ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 30ής Απριλίου 2009 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως — Κρατικές ενισχύσεις — Εγκατάσταση επιχειρήσεως σε ορισμένα τρίτα κράτη — Δάνεια με μειωμένο επιτόκιο — Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών — Στρέβλωση του ανταγωνισμού — Εμπόριο με τρίτα κράτη — Απόφαση της Επιτροπής — Έλλειψη νομιμότητας της κρατικής ενισχύσεως — Υποχρέωση αιτιολογήσεως»
Στην υπόθεση C-494/06 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ασκηθείσα στις 24 Νοεμβρίου 2006,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους V. Di Bucci και E. Righini, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
όπου οι έτεροι διάδικοι είναι:
η Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον P. Gentili, avvocato dello Stato,
η Wam SpA, με έδρα το Cavezzo της Modena (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον E. Giliani, δικηγόρο (avvocato),
προσφεύγουσες πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič, A. Tizzano, A. Borg Barthet (εισηγητή) και E. Levits, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: Maria Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21 Φεβρουαρίου 2008,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 20ής Νοεμβρίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, T-304/04 και T-316/04, Ιταλία και WAM κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση 2006/177/ΕΚ της Επιτροπής, της , σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 4/2003 (πρώην NN 102/2002) που χορήγησε η Ιταλία υπέρ της WAM SpA (ΕΕ 2006, L 63, σ. 11, στο εξής: επίδικη απόφαση). |
Το ιστορικό της διαφοράς
|
2 |
Το άρθρο 2 του νόμου 394, της 29ης Ιουλίου 1981 (GURI αριθ. 206, της ), περί μέτρων υποστηρίξεως των ιταλικών εξαγωγών, αποτελεί τη νομική βάση δυνάμει της οποίας οι ιταλικές αρχές διαθέτουν την ευχέρεια να χρηματοδοτούν μέσω επιδοτήσεων τις εξαγωγικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο προγραμμάτων εμπορικής διεισδύσεως στα τρίτα κράτη. |
|
3 |
Η Wam SpA (στο εξής: Wam) είναι ιταλική εταιρία η οποία σχεδιάζει, κατασκευάζει και πωλεί μηχανήματα αναμείξεως τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως στη βιομηχανία τροφίμων, χημικών, φαρμακευτικών και περιβαλλοντικών προϊόντων. |
|
4 |
Οι ιταλικές αρχές αποφάσισαν στις 24 Νοεμβρίου 1995 να χορηγήσουν στη Wam μια πρώτη ενίσχυση, συνιστάμενη σε δάνειο με μειωμένο επιτόκιο ύψους 2281485000 ιταλικών λιρών (LIT) (περίπου 1,18 εκατομμύρια ευρώ), για την εφαρμογή προγραμμάτων εμπορικής διεισδύσεως στην Ιαπωνία, στη Νότια Κορέα και στην Ταϊβάν. Λόγω της οικονομικής κρίσεως η οποία ξέσπασε στην Κορέα και στην Ταϊβάν, δεν υλοποιήθηκαν τα σχέδια στις δύο αυτές χώρες. Στην πραγματικότητα, η Wam έλαβε δάνειο ύψους 1358505421 ITL (περίπου 700000 ευρώ), προκειμένου να ελαφρυνθεί το κόστος σχετικά με τις μόνιμες εγκαταστάσεις και τα έξοδα εμπορικής προωθήσεως στην Άπω Ανατολή. |
|
5 |
Στις 9 Νοεμβρίου 2000 οι ίδιες αρχές αποφάσισαν να χορηγήσουν στη Wam δεύτερη ενίσχυση συνιστάμενη σε επιπλέον δάνειο με μειωμένο επιτόκιο ύψους 3603574689 LIT (περίπου 1,8 εκατομμύρια ευρώ). Το χρηματοδοτούμενο με το εν λόγω δάνειο πρόγραμμα επρόκειτο να υλοποιηθεί στην Κίνα από τις Wam και Wam Bulk Handling Machinery (Shanghai) Co. Ltd, τοπική εταιρία ελεγχόμενη πλήρως από τη Wam. |
|
6 |
Κατόπιν καταγγελίας η οποία της υποβλήθηκε το 1999, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία ελέγχου σχετικά με τις φερόμενες ως ευνοούσες τη Wam κρατικές ενισχύσεις. Στις 21 Ιανουαρίου 2003 η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία ελέγχου, όπως προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, αντικείμενο της οποίας ήταν οι φερόμενες ως ευνοούσες τη Wam εν λόγω ενισχύσεις. |
|
7 |
Η Επιτροπή εξέδωσε στις 19 Μαΐου 2004 την επίδικη απόφαση. Όσον αφορά το ερώτημα αν η πρώτη και η δεύτερη ενίσχυση (στο εξής: επίδικες ενισχύσεις) συνιστούν «κρατική ενίσχυση», κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, η επίδικη απόφαση διευκρινίζει στα σημεία 75 έως 79 των αιτιολογικών σκέψεών της:
|
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
|
8 |
Η Ιταλική Δημοκρατία, αφενός, και η Wam, αφετέρου, άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγές ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως. Ακολούθως, οι δύο προσφυγές ενώθηκαν προς συνεκδίκαση. Η Ιταλική Δημοκρατία προέβαλε επτά λόγους ακυρώσεως με το δικόγραφο της προσφυγής της, ενώ η Wam δέκα. Μία από τις προβληθείσες αιτιάσεις συνίστατο στην ανεπαρκή αιτιολόγηση της επίδικης αποφάσεως εκ μέρους της Επιτροπής. |
|
9 |
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δεύτερο τμήμα του Πρωτοδικείου ακύρωσε την επίδικη απόφαση. Προκειμένου να καταλήξει στην απόφανσή του αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι συνέτρεχε αθέτηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εκ μέρους της Επιτροπής. |
|
10 |
Στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι ο χαρακτηρισμός ως «ενισχύσεως», ήτοι ως κρατικής ενισχύσεως ασύμβατης προς την κοινή αγορά, απαιτεί να πληρούνται όλες οι τιθέμενες κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για παρέμβαση εκ μέρους του κράτους ή μέσω κρατικών πόρων. Δεύτερον, η παρέμβαση πρέπει να δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να παρέχει πλεονέκτημα στον δικαιούχο της ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένες παραγωγές. Τέταρτον, πρέπει να στρεβλώνει ή να απειλεί με στρέβλωση τον ανταγωνισμό. |
|
11 |
Στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί αυτομάτως ότι οι επίδικες ενισχύσεις έθιγαν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ή στρέβλωναν ή απειλούσαν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό, οπότε το ενδεχόμενο αυτό έπρεπε να καταδειχθεί. Συναφώς, η Επιτροπή όφειλε να αναφερθεί, με την επίδικη απόφαση, στις συναφείς ενδείξεις σχετικά με τις δυνάμενες να προβλεφθούν επιπτώσεις των επίδικων ενισχύσεων. Πάντως, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να καταδείξει τις πραγματικές επιπτώσεις τους. |
|
12 |
Στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η παρατιθέμενη στα σημεία 75 και 77 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως συλλογιστική «εδραζόταν στην υπόμνηση των απορρεουσών από τη νομολογία αρχών και στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να αποκλείονται επιπτώσεις επί του εμπορίου ή του ανταγωνισμού, [και] εξ αυτού και μόνον δεν δύναται να θεωρηθεί ως ανταποκρινόμενη στις επιταγές του άρθρου 253 ΕΚ.» |
|
13 |
Όσον αφορά τη σύμφωνα με το σημείο 75 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως διαπίστωση ότι «[ο]ι επιδοτήσεις αυτές παρέχουν τη δυνατότητα βελτιώσεως της οικονομικής καταστάσεως του δικαιούχου», το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν αφορά ευθέως τις προϋποθέσεις ως προς τον επηρεασμό του εμπορίου ή τη στρέβλωση του ανταγωνισμού αλλά εν γένει τη χορήγηση πλεονεκτήματος σε συγκεκριμένη επιχείρηση, στοιχείο το οποίο συνιστά άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα της κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ εννοίας της ενισχύσεως. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι «η χορήγηση ενισχύσεως σε συγκεκριμένη επιχείρηση, στοιχείο το οποίο είναι εγγενές σε κάθε κρατική ενίσχυση, καθώς και η ουσιαστική βελτίωση της οικονομικής καταστάσεως της εν λόγω επιχειρήσεως δεν αρκούν για να καταδείξουν ότι η σχετική ενίσχυση ικανοποιεί όλα τα κριτήρια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.» |
|
14 |
Όσον αφορά τα απαντώντα στα σημεία 76 και 78 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως αιτιολογικά στοιχεία, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αποτελούσαν «στοιχεία ικανά να καταδείξουν ότι η Wam δραστηριοποιείται στην παγκόσμια και στην κοινοτική αγορά, ότι συμμετέχει στο εμπόριο ιδίως [μέσω] των εξαγωγών της και τελεί συναφώς σε ανταγωνισμό με άλλες επιχειρήσεις». |
|
15 |
Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι «τα εν λόγω πληροφοριακά στοιχεία δεν διευκρινίζουν κατά τι, λόγω της χορηγήσεως των επίδικων ενισχύσεων και ενόψει των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους καθώς και των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν την προκειμένη περίπτωση, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών μπορούσε να επηρεαστεί, ούτε κατά τι ο ανταγωνισμός μπορούσε να στρεβλωθεί ή να απειληθεί με στρέβλωση. Εξάλλου, πρόκειται απλώς για περιστάσεις μεταξύ άλλων, οι οποίες πρέπει να εκτιμηθούν με σκοπό την ανάλυση των εν δυνάμει επιπτώσεων των επίδικων ενισχύσεων». |
|
16 |
Το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η στρέβλωση του ανταγωνισμού οφειλόταν στο γεγονός ότι, χάρη στις επίδικες ενισχύσεις, η Wam ενίσχυσε τη θέση της έναντι των επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών οι οποίες θα μπορούσαν να βρεθούν σε ανταγωνιστική θέση με την ίδια. |
|
17 |
Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το επιχείρημα στερούνταν λυσιτελείας καθόσον η επίδικη απόφαση δεν περιείχε ούτε ρητή μνεία συναφώς ούτε επαρκή στοιχεία αναγόμενα σε παρόμοια ισχυροποίηση. Για τους ίδιους λόγους, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα ότι οι επίδικες ενισχύσεις παρέσχον στη Wam τη δυνατότητα να εφαρμόσει το πρόγραμμα της εμπορικής διεισδύσεως στην αλλοδαπή και να διαθέσει για άλλους σκοπούς πόρους σε κοινοτικό επίπεδο. |
|
18 |
Το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι στερούνταν λυσιτελείας η εξέταση των σχέσεων αλληλεξαρτήσεως μεταξύ της κοινοτικής αγοράς και της αγοράς της Άπω Ανατολής, καθόσον η Wam συμμετέχει στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «το γεγονός απλώς και μόνον ότι διαπιστώνεται η συμμετοχή της Wam στο ενδοκοινοτικό εμπόριο είναι ανεπαρκές για να θεμελιώσει επηρεασμό του εν λόγω εμπορίου ή στρέβλωση του ανταγωνισμού και ως εκ τούτου απαιτεί εμπεριστατωμένη ανάλυση των επιπτώσεων των ενισχύσεων, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, του γεγονότος ότι συνεπάγονται δαπάνες στην αγορά της Άπω Ανατολής και ενδεχομένως της αλληλεξαρτήσεως μεταξύ της εν λόγω αγοράς και της ευρωπαϊκής αγοράς». |
|
19 |
Περαιτέρω, στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ότι με την επίδικη απόφαση γίνεται αναφορά στην αλληλεξάρτηση των αγορών επί των οποίων δραστηριοποιούνται οι κοινοτικές επιχειρήσεις, χωρίς, πάντως, να προσκομίζονται, σε αντίθεση προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, γνωστή ως «Tubemeuse» (Συλλογή 1990, σ. I-959, σκέψεις 36 έως 38), συγκεκριμένα και αποδεικτικά στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό ο οποίος εμπεριέχεται στο σημείο 75 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως και ο οποίος ήταν προϊόν αρχής που συνήχθη από την προπαρατεθείσα απόφαση Tubemeuse, σύμφωνα με την οποία οι επίδικες ενισχύσεις δύνανται, λόγω της συγκεκριμένης αλληλεξαρτήσεως, να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας. |
|
20 |
Τέλος, όσον αφορά το σημείο 79 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως, όπου αναφέρεται ότι, «ανεξαρτήτως του αν [οι επίδικες ενισχύσεις υποστηρίζουν] εξαγωγές προς άλλα κράτη μέλη ή εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, [μπορούν να επηρεάσουν] το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και, επομένως, εμπίπτ[ουν] στο πεδίο της διατάξεως του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ», το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η επίδικη απόφαση «δεν περιέχει ρητή εκτίμηση σχετικά με τη στρέβλωση του ανταγωνισμού αποσυνδέοντας, με τον τρόπο αυτό, προφανώς, τον αναγκαίο χαρακτήρα της συναφούς προϋποθέσεως για την εφαρμογή του οικείου άρθρου». |
|
21 |
Στη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παρατήρησε, αφενός, ότι «κανένα στοιχείο δεν είναι ενδεικτικό του ότι οι επίδικες ενισχύσεις στοχεύουν στην υποστήριξη των εξαγωγών προς άλλα κράτη μέλη και, αφετέρου, ότι οι συγκεκριμένες ενισχύσεις δεν στοχεύουν ευθέως και αμέσως στην υποστήριξη των εξαγωγών εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως αλλά στη χρηματοδότηση προγράμματος εμπορικής διεισδύσεως». |
|
22 |
Στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα παρατιθέμενα στα σημεία 74 έως 79 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως στοιχεία αιτιολογήσεως δεν επιτρέπουν να γίνει αντιληπτό κατά τι, με δεδομένες τις εν προκειμένω περιστάσεις, οι επίδικες ενισχύσεις είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ή να στρεβλώσουν ή να απειλήσουν με στρέβλωση τον ανταγωνισμό και ότι ως εκ τούτου οι επικληθείσες με την επίδικη απόφαση περιστάσεις δεν συνιστούν επαρκή αιτιολόγηση προς θεμελίωση των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε η Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. |
|
23 |
Κατόπιν αυτού, το Πρωτοδικείο, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως που επικαλέστηκαν η Ιταλική Δημοκρατία και η Wam, ακύρωσε την επίδικη απόφαση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας καθό μέτρο δεν περιελάμβανε επαρκή στοιχεία ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. |
Τα αιτήματα των διαδίκων
|
24 |
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
25 |
Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη ή να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής, την οποία και να καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα της δίκης. |
|
26 |
Η Wam καλεί το Δικαστήριο, προβάλλοντας ως κύριο αίτημα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και, επικουρικώς, ως αβάσιμη. Όλως επικουρικώς, η Wam ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την επίδικη απόφαση για άλλους λόγους ή, έτι επικουρικότερον, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου να την εκδικάσει, εν πάση δε περιπτώσει να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της υποθέσεως, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της αναιρετικής δίκης. |
Επί της αναιρέσεως
Επί του παραδεκτού
|
27 |
Τόσο η Ιταλική Δημοκρατία όσο και η Wam αμφισβητούν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. |
|
28 |
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής περί του ασυμβιβάστου της αποφάσεως Πρωτοδικείου με τη νομολογία του Δικαστηρίου συνιστά λόγο ο οποίος δεν άπτεται νομικού ζητήματος. |
|
29 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Μπορεί να στηρίζεται σε λόγους αναιρέσεως αντλούμενους, ιδίως, από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους του Πρωτοδικείου. |
|
30 |
Όπως παρατηρεί η γενική εισαγγελέας στο σημείο 20 των προτάσεών της, η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής θεμελιώνεται, συγκεκριμένα, στον ισχυρισμό παραβιάσεως εκ μέρους του Πρωτοδικείου του κοινοτικού δικαίου καθό μέτρο το Πρωτοδικείο δεν ακολούθησε ούτε εφάρμοσε τη διδόμενη με τη νομολογία του Δικαστηρίου ερμηνεία των άρθρων 87 ΕΚ και 253 ΕΚ. |
|
31 |
Επομένως, είναι απορριπτέο το επιχείρημα της Ιταλικής Δημοκρατίας ότι η αναίρεση δεν στηρίζεται σε νομικό ζήτημα. |
|
32 |
Όσον αφορά το επιχείρημα της Wam ότι, με την ασκηθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου αίτησή της αναιρέσεως, η Επιτροπή το καλεί, αφενός, να επανεξετάσει επί της ουσίας την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι να περιοριστεί στον έλεγχο των «ουσιωδών τύπων» όπως απαιτεί το άρθρο 230 ΕΚ και, αφετέρου, να προβεί σε έλεγχο επί της ουσίας για τον οποίο το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο στο στάδιο της αιτήσεως αναιρέσεως, επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η διαπίστωση ότι το άρθρο 230 ΕΚ απονέμει στο Δικαστήριο την αρμοδιότητα να ελέγχει τις πράξεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων εκτός του Πρωτοδικείου. Οι ασκούμενες κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου αναιρέσεις, αντιθέτως, διέπονται από το άρθρο 225, παράγραφος 1, ΕΚ και από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου. |
|
33 |
Ακολούθως, πρέπει να υπομνηστεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως συνιστά ουσιώδη τύπο ο οποίος πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, ζήτημα το οποίο αφορά την επί της ουσίας νομιμότητα της επίδικης πράξεως (βλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, C-310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-2289, σκέψη 48). Αφής στιγμής ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής σκοπεί ακριβώς στην αμφισβήτηση της νομικής αναλύσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, δεν μπορεί να προσάπτεται στην Επιτροπή το ότι καλεί το Δικαστήριο να επανεξετάσει επί της ουσίας την επίδικη απόφαση. |
|
34 |
Κατόπιν αυτού, το επιχείρημα της Wam ως προς το παραδεκτό του μοναδικού λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής είναι επίσης απορριπτέο. |
|
35 |
Κατόπιν αυτού, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτώς. |
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
36 |
Η Επιτροπή προβάλλει ένα και μόνο λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο καθόσον εκτιμά ότι συντρέχει έλλειψη αιτιολογήσεως της επίδικης αποφάσεως. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κρίνοντας ότι για τους σκοπούς της εφαρμογής 87, παράγραφος 1, ΕΚ η απλή διαπίστωση της συμμετοχής μιας επιχειρήσεως στο ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν αρκεί για να καταδείξει την ύπαρξη επιπτώσεως επί του εμπορίου ή στρεβλώσεως του ανταγωνισμού, το Πρωτοδικείο παραβίασε το γράμμα των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 253 ΕΚ. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, απαιτώντας τέτοια αιτιολογία, το Πρωτοδικείο αντιστρατεύεται την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος. |
|
37 |
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η συμμετοχή της Wam στο ενδοκοινοτικό εμπόριο αποδεικνύει αφ’ εαυτής την επίπτωση που μπορούσε να έχει η επιδότηση επί του συγκεκριμένου εμπορίου. |
|
38 |
Σε σχέση με τις σκέψεις 73 και 74 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με τις οποίες επικρίνεται το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση δεν περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία αφορώντα την ενίσχυση της θέσεως της Wam από απόψεως ανταγωνισμού, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις ενίσχυση απαλλάσσει επιχείρηση από το κόστος το οποίο οφείλει φυσιολογικά να επωμίζεται και ενισχύει τη θέση της έναντι άλλων ανταγωνιστικών στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου επιχειρήσεων, επηρεάζει το εμπόριο και στρεβλώνει κατ’ αρχήν τους όρους του ανταγωνισμού. Συναφώς, η Επιτροπή εμμένει ως προς το ότι δεν οφείλει να εξετάζει τις πραγματικές συνέπειες της ενισχύσεως. |
|
39 |
Η Επιτροπή επικρίνει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καθόσον με αυτή διαπιστώνεται έλλειψη αιτιολογήσεως εκ του γεγονότος ότι η επίδικη απόφαση δεν περιλαμβάνει κανένα επιχείρημα σχετικά με την αλληλεξάρτηση της κοινοτικής αγοράς και της αγοράς της Άπω Ανατολής που επηρέαζαν οι επίδικες ενισχύσεις. Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο υποτίμησε το πρόδηλο γεγονός ότι το χρήμα είναι αναλώσιμο, οπότε, οσάκις μια επιχείρηση ασκεί δραστηριότητα εντός της Κοινότητας, δεν είναι αναγκαίο να προσκομίζεται ειδική απόδειξη ως προς την πιθανότητα οι προοριζόμενες για τη στήριξη της διεισδύσεώς της στις εξωκοινοτικές αγορές ενισχύσεις να έχουν επίπτωση και επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών και να είναι ικανές να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. |
|
40 |
Τέλος, η Επιτροπή επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι, οσάκις προκύπτει από τις περιστάσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση ότι είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να στρεβλώσει ή απειλεί να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή μπορεί να περιοριστεί στην επίκληση των περιστάσεων αυτών με τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της. Κατά την Επιτροπή, αυτό ακριβώς έπραξε η ίδια με την επίδικη απόφασή της. |
|
41 |
Η Wam ισχυρίζεται ότι η αίτηση αναιρέσεως στερείται οποιασδήποτε βάσεως. Κατά την Wam, ορθώς το Πρωτοδικείο εφάρμοσε την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν πληρούται εφόσον θεμελιώνεται σε αφηρημένες εκτιμήσεις ή απλές υποθέσεις. Η Wam υποστηρίζει ότι οι όροι σχετικά με την επίπτωση επί του εμπορίου και τη στρέβλωση του ανταγωνισμού δεν μπορούν να θεωρούνται ως ικανοποιητικοί παρά μόνον με βάση πραγματικά στοιχεία αποδεικνύοντα, κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι μόνον αφηρημένο, το πώς εν προκειμένω οι παρεμβάσεις του κράτους ή μέσω κρατικών πόρων συνεπάγονται ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσεως της δικαιούχου επιχειρήσεως και ελάφρυνση του παραγωγικού κόστους της. |
|
42 |
Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, το Πρωτοδικείο δεν παρέβη το άρθρο 87, παράγραφος 1 ΕΚ και ευθυγραμμίζεται με τη νομολογία. Με την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris Holland κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13), δίδεται ο ορισμός της επιπτώσεως επί του εμπορίου υπό την έννοια ότι η επιδότηση πρέπει «να ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις που την ανταγωνίζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο». |
|
43 |
Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι ακριβώς με την επίδικη απόφαση δεν χωρεί εξέταση, έστω εν γένει, των χαρακτηριστικών του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού που επηρεάζεται δυνάμει από την ενίσχυση και, συνακόλουθα, το να τεκμαίρεται «σχετική ενίσχυση», θα ήταν επεξηγηματική της επιπτώσεως επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Η απαντώσα στο σημείο 15 της αιτήσεως αναιρέσεως παρατήρηση σχετικά με τυχόν αποτέλεσμα ενισχύσεως είναι απαράδεκτη δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο έκρινε στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι επίκληση του ως άνω αποτελέσματος έγινε για πρώτη φορά κατά την ενώπιόν του επ’ ακροατηρίου διαδικασία. |
|
44 |
Η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει την ίδια ένσταση απαραδέκτου και σε σχέση με την απαντώσα στο σημείο 15 της αιτήσεως αναιρέσεως παρατήρηση σχετικά με το στρεβλωτικό αποτέλεσμα του ανταγωνισμού που θα απέρρεε από το γεγονός ότι η επιχείρηση απαλλάσσεται, χάρη στην επίδικη επιδότηση, από τυχόν κόστος που θα όφειλε να επωμίζεται φυσιολογικά. |
|
45 |
Σύμφωνα με το οικείο κράτος μέλος, η σκέψη 56 της αποφάσεως της 29ης Απριλίου 2004, C-372/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-3679), είναι αποκαλυπτική του ότι η αιτιολογία είναι επαρκής εφόσον η Επιτροπή ταυτοποιεί, τουλάχιστον εν γένει, τις συνήθεις δαπάνες της κατηγορίας επιχειρήσεων που ενδιαφέρουν εν προκειμένω και τις ανάγει στο αντικείμενο της ενισχύσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος για τον οποίο οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες συνιστούν «συνήθεις δαπάνες» δεν απαντά στις αιτιολογικές σκέψεις της επίδικης αποφάσεως. |
|
46 |
Περαιτέρω, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Tubemeuse αναφέρει σαφώς ότι δεν μπορεί να τεκμαίρεται ότι τυχόν πλεονέκτημα λαμβανόμενο σε θέματα εξωκοινοτικού ανταγωνισμού εμπεριέχει και πλεονέκτημα σε θέματα κοινοτικού ανταγωνισμού. Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι συναφώς δεν υφίστατο αιτιολογία. |
|
47 |
Τέλος, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τον αναλώσιμο χαρακτήρα του χρήματος είναι απαράδεκτη δεδομένου ότι δεν εμπίπτει στον νομικό λόγο ο οποίος αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας και συνιστά συμπληρωματική αιτιολόγηση σε σχέση με την περιλαμβανόμενη στην επίδικη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, η θεωρία της «ελευθερώσεως των πόρων» δεν συνιστά επαρκή αιτιολόγηση ελλείψει συμπληρωματικών διευκρινίσεων, δοθέντος ότι μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να καταδειχθεί ότι οι επίδικες ενισχύσεις ουδεμία είχαν επίπτωση επί της κοινοτικής αγοράς. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
48 |
Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ούτως ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και ο κοινοτικός δικαστής να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του. Δεν απαιτείται η αιτιολογία να προσδιορίζει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που ασκούν επιρροή, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνο το κείμενο της πράξεως αυτής αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα (απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, C-88/03, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-7115, σκέψη 88 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). |
|
49 |
Εφαρμοζόμενη στον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ως ενισχύσεως, η αρχή αυτή επιβάλλει να διευκρινίζονται οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί ότι το συγκεκριμένο μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Συναφώς, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες από τις συνθήκες χορηγήσεώς της προκύπτει ότι η ενίσχυση είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και να νοθεύσει ή να απειλήσει με νόθευση τον ανταγωνισμό, εναπόκειται τουλάχιστον στην Επιτροπή να αναφερθεί στις περιστάσεις αυτές με τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της (προπαρατεθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Επιτροπής, σκέψη 89 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). |
|
50 |
Στη συγκεκριμένη αλληλουχία, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, κατ’ επίσης πάγια νομολογία, για τον χαρακτηρισμό ενός εθνικού μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως απαιτείται να εξεταστεί μόνον αν η ενίσχυση δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και όχι αν η ενίσχυση έχει πραγματικές επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και νοθεύει όντως τον ανταγωνισμό (απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-222/04, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I-289, σκέψη 140 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). |
|
51 |
Όσον αφορά ειδικότερα την προϋπόθεση του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, όπως προκύπτει από τη νομολογία, η χορήγηση ενισχύσεως από κράτος μέλος, υπό μορφή φορολογικής ελαφρύνσεως, σε ορισμένους από τους φορολογουμένους του πρέπει να λογίζεται ως δυνάμενη να θίξει το συγκεκριμένο εμπόριο και, συνακόλουθα, ως πληρούσα την εν λόγω προϋπόθεση εφόσον οι συγκεκριμένοι φορολογούμενοι ασκούν οικονομική δραστηριότητα αποτελούσα αντικείμενο του εμπορίου ή δεν μπορεί να αποκλείεται ότι τελούν σε σχέση ανταγωνισμού με επιχειρηματίες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005, C-172/03, Heiser, Συλλογή 2005, σ. I-1627, σκέψη 35, και προπαρατεθείσα απόφαση Πορτογαλία κατά Επιτροπής, σκέψη 91). |
|
52 |
Πέραν τούτου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν ενίσχυση χορηγούμενη από το κράτος ή με κρατικούς πόρους ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να θεωρείται ότι το εμπόριο αυτό επηρεάζεται από την ενίσχυση (προπαρατεθείσα απόφαση Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ., σκέψη 141 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). |
|
53 |
Συναφώς, το γεγονός ότι τομέας της οικονομίας αποτέλεσε αντικείμενο ελευθερώσεως σε κοινοτικό επίπεδο είναι ικανό να χαρακτηριστεί ως ενδεικτικό πραγματικής ή εν δυνάμει επιπτώσεως των ενισχύσεων επί του ανταγωνισμού, καθώς και του αποτελέσματός τους επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών (προπαρατεθείσα απόφαση Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ., σκέψη 142 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). |
|
54 |
Όσον αφορά την προϋπόθεση της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού, υπενθυμίζεται ότι οι ενισχύσεις που αποσκοπούν στο να απαλλάξουν μια επιχείρηση από έξοδα που θα έπρεπε κανονικά να επωμιστεί η ίδια, στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεώς της ή των συνήθων δραστηριοτήτων της, νοθεύουν κατά κανόνα τις συνθήκες του ανταγωνισμού (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-6857, σκέψη 30, και προπαρατεθείσα απόφαση Heiser, σκέψη 55). |
|
55 |
Εν προκειμένω, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν αγνόησε την προμνησθείσα νομολογία σχετικά με την υποχρέωση αιτιολογήσεως εκ μέρους της Επιτροπής σε θέματα κρατικών ενισχύσεων, κρίνοντας, στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα απαντώντα στα σημεία 74 έως 79 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως αιτιολογικά στοιχεία δεν επιτρέπουν να γίνει αντιληπτό κατά τι, με δεδομένες τις εν προκειμένω περιστάσεις, οι επίδικες ενισχύσεις θα ήσαν ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να στρεβλώσουν ή να απειλήσουν με στρέβλωση τον ανταγωνισμό. |
|
56 |
Πράγματι, όσον αφορά τις εν προκειμένω περιστάσεις, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ορθώς, ιδίως στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι επίδικες ενισχύσεις σκοπούν στη χρηματοδότηση, μέσω δανείων με μειωμένο επιτόκιο, των δαπανών εμπορικής διεισδύσεως σε τρίτα κράτη, όσον αφορά την εγκαθίδρυση μόνιμων δομών ή την υποστήριξη προωθήσεως των εξαγωγών, και ότι το ισοδύναμο επιδοτήσεώς τους ανέρχεται σε σχετικά χαμηλό ποσό. Επιπλέον, στη σκέψη 75 της ανωτέρω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έδωσε έμφαση στο ότι οι συγκεκριμένες ενισχύσεις δεν σκοπεύουν ευθέως και αμέσως στην υποστήριξη των εξαγωγών εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αλλά στη χρηματοδότηση προγράμματος εμπορικής διεισδύσεως. |
|
57 |
Υπό το φως των ειδικών αυτών περιστάσεων που επικρατούν εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι εναπέκειτο στην Επιτροπή όλως ιδιαιτέρως να εξετάσει αν οι επίδικες ενισχύσεις ήταν δυνατό να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να θίξουν τον ανταγωνισμό, παρέχοντας με την επίδικη απόφαση τα συναφή στοιχεία σχετικά με τα δυνάμενα να προβλεφθούν αποτελέσματά τους. |
|
58 |
Συναφώς, στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, του Πρωτοδικείο διευκρίνισε ορθώς ότι θα αρκούσε η Επιτροπή να εκθέσει ανεπιλήπτως κατά τι οι επίδικες ενισχύσεις ήταν δυνατόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να νοθεύσουν ή να απειλήσουν με νόθευση τον ανταγωνισμό. Το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ιδίως, στη συγκεκριμένη αλληλουχία, ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να χωρήσει σε οικονομική ανάλυση της πραγματικής καταστάσεως της οικείας αγοράς ή των επίμαχων εμπορικών ρευμάτων μεταξύ κρατών μελών, αλλ’ ούτε να αποδείξει το πραγματικό αποτέλεσμα των επίδικων ενισχύσεων, ιδίως επί των τιμών που εφαρμόζει η Wam, ή ακόμη να εξετάσει τις πωλήσεις της Wam στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου. |
|
59 |
Όσον αφορά τη συγκεκριμένη εφαρμογή των ανωτέρω αρχών, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς, στη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι γενική αιτιολόγηση, όπως η απαντώσα στα σημεία 75 και 77 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως, θεμελιούμενη στην υπόμνηση των αρχών που απορρέουν από την προπαρατεθείσα απόφαση Tubemeuse, δεν μπορεί αφ’ εαυτής να θεωρηθεί ως ανταποκρινόμενη στις επιταγές του άρθρου 253 ΕΚ. |
|
60 |
Όσον αφορά τα περιλαμβανόμενα στα σημεία 76 και 78 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως αιτιολογικά στοιχεία, το Πρωτοδικείο έκρινε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, στις σκέψεις 68 έως 74 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα συγκεκριμένα σημεία των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως, ακόμη και αν αναγνωσθούν σε συνδυασμό με τις εξαγγελλόμενες στο σημείο 75 των αιτιολογικών αυτών σκέψεων αρχές, καθώς και με τη διαπίστωση ότι η οικονομική κατάσταση της Wam βελτιώθηκε, δεν είναι ικανά να επιτρέψουν να γίνει αντιληπτό κατά τι οι επίδικες ενισχύσεις δύνανται, εν προκειμένω, να θίξουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και να νοθεύσουν ή να απειλήσουν με νόθευση τον ανταγωνισμό. |
|
61 |
Πράγματι, σε αντίθεση προς όσα επικαλείται η Επιτροπή συναφώς, το γεγονός απλώς και μόνον ότι η Wam συμμετέχει στο ενδοκοινοτικό εμπόριο εξάγοντας σημαντικό τμήμα της παραγωγής της εντός της Ενώσεως δεν αρκεί, υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που ισχύουν εν προκειμένω και υπομνήστηκαν στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, να καταδείξει τα εν λόγω αποτελέσματα. |
|
62 |
Συναφώς, πρέπει, ιδίως, να υπογραμμιστεί ότι, καίτοι από την παρατεθείσα στις σκέψεις 50 και 53 της παρούσας αποφάσεως νομολογία προκύπτει ότι παρόμοια αποτελέσματα δύνανται, κατ’ αρχήν, να προκύπτουν από το γεγονός ότι ο δικαιούχος ενισχύσεως δραστηριοποιείται σε ελευθερωθείσα ευρωπαϊκή αγορά, γεγονός παραμένει ότι, εν προκειμένω, και σε αντίθεση προς τις περιστάσεις οι οποίες έδωσαν λαβή για την έκδοση των προαναφερθεισών υποθέσεων, οι επίδικες ενισχύσεις δεν συνδέονται ευθέως με τη δραστηριότητα του δικαιούχου επί της εν λόγω αγοράς, αλλά σκοπούν στη χρηματοδότηση των δαπανών εμπορικής διεισδύσεως σε τρίτα κράτη. Υπό τις περιστάσεις αυτές και δοθέντος ότι κατά μείζονα λόγο πρόκειται για ενισχύσεις των οποίων το ισοδύναμο επιδοτήσεως συνίσταται σε σχετικώς χαμηλό ποσόν, η επίπτωση των οικείων ενισχύσεων επί του εμπορίου και του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού είναι λιγότερο άμεση και δυσχερέστερα αντιληπτή, γεγονός που απαιτεί η Επιτροπή να αιτιολογεί την απόφασή της περισσότερο εμπεριστατωμένα. |
|
63 |
Τέλος, ως προς την παρατεθείσα στη σκέψη 54 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, σύμφωνα με την οποία οι ενισχύσεις οι οποίες σκοπούν στην απαλλαγή επιχειρήσεως από δαπάνες, τις οποίες θα όφειλε κανονικά να επωμιστεί στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεως ή των συνήθων δραστηριοτήτων της, στρεβλώνουν κατ’ αρχήν τους όρους ανταγωνισμού, αρκεί η διαπίστωση ότι οι επίδικες ενισχύσεις δεν σκοπούν ακριβώς στην απαλλαγή της Wam από παρόμοιες δαπάνες. |
|
64 |
Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες σκέψεις, το Πρωτοδικείο, κρίνοντας, με τη συλλογιστική που απαντά στις σκέψεις 62 έως 76 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή όφειλε να χωρήσει σε περισσότερο εμπεριστατωμένη ανάλυση των εν δυνάμει αποτελεσμάτων των επίδικων ενισχύσεων επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών και επί του ανταγωνισμού και ότι όφειλε να προσκομίσει, με την επίδικη απόφαση, συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με τα αποτελέσματα αυτά, δεν είχε την πρόθεση να αποκλίνει από την προπαρατεθείσα νομολογία, αλλά να λάβει υπόψη ειδικές εν προκειμένω περιστάσεις, χωρίς να μπορεί να του προσαφθεί ότι υπέπεσε συναφώς σε πλάνη περί το δίκαιο. |
|
65 |
Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή σχετικά με τις περιλαμβανόμενες στη σκέψη 74 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου. Πράγματι, οι διαπιστώσεις αυτές σχετικά με την εξέταση των σχέσεων αλληλεξαρτήσεως μεταξύ της ευρωπαϊκής αγοράς και της αγοράς της Άπω Ανατολής άπτονται της πιθανότητας έμμεσου επηρεασμού του εμπορίου και του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού, όπως διαγράφεται κατ’ αρχήν με την προπαρατεθείσα απόφαση Tubemeuse. Γεγονός μεν είναι ότι η εξέταση παρόμοιας σχέσεως αλληλεξαρτήσεως απαιτείται μόνον αν καταδεικνύεται ότι η κρατική ενίσχυση έχει άμεση επίπτωση επί των ενδοκοινοτικών αγορών, πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίδικη απόφαση, όπως επιβεβαιώθηκε στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αποφάσεως, δεν συντείνει επαρκώς προς την κατεύθυνση μιας τέτοιας αποδείξεως. |
|
66 |
Από το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
67 |
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο οποίος εφαρμόζεται στη διαδικασία της αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία και η Wam ζήτησαν την καταδίκη της Επιτροπής, η οποία και ηττήθηκε ως προς τους λόγους της αναιρέσεως, επιβάλλεται η καταδίκη της τελευταίας στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.