ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JÁN MAZÁK

της 20ής Νοεμβρίου 2008 ( 1 )

Υπόθεση C-489/06

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

κατά

Ελληνικής Δημοκρατίας

«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγίες 93/36/ΕΟΚ και 93/42/ΕΟΚ — Δημόσιες συμβάσεις — Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων προμηθειών — Προμήθειες νοσοκομείων»

1. 

Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απορρίπτοντας προσφορές που αφορούν ιατροτεχνολογικά προϊόντα τα οποία φέρουν τη σήμανση πιστοποιήσεως CE, χωρίς, εν πάση περιπτώσει, οι αρμόδιες αναθέτουσες αρχές των ελληνικών νοσοκομείων να έχουν τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπει η οδηγία 93/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου (στο εξής: οδηγία περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων) ( 2 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου (στο εξής: οδηγία περί δημοσίων συμβάσεων προμηθειών) ( 3 ) και από τα άρθρα 17 και 18 της οδηγίας 93/42.

I — Το νομικό πλαίσιο

Α — Το κοινοτικό δίκαιο

2.

Όσον αφορά την οδηγία 93/42, όπως θα εξηγήσω στο σημείο 33 των προτάσεών μου, φρονώ ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Medipac-Καζαντζίδης  ( 4 ) —η οποία εκδόθηκε μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση—, έχει αποφανθεί επί του ζητήματος των υποχρεώσεων που υπέχουν οι αναθέτουσες αρχές και της διαδικασίας την οποία οφείλουν να τηρούν σε περιπτώσεις όπως αυτές που προβάλλονται με την υπό κρίση προσφυγή. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι δεν είναι απαραίτητο να παραθέσω στο σύνολό του το νομικό πλαίσιο της οδηγίας 93/42, δεδομένου ότι αυτό έχει αναλυθεί πλήρως στην απόφαση Medipac-Καζαντζίδης.

3.

Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 έως 4, της οδηγίας 93/36 ορίζει τα εξής:

«1.   Οι τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ εμφαίνονται στα κείμενα γενικού περιεχομένου ή στα τεύχη της συγγραφής υποχρεώσεων κάθε σύμβασης.

2.   Με την επιφύλαξη των εθνικών τεχνικών κανόνων αναγκαστικού δικαίου, στο βαθμό που οι κανόνες αυτοί συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο, οι τεχνικές προδιαγραφές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ορίζονται από τις αναθέτουσες αρχές με παραπομπή είτε στα εθνικά πρότυπα που ισχύουν κατ’ εφαρμογή των αντίστοιχων ευρωπαϊκών είτε σε ευρωπαϊκές τεχνικές εγκρίσεις είτε σε κοινές τεχνικές προδιαγραφές.

3.   Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να παρεκκλίνει από την αρχή της παραγράφου 2:

α)

εάν τα πρότυπα, οι ευρωπαϊκές τεχνικές εγκρίσεις ή οι κοινές τεχνικές προδιαγραφές δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη ως προς τη διαπίστωση της καταλληλότητας ενός προϊόντος ή εάν δεν υπάρχουν τεχνικά μέσα προκειμένου να διαπιστωθεί με ικανοποιητικό τρόπο αν ένα προϊόν είναι σύμφωνο με τα εν λόγω πρότυπα ή εγκρίσεις ή κοινές τεχνικές προδιαγραφές·

β)

εάν τυχόν η εφαρμογή της παραγράφου 2 θίγει την εφαρμογή της οδηγίας 86/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου [ ( 5 )] […] ή της αποφάσεως 87/95/ΕΟΚ Συμβουλίου [ ( 6 )] […] ή άλλων κοινοτικών κειμένων σε συγκεκριμένους τομείς υπηρεσιών ή προϊόντων·

γ)

εάν η χρήση των εν λόγω προτύπων, ευρωπαϊκών τεχνικών εγκρίσεων ή κοινών τεχνικών προδιαγραφών υποχρεώνουν ενδεχομένως την αναθέτουσα αρχή να προμηθεύεται προϊόντα ή υλικά μη συμβατά για τις εν χρήσει εγκαταστάσεις της ή που συνεπάγονται δυσανάλογα έξοδα ή δυσανάλογες τεχνικές δυσκολίες, αλλά μόνο στα πλαίσια σαφώς καθορισμένης στρατηγικής και με την προοπτική να υιοθετηθούν, σε ορισμένο χρονικό διάστημα, ευρωπαϊκά πρότυπα, ευρωπαϊκές τεχνικές εγκρίσεις ή κοινές τεχνικές προδιαγραφές·

δ)

εάν το συγκεκριμένο σχέδιο αποτελεί πραγματική καινοτομία και δεν είναι σκόπιμη η χρησιμοποίηση των υφιστάμενων ευρωπαϊκών προτύπων, ευρωπαϊκών τεχνικών εγκρίσεων ή κοινών τεχνικών προδιαγραφών.

4.   Οι αναθέτουσες αρχές που προσφεύγουν στην εφαρμογή της παραγράφου 3 αναφέρουν, εφόσον είναι δυνατόν, τους σχετικούς λόγους, στην πρόσκληση υποβολής προσφορών που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή στα τεύχη της συγγραφής υποχρεώσεων και, σε κάθε περίπτωση, αναφέρουν τους λόγους αυτούς στα εσωτερικά τους έγγραφα και ενημερώνουν σχετικά τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, εφόσον το ζητήσουν.»

4.

Το παράρτημα III της οδηγίας 93/36, το οποίο φέρει τον τίτλο «Καθορισμός ορισμένων τεχνικών προδιαγραφών», προβλέπει τα εξής:

«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, οι όροι που ακολουθούν νοούνται ως εξής:

1.

ως τεχνικές προδιαγραφές νοούνται όλες οι τεχνικές απαιτήσεις που περιέχονται ιδίως στις συγγραφές υποχρεώσεων και καθορίζουν τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός υλικού, ενός προϊόντος ή μιας προμήθειας ειδών και οι οποίες επιτρέπουν τον αντικειμενικό προσδιορισμό ενός υλικού, ενός προϊόντος η μιας προμηθείας ειδών, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στη χρήση για την οποία προορίζονται από την αναθέτουσα αρχή. Οι τεχνικές αυτές απαιτήσεις πρέπει να περιλαμβάνουν τα επίπεδα ποιότητας ή απόδοσης, την ασφάλεια, τις διαστάσεις, καθώς και τις απαιτήσεις που ισχύουν για το υλικό, το προϊόν ή την προμήθεια ειδών όσον αφορά την οργάνωση της ποιότητας, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και μεθόδους δοκιμών, τη συσκευασία, τη σήμανση και τις ετικέτες·

2.

[ως] πρότυπο, [νοούνται] οι τεχνικές προδιαγραφές που έχουν εγκριθεί από έναν αναγνωρισμένο οργανισμό τυποποίησης για επανειλημμένη ή διαρκή εφαρμογή, η τήρηση όμως των οποίων δεν είναι κατ’ αρχήν υποχρεωτική·

3.

[ως] ευρωπαϊκό πρότυπο, [νοείται] το πρότυπο που έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN) ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης Ηλεκτροτεχνικών Προϊόντων (CENELEC), ή Ευρωπαϊκό Πρότυπο (ΕΝ) ή Έγγραφο Εναρμόνισης (HD), σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες των εν λόγω οργανισμών.

4.

Ως ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση νοείται η ευνοϊκή εκτίμηση της καταλληλότητας ενός προϊόντος για χρήση, με γνώμονα την ικανοποίηση των βασικών απαιτήσεων για τις κατασκευές και με βάση τα εγγενή χαρακτηριστικά του προϊόντος και τους τιθέμενους όρους εφαρμογής και χρήσης του. Μια ευρωπαϊκή τεχνική έγκριση χορηγείται από τον οργανισμό που είναι αναγνωρισμένος για τον σκοπό αυτό από το εκάστοτε κράτος μέλος·

5.

κοινή τεχνική προδιαγραφή, τεχνική προδιαγραφή που έχει εκπονηθεί σύμφωνα με διαδικασία αναγνωρισμένη από τα κράτη μέλη έτσι ώστε να διασφαλίζει ομοιόμορφη εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη και έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.»

Β — Η εθνική νομοθεσία

5.

Η οδηγία 93/36 μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, κυρίως, με το προεδρικό διάταγμα 370/1995 (ΦΕΚ Α’ 199). Το άρθρο 16 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος επαναλαμβάνει, κατ’ ουσία, το άρθρο 8 της οδηγίας 93/36.

6.

Η κοινή υπουργική απόφαση ΔΥ7/οικ. 2480 της 19ης Αυγούστου 1994 (ΦΕΚ Β’ 679), περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την οδηγία 93/42, μετέφερε την οδηγία αυτή στην ελληνική έννομη τάξη.

7.

Επίσης, ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων (η αρμόδια στην Ελλάδα αρχή για τη διασφάλιση της εφαρμογής των κοινοτικών οδηγιών περί ιατροτεχνολογικών προϊόντων, που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, στο εξής: ΕΟΦ), ορίσθηκε, βάσει του άρθρου 19 του νόμου 2889/2001, ως αρμόδια αρχή για θέματα ιατροτεχνολογικών προϊόντων.

II — Τα πραγματικά περιστατικά, η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων

8.

Στην Επιτροπή υποβλήθηκε καταγγελία που αφορούσε την απόρριψη προσφορών ιατροτεχνολογικών προϊόντων —ειδικότερα, χειρουργικών ραμμάτων— στο πλαίσιο διαγωνισμών για την προμήθεια δημόσιων νοσοκομείων στην Ελλάδα, για λόγους που αφορούσαν τη «γενική επάρκεια και ασφάλεια χρήσεως» των εν λόγω προϊόντων, μολονότι αυτά είχαν πιστοποιηθεί με τη σήμανση CE ( 7 ), και χωρίς, εν πάση περιπτώσει, να τηρείται η διαδικασία διασφαλίσεως που προβλέπει σχετικώς η οδηγία 93/42.

9.

Στις 20 Απριλίου 2004, στο πλαίσιο της εκ μέρους της Επιτροπής διερευνήσεως της καταγγελίας, οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή την αριθ. 19384 εγκύκλιο του ΕΟΦ, της (στο εξής: εγκύκλιος 19384). Με την εγκύκλιο, διαπιστωνόταν ότι «ορισμένες επιτροπές επιφορτισμένες με τη διενέργεια διαγωνισμών για τις προμήθειες των νοσοκομείων απέρριπταν προσφορές εταιριών για διάφορα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, μολονότι αυτά έφεραν τη σήμανση CE, με την αιτιολογία της μη καταλληλότητας, χωρίς την προηγούμενη εξέτασή τους από τον ΕΟΦ» και ότι «σε ορισμένες περιπτώσεις η μη καταλληλότητα αφορούσε προδιαγραφές που είχαν τεθεί από τα νοσοκομεία αυθαιρέτως». Στη συνέχεια, η εγκύκλιος επισήμαινε ότι «αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι ενδιαφερόμενες εταιρίες να προσφύγουν τόσο στα ελληνικά δικαστήρια όσο και στα αρμόδια Ευρωπαϊκά Όργανα και να δικαιωθούν». Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, η εγκύκλιος 19384 συνιστούσε υπόμνηση της νόμιμης διαδικασίας που όφειλαν να τηρούν οι επιτροπές, καθώς και των λεπτομερειών της διαδικασίας αυτής.

10.

Κατόπιν των εξελίξεων αυτών, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον καταγγέλλοντα ότι σκόπευαν να θέσουν την υπόθεση στο αρχείο. Εντούτοις, ο καταγγέλλων, με την από 8 Νοεμβρίου 2004 επιστολή του, προσκόμισε πρόσθετα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία, παρά την έκδοση της εγκυκλίου, οι αρμόδιες επιτροπές ορισμένων νοσοκομείων (μεταξύ των οποίων, των Γενικών Νοσοκομείων Κομοτηνής, Μεσολογγίου, Αγίου Νικολάου Κρήτης και του Βενιζέλειου-Πανάνειου Νοσοκομείου Ηρακλείου Κρήτης) εξακολουθούσαν να ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.

11.

Για παράδειγμα, σε συγκεκριμένο διαγωνισμό, το Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής απέρριψε μεγάλο μέρος της προσφοράς του καταγγέλλοντος, με την αιτιολογία ότι τα προϊόντα ήταν ακατάλληλα, μολονότι έφεραν τη σήμανση CE και πληρούσαν τις απαιτήσεις του τεχνικού προτύπου της ευρωπαϊκής φαρμακοποιίας. Μολονότι το νοσοκομείο είχε λάβει την εγκύκλιο του ΕΟΦ, αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις της και να αποστείλει τα υλικά στον ΕΟΦ για έλεγχο.

12.

Ομοίως, το Γενικό Νοσοκομείο Μεσολογγίου απέρριψε την προσφορά του καταγγέλλοντος και ολοκλήρωσε τον διαγωνισμό, χωρίς να ενημερώσει τον ΕΟΦ και/ή να αποστείλει σε αυτόν δείγματα για έλεγχο. Παρόμοια περιστατικά συνέβησαν σε διαγωνισμό που διενήργησε το Γενικό Νοσοκομείο Αγίου Νικολάου Κρήτης.

13.

Τέλος, σε διαγωνισμό του Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου Κρήτης, μολονότι το νοσοκομείο ενημέρωσε προηγουμένως τον ΕΟΦ, ενεργώντας σύμφωνα με την εγκύκλιο, δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση του ΕΟΦ, ο οποίος αποφάνθηκε ότι τα επίμαχα ιατρικά υλικά είναι ασφαλή.

14.

Βάσει των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 21 Μαρτίου 2005, έγγραφο οχλήσεως στην Ελληνική Δημοκρατία και κίνησε κατά του κράτους μέλους αυτού την επίσημη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ.

15.

Οι ελληνικές αρχές, με την από 24 Μαΐου 2005 απάντησή τους, δεν αμφισβήτησαν το γεγονός ότι ορισμένα ελληνικά νοσοκομεία ενεργούσαν κατά παράβαση των ισχυουσών κοινοτικών διατάξεων, αλλά απλώς επισήμαναν ότι οι περιπτώσεις που προβάλλει η Επιτροπή ήταν μεμονωμένες. Κατά τις ελληνικές αρχές, οι περιπτώσεις αυτές δεν συνιστούν γενικευμένη, οριζόντια παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.

16.

Στις 19 Δεκεμβρίου 2005, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία επισήμανε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 και από τα άρθρα 17 και 18 της οδηγίας 93/42, σχετικά με την ανάθεση της εκτελέσεως δημοσίων συμβάσεων προμηθειών ιατροτεχνολογικών προϊόντων, και κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.

17.

Με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 απάντησή της, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίσθηκε ότι είχε λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ενώ οι περιπτώσεις που προβάλλονταν με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής συνιστούσαν απλώς μεμονωμένα περιστατικά παρεκκλίσεως από τη συνήθη πρακτική. Επίσης, η Ελληνική Δημοκρατία επισήμανε ότι αυτή καθαυτή η ελληνική νομοθεσία είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Εκτός από την εγκύκλιο 19384 και την από υπενθύμισή της, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλέσθηκε το γεγονός ότι, κατόπιν αιτήματος των νοσοκομείων, ο ΕΟΦ διενήργησε συστηματικούς ελέγχους όσον αφορά την ποιότητα των υπό προμήθεια υλικών. Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία επισήμανε την ολοένα και πιο συστηματική συμμόρφωση των ελληνικών νοσοκομείων προς τις υποδείξεις του ΕΟΦ.

18.

Εντούτοις, βάσει νέων στοιχείων, η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι, στην πραγματικότητα, η επίμαχη παράβαση εξακολουθούσε να υφίσταται. Τα στοιχεία καταδείκνυαν ότι τα περιστατικά δεν ήταν σε καμία περίπτωση μεμονωμένα, ούτε αποτελούσαν εξαίρεση από τη συνήθη πρακτική και, κυρίως, ότι δεν επιβαλλόταν καμία κύρωση στις αναθέτουσες αρχές για την παράνομη συμπεριφορά τους. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ελάχιστα νοσοκομεία συμμορφώθηκαν πράγματι προς τις υποδείξεις. Επιπλέον, από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν στην Επιτροπή, προέκυπτε σαφώς ότι ο ΕΟΦ δεν είναι αρμόδιος να ασκεί οποιονδήποτε διοικητικό έλεγχο στα νοσοκομεία ή να τους επιβάλλει οποιεσδήποτε κυρώσεις, και ότι μέχρι σήμερα κανένα άλλο όργανο (δικαστικό ή άλλης φύσεως) της ελληνικής έννομης τάξεως δεν έχει ασκήσει τέτοια αρμοδιότητα στον χώρο αυτό. Προς επίρρωση των αιτιάσεών της, η Επιτροπή παραθέτει αριθμό αποφάσεων του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ειδικότερα της Επιτροπής Αναστολών, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της τάσεως του δικαστηρίου αυτού να απορρίπτει τις προσφυγές κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών, οι οποίες αντιβαίνουν στις οδηγίες και στις σχετικές εγκυκλίους.

19.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι η παράβαση, της οποίας τα πραγματικά περιστατικά ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τις ελληνικές αρχές, εξακολουθούσε να υφίσταται και ότι τα μέτρα που έλαβαν οι εθνικές αρχές για την αντιμετώπισή της δεν ήταν ούτε επαρκή ούτε αποτελεσματικά. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

20.

Έχοντας καταθέσει έγγραφα υπομνήματα, οι διάδικοι δεν ζήτησαν τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

21.

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

«—

να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απορρίπτοντας προσφορές που αφορούν ιατροτεχνολογικά προϊόντα τα οποία φέρουν τη σήμανση πιστοποιήσεως CE, χωρίς, εν πάση περιπτώσει, οι αρμόδιες αναθέτουσες αρχές των ελληνικών νοσοκομείων να έχουν τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπει η οδηγία 93/42, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 και από τα άρθρα 17 και 18 της οδηγίας 93/42·

να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.»

22.

Η Ελληνική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή.

III — Εξέταση

Α — Επιχειρήματα των διαδίκων

23.

Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η οδηγία 93/36, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, θέτει σαφές πλαίσιο όσον αφορά τον εκ μέρους της εκάστοτε αναθέτουσας αρχής καθορισμό των τεχνικών απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν τα προϊόντα που περιλαμβάνονται σε προσφορά. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, η παραπομπή στα εθνικά πρότυπα που ισχύουν κατ’ εφαρμογή των ευρωπαϊκών, στις ευρωπαϊκές τεχνικές εγκρίσεις ή στις κοινές τεχνικές προδιαγραφές είναι υποχρεωτική, τόσο στην προκήρυξη του διαγωνισμού όσο και κατά τη διαδικασία αξιολογήσεως της καταλληλότητας των ειδών των οποίων η προμήθεια αποτελεί το αντικείμενο του διαγωνισμού. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι παρεκκλίσεις από την αρχή που θέτει το άρθρο 8, παράγραφος 2, παρατίθενται περιοριστικά στο άρθρο 8, παράγραφος 3.

24.

Επιπλέον, η Επιτροπή διατείνεται ότι οι προκηρύξεις διαγωνισμών τις οποίες δημοσιεύουν τα ελληνικά νοσοκομεία περιέχουν την κατ’ άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 απαίτηση περί υπάρξεως ειδικής για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα ευρωπαϊκής τεχνικής εγκρίσεως, δηλαδή της σημάνσεως πιστοποιήσεως CE, την οποία προβλέπει και η οδηγία 93/42. Εντούτοις, οι αναθέτουσες αρχές απέρριπταν προσφορές ιατροτεχνολογικών προϊόντων που έφεραν τη σήμανση CE, μολονότι είναι σαφές ότι μια τέτοια απόρριψη δεν καταλέγεται στις παρεκκλίσεις που επιτρέπονται βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/36.

25.

Όσον αφορά την οδηγία 93/42 περί ιατροτεχνολογικών προϊόντων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η οδηγία αυτή καθορίζει λεπτομερώς τις υποχρεωτικές ειδικές διαδικασίες —πιστοποιήσεως και διαθέσεως στην αγορά των ειδών αυτών, αλλά και ελέγχου της καταλληλότητάς τους— κατά τρόπο που δεν επιτρέπει την αμφισβήτηση των πιστοποιημένων ποιοτικών χαρακτηριστικών ή την άσκηση διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους των εθνικών αρχών εκτός του πλαισίου που θέτει η οδηγία.

26.

Κατά την Επιτροπή, οι κύριες απαιτήσεις καταλληλότητας και ασφάλειας τις οποίες πρέπει να πληρούν τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα παρατίθενται στο παράρτημα I της οδηγίας 93/42, τα δε προϊόντα που φέρουν τη σήμανση CE πληρούν όλες αυτές τις απαιτήσεις. Βάσει του άρθρου 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 της οδηγίας 93/42, τα προϊόντα αυτά πληρούν τις απαιτήσεις καταλληλότητας και μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην εσωτερική αγορά.

27.

Κατά την Επιτροπή, ενδέχεται ορισμένα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, μολονότι φέρουν τη σήμανση CE, να κριθούν από τους ιατρούς ως επικίνδυνα για την υγεία και την ασφάλεια των ασθενών. Η Επιτροπή καθιστά σαφές ότι στις περιπτώσεις αυτές οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να απορρίψουν τα επίμαχα προϊόντα μόνον εφόσον τηρήσουν τη διαδικασία διασφαλίσεως, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 8 και 18 της οδηγίας 93/42 και παρατίθεται στην εγκύκλιο 19384.

28.

Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι ελληνικές αναθέτουσες αρχές, αντί να ακολουθήσουν τη διαδικασία διασφαλίσεως, απέρριψαν άνευ ετέρου τις προσφορές ιατροτεχνολογικών προϊόντων που έφεραν τη σήμανση CE.

29.

Όπως, όμως, υποστηρίζει η Επιτροπή, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη οδηγίας περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, όπως είναι οι οδηγίες 93/36 και 93/42, κατά τις οποίες η συμφωνία των προϊόντων τα οποία αφορούν οι προσφορές προς όλες τις τεχνικές προδιαγραφές της οδηγίας πιστοποιείται υποχρεωτικώς με τη σήμανση CE, συνεπάγεται ότι ένα κράτος μέλος υποχρεούται να τηρεί τις ειδικές διαδικασίες που προβλέπει η οδηγία όσον αφορά την αμφισβήτηση του κύρους της πιστοποιήσεως ( 8 ).

30.

Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, παρά την έκδοση της εγκυκλίου 19384 και την υπόμνησή της δύο έτη αργότερα, συνεχίζεται η παράνομη συμπεριφορά των αναθετουσών αρχών και, συνακόλουθα, η παράλειψη των ελληνικών αρχών να τις ελέγξουν και να τους επιβάλουν κυρώσεις.

31.

Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι τα νοσοκομεία, ως αναθέτουσες αρχές, τηρούν τις διατάξεις του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου περί δημοσίων προμηθειών. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, το γεγονός ότι ορισμένα νοσοκομεία δεν συμμορφώθηκαν προς τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου αποτελεί εξαίρεση από την οποία δεν μπορεί συναχθεί ότι υφίσταται γενικευμένη οριζόντια παραβίαση του κοινοτικού δικαίου στον εν λόγω τομέα.

32.

Η Ελληνική Κυβέρνηση διατείνεται επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, ο ΕΟΦ εξέδωσε την εγκύκλιο 19384 και, στις 19 Ιανουαρίου 2006, την αριθ. 4051 εγκύκλιο, που αμφότερες αποτελούσαν υπόμνηση του ορθού τρόπου ελέγχου της καταλληλότητας των υπό προμήθεια προϊόντων. Ως εκ τούτου, ο ΕΟΦ έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Επιπλέον, η Ελληνική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι δεν έχει καθορίσει τις κυρώσεις που θα επιβάλλονται στα νοσοκομεία τα οποία δεν τηρούν τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις, για τον λόγο ότι το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας διενεργεί ακόμη σχετική έρευνα.

Β — Εκτίμηση

33.

Καταρχάς, όσον αφορά την οδηγία 93/42, παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση Medipac-Καζαντζίδης ( 9 ) —η οποία εκδόθηκε μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση— με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «αναθέτουσα αρχή, η οποία κίνησε διαδικασία διαγωνισμού για την προμήθεια ιατροτεχνολογικών προϊόντων και διευκρίνισε ότι τα προϊόντα αυτά πρέπει να συνάδουν με την ευρωπαϊκή φαρμακοποιία και να φέρουν τη σήμανση CE, [απαγορεύεται] να απορρίψει, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, άνευ ετέρου και εκτός του πλαισίου της προβλεπόμενης στα άρθρα 8 και 18 της οδηγίας 93/42 διαδικασίας διασφαλίσεως τα προτεινόμενα προϊόντα, εφόσον πληρούν τον απαιτούμενο εν προκειμένω τεχνικό όρο. Αν η αναθέτουσα αρχή κρίνει ότι τα προϊόντα αυτά ενέχουν κινδύνους για τη δημόσια υγεία, οφείλει να ενημερώσει σχετικώς τον αρμόδιο εθνικό οργανισμό προκειμένου να κινηθεί η εν λόγω διαδικασία διασφαλίσεως.»

34.

Δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επί αυτού του σκέλους της υπό κρίση υποθέσεως, το κύριο ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι αυτό του βάρους αποδείξεως.

35.

Συναφώς, η Επιτροπή επιδιώκει να αποδείξει, βάσει ορισμένων ατομικών περιπτώσεων, ότι οι ενέργειες των ελληνικών νοσοκομείων, ως αναθετουσών αρχών, καταδεικνύουν την ύπαρξη πάγιας διοικητικής πρακτικής η οποία είναι παράνομη, χωρίς οι αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε σχετικούς ελέγχους και να επιβάλλουν κυρώσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη γενικώς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.

36.

Στην απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας ( 10 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «η παράβαση μπορεί να προκύπτει από την ύπαρξη διοικητικής πρακτικής παραβιάζουσας το κοινοτικό δίκαιο, έστω και αν η εφαρμοστέα εθνική ρύθμιση είναι, αυτή καθαυτή, σύμφωνη με το δίκαιο αυτό».

37.

Συναφώς, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, στην απόφαση που εξέδωσε σε μια άλλη υπόθεση προσφυγής της Επιτροπής κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας ( 11 ) ότι «όσον αφορά τη δυνατότητα διαπιστώσεως παραβάσεως βάσει της ακολουθούμενης από κράτος μέλος διοικητικής πρακτικής, το Δικαστήριο έχει καθορίσει τα εφαρμοστέα κριτήρια. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η παράβαση μπορεί να αποδειχθεί μόνο μέσω της επαρκώς τεκμηριωμένης και εμπεριστατωμένης αποδείξεως της προσαπτόμενης πρακτικής, η οποία πρέπει να είναι αρκούντως παγιωμένη και γενική, για να αποδείξει δε η Επιτροπή την ύπαρξη γενικής και πάγιας πρακτικής, δεν μπορεί να στηριχθεί σε κάποιο τεκμήριο».

38.

Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη στις 19 Δεκεμβρίου 2005, με την οποία επισήμανε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36 και από τα άρθρα 17 και 18 της οδηγίας 93/42, σχετικά με την ανάθεση της εκτελέσεως δημοσίων συμβάσεων προμηθειών ιατροτεχνολογικών προϊόντων και κάλεσε το κράτος μέλος αυτό να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.

39.

Με την από 9 Φεβρουαρίου 2006 απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε ότι έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων η έκδοση της εγκυκλίου 19384, στις , και η υπόμνησή της, της , με τις οποίες εφιστούσε την προσοχή των νοσοκομείων στις υποχρεώσεις που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο. Εκ τούτου μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί ότι η Ελληνική Κυβέρνηση: i) δέχεται το υποστατό των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζονται οι προβαλλόμενες με την αιτιολογημένη γνώμη αιτιάσεις· ii) προς επίλυση του προβλήματος έλαβε περαιτέρω μέτρα (δηλαδή την υπόμνηση της )· και iii) δεν έδωσε ουσιαστική απάντηση όσον αφορά την προσαπτόμενη σε αυτήν συμπεριφορά.

40.

Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, παρά την έκδοση της εγκυκλίου 19384 και την υπόμνησή της δύο έτη αργότερα, συνεχίζεται η παράνομη συμπεριφορά των αναθετουσών αρχών και, συνακόλουθα, η παράλειψη των ελληνικών αρχών να ελέγξουν τη συμπεριφορά αυτή. Κατά την Επιτροπή, οι καταγγελλόμενες σ’ αυτήν περιπτώσεις είναι ενδεικτικές της, κατά τα φαινόμενα, γενικευμένης πρακτικής των ελληνικών νοσοκομείων, καταδεικνύουν δε ότι η επίμαχη παράβαση δεν είναι μεμονωμένη ούτε αποτελεί εξαίρεση, όπως διατείνεται η Ελληνική Κυβέρνηση, και ότι η πρακτική των αναθετουσών αρχών στις οποίες καταλογίζεται η παράβαση παραμένει ανεξέλεγκτη.

41.

Πριν εξετασθεί το βάσιμο της αιτιάσεως της Επιτροπής, θα εξετάσω πρώτα τον ισχυρισμό της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να συναγάγει από ατομικές περιπτώσεις —οι οποίες, κατά το κράτος μέλος αυτό, «αποτελούν εξαιρέσεις»— συμπεράσματα περί της υπάρξεως γενικευμένης οριζόντιας παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου, τεκμαίροντας ότι υφίσταται συστηματική παράβαση εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας.

42.

Θα επιχειρήσω, κατωτέρω, να αποδείξω ότι, κατά την άποψή μου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η προβαλλόμενη παράβαση είναι γενικευμένη και συνεχίζεται.

43.

Συναφώς, φρονώ ότι είναι χρήσιμο να παρατεθούν εκτενώς τα σχετικά με την υπό κρίση υπόθεση αποσπάσματα της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (γνωστής ως αποφάσεως περί των ιρλανδικών αποβλήτων) ( 12 ). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι η Επιτροπή φέρει το βάρος της αποδείξεως του ισχυρισμού ότι υφίσταται παράβαση ( 13 ), «τα κράτη μέλη οφείλουν, βάσει του άρθρου 10 ΕΚ, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκτέλεση της αποστολής της, η οποία συνίσταται ιδίως, κατά το άρθρο 211 ΕΚ, στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα κοινοτικά όργανα [ ( 14 )] […] Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, όταν πρόκειται για την εξακρίβωση της ορθής εφαρμογής στην πράξη των εθνικών διατάξεων που αποσκοπούν στην διασφάλιση της ουσιαστικής εφαρμογής της οδηγίας, η Επιτροπή, η οποία […] δεν διαθέτει δική της εξουσία διενέργειας ελέγχων στον τομέα αυτό, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα στοιχεία που μπορούν να της υποβάλουν ενδεχόμενοι καταγγέλλοντες ή το εμπλεκόμενο κράτος μέλος [ ( 15 )] […] Από αυτό προκύπτει ιδίως ότι, όταν η Επιτροπή προσκομίζει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτουν ορισμένα πραγματικά περιστατικά που έχουν λάβει χώρα στο έδαφος του καθού κράτους μέλους, σ’ αυτό το κράτος εναπόκειται να αμφισβητήσει ουσιαστικώς και λεπτομερώς τα προβαλλόμενα στοιχεία και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτά [ ( 16 )] […] Πράγματι, σε τέτοιες περιπτώσεις στις εθνικές αρχές εναπόκειται να προβούν στους αναγκαίους επιτόπιους ελέγχους στο πλαίσιο αγαστής συνεργασίας, σύμφωνα με την […] υποχρέωση που έχει κάθε κράτος μέλος να διευκολύνει την Επιτροπή στην εκτέλεση της γενικής αποστολής της [ ( 17 )] […]. Έτσι, όταν η Επιτροπή επικαλείται λεπτομερώς εκτιθέμενες καταγγελίες από τις οποίες προκύπτουν επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων της οδηγίας, στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειται να αμφισβητήσει τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται με τις καταγγελίες αυτές [ ( 18 )] […]. Ομοίως, όταν η Επιτροπή προσκομίζει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτουν ότι οι αρχές κράτους μέλους ανέπτυξαν μια διαρκή και κατ’ επανάληψη ακολουθούμενη πρακτική αντίθετη προς τις διατάξεις μιας οδηγίας, σ’ αυτό το κράτος μέλος εναπόκειται να αμφισβητήσει ουσιαστικώς και λεπτομερώς τα προβαλλόμενα στοιχεία και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτά.» ( 19 )

44.

Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 20 ) ότι «η υποχρέωση αυτή βαρύνει τα κράτη μέλη δυνάμει του αναγνωριζόμενου στο άρθρο 10 ΕΚ καθήκοντος αγαστής συνεργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια της προβλεπόμενης στο άρθρο 226 ΕΚ διαδικασίας».

45.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω θα εξετασθεί το βάσιμο της προσφυγής.

46.

Καταρχάς, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ( 21 ), «η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο τη διαπίστωση παραβάσεως διατάξεων οδηγίας λόγω μιας γενικώς ακολουθούμενης, εκ μέρους των αρχών κράτους μέλους πρακτικής αντίθετης προς τη συγκεκριμένη οδηγία, επικαλούμενη προς τούτο ως παράδειγμα ορισμένες ειδικές περιπτώσεις».

47.

Στην υπό κρίση υπόθεση, φρονώ ότι προκύπτει σαφώς από τη δικογραφία ότι σε τουλάχιστον δεκατέσσερις περιπτώσεις —των οποίων έλαβε γνώση η Επιτροπή— νοσοκομεία ενήργησαν, ως αναθέτουσες αρχές, κατά τον ανωτέρω εκτεθέντα παράτυπο και παράνομο τρόπο.

48.

Αυτές οι δεκατέσσερις περιπτώσεις προβαλλόμενης παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου αφορούν τα εξής νοσοκομεία: Αττικό Νοσοκομείο, Νοσοκομείο Αθηνών Άγιος Σάββας, Νοσοκομείο Ελπίς, Νοσοκομείο Άργους, Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Κοργιαλένειο-Μπενάκειο (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός), Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας (στην Πελοπόννησο), Γενικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Γενικό Νοσοκομείο Παίδων Αθηνών Π. & Α. Κυριακού, Νοσοκομείο Σύρου (στις Κυκλάδες νήσους), Γενικό Νοσοκομείο Σπάρτης, Γενικό Παναρκαδικό Νοσοκομείο Τριπόλεως, Γενικό Νοσοκομείο-Μαιευτήριο Έλενα Βενιζέλου, Γενικό Νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας Αττικής και Νοσοκομείο Κω.

49.

Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει ορισμένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία στην Ελλάδα και συγκεκριμένα τα εξής: Αττικό Νοσοκομείο, Άγιος Σάββας (γνωστό αντικαρκινικό νοσοκομείο), Κοργιαλένειο-Μπενάκειο, Παίδων Π. & Α. Κυριακού και Έλενα Βενιζέλου.

50.

Επιπλέον, εκτιμώ ότι οι περιπτώσεις αυτές καταδεικνύουν ευρεία γεωγραφική κάλυψη και ευρύ φάσμα νοσοκομειακής εξειδικεύσεως, καθόσον περιλαμβάνουν γενικά νοσοκομεία, ένα νοσοκομείο παίδων, ένα αντικαρκινικό νοσοκομείο και ένα μαιευτήριο ( 22 ).

51.

Συναφώς, συμφωνώ με την άποψη που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας Geelhoed με τις προτάσεις του στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ( 23 ) ότι «μολονότι μπορεί να αρκούν και μεμονωμένες τέτοιες περιπτώσεις για τη διαπίστωση παραβάσεως […] μια διαρκούς χαρακτήρα παράβαση προϋποθέτει μια γενικότερη πρακτική ή μια τάση μη συμμορφώσεως κατ’ επανάληψη. Στην περίπτωση οδηγίας, τούτο σημαίνει ότι, για οποιοδήποτε λόγο, το ουσιαστικό περιεχόμενο της οδηγίας δεν υλοποιείται στην πράξη και ότι ο σκοπός της δεν επιτυγχάνεται εντός του οικείου κράτους μέλους. Σχετική ένδειξη μπορεί να είναι το γεγονός ότι η πρακτική αυτή δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κράτους μέλους αλλά είναι ευρύτερης κλίμακας, υπό την έννοια ότι υφίστανται ταυτόχρονα πολλές περιπτώσεις αντίθετες προς την οδηγία στο έδαφος του κράτους μέλους». Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω.

52.

Τέλος, πρέπει να ληφθεί συναφώς υπόψη ότι τα νοσοκομεία πρέπει να προμηθεύονται κατ’ επανάληψη και σε τακτική βάση το επίμαχο στην υπό κρίση υπόθεση προϊόν. Ως εκ τούτου, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του επίμαχου εν προκειμένω προϊόντος —αντιθέτως προς τα προϊόντα των οποίων η προμήθεια διενεργείται άπαξ— η γενική πρακτική την οποία καταγγέλλει η Επιτροπή είναι, κατά την άποψή μου, πιθανό να ακολουθείται κατ’ επανάληψη.

53.

Ως εκ τούτου, φρονώ ότι, λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων που προεκτέθηκαν στα σημεία 45 έως 51, της ομοιότητας και της επαναλαμβανόμενης φύσεως των επίμαχων περιπτώσεων, προκύπτει η ύπαρξη γενικευμένης και συστηματικής παραβάσεως των οδηγιών 93/36 και 93/42 εκ μέρους των αναθετουσών αρχών και, κατά συνέπεια, εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας ( 24 ).

54.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να επισημανθεί ότι εφόσον η Επιτροπή προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι οι αρχές κράτους μέλους διαμόρφωσαν μια κατ’ επανάληψη ακολουθούμενη πάγια πρακτική η οποία είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των οδηγιών 93/36 και 93/42, εναπόκειται σε αυτό το κράτος μέλος να αμφισβητήσει ουσιαστικώς και κατά εμπεριστατωμένο τρόπο τα προβαλλόμενα στοιχεία και τις συνέπειες που συνάγονται από αυτά.

55.

Εντούτοις, το καθοριστικό στοιχείο στην υπό κρίση υπόθεση είναι ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε καμία από τις αιτιάσεις όσον αφορά κάποιο από τα εμπλεκόμενα νοσοκομεία ( 25 ). Επιπλέον, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προέβαλε επιχειρήματα και δεν προσκόμισε ειδικά αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αντικρούσει ή να αμφισβητήσει, ουσιαστικώς και κατά εμπεριστατωμένο τρόπο, τους ισχυρισμούς της Επιτροπής.

56.

Συγκεκριμένα, με την εγκύκλιο 19384, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, και, ιδίως, με το υπόμνημα αντικρούσεως στην υπό κρίση υπόθεση, η Ελληνική Κυβέρνηση δέχεται ότι «ορισμένα νοσοκομεία δεν συμμορφώθηκαν προς τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις».

57.

Συνεπώς, δεδομένου ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της Επιτροπής και δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προς αντίκρουσή τους, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν αποδειχθεί ( 26 ).

58.

Φρονώ ότι η Επιτροπή έχει αποδείξει επαρκώς την εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Η απόδειξη αυτή ενισχύεται από το γεγονός, το οποίο προκύπτει από τη δικογραφία και δεν αμφισβητείται από την Ελληνική Κυβέρνηση, ότι το κράτος μέλος αυτό ούτε ελέγχει την παράνομη συμπεριφορά των αναθετουσών αρχών ούτε επιβάλλει κυρώσεις λόγω αυτής της συμπεριφοράς.

59.

Από τη νομολογία που παρατέθηκε στο σημείο 43 των προτάσεών μου προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε υποχρέωση, βάσει του άρθρου 10 ΕΚ, να διευκολύνει την Επιτροπή να φέρει σε πέρας την αποστολή της όσον αφορά την κατ’ άρθρο 226 ΕΚ διαδικασία.

60.

Επομένως, αντί απλώς να αμφισβητεί ( 27 ) ότι είναι δυνατό από ατομικές περιπτώσεις (τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβήτησε) να συνάγεται η ύπαρξη γενικευμένης παραβάσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση, βάσει του κατ’ άρθρο 10 ΕΚ καθήκοντός της, όφειλε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη περιπτώσεων ορθής εφαρμογής των δύο οικείων οδηγιών. Προς τούτο, θα έπρεπε να προσκομίσει υπολογισμό του αριθμού των διαγωνισμών που προκηρύσσει κατά μέσο όρο ετησίως ένα νοσοκομείο, προκειμένου να αποδείξει ότι οι περιπτώσεις που περιήλθαν σε γνώση της Επιτροπής αποτελούν πράγματι εξαιρέσεις, βάσει του αριθμού, της γεωγραφικής κατανομής και του είδους της νοσοκομειακής εξειδικεύσεώς των εμπλεκομένων φορέων, και ότι, σε σχέση με τις λοιπές περιπτώσεις, δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη γενικευμένης παραβάσεως. Εντούτοις, τόσο από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία όσο και από τα γραπτά υπομνήματά της κατά την παρούσα διαδικασία, προκύπτει σαφώς ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο.

61.

Το μοναδικό επιχείρημα που πρόβαλε η Ελληνική Κυβέρνηση ήταν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι περιπτώσεις των οποίων έλαβε γνώση δεν ήταν μεμονωμένα περιστατικά που αποτελούσαν εξαίρεση από τη συνήθη πρακτική.

62.

Λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, τον αριθμό, τη γεωγραφική κατανομή και το εύρος της εξειδικεύσεως των νοσοκομείων και, αφετέρου, το γεγονός ότι σε αυτά περιλαμβάνονται μερικά από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία στην Ελλάδα, φρονώ ότι οι ενέργειες των ελληνικών νοσοκομείων συνιστούν γενικευμένη παράβαση, η οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιορίζεται στις δεκατέσσερις περιπτώσεις των οποίων έλαβε γνώση η Επιτροπή.

63.

Πράγματι, όπως απέδειξε η Επιτροπή, ο αριθμός των περιπτώσεων στις οποίες οι αναθέτουσες αρχές παρέβησαν τις διατάξεις των οδηγιών και το γεγονός ότι οι συμπεριφορές αυτές δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ελέγχου και ότι δεν επιβλήθηκαν κυρώσεις λόγω αυτών σε διοικητικό και δικαστικό επίπεδο —τόσο γενικώς όσο και κατά ατομική περίπτωση— οδηγεί σε διαφορετική εκτίμηση από αυτήν της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Φρονώ, συνεπώς, ότι τόσο οι ενέργειες των αναθετουσών αρχών όσο και η πρακτική των αρμοδίων εποπτευουσών αρχών αποδεικνύουν ότι πρόκειται για συστηματική παρέκκλιση από τη νόμιμη διαδικασία.

64.

Η Επιτροπή απέδειξε ότι τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού και της φύσεως των καταγγελλομένων περιπτώσεων, μπορούν να εξηγηθούν μόνον από τη γενικευμένη παράλειψη συμμορφώσεως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, οι καταγγελλόμενες περιπτώσεις, εξεταζόμενες στο σύνολό τους και εντός του πλαισίου αυτού, δεν μπορούν να θεωρούνται απλώς μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ενδείξεις μιας γενικής διοικητικής πρακτικής που αντιβαίνει στις υποχρεώσεις που υπέχει το κράτος μέλος αυτό ( 28 ).

65.

Πράγματι, το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός νοσοκομείων διενεργεί διαγωνισμούς κατά τρόπο που συνιστά παράβαση της οδηγίας 93/36 αντιβαίνει στις υποχρεώσεις που υπέχουν οι ελληνικές αρχές από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36.

66.

Η Επιτροπή επισημαίνει ορθώς ότι τα μέτρα που έλαβε η Ελληνική Κυβέρνηση για να παύσει η παράβαση αυτή, αφότου ενημερώθηκε σχετικώς από την Επιτροπή, περιορίζονται στην έκδοση μιας κανονιστικής πράξεως του ΕΟΦ, δηλαδή της εγκυκλίου 19384, και στην υπόμνησή της δύο χρόνια αργότερα. Πρέπει να επισημανθεί ότι η υπόμνηση έγινε στις 19 Ιανουαρίου 2006, ένα μήνα μετά την εκ μέρους της Επιτροπής αποστολή στις ελληνικές αρχές της αιτιολογημένης γνώμης της.

67.

Εντούτοις, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η παράνομη συμπεριφορά των αναθετουσών αρχών και η παράλειψη των ελληνικών αρχών να την ελέγξουν και να επιβάλουν κυρώσεις λόγω αυτής εξακολουθούν να υφίστανται.

68.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι οι περιπτώσεις των οποίων έλαβε γνώση αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της συνήθους πρακτικής των ελληνικών νοσοκομείων όσον αφορά την προμήθεια ιατροτεχνολογικών προϊόντων.

69.

Το επιχείρημα των ελληνικών αρχών —περί υπάρξεως σε εθνικό επίπεδο μέσων παροχής (ένδικης) προστασίας για κάθε παράβαση της νομοθεσίας περί δημοσίων προμηθειών— δεν μπορεί να δικαιολογήσει παράβαση των εφαρμοστέων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου από το κράτος μέλος.

70.

Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση Brasserie du Pêcheur και Factortame ( 29 ), «κατά πάγια νομολογία, η παρεχομένη στους διοικουμένους ευχέρεια να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις απευθείας εφαρμοστέες διατάξεις της Συνθήκης συνιστά ελάχιστη απλώς κατοχύρωση και δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να διασφαλίσει την πλήρη και ολοκληρωτική εφαρμογή της Συνθήκης».

71.

Συγκεκριμένα, η παράβαση που οφείλεται σε διοικητική πρακτική κράτους μέλους προϋποθέτει την ύπαρξη συγκεκριμένης πάγιας συμπεριφοράς των αρχών του καθού κράτους μέλους ( 30 ).

72.

Φρονώ ότι αυτό συμβαίνει εν προκειμένω. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η καταγγελλόμενη διοικητική πρακτική, την οποία καταδεικνύουν πλείονα παραδείγματα, είναι σαφώς, σε ορισμένο βαθμό, πάγια και γενικευμένη, παράλληλα δε υφίσταται έλλειψη ελέγχου, επιβολής του νόμου και επιβολής κυρώσεων ( 31 ). Επιπλέον, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες στο σημείο 18 των προτάσεών μου αιτιάσεις της Επιτροπής, προκύπτει ότι —όπως αποδεικνύεται από τη γενικευμένη τάση απορρίψεως των προσφυγών κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών— το Συμβούλιο της Επικρατείας, αντί να επιπλήξει την εσφαλμένη και παράνομη ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων εκ μέρους των αναθετουσών αρχών, μάλλον την επιβεβαίωσε ( 32 ).

73.

Βάσει των ανωτέρω, φρονώ ότι η προεκτεθείσα διοικητική πρακτική την οποία καταγγέλλει η Επιτροπή συνεχίζεται. Επιπλέον, η παράβαση αυτή της Ελληνικής Δημοκρατίας όχι μόνον πλήττει τα συμφέροντα που προστατεύουν οι οδηγίες 93/36 και 93/42, αλλά, εν γένει, αντιβαίνει στον σκοπό των οδηγιών αυτών.

74.

Συγκεκριμένα, στην υπό κρίση υπόθεση η αντιμετώπιση της καταστάσεως δεν απαιτεί απλώς τη λήψη μέτρων για τη διευθέτηση ορισμένων ατομικών περιπτώσεων αθετήσεως της οικείας υποχρεώσεως που απορρέει από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά την αναθεώρηση της γενικής πολιτικής και της διοικητικής πρακτικής του κράτους μέλους επί του ζητήματος αυτού ( 33 ).

75.

Επιπροσθέτως, η κρίση —περί του ότι η καταγγελλόμενη διοικητική πρακτική είναι σαφώς, σε ορισμένο βαθμό, πάγια και γενικευμένη, παράλληλα δε υφίσταται έλλειψη ελέγχου, επιβολής του νόμου και επιβολής κυρώσεων— επιβεβαιώνεται παραδόξως από το επιχείρημα της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι δεν κατέστη (ακόμη) δυνατό να επιβληθούν κυρώσεις, δεδομένου ότι το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας εξακολουθούσε να διενεργεί, κατά τον χρόνο καταθέσεως του υπομνήματος ανταπαντήσεως, σχετική έρευνα. Στην πραγματικότητα, εκ πρώτης όψεως, η έρευνα αυτή φαίνεται να διαρκεί επί υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς αυτό να οφείλεται στο ότι τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν με την κατ’ άρθρο 226 ΕΚ διοικητική διαδικασία κατέστησαν δυνατό στις ελληνικές αρχές να επεκτείνουν την έρευνά τους. Ειδικότερα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή ενημέρωσε για πρώτη φορά την Ελληνική Δημοκρατία για τη συμπεριφορά των αναθετουσών αρχών στις 26 Σεπτεμβρίου 2003, ενώ η Ελληνική Δημοκρατία κατέθεσε το υπόμνημά της ανταπαντήσεως στις . Επομένως, παρήλθαν τουλάχιστον τριάμισι έτη από της προειδοποιήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την επίμαχη συμπεριφορά.

76.

Φρονώ ότι πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι στην υπό κρίση υπόθεση πληρούνται προδήλως τα κριτήρια διάρκειας (η συνέχιση της παραβάσεως επί μακρόν) και σοβαρότητας (ο βαθμός στον οποίο η υφιστάμενη στο κράτος μέλος κατάσταση παρεκκλίνει από το επιδιωκόμενο με την επιβολή της οικείας κοινοτικής υποχρεώσεως αποτέλεσμα) ( 34 ).

77.

Τέλος, η προσφυγή λόγω παραβάσεως έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, ενώ η παρελκυστική τακτική που ακολούθησαν οι αρχές κατά τη διεξαγωγή της έρευνας δεν αίρει την παράβαση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Στην απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου ( 35 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως για να δικαιολογήσει την παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες».

78.

Ως εκ τούτου, από την προπαρατεθείσα νομολογία προκύπτει ότι, καθόσον η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε στοιχεία προς απόδειξη του αντιθέτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ην Επιτροπή απέδειξε κατά νόμο ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απορρίπτοντας προσφορές που αφορούν ιατροτεχνολογικά προϊόντα τα οποία φέρουν τη σήμανση CE, χωρίς, εν πάση περιπτώσει, οι αρμόδιες αναθέτουσες αρχές των ελληνικών νοσοκομείων να έχουν τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπει η οδηγία 93/42, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 93/36 και 93/42 ( 36 ).

IV — Δικαστικά έξοδα

79.

Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί η Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

V — Πρόταση

80.

Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:

να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απορρίπτοντας προσφορές που αφορούν ιατροτεχνολογικά προϊόντα τα οποία φέρουν τη σήμανση πιστοποιήσεως CE, χωρίς, εν πάση περιπτώσει, οι αρμόδιες αναθέτουσες αρχές των ελληνικών νοσοκομείων να έχουν τηρήσει τη διαδικασία που προβλέπει η οδηγία 93/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της , παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της , περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων προμηθειών και από τα άρθρα 17 και 18 της οδηγίας 93/42, περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων,

να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) Οδηγία της 14ης Ιουνίου 1993 περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων (ΕΕ L 169, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της (ΕΕ L 284, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 93/42).

( 3 ) Οδηγία της 14ης Ιουνίου 1993 περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/78/ΕΚ της Επιτροπής, της (ΕΕ 2001 L 285, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 93/36). Η οδηγία 93/36 καταργήθηκε με την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της , περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, σ. 114), πλην όμως κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ίσχυε η οδηγία 93/36.

( 4 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, C-6/05 (Συλλογή 2007, σ. Ι-4557).

( 5 ) Οδηγία της 24ης Ιουλίου 1986 σχετικά με το αρχικό στάδιο της αμοιβαίας αναγνώρισης των εγκρίσεων τύπου για τον τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό (ΕΕ L 217, σ. 21).

( 6 ) Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1986 σχετικά με την τυποποίηση στον τομέα της τεχνολογίας της πληροφορίας και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 36, σ. 31).

( 7 ) Σύμφωνα με την καταγγελία, οι αρμόδιες επιτροπές, οι οποίες αποτελούνται από ιατρούς που εργάζονται στα νοσοκομεία, διατείνονται ότι έχουν δικαίωμα να ελέγχουν τη γενική επάρκεια και ασφάλεια της χρήσεως των επίμαχων ιατροτεχνολογικών προϊόντων, υποστηρίζοντας δε ότι η σήμανση CE δεν αποτελεί κατάλληλη και δεσμευτική εγγύηση, διαπιστώνουν συχνά αποκλίσεις από τα πρότυπα οι οποίες, κατά τις επιτροπές, αποδυναμώνουν ή ακόμα και ακυρώνουν την ισχύ της επίσημης πιστοποιήσεως CE.

( 8 ) Η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL (Συλλογή 2003, σ. Ι-4431, σκέψεις 50 έως 53), της , C-103/01, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2003, σ. Ι-5369, σκέψεις 28 και 29), και της , C-40/04, Yonemoto (Συλλογή 2005, σ. Ι-7755, σκέψεις 31 και 32), καθώς και τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Sharpston στην προπαραταθείσα με την υποσημείωση 4 υπόθεση Medipac-Καζαντζίδης, σημεία 83 έως 87.

( 9 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 55.

( 10 ) Απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, C-441/02 (Συλλογή 2006, σ. Ι-3449, σκέψη 47), παραπέμπουσα στην απόφαση της , C-278/03, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2005, σ. Ι-3747, σκέψη 13). Βλ. επίσης απόφαση της , C-342/05, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2007, σ. Ι-4713, σκέψη 22).

( 11 ) Απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, C-156/04 (Συλλογή 2007, σ. Ι-4129, σκέψη 50), παραπέμπουσα στην προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 10 απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψεις 49, 50 και 99 και στην εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Για μια περίπτωση υποθέσεως όπου η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υφίσταται εντός κράτους μέλους διοικητική πρακτική με τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, βλ. απόφαση της , C-287/03, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 2005, σ. Ι-3761, σκέψη 28).

( 12 ) Απόφαση της 26ης Απριλίου 2005, C-494/01 (Συλλογή 2005, σ. Ι-3331, σκέψεις 41 έως 47). Βλ. επίσης απόφαση της , C-135/05, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2007, σ. Ι-3475, σκέψεις 26 έως 32). Βλ. Lenaerts, K., «The Rule of Law and the Coherence of the Judicial System of the European Union», 44 CML Rev. (2007), σ. 1636, υποσημείωση 70, ο οποίος παραπέμπει στους Wennerås, P., «A New Dawn for Commission Enforcement under Articles 226 and 228 EC: General and Persistent (GAP) Infringements, Lump Sums and Penalty Payments», 43 CML Rev. (2006), σ. 31, και Schrauwen, A., «Fishery, waste management and persistent and general failure to fulfil control obligations: The role of lump sums and penalty payments in enforcement actions under Community law», 18 Journal of Environmental Law (2006), σ. 289.

( 13 ) Βλ., ιδίως, απόφαση της 25ης Μαΐου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6), και απόφαση της , C-408/97, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2000, σ. Ι-6417, σκέψη 15). Βλ. επίσης απόφαση της , 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. 4875, σκέψη 21).

( 14 ) Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 13 αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, υπόθεση 96/81, σκέψη 7, και υπόθεση 408/97, σκέψη 16.

( 15 ) Βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση στην υπόθεση C-408/97, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 17.

( 16 ) Βλ., σχετικώς, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, απόφαση γνωστή ως San Rocco (Συλλογή 1999, σ. Ι-7773, σκέψεις 84 και 86).

( 17 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση San Rocco, σκέψη 85.

( 18 ) Βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 13 απόφαση στην υπόθεση 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 19.

( 19 ) Βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 13 απόφαση στην υπόθεση 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 21, και προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση San Rocco, σκέψεις 84 και 86.

( 20 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση επί της υποθέσεως C-135/05, σκέψη 32.

( 21 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2007, C-248/05 (Συλλογή 2007, σ. Ι-9261, σκέψη 64 και παρατιθέμενη νομολογία).

( 22 ) Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η καταγγελλόμενη πρακτική ακολουθείται και από άλλα νοσοκομεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης («ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας»), το Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων, το Νοσοκομείο Γ. Παπανικολάου στη Θεσσαλονίκη («ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας»), το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών, το νοσοκομείο του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στην Αθήνα, το Νοσοκομείο Παίδων Αγία Σοφία στην Αθήνα («το μεγαλύτερο νοσοκομείο παίδων της χώρας»), το νοσοκομείο ατυχημάτων στην Κηφισιά (ΚΑΤ, «ένα από τα κύρια νοσοκομεία της Αθήνας») και το Τζάνειο Νοσοκομείο («το μεγαλύτερο νοσοκομείο του Πειραιά»).

( 23 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 υπόθεση C-494/01, σημείο 44 των προτάσεων.

( 24 ) Αντιθέτως, για παράδειγμα, προς την υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Ιουνίου 2003, C-229/00, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (Συλλογή 2003, σ. Ι-5727, σκέψη 53).

( 25 ) Πρβλ. υπόθεση C-494/01, επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, στην οποία η Ιρλανδία αμφισβήτησε ότι η πλειονότητα των ισχυρισμών της Επιτροπής ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Βλ. επίσης την απόφαση της 27ης Απριλίου 1993, C-375/90, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1993, σ. Ι-2055, σκέψη 34), με την οποία, καθόσον «η Ελληνική Δημοκρατία προσκόμισε, με τα έγγραφα υπομνήματά της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, λεπτομερείς διευκρινίσεις, για να αποδείξει ότι οι κανόνες του παραρτήματος III είχαν όντως τηρηθεί, χωρίς να αμφισβητηθεί άλλωστε από την Επιτροπή η ακρίβεια αυτών των διευκρινίσεων», το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της περί παραβάσεως των διατάξεων του οικείου κανονισμού.

( 26 ) Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 21. Βλ. επίσης απόφαση της 4ης Μαΐου 2006, C-508/03, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2006, σ. Ι-3969, σκέψη 80).

( 27 ) Πρβλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο επί της υποθέσεως 272/86, Επιτροπή κατά Ελλάδας, με την οποία αποφάνθηκε κατ’ ουσία ότι, παρόλο που εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την αιτίασή της περί παραβάσεως, το καθού κράτος μέλος δεν μπορεί, εφόσον η Επιτροπή προσκόμισε επαρκή στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ύπαρξη της παραβάσεως, να αρκεσθεί στην άρνηση της υπάρξεώς της. Το κράτος μέλος πρέπει να αμφισβητήσει ουσιαστικώς και κατά εμπεριστατωμένο τρόπο τα προσκομισθέντα στοιχεία και τις συνέπειες που συνάγονται από αυτά. Ελλείψει αμφισβητήσεως, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν αποδειχθεί.

( 28 ) Βλ., σχετικώς, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στην προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 12 υπόθεση C-494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σημείο 55.

( 29 ) Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1996, C-46/93 και C-48/93 (Συλλογή 1996, σ. Ι-1029, σκέψη 20).

( 30 ) Lenaerts, K., Arts, D., Maselis, I., Procedural Law of the European Union, 2η έκδοση, Λονδίνο, 2006, σ. 133, παράγραφος 5-008, όπου γίνεται παραπομπή, για παράδειγμα, στις αποφάσεις της 9ης Μαΐου 1985, 21/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ. 1355), της , 35/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 545), της , C-150/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2004, σ. Ι-3887), και της , C-41/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2004, σ. Ι-11375).

( 31 ) Όπως και στην προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 12 υπόθεση C-494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία i) παρέλειψε εν γένει να θεσπίσει και/ή να επιβάλει την τήρηση των νομοθετικών και διοικητικών διατάξεων που απαιτούνται για την ορθή εφαρμογή και την τήρηση των διατάξεων των οδηγιών 93/36 και 93/42, καθώς και ii) να εφαρμόσει και να επιβάλει την τήρηση των διατάξεων κατά περίπτωση. Συγκεκριμένα, προκύπτει, αντικειμενικώς, η ύπαρξη γενικευμένης τάσεων των ελληνικών αρχών να ανέχονται τις περιπτώσεις μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών (βλ.. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση C-494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σκέψη 132).

( 32 ) Όσον αφορά το αν είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο μια πρακτική σχετική με «ουδέτερη» διάταξη του εθνικού δικαίου και προκειμένου περί πρακτικής των δικαστικών αρχών βλ. την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2003, C-129/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. Ι-14637). Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο καθόρισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια εθνική δικαστική πρακτική ενδέχεται να στοιχειοθετεί παράβαση κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ.

( 33 ) Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Geelhoed στην προπαρατεθείσα με την υποσημείωση 12 υπόθεση C-494/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, σημείο 48, όπου υποστηρίζει ότι: «ο περιορισμός της διορθωτικής δράσεως σε συγκεκριμένες περιπτώσεις θα οδηγούσε σε διατήρηση άλλων περιπτώσεων μη συμμορφώσεως μέχρις ότου αυτές ανακαλυφθούν και καταγγελθούν […] από την Επιτροπή, με άσκηση νέας προσφυγής λόγω παραβάσεως […]. Στο μεταξύ θα εξακολουθεί να υφίσταται μια κατάσταση αντίθετη προς εκείνη την οποία προβλέπει το οικείο κοινοτικό μέτρο».

( 34 ) Όπ.π., σημεία 45 και 46.

( 35 ) Απόφαση της 1ης Μαρτίου 1983, 301/81 (Συλλογή 1983, σ. 467, σκέψη 6).

( 36 ) Βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση San Rocco, σκέψη 91.