Υπόθεση C-262/06
Deutsche Telekom AG
κατά
Bundesrepublik Deutschland
(αίτηση του Bundesverwaltungsgericht
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Τομέας των τηλεπικοινωνιών — Καθολική υπηρεσία και δικαιώματα των χρηστών — Έννοια του όρου “υποχρεώσεις” που πρέπει να διατηρηθούν προσωρινώς — Άρθρα 27, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) και 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) — Τιμολόγηση της παροχής υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας — Υποχρέωση των ενδιαφερομένων να λάβουν έγκριση της διοικήσεως»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer της 28ης Ιουνίου 2007
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 22ας Νοεμβρίου 2007
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών — Τομέας των τηλεπικοινωνιών — Δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών — Κανονιστικό πλαίσιο — Οδηγία 2002/21 — Καθολική υπηρεσία και δικαιώματα των χρηστών — Οδηγία 2002/22
(Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2002/21, άρθρο 27, εδ. 1, και 2002/22, άρθρο 16 § 1, στοιχείο α΄)
Τα άρθρα 27, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2002/21, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2002/22, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν την έννοια ότι πρέπει να διατηρηθούν προσωρινά σε ισχύ η εκ του νόμου υποχρέωση εγκρίσεως για τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας στους τελικούς καταναλωτές από υπηρεσίες που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά αυτή, θεσπίστηκε στο πλαίσιο του εσωτερικού δικαίου, που προηγήθηκε του νέου κανονιστικού πλαισίου το οποίο απορρέει από τις εν λόγω οδηγίες, καθώς και οι σχετικές διοικητικές πράξεις διαπιστώσεως.
Πράγματι, οι διατάξεις αυτές επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό δηλαδή να εξασφαλίσουν τη συνέχεια μεταξύ του παλαιού και του νέου κανονιστικού πλαισίου και δη ανεξαρτήτως της φύσεως και της βάσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους επιχειρηματίες.
Συναφώς, το γεγονός ότι η απόφαση για τον τερματισμό της προσωρινής αυτής κατάστασης, που προκύπτει από την πραγματοποίηση της ανάλυσης της αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 16 της οδηγίας 2002/21, ανατίθεται στην εθνική κανονιστική αρχή δεν μεταβάλλει την ερμηνεία αυτή, διότι η εν λόγω αρχή απλώς εκπληρώνει υποχρεώσεις που επιβάλλει η ισχύουσα νομοθεσία η οποία προήλθε από το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Αυτό ακριβώς το πλαίσιο είναι που καθορίζει τις υποχρεώσεις οι οποίες μεταβάλλονται, διατηρούνται ή καταργούνται.
(βλ. σκέψεις 22, 36, 43 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 22ης Νοεμβρίου 2007 (*)
«Τομέας των τηλεπικοινωνιών – Καθολική υπηρεσία και δικαιώματα των χρηστών – Έννοια του όρου “υποχρεώσεις” που πρέπει να διατηρηθούν προσωρινώς – Άρθρα 27, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία-πλαίσιο) και 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) – Τιμολόγηση της παροχής υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας – Υποχρέωση των ενδιαφερομένων να λάβουν έγκριση της διοικήσεως»
Στην υπόθεση C‑262/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία), με απόφαση της 17ης Μαΐου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Ιουνίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Deutsche Telekom AG
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από το Bundesnetzagentur für Elektrizität, Gas, Telekommunikation, Post und Eisenbahnen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen, J. Makarczyk, P. Kūris (εισηγητή) και J.-C. Bonichot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Ιουνίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Deutsche Telekom AG, εκπροσωπούμενη από τους T. Mayen, U. Karpenstein, και B. Stamm, Rechtsanwälte,
– το Bundesnetzagentur für Elektrizität, Gas, Telekommunikation, Post und Eisenbahnen, εκπροσωπούμενο από τους M. Bayer, Meyer-Sebastian, E. Greiwe, M. Dorsch, επικουρούμενους από τους B. Kuhrmeyer και R. Busch,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Lumma και τη C. Schulze-Bahr,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Hubert,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον G. Aiello, avvocato dello Stato,
– η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την S. Žalimienė,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Braun και M. Shotter,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Ιουνίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 27, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο) (EE L 108, σ. 33, στο εξής: οδηγία-πλαίσιο) και 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) (EE L 108, σ. 51, στο εξής: οδηγία για την καθολική υπηρεσία).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο κατ’ αναίρεση δίκης μεταξύ της Bundesrepublik Deutschland (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), εκπροσωπούμενης από την υπηρεσία Bundesnetzagentur für Elektrizität, Gas, Telekommunikation, Post und Eisenbahnen (ομοσπονδιακή υπηρεσία ηλεκτρισμού αερίου, τηλεπικοινωνιών, ταχυδρομείου και σιδηροδρόμων, στο εξής: κανονιστική αρχή), και της Deutsche Telekom AG (στο εξής: Deutsche Telekom) σχετικά με μια απόφαση της 8ης Ιουνίου 2004 με την οποία η κανονιστική αρχή διαπίστωσε ότι τα τιμολόγια που εφαρμόζει η Deutsche Telekom καθώς και οι διατάξεις των σχετικών γενικών όρων πωλήσεως υπέκειντο, για ορισμένα «πακέτα προσφορών», στην υποχρέωση εγκρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, του νόμου περί τηλεπικοινωνιών (Telekommunikationsgesetz), της 25ης Ιουλίου 1996 (BGBl. 1996 I, σ. 1120, στο εξής: TKG 1996).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 17 της οδηγίας 98/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1998, για την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) στη φωνητική τηλεφωνία και για την καθολική υπηρεσία για τις τηλεπικοινωνίες σε ανταγωνιστικό περιβάλλον (EE L 101, σ. 24), θεσπίζει τις ακόλουθες αρχές τιμολόγησης:
«1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 3 σχετικά με την οικονομική προσιτότητα, ή της παραγράφου 6, οι εθνικές κανονιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι οι οργανισμοί οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας και οι οποίοι είτε κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά είτε έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 5 και κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, συμμορφούνται προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
2. Τα τιμολόγια για χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου και των σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών ακολουθούν τις βασικές αρχές της κοστοστρεφούς τιμολόγησης που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 90/387/ΕΟΚ.
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 97/33/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997] για τη διασύνδεση, τα τιμολόγια για πρόσβαση και χρήση του σταθερού δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου [στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (OPN) (EE L 199, σ. 32)] είναι ανεξάρτητα από τον τύπο εφαρμογής που επιλέγουν οι χρήστες, εκτός εάν, και στο βαθμό που, απαιτούνται διαφορετικές υπηρεσίες ή διευκολύνσεις.
4. Τα τιμολόγια για πρόσθετες διευκολύνσεις επιπλέον της παροχής σύνδεσης στο σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο και στις σταθερές δημόσιες τηλεφωνικές υπηρεσίες είναι, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, επαρκώς διαφοροποιημένα, ώστε να μην υποχρεούται ο χρήστης να πληρώνει για διευκολύνσεις που δεν είναι αναγκαίες για τη ζητούμενη υπηρεσία.
5. Αλλαγές στα τιμολόγια εφαρμόζονται μόνον έπειτα από παρέλευση κατάλληλης περιόδου για την ενημέρωση του κοινού, η οποία καθορίζεται από την εθνική κανονιστική αρχή.
6. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3 σχετικά με την οικονομική προσιτότητα, ένα κράτος μέλος μπορεί να επιτρέπει στην εθνική κανονιστική αρχή του να μην εφαρμόζει τις παραγράφους 1, 2, 3, 4 ή 5 του παρόντος άρθρου σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή για την οποία κρίνει ότι υπάρχει αποτελεσματικός ανταγωνισμός στην αγορά σταθερών δημόσιων τηλεφωνικών υπηρεσιών.»
4 Κατά τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (EE L 108, σ. 7, στο εξής: οδηγία για την πρόσβαση), για την εξασφάλιση της συνέχειας των υφισταμένων συμφωνιών και προς αποφυγή δημιουργίας κενού νόμου, το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο των τηλεπικοινωνιών θα πρέπει να διατηρήσει, μέχρι την αναθεώρησή τους, τις υποχρεώσεις που επέβαλε η προγενέστερη νομοθεσία.
5 Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας-πλαισίου ορίζει ότι το ταχύτερο δυνατό, μετά την έκδοση της σύστασης ή ενδεχόμενη ενημέρωσή της, οι εθνικές κανονιστικές αρχές διεξάγουν ανάλυση των σχετικών αγορών, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η ανάλυση αυτή διεξάγεται, όπου απαιτείται, σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές του ανταγωνισμού.
6 Το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου ορίζει:
«Τα κράτη μέλη διατηρούν όλες τις υποχρεώσεις δυνάμει του εθνικού τους δικαίου που αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση) και στο άρθρο 16 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), μέχρις ότου η εθνική κανονιστική αρχή καθορίσει αυτές τις υποχρεώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 16 της παρούσας οδηγίας.»
7 Το άρθρο 7 της οδηγίας για την πρόσβαση είναι το ακόλουθο:
«Αναθεώρηση προηγουμένων υποχρεώσεων πρόσβασης και διασύνδεσης
1. Τα κράτη μέλη διατηρούν όλες τις υποχρεώσεις που έχουν επιβληθεί σε επιχειρήσεις που παρέχουν δημόσια δίκτυα επικοινωνιών και/ή υπηρεσίες όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση, οι οποίες ίσχυαν πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, βάσει των άρθρων 4, 6, 7, 8, 11, 12, και 14 της οδηγίας [97/33], του άρθρου 16 της οδηγίας [98/10] και των άρθρων 7 και 8 της οδηγίας 92/44/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές (EE L 165, σ. 27)], μέχρις ότου αναθεωρηθούν οι υποχρεώσεις αυτές και λάβει χώρα προσδιορισμός, σύμφωνα με την παράγραφο 3.
2. Η Επιτροπή υποδεικνύει συναφείς αγορές για τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στην αρχική σύσταση σχετικά με συναφείς αγορές για προϊόντα και υπηρεσίες και στην απόφαση με την οποία καθορίζονται διακρατικές αγορές, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο).
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, το ταχύτερο δυνατόν μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, και, στη συνέχεια, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, οι εθνικές κανονιστικές αρχές προβαίνουν σε ανάλυση της αγοράς, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ (οδηγία πλαίσιο), ώστε να προσδιορίσουν εάν θα διατηρήσουν, θα τροποποιήσουν ή θα άρουν τις υποχρεώσεις αυτές. Στα μέρη που επηρεάζονται από την εν λόγω τροποποίηση ή απόσυρση υποχρεώσεων, παρέχεται ενδεδειγμένη χρονική περίοδος προειδοποίησης.»
8 Το άρθρο 16 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία ορίζει:
«Επανεξέταση υποχρεώσεων
1. Τα κράτη μέλη διατηρούν όλες τις υποχρεώσεις όσον αφορά:
α) τα τιμολόγια λιανικής για την παροχή πρόσβασης και τη χρήση του δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου, κατά την έννοια του άρθρου 17 της οδηγίας [98/10]·
β) την επιλογή ή προεπιλογή φορέα, κατά την έννοια της οδηγίας [97/33]
[…]»
Η εθνική νομοθεσία
9 Το άρθρο 24 του TKG 1996 ορίζει μεταξύ άλλων ότι οι τιμές καθορίζονται αναλόγως του κόστους της αποτελεσματικής παροχής των υπηρεσιών και πρέπει να ανταποκρίνονται στους ακόλουθους όρους, ήτοι να μη περιέχουν πρόσθετη επιβάρυνση επιβαλλόμενη αποκλειστικά λόγω της δεσπόζουσας θέσης του επιχειρηματία στην οικεία αγορά τηλεπικοινωνιών, κατά την έννοια του άρθρου 19 του νόμου περί των περιορισμών του ανταγωνισμού (Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen, όπως δημοσιεύθηκε στην BGBl. 1989 Ι, σ. 2486), να μη περιέχουν εκπτώσεις που θίγουν τις ανταγωνιστικές δυνατότητες άλλων επιχειρήσεων σε ορισμένη αγορά τηλεπικοινωνιών και δεν παρέχουν σε χρήστες πλεονεκτήματα, σε σύγκριση με άλλους χρήστες παρομοίων ή ιδίων υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας στην οικεία αγορά τηλεπικοινωνιών, εκτός αν αυτό δικαιολογείται αντικειμενικά.
10 Το άρθρο 25 του TKG 1996 ορίζει:
«1) Δυνάμει των άρθρων 24 και 27 έως 31 του παρόντος νόμου, τα τιμολόγια και οι γενικοί όροι πωλήσεως όσον αφορά την προσφορά διαύλων μεταδόσεως και υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας στο πλαίσιο των αδειών τρίτης και τέταρτης κλάσης, κατά την έννοια του άρθρου 6, υπόκεινται σε έγκριση της κανονιστικής αρχής εφόσον ο δικαιούχος της άδειας κατέχει στην οικεία αγορά δεσπόζουσα θέση, κατά την έννοια του άρθρου 22 του νόμου περί περιορισμών του ανταγωνισμού.
2) Τα τιμολόγια και οι σχετικοί γενικοί όροι που διέπουν την παροχή υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών εκτός αυτών της παραγράφου 1, που παρέχονται από επιχειρήσεις οι οποίες κατέχουν στην οικεία αγορά δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 22 του νόμου περί περιορισμών του ανταγωνισμού υπόκεινται, βάσει των άρθρων 24, 27, παράγραφος 4, και 31, στη διαδικασία του άρθρου 30.
3) Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στα τιμολόγια και στους σχετικούς γενικούς όρους πωλήσεως που εφαρμόζονται από επιχείρηση η οποία απαρτίζει, με τον δικαιούχο της άδειας κατά την έννοια της παραγράφου 1 ή με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 2, μία και την αυτή επιχείρηση. Μία και την αυτή επιχείρηση αποτελούν οι επιχειρήσεις που συνδέονται κατά την έννοια του άρθρου 36, παράγραφος 2, και του άρθρου 37, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου περί των περιορισμών του ανταγωνισμού.»
11 Το άρθρο 150 του νόμου περί τηλεπικοινωνιών (Telekommunikationsgesetz), της 22ας Ιουνίου 2004 (BGBl. 2004 I, σ. 1190), όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο της 7ης Ιουλίου 2005 (BGBl. 2005 I, σ. 1970, στο εξής: TKG 2004), διέπει τα των τιμολογίων ως εξής:
«1) Οι διαπιστώσεις για δεσπόζουσες θέσεις στην αγορά που πραγματοποίησε η κανονιστική αρχή πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καθώς και οι εντεύθεν υποχρεώσεις εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν με νέες αποφάσεις σύμφωνα με το μέρος 2. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση όπου οι διαπιστώσεις για δεσπόζουσες θέσεις στην αγορά διατυπώνονται μόνο στις αιτιολογικές σκέψεις διοικητικής πράξης. Η πρώτη φράση εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις υποχρεώσεις κατά την έννοια των άρθρων 36, 37 και 39, δεύτερη περίπτωση, [του TKG 1996].
[…]»
Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Το 2003, η Deutsche Telekom διέθεσε στο εμπόριο διάφορα «πακέτα προσφορών» υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας που περιελάμβαναν και υπηρεσίες υποκείμενες στην υποχρέωση προηγούμενης έγκρισης της κανονιστικής αρχής κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, του TKG 1996 και υπηρεσίες που δεν υπέκειντο στην υποχρέωση αυτή.
13 Κατόπιν καταγγελιών που έλαβε, η κανονιστική αρχή κίνησε έρευνα τον Δεκέμβριο του 2003 προκειμένου να εξετάσει αν τα πακέτα αυτά υπέκειντο στο σύνολό τους στην εν λόγω υποχρέωση.
14 Με απόφαση της 8ης Ιουνίου 2004, η κανονιστική αρχή διαπίστωσε ότι οι εφαρμοζόμενες τιμές καθώς και οι σχετικοί γενικοί όροι πωλήσεως υπέκειντο στην υποχρέωση προηγούμενης έγκρισης κατά την έννοια του άρθρου 25 του TKG 1996.
15 Η Deutsche Telekom άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής καθώς και αίτηση προσωρινών μέτρων ενώπιον του Verwaltungsgericht Köln.
16 Με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, το εν λόγω δικαστήριο δέχτηκε την προσφυγή της Deutsche Telekom με το σκεπτικό ότι η μεταβατική διάταξη του άρθρου 150, παράγραφος 1, του TKG 2004 αφορά μόνον τις υποχρεώσεις για τις οποίες δεν απαιτείται περαιτέρω εκτελεστική πράξη και οι οποίες εφαρμόζονται άνευ ετέρου, κριτήρια τα οποία δεν πληροί το άρθρο 25, παράγραφος 1, του TKG 1996.
17 Κατά της αποφάσεως αυτής η κανονιστική αρχή άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (Revision) ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht, το οποίο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν τα άρθρα 27, πρώτο εδάφιο, της [οδηγίας-πλαισίου] και 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της [οδηγίας για την καθολική υπηρεσία] την έννοια ότι διατηρείται προσωρινώς σε ισχύ η απορρέουσα από το προϊσχύσαν εθνικό δίκαιο υποχρέωση εγκρίσεως τιμολογίων για την παροχή στους τελικούς καταναλωτές υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας από επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στην αγορά, καθώς και η σχετική διαπιστωτική διοικητική πράξη;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1:
2) Απαγορεύει το κοινοτικό δίκαιο μια τέτοια μακροπρόθεσμη διατήρηση;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
18 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ρωτά κατά τα ουσιώδη αν τα άρθρα 27 της οδηγίας-πλαισίου και 16 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία σκοπούν να διατηρήσουν προσωρινώς σε ισχύ την εκ του νόμου υποχρέωση των ενδιαφερομένων να λάβουν έγκριση όσον αφορά ορισμένες τιμές τηλεφωνικών υπηρεσιών που εφαρμόζει επιχείρηση η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στην οικεία αγορά, υποχρέωση την οποία προέβλεπε το προγενέστερο εσωτερικό δίκαιο καθώς και η σχετική διοικητική πράξη διαπιστώσεως.
19 Δεν αμφισβητείται ότι η κανονιστική αρχή δεν έλαβε απόφαση βάσει του άρθρου 16 της οδηγίας-πλαισίου, εφόσον η ανάλυση της σχετικής αγοράς υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας δεν είχε περατωθεί όταν εξελίχθηκε η διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
Επί της ερμηνείας των άρθρων 27 της οδηγίας-πλαισίου και 16 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία
20 Όσον αφορά τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 27 της οδηγίας-πλαισίου, διαπιστώνεται ότι οι υποχρεώσεις που πρέπει να διατηρηθούν είναι «όλες οι υποχρεώσεις» που προβλέπει η νομοθεσία των κρατών μελών, κατά την έννοια των άρθρων 7 της οδηγίας για την πρόσβαση και 16 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία. Το εν λόγω άρθρο 7 αφορά τις υποχρεώσεις σχετικά με την πρόσβαση και τη διασύνδεση που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν δημόσια δίκτυα τηλεπικοινωνιών και/ή υπηρεσίες οι οποίες ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας-πλαισίου. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία προβλέπει τη διατήρηση όλων των υποχρεώσεων σχετικά με τη λιανική τιμολόγηση για την παροχή πρόσβασης και τη χρήση δημοσίου τηλεφωνικού δικτύου.
21 Επομένως, όπως σημειώνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 30 των προτάσεών του, όλες οι κατά τα ανωτέρω υποχρεώσεις που ίσχυαν υπό το καθεστώς της νομοθεσίας των κρατών μελών που προηγήθηκε του κανονιστικού πλαισίου που προκύπτει από την οδηγία-πλαίσιο, την οδηγία για την πρόσβαση, την οδηγία για την καθολική υπηρεσία και την οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (στο εξής: νέο κανονιστικό πλαίσιο), πρέπει να διατηρηθούν προσωρινά, ανεξαρτήτως της φύσεώς τους.
22 Το γεγονός ότι η απόφαση για τον τερματισμό της προσωρινής αυτής κατάστασης, που προκύπτει από την πραγματοποίηση της ανάλυσης της αγοράς κατά την έννοια του άρθρου 16 της οδηγίας-πλαισίου, ανατίθεται στην κανονιστική αρχή δεν μεταβάλλει την ερμηνεία αυτή, διότι η εν λόγω αρχή απλώς εκπληρώνει υποχρεώσεις που επιβάλλει η ισχύουσα νομοθεσία η οποία προήλθε από το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Αυτό ακριβώς το πλαίσιο είναι που καθορίζει τις υποχρεώσεις οι οποίες μεταβάλλονται, διατηρούνται ή καταργούνται.
23 Η ερμηνεία αυτή συνάδει εξάλλου προς το ιστορικό της γενέσεως και την οικονομία του νέου κανονιστικού πλαισίου.
24 Σε ό,τι αφορά το ιστορικό της γενέσεως του πλαισίου αυτού, η πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2000, για κοινό κανονιστικό πλαίσιο για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών [COM(2000) 393 τελικό], δεν περιέχει καμιά μεταβατική διάταξη.
25 Η γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της 24ης Ιανουαρίου 2001, επί της «Προτάσεως οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για κοινό κανονιστικό πλαίσιο για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες επικοινωνιών» (EE C 123, σ. 56) κάνει λόγο στο σημείο 4.4 για την ανάγκη «να διευκρινιστεί ότι η υπάρχουσα νομοθεσία θα εφαρμόζεται αποκλειστικά μέχρις ότου ολοκληρωθεί η πρώτη ανάλυση των αγορών που θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τη νέα οδηγία».
26 Η πρόταση αυτή περιελήφθη στο πλαίσιο της κοινής θέσης (ΕΚ) 38/2001 που υιοθέτησε το Συμβούλιο στις 17 Σεπτεμβρίου 2001, ενόψει εκδόσεως της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο) (EE C 337, σ. 34), από την οποία προκύπτει ότι το Συμβούλιο θέλησε να εξασφαλίσει τη νομική σαφήνεια και να λάβει περισσότερο υπόψη την ποικιλία των εθνικών καταστάσεων.
27 Εξ αυτών προκύπτει σαφώς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν θέλησε να περιορίσει τις κατηγορίες υποχρεώσεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου.
28 Όσον αφορά την οικονομία του νέου κανονιστικού πλαισίου διαπιστώνεται, πρώτον, ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση σε συγκεκριμένη αγορά προσδιορίζονταν, στο παλαιό κανονιστικό πλαίσιο, από τα νομοθετικά κείμενα, ενώ, στο νέο κανονιστικό πλαίσιο, αρμόδιες για την οριοθέτηση της σχετικής αγοράς και την εφαρμογή των κανονιστικών κειμένων είναι οι εθνικές κανονιστικές αρχές. Ομοίως, οι αρχές αυτές εμπλέκονται στο πλαίσιο της ανάλυσης της αγοράς και προσδιορίζουν τις ισχυρές στην αγορά αυτή επιχειρήσεις.
29 Δεύτερον, το άρθρο 7 της οδηγίας για την πρόσβαση μνημονεύει μεταξύ των υποχρεώσεων που ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας αυτής και τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να διατηρήσουν, αφενός, το άρθρο 4 της οδηγίας 97/33 που θεσπίζει απευθείας υποχρεώσεις για τους επιχειρηματίες και, αφετέρου, τα άρθρα 6, 7, 8, 11, 12 και 14 της τελευταίας αυτής οδηγίας, το άρθρο 16 της οδηγίας 98/10 και τα άρθρα 7 και 8 της οδηγίας 92/44, που αναθέτουν στα κράτη μέλη την εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, η οποία πραγματοποείται είτε από τις κρατικές αρχές είτε από τις εθνικές κανονιστικές αρχές.
30 Τρίτον και τελευταίον, υπογραμμίζεται ότι η εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία κρίνει αναγκαίο να εξασφαλισθεί η συνέχιση της εφαρμογής των υφισταμένων διατάξεων σχετικά με τις υπηρεσίες μισθωμένων γραμμών της κοινοτικής νομοθεσίας περί τηλεπικοινωνιών, και ιδίως της οδηγίας 92/44, μέχρις ότου οι εθνικές κανονιστικές αρχές αποφασίσουν ότι οι διατάξεις αυτές περιττεύουν στην εθνική αγορά, η οποία κατέστη αρκούντως ανταγωνιστική.
31 Κατ’ αρχάς, αυτός ο στόχος της συνέχειας εφαρμόζεται ρητά από το παράρτημα VII της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία σχετικά με τους όρους που διέπουν τη στοιχειώδη δέσμη μισθωμένων γραμμών που αφορά το άρθρο 18 της οδηγίας αυτής, καθώς και από το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της εν λόγω οδηγίας που προβλέπει τη διατήρηση των υποχρεώσεων σχετικά με τις μισθωμένες γραμμές, κατά την έννοια των άρθρων 3, 4, 7 και 10 της οδηγίας 92/44, που θεσπίζουν υποχρεώσεις εις βάρος των κρατών μελών καθώς και των άρθρων 6 και 8 της ίδιας οδηγίας, της οποίας ο κανονιστικός χαρακτήρας είναι αναμφισβήτητος.
32 Εν συνεχεία, το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία προβλέπει τη διατήρηση των υποχρεώσεων που αφορούν τόσο τη λιανική τιμολόγηση και τις οποίες μνημονεύει το άρθρο 17 της οδηγίας 98/10 όσο και την επιλογή ή την προεπιλογή των επιχειρηματιών κατά την έννοια της οδηγίας 97/33.
33 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι προαναφερθείσες υποχρεώσεις αφορούν τόσο ατομικές πράξεις όσο και κανονιστικά μέτρα, εφαρμοζόμενα από αρχή η οποία διορίζεται σύμφωνα με τη συνταγματική οργάνωση κάθε κράτους μέλους.
34 Τέλος, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την εξέταση του σκοπού των εν λόγω διατάξεων.
35 Συγκεκριμένα, η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 7 της οδηγίας για την πρόσβαση προβλέπουν την ανάγκη να αποφευχθεί το νομικό κενό μεταξύ του παλαιού και του νέου κανονιστικού πλαισίου. Προς τούτο προβλέπεται η διατήρηση του συνόλου των υφισταμένων υποχρεώσεων ανεξαρτήτως της βάσεώς τους.
36 Εν συνεχεία, το άρθρο 27 της οδηγίας-πλαισίου, παραπέμποντας ρητά στα άρθρα 7 της οδηγίας για την πρόσβαση και 16 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, επιδιώκει κατ’ ανάγκη τον ίδιο στόχο, δηλαδή να εξασφαλίσει τη συνέχεια μεταξύ του παλαιού και του νέου κανονιστικού πλαισίου και δη ανεξαρτήτως της φύσεως και της βάσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους επιχειρηματίες.
Επί του άρθρου 25, παράγραφος 1, του TKG 1996
37 Το άρθρο 25, παράγραφος 1, του TKG 1996 υπέβαλε σε προηγούμενη έγκριση τις τιμές που εφάρμοζαν στους τελικούς καταναλωτές οι κατέχουσες δεσπόζουσα θέση στη συγκεκριμένη αγορά επιχειρήσεις, για τις υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας, σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 27 έως 31 του νόμου αυτού.
38 Το άρθρο 17 της οδηγίας 98/10, το οποίο διατηρείται ρητά σε ισχύ με το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, που μνημονεύει το άρθρο 27 της οδηγίας-πλαισίου, καθορίζει στην παράγραφο 1 τον ρόλο των εθνικών κανονιστικών αρχών καθώς και την υποχρέωση των επιχειρήσεων που λαμβάνουν άδεια και κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά να τηρούν τις διατάξεις του. Η παράγραφος 2 του άρθρου 17 ορίζει ότι τα τιμολόγια χρήσεως του δημοσίου και σταθερού τηλεφωνικού δικτύου και των υπηρεσιών σταθερής δημόσιας τηλεφωνίας πρέπει να τηρούν τις θεμελιώδεις αρχές της κοστοστρεφούς τιμολόγησης.
39 Σύμφωνα με το άρθρο 24 του TKG 1996, οι τιμές καθορίζονται αναλόγως του κόστους της αποτελεσματικής παροχής των υπηρεσιών και ανταποκρίνονται στα όσα επιτάσσει η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού, που προβλέπει ιδίως ότι οι τιμές δεν μπορούν να περιλαμβάνουν πρόσθετα στοιχεία επιβαλλόμενα απλώς και μόνο διότι ο επιχειρηματίας έχει δεσπόζουσα θέση στην οικεία αγορά τηλεπικοινωνιών.
40 Κατά συνέπεια, μια διάταξη όπως του άρθρου 25 του TKG 1996 που προβλέπει γενική υποχρέωση των επιχειρηματιών να λαμβάνουν έγκριση και παραπέμπει παράλληλα στην αρχή της κοστοστρεφούς τιμολογήσεως, η οποία περιέχεται σε διάταξη όπως το άρθρο 24 του νόμου αυτού, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά εφαρμογή του άρθρου 17 της οδηγίας 98/10.
41 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι μια υποχρέωση όπως αυτή που προβλέπει το άρθρο 25 του TKG 1996 συνιστά υποχρέωση κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία και συνεπώς πρέπει να διατηρηθεί προσωρινώς.
42 Βεβαίως η Deutsche Telekom υποστηρίζει ότι η εθνική κανονιστική αρχή θα μπορούσε κατ’ αυτό τον τρόπο, παραλείποντας να πραγματοποιήσει τη μελέτη αγοράς, να καθυστερήσει την εφαρμογή των νέων κοινοτικών διατάξεων. Στην περίπτωση αυτή όμως, στις εθνικές αρχές εναπόκειται, και ενδεχομένως στα αρμόδια δικαστήρια, να ενεργήσουν αναλόγως και στην Επιτροπή να ασκήσει τις εξουσίες της προκειμένου να εξασφαλίσει την πλήρη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
43 Βάσει των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι τα άρθρα 27, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας-πλαισίου και 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία έχουν την έννοια ότι πρέπει να διατηρηθούν προσωρινά σε ισχύ η εκ του νόμου υποχρέωση εγκρίσεως για τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας στους τελικούς καταναλωτές από υπηρεσίες που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά αυτή, όπως η υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 25 του TKG 1996, που θεσπίστηκε στο πλαίσιο του εσωτερικού δικαίου, του προγενεστέρου του νέου κανονιστικού πλαισίου, καθώς και οι σχετικές διοικητικές πράξεις διαπιστώσεως.
44 Λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο.
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα για την υποβολή παρατηρήσεων στο Δικαστήριο εκτός των εξόδων των εν λόγω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 27, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο), και 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία), έχουν την έννοια ότι πρέπει να διατηρηθούν προσωρινά σε ισχύ η εκ του νόμου υποχρέωση εγκρίσεως για τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας στους τελικούς καταναλωτές από υπηρεσίες που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά αυτή, όπως η υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 25 του Telekommunikationsgesetz (νόμου περί τηλεπικοινωνιών), της 25ης Ιουλίου 1996, ο οποίος θεσπίστηκε στο πλαίσιο του εσωτερικού δικαίου, που προηγήθηκε του νέου κανονιστικού πλαισίου το οποίο απορρέει από τις εν λόγω οδηγίες, καθώς και οι σχετικές διοικητικές πράξεις διαπιστώσεως.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.