διαδίκων, συνεπάγεται καταστρατήγηση νόμου ή συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, δεν εγκρίνει τη συμφωνία.

2.   Το δικαιοδοτικό όργανο μπορεί να εγκρίνει τη συμφωνία οποτεδήποτε προτού εκδώσει την απόφασή του.

[…]»

16

Όσον αφορά τη συμμετοχή του Fogasa στις ένδικες διαδικασίες εργατικού δικαίου, το άρθρο 23 του LPL ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Το Ταμείο εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία μπορεί να παρίσταται ως διάδικος οποτεδήποτε σε δίκη δυνάμενη να οδηγήσει στην καταβολή, εκ μέρους του εν λόγω Ταμείου εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία, μισθών ή αποζημιώσεων στους εργαζομένους· η παρέμβασή του ούτε επιβραδύνει ούτε αναστέλλει τη διαδικασία.

[…]»

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του Fogasa

17

Τα άρθρα 274 και 275 του LPL, που διέπουν τη συμμετοχή του Fogasa στη διαδικασία κηρύξεως της αφερεγγυότητας των επιχειρήσεων, ορίζουν τα ακόλουθα:

«Άρθρο 274

1.   Πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας, το Ταμείο εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία, αν δεν έχει κληθεί προς τούτο προηγουμένως, καλείται να διατυπώσει την άποψή του, ώστε να μπορέσει να ζητήσει τη λήψη των κατάλληλων μέτρων και να προσδιορίσει τα περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη των οποίων γνωρίζει την ύπαρξη.

2.   Εντός τριάντα ημερών από τη λήψη των μέτρων που ζήτησε το Ταμείο εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία, το επιληφθέν δικαστήριο εκδίδει διάταξη με την οποία κηρύσσει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την πλήρη ή μερική αφερεγγυότητα του εργοδότη και καθορίζει την αξία στην οποία εκτιμώνται τα κατασχώμενα περιουσιακά στοιχεία. Η αφερεγγυότητα θεωρείται, εν πάση περιπτώσει, προσωρινή, έως ότου γίνουν γνωστά τα περιουσιακά στοιχεία του εργοδότη ή έως ότου τα κατασχεθέντα περιουσιακά στοιχεία πωληθούν.

[…]

Άρθρο 275

1.   Οσάκις τα δυνάμενα να κατασχεθούν περιουσιακά στοιχεία χρησιμοποιούνται στη διαδικασία παραγωγής της οφειλέτριας επιχειρήσεως και εκείνη συνεχίζει τη δραστηριότητά της, το Ταμείο εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία μπορεί να ζητήσει την αναστολή της εκτελέσεως, για περίοδο τριάντα ημερών […].

2.   Όταν το Ταμείο εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία διαπιστώνει την αδυναμία εξοφλήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία, […] την καθιστά γνωστή, αιτιολογώντας την κρίση του, ζητώντας την κήρυξη της αφερεγγυότητας προς τον αποκλειστικό σκοπό της αναγνωρίσεως των εγγυημένων απαιτήσεων από μισθωτή εργασία.»

18

Το άρθρο 28, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος 505/1985, της 6ης Μαρτίου 1985, περί οργανώσεως και λειτουργίας του Ταμείου εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία (BOE αριθ.92, της 17ης Απριλίου 1985, σ. 10203), θεσπίζει τους κανόνες σχετικά με την εξέταση των αιτήσεων αναλήψεως των απαιτήσεων από το Fogasa ως εξής:

«Κατά το πέρας, ενδεχομένως, της περιόδου εξετάσεως που αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 2, ο γενικός γραμματέας εκδίδει εντός πενθημέρου απόφαση, με την οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει ή απορρίπτει τις αιτήσεις. Είναι απορριπτέες οι καταχρηστικώς ή δολίως υποβαλλόμενες αιτήσεις παροχής ή εκείνες των οποίων η καταβολή των παροχών δεν δικαιολογείται λόγω της υπάρξεως κοινού συμφέροντος των μισθωτών και των εργοδοτών να δημιουργήσουν την εντύπωση αφερεγγυότητας κατά τα κριτήρια του νόμου προς τον σκοπό της εισπράξεως των παροχών από το Ταμείο εγγυήσεως των απαιτήσεων από μισθωτή εργασία.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

19

Η Μ. Μ. Robledillo Núñez, ενάγουσα της κύριας δίκης, ανήκε στο προσωπικό της εταιρίας Linya Fish SL (στο εξής: εταιρία Linya Fish) από τις 4 Οκτωβρίου 2001 έως τις 28 Ιανουαρίου 2003, ημερομηνία κατά την οποία η εταιρία αυτή την απέλυσε.

20

Κατόπιν της αιτήσεως συμβιβασμού που υπέβαλε η Μ. Μ. Robledillo Núñez ενώπιον του Κέντρου διαμεσολαβήσεως, διαιτησίας και συμβιβασμού του Algeciras, τα μέρη συνήψαν, στις 2 Απριλίου 2003, συμφωνία συμβιβασμού λόγω του παράνομου χαρακτήρα της απολύσεως, δυνάμει της οποίας η εταιρία Linya Fish αναγνώρισε ότι όφειλε στην Μ. Μ. Robledillo Núñez το ποσό των 1237 ευρώ (στο εξής: αποζημίωση λόγω απολύσεως), καίτοι, κατά το αιτούν δικαστήριο, η αποζημίωση αυτή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 1186 ευρώ.

21

Στις 5 Μαΐου 2004, στο πλαίσιο εκτελεστής αποφάσεως την οποία εξέδωσε το εν λόγω δικαστήριο κατόπιν αγωγής της Μ. Μ. Robledillo Núñez κατά της εταιρίας Linya Fish, εκδόθηκε απόφαση περί προσωρινής αναγνωρίσεως της αφερεγγυότητας. Στις 26 Νοεμβρίου 2004, βάσει της τελευταίας αυτής αποφάσεως, η Μ. Μ. Robledillo Núñez ζήτησε από το Fogasa να της καταβάλει την παροχή που αντιστοιχούσε στην αποζημίωση λόγω απολύσεως την οποία η εταιρία αυτή δεν της είχε καταβάλει.

22

Με απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2005, το Fogasa απέρριψε την αίτηση αυτή ολοσχερώς, με την αιτιολογία ότι η αποζημίωση λόγω απολύσεως δεν είχε αναγνωριστεί με δικαστική ή διοικητική απόφαση.

23

Στις 5 Μαΐου 2006, η Μ. Μ. Robledillo Núñez προσέφυγε ενώπιον του Juzgado de lo Social Único de Algeciras κατά της εν λόγω αποφάσεως του Fogasa. Αμφισβητεί την άρνηση του τελευταίου να της καταβάλει την αποζημίωση λόγω απολύσεως την οποία προβλέπει η συμφωνία συμβιβασμού.

24

Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, στο σκεπτικό της αποφάσεως περί παραπομπής, ότι το ισπανικό δίκαιο, στο άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων όπως αυτό ίσχυε πριν από τις 15 Ιουνίου 2006, προβλέπει μεν την καταβολή των οφειλομένων αποζημιώσεως λόγω λήξεως της εργασιακής σχέσεως, μόνον όμως όταν οι αποζημιώσεις αυτές έχουν αναγνωριστεί με δικαστική ή διοικητική απόφαση υπέρ των εργαζομένων λόγω απολύσεως ή λύσεως της συμβάσεως. Συνεπώς, εφόσον δεν μνημονεύονται στην εν λόγω διάταξη του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, οι αποζημιώσεις που αναγνωρίζονται στο πλαίσιο διαδικασίας εξώδικου συμβιβασμού δεν περιλαμβάνονται, κατά το αιτούν δικαστήριο, στις αποζημιώσεις των οποίων η καταβολή βαρύνει το Fogasa.

25

Παραπέμποντας στη διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C-177/05, Guerrero Pecino (Συλλογή 2005, σ. I-10887), που αφορά αποζημίωση καθορισθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικού συμβιβασμού, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει τη διαφορά μεταξύ του εξώδικου και του δικαστικού συμβιβασμού, υπό την έννοια ότι ο τελευταίος πραγματοποιείται ενώπιον δικαστηρίου, το οποίο εξάλλου μπορεί να αρνηθεί να τον εγκρίνει κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 84, παράγραφος 1, του LPL, ενώ ο εξώδικος συμβιβασμός πραγματοποιείται ενώπιον οργάνου επιφορτισμένου ειδικά με τα καθήκοντα αυτά, το οποίο δεν έχει καμία δυνατότητα ελέγχου του περιεχομένου της συμφωνίας και καμία αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίψει την εν λόγω συμφωνία. Αυτή η εκ του νόμου διαφορά μεταξύ των δύο ειδών συμβιβασμού αποσκοπεί στον περιορισμό των πιθανών περιπτώσεων δόλιας συμπεριφοράς. Ωστόσο, κατά το ίδιο δικαστήριο, το Fogasa θα μπορούσε κάλλιστα να αρνηθεί την καταβολή της αποζημιώσεως λόγω απολύσεως που καθορίζεται στο πλαίσιο διαδικασίας εξώδικου συμβιβασμού στηριζόμενο στη διαπίστωση απάτης στο πλαίσιο της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται για την είσπραξη παροχών από τον οργανισμό αυτόν σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη.

26

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Juzgado de lo Social Único de Algeciras αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Υπό το πρίσμα της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, πρέπει να θεωρηθεί ότι η διαφορετική μεταχείριση που προβλέπει το άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, ως έχει σήμερα και ως είχε μέχρι τις 14 Ιουνίου 2006, δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη και ότι, κατά συνέπεια, η αποζημίωση λόγω απολύσεως που αναγνωρίζεται στον εργαζόμενο δυνάμει εξώδικου συμβιβασμού εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 80/987 […], όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/74 […], δεδομένου ότι το άρθρο 33, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου περί της νομικής καταστάσεως των υπαλλήλων επιτρέπει αυτό το είδος συμβιβασμού για την καταβολή, εκ μέρους του οργανισμού εγγυήσεως, των “salarios de tramitación” που οφείλονται συνεπεία της ίδιας απολύσεως;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

27

Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο, στηριζόμενο στην προμνησθείσα διάταξη Guerrero Pecino, ερωτά αν η εξαίρεση των αποζημιώσεων λόγω παράνομης απολύσεως από την εγγύηση καταβολής που διασφαλίζεται από τους οργανισμούς εγγυήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 80/987 δικαιολογείται αντικειμενικά, ως μέτρο απαραίτητο προς αποτροπή των καταχρήσεων που έχει θεσπιστεί δυνάμει του άρθρου 10, στοιχείο α’, της ίδιας οδηγίας, όταν οι εν λόγω αποζημιώσεις έχουν αναγνωριστεί με πράξη εξώδικου συμβιβασμού.

28

Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 80/987, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι οργανισμοί εγγύησης να εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας συμπεριλαμβανομένης, όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, της καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.

29

Επομένως, η επίδικη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 80/987, εφόσον εντάσσει την καταβολή των αποζημιώσεων λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας στην προστασία που παρέχει ο αρμόδιος οργανισμός εγγυήσεως, και τούτο μολονότι δεν υπείχε καμία υποχρέωση να το πράξει δυνάμει του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής (βλ. αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C-81/05, Cordero Alonso, Συλλογή 2006, σ. I-7569, σκέψη 31, και της 17ης Ιανουαρίου 2008, C-246/06, Velasco Navarro, Συλλογή 2008, σ. I-105, σκέψη 3).

30

Επομένως, η ευχέρεια που η εν λόγω οδηγία αναγνωρίζει στο εθνικό δίκαιο όσον αφορά τον καθορισμό των παροχών με την καταβολή των οποίων βαρύνεται ο οργανισμός εγγυήσεως υπόκειται στις επιταγές που απορρέουν από τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων (αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-442/00, Rodríguez Caballero, Συλλογή 2002, σ. I-11915, σκέψεις 29 έως 33, καθώς και της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C-520/03, Olaso Valero, Συλλογή 2004, σ. I-12065, σκέψεις 34 και 35).

31

Εφόσον οι παρανόμως απολυόμενοι εργαζόμενοι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση καθόσον δικαιούνται αποζημίωση σε περίπτωση μη αναπροσλήψεως (βλ. προμνησθείσες αποφάσεις Rodríguez Caballero, σκέψη 33, και Olaso Valero, σκέψη 35), οι αποζημιώσεις λόγω απολύσεως που αναγνωρίζονται στο πλαίσιο εξώδικου συμβιβασμού δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τις λοιπές οφειλόμενες αποζημιώσεως και να εξαιρούνται από τις αποζημιώσεις του άρθρου 33, παράγραφος 2, του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, εκτός αν αυτή η διαφορά μεταχειρίσεως δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα διάταξη Guerrero Pecino, σκέψεις 26 και 28, καθώς και προμνησθείσα απόφαση Olaso Valero, σκέψεις 34 και 36).

32

Όσον αφορά τη δικαιολόγηση αυτή, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 10, στοιχείο α’, της οδηγίας 80/987 παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα προς αποτροπή των καταχρήσεων (βλ. προμνησθείσα απόφαση Rodríguez Caballero, σκέψη 36). Προς τον σκοπό αυτόν, το ισπανικό δίκαιο προβλέπει ότι οι αποζημιώσεις λόγω απολύσεως που χορηγούνται κατόπιν εξώδικου συμβιβασμού εξαιρούνται από την ευεργετική ρύθμιση της αναλήψεώς τους από το Fogasa.

33

Μια τέτοια εξαίρεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού του εν λόγω άρθρου 10, στοιχείο α’, όταν ο οργανισμός εγγυήσεως διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να μπορεί να αποφύγει τις καταχρήσεις. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν ο συμβιβασμός πραγματοποιείται υπό την επίβλεψη δικαιοδοτικού οργάνου (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσες αποφάσεις Rodríguez Caballero, σκέψεις 36 και 37, και Olaso Valero, σκέψη 37).

34

Συναφώς, η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι ο εξώδικος συμβιβασμός δεν είναι συγκρίσιμος με τον δικαστικό συμβιβασμό λόγω του ότι δεν ενέχει επαρκείς εγγυήσεις ικανές να αποτρέψουν τις καταχρήσεις. Αντιθέτως, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θεωρεί ότι η διαφορά μεταχειρίσεως την οποία αναφέρεται στην απόφαση περί παραπομπής δεν στηρίζεται σε καμία αντικειμενική δικαιολογία. Το Fogasa διαθέτει κατάλληλα και επαρκή μέτρα για να διαπιστώνει και να εμποδίζει τις απάτες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

35

Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, η συμφωνία σχετικά με τις αποζημιώσεις λόγω απολύσεως που συνάπτεται στο πλαίσιο διαδικασίας εξώδικου συμβιβασμού δεν συνάπτεται παρουσία δικαιοδοτικού οργάνου. Ειδικότερα, η κατάρτιση μιας τέτοιας συμφωνίας δεν γίνεται υπό την επίβλεψη δικαστή. Όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 10 του βασιλικού διατάγματος 2756/1979, ο διαμεσολαβητής δεν διαθέτει εξουσίες που να του επιτρέπουν να επηρεάσει τη διαδικασία συμβιβασμού.

36

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το άρθρο 23 του LPL δεν προβλέπει την παρέμβαση του Fogasa κατά τη διαδικασία εξώδικου συμβιβασμού. Σε αντίθεση προς τη διαδικασία δικαστικού συμβιβασμού, δεν επιτρέπεται στον οργανισμό εγγυήσεως να συμμετέχει σε διαδικασία εξώδικου συμβιβασμού. Κατά συνέπεια, στην πράξη, το Fogasa δεν είναι σε θέση να λαμβάνει γνώση των περιστάσεων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετούν κατάχρηση ή απάτη.

37

Ομοίως, η συμμετοχή του Fogasa στη διαδικασία κηρύξεως της αφερεγγυότητας ενός συγκεκριμένου εργοδότη δεν επιτρέπει στον οργανισμό αυτόν να εναντιωθεί σε οφειλή σχετική με αποζημιώσεις λόγω απολύσεως την οποία υποψιάζεται ότι αναγνωρίστηκε καταχρηστικώς. Πράγματι, από τα άρθρα 274 και 275 του LPL προκύπτει ότι η διαδικασία αυτή αφορά αποκλειστικά την ύπαρξη της αφερεγγυότητας του εργοδότη και την κήρυξή της. Αντιθέτως, εφόσον έχει κηρυχθεί η αφερεγγυότητα, η εν λόγω διαδικασία δεν έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας των οφειλών με τις οποίες επιβαρύνεται το Fogasa.

38

Δεύτερον, σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα 2756/1979, η διαδικασία εξώδικου συμβιβασμού που καταλήγει σε συμφωνία σχετικά με τις αποζημιώσεις λόγω απολύσεως διεξάγεται ενώπιον των οργάνων του Κέντρου διαμεσολαβήσεως, διαιτησίας και συμβιβασμού. Η κατά τον τρόπο αυτό συναπτόμενη συμφωνία δεν υποβάλλεται σε κάποιο δικαιοδοτικό όργανο προς έγκριση, καθόσον ο διαμεσολαβητής δεν έχει την εξουσία να ελέγξει το περιεχόμενο της συμφωνίας όπως μπορεί να το πράξει το δικαιοδοτικό όργανο, δυνάμει του άρθρου 84 του LPL, στο πλαίσιο δικαστικού συμβιβασμού.

39

Όσον αφορά, τρίτον, τη δυνατότητα του οργανισμού εγγυήσεως να αρνηθεί, με αιτιολογημένη απόφαση, την καταβολή της αποζημιώσεως λόγω απολύσεως με την οποία βαρύνεται (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, προμνησθείσα απόφαση Rodríguez Caballero, σκέψη 36), από το άρθρο 28, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος 505/1985 προκύπτει ότι ο οργανισμός αυτός έχει εξουσία να απορρίψει την αίτηση καταβολής μόνον αν είναι σε θέση, παραδείγματος χάριν στο πλαίσιο μεταγενέστερης ένδικης διαδικασίας, να αποδείξει την ύπαρξη περιστάσεων που να επιτρέπουν να συναχθεί ότι συντρέχει περίπτωση καταχρήσεως κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Όμως, στην πράξη, δύσκολα γίνεται αντιληπτό πώς ο ενδιαφερόμενος οργανισμός εγγυήσεως θα μπορέσει, εφόσον παραστεί ανάγκη, να διαπιστώσει και να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιων περιστάσεων, καθόσον δεν επιτρέπεται η συμμετοχή του οργανισμού αυτού στη διαδικασία εξώδικου συμβιβασμού. Αυτό ισχύει επίσης και ως προς τη δυνατότητα του οργανισμού εγγυήσεως να ασκήσει αγωγή δυνάμει του άρθρου 67, παράγραφος 1, του LPL.

40

Πρέπει να συναχθεί ότι οι αποζημιώσεις λόγω απολύσεως που αναγνωρίζονται με πράξη εξώδικου συμβιβασμού δεν παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις προς αποτροπή των καταχρήσεων, σε αντίθεση προς τις αποζημιώσεις που ορίζονται στο πλαίσιο διαδικασίας συμβιβασμού που διεξάγεται παρουσία δικαιοδοτικού οργάνου και στην οποία ο οργανισμός εγγυήσεως έχει το δικαίωμα να παρέμβει.

41

Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί από τη ρύθμιση σχετικά με τους «salarios de tramitación» του άρθρου 33, παράγραφος 1, του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, το οποίο δεν προβλέπει προστασία, προς αποτροπή των καταχρήσεων, αντίστοιχη προς εκείνη που προβλέπεται για τις αποζημιώσεις που χορηγούνται δυνάμει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου 33. Συναφώς, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι με το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο ερωτάται και αν, για τις αποζημιώσεις που προβλέπει η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 33, το επίμαχο μέτρο προστασίας είναι πράγματι αναγκαίο από πλευράς του άρθρου 10, στοιχείο α’ της οδηγίας 80/987.

42

Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, ως εκ της φύσεώς τους, απαιτήσεις όπως οι «salarios de tramitación» δεν μπορούν, γενικώς, να αποτελέσουν αντικείμενο καταχρηστικού καθορισμού όταν αναγνωρίζονται με πράξη εξώδικου συμβιβασμού. Οι απαιτήσεις αυτές, δεδομένου ότι υπολογίζονται και καθορίζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, δεν αφήνουν, σε αντίθεση προς τις αποζημιώσεις που υπολογίζονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 33, παράγραφος 2, του νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, αρκετά σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως στα μέρη ώστε να τα ωθήσουν σε καταχρηστικό καθορισμό τους.

43

Συνεπώς, η ανάγκη εξαιρέσεως των αποζημιώσεων που αναγνωρίζονται με πράξη εξώδικου συμβιβασμού από την εγγύηση της καταβολής των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγυήσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί υπό το φως της αντιμετωπίσεως που επιφυλάσσεται σε απαιτήσεις όπως οι «salarios de tramitación».

44

Βάσει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 80/987 έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να εξαιρέσει αποζημιώσεις χορηγούμενες λόγω παράνομης απολύσεως από την εγγύηση καταβολής τους από τον οργανισμό εγγυήσεως δυνάμει της διατάξεως αυτής όταν οι αποζημιώσεις αυτές αναγνωρίζονται με πράξη εξώδικου συμβιβασμού και όταν η εξαίρεση αυτή, αντικειμενικώς δικαιολογημένη, συνιστά αναγκαίο μέτρο για την αποτροπή καταχρήσεων υπό την έννοια του άρθρου 10, στοιχείο α’, της ίδιας οδηγίας.

Επί των δικαστικών εξόδων

45

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να εξαιρέσει αποζημιώσεις χορηγούμενες λόγω παράνομης απολύσεως από την εγγύηση καταβολής τους από τον οργανισμό εγγυήσεως δυνάμει της διατάξεως αυτής όταν οι αποζημιώσεις αυτές αναγνωρίζονται με πράξη εξώδικου συμβιβασμού και όταν η εξαίρεση αυτή, αντικειμενικώς δικαιολογημένη, συνιστά αναγκαίο μέτρο για την αποτροπή καταχρήσεων υπό την έννοια του άρθρου 10, στοιχείο α’, της ίδιας οδηγίας.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.