ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

M. POIARES MADURO

της 26ης Μαρτίου 2009 ( 1 )

Υπόθεση C-411/06

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως

«Προσφυγή ακυρώσεως — Κανονισμός (ΕΚ) 1013/2006 — Μεταφορά αποβλήτων — Επιλογή νομικής βάσεως — Άρθρα 133 ΕΚ και 175, παράγραφος 1, ΕΚ»

1. 

Η Επιτροπή άσκησε στις 2 Οκτωβρίου 2006, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 230 ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως κατά του κανονισμού (EK) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων ( 2 ), προβάλλοντας ότι ο κανονισμός στηρίζεται επί μη ορθής νομικής βάσεως. Κατά την προσφεύγουσα, ο επίδικος κανονισμός έπρεπε να έχει στηριχθεί σε διττή βάση, συγκεκριμένα τόσο στο άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ όσο και στο άρθρο 133 ΕΚ, ενώ οι συντάκτες του τον στήριξαν μόνο στο άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ.

2. 

Η παρούσα υπόθεση συνιστά μια νέα περίπτωση στην οποία εμφανίζεται η, από μακρού χρόνου υφιστάμενη, σύγκρουση μεταξύ της Επιτροπής, αφενός, και του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, αφετέρου, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των άρθρων 133 ΕΚ και 175, παράγραφος 1, ΕΚ ως νομικής βάσεως μιας κοινοτικής πράξεως που επιδιώκει περιβαλλοντικό σκοπό εμμέσως με μέτρα που αφορούν τις διασυνοριακές μεταφορές αποβλήτων. Πρέπει να τονισθεί ότι η σχετική νομολογία, αν μη τι άλλο όλως περιπτωσιολογική, δεν συμβάλλει στη διασαφήνιση του ζητήματος. Οι καθών η προσφυγή διατείνονται μάλιστα ότι διακρίνουν σ’ αυτή μια αντίφαση και, εν πάση περιπτώσει, επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της μιας ή της άλλης από τις απόψεις που διατυπώθηκαν εν προκειμένω. Κατά συνέπεια, ζήτησαν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 44, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, την εκδίκαση της υποθέσεως από το τμήμα μείζονος συνθέσεως.

I — Ως προς την ανάγκη εξετάσεως του βασίμου της προσφυγής

Α — Το παραδεκτό της προσφυγής

3.

Το Συμβούλιο προβάλλει εκ προοιμίου το απαράδεκτο της προσφυγής, επειδή η Επιτροπή, σε αντίθεση προς τις απαιτήσεις του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ’, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεν διευκρίνισε με το δικόγραφο της προσφυγής της ποιες διατάξεις του προσβαλλόμενου κανονισμού θα έπρεπε, κατ’ αυτήν, να στηρίζονται στο άρθρο 133 ΕΚ, ποιες διατάξεις στο άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ, και, ενδεχομένως, ποιες διατάξεις σε αμφότερα τα άρθρα συγχρόνως.

4.

Αυτή η ένσταση απαραδέκτου δεν μπορεί προφανώς να ευδοκιμήσει. Το δικόγραφο προσφυγής της Επιτροπής περιέχει συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων λόγων και είναι επαρκώς σαφές και ακριβές ώστε να παρέχει τη δυνατότητα στο μεν Συμβούλιο να προετοιμάσει την άμυνά του, στο δε Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση επί της προσφυγής. Εκθέτει, πράγματι, τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή φρονεί ότι πληρούνται οι τεθείσες νομολογιακώς προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση διττής νομικής βάσεως. Δεν είναι αναγκαίο για την τήρηση των όρων που θέτει το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ’, του Κανονισμού Διαδικασίας να εξατομικεύει η Επιτροπή τις διατάξεις του προσβαλλόμενου κανονισμού που συναρτώνται με τη μία ή την άλλη βάση. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή εξέθεσε με το δικόγραφό της ότι, μολονότι ορθώς επελέγη το άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ ως έρεισμα των περισσότερων από τις διατάξεις του προσβαλλόμενου κανονισμού, οι διατάξεις των τίτλων IV έως VI, που αφορούν τη μεταφορά αποβλήτων (εισαγωγή, εξαγωγή, διαμετακόμιση) από ή προς τρίτες χώρες, θα έπρεπε να έχουν ως έρεισμα το άρθρο 133 ΕΚ.

Β — Η λυσιτέλεια του προβαλλόμενου λόγου

5.

Πρέπει εξ αρχής να διευκρινισθεί ότι αυτή η διαμάχη ως προς την κατάλληλη νομική βάση δεν έχει, εν προκειμένω, από τυπικής και μόνο απόψεως σημασία, οπότε ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως θα ήταν αλυσιτελής.

6.

Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηριχθεί ότι η διαμάχη αυτή δεν έχει συνέπειες για τη θεσμική ισορροπία, διότι, είτε επιλεγεί μόνο το άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ ως νομική βάση είτε προστεθεί σ’ αυτό το άρθρο 133 ΕΚ, η διαδικασία εκδόσεως του επίδικου κανονισμού παραμένει η ίδια. Πράγματι, οι δύο αυτές διατάξεις προβλέπουν ότι το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Βεβαίως, το άρθρο 175 ΕΚ προβλέπει τη συναπόφαση και το άρθρο 133 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 300, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, δεν παρέχει στο Κοινοβούλιο κανένα δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως. Εντούτοις, στη νομολογία του Δικαστηρίου είναι εμφανής η προτίμηση προς τις διατάξεις που συνδέουν στενότερα το Κοινοβούλιο με τη έκδοση της πράξεως, προτίμηση η οποία είναι καθοριστικής σημασίας όταν πρόκειται για την επιλογή μεταξύ δύο βάσεων και επιδιώκεται με την ίδια ένταση η επίτευξη των σκοπών που τάσσουν οι αντίστοιχες διατάξεις ( 3 ). Κατ’ αυτή τη λογική, η εν λόγω προτίμηση πρέπει επίσης να έχει αποφασιστική σημασία για την εφαρμοστέα διαδικασία στην περίπτωση κατά την οποία θα επιλεγόταν διττή βάση, κάθε σκέλος της οποίας θα προέβλεπε διαφορετική διαδικασία λήψεως αποφάσεως ( 4 ). Μολονότι έχω σοβαρές αμφιβολίες ως προς το βάσιμο αυτής της προτιμήσεως υπέρ διαδικασιών λήψεως αποφάσεως που μεγιστοποιούν τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου ( 5 ), μου είναι δύσκολο να προτείνω τώρα την επανεκτίμησή της, δεδομένου ότι αυτή η νομολογιακή τάση επιβεβαιώθηκε προσφάτως ( 6 ). Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν από την ανάλυση προκύψει ότι το άρθρο 133 ΕΚ έπρεπε πράγματι να συνδεθεί με το άρθρο 175 ΕΚ, που επιλέχθηκε ως μοναδική νομική βάση του επίδικου κανονισμού, η προβλεπόμενη από τη δεύτερη αυτή διάταξη συναπόφαση θα εξακολουθούσε παρά ταύτα να είναι η τηρητέα διαδικασία για την έκδοση της πράξεως. Εφόσον η πλάνη ως προς τη νομική βάση δεν είχε επιπτώσεις στην εφαρμοστέα διαδικασία, δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει τον καθορισμό του περιεχομένου της προσβαλλόμενης πράξεως ( 7 ).

7.

Εντούτοις, η επιλογή μεταξύ των άρθρων 133 ΕΚ και 175 ΕΚ έχει σημαντικούς αντίκτυπους στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών της, δεδομένου ότι το πρώτο παρέχει αποκλειστική αρμοδιότητα στην Κοινότητα, ενώ το δεύτερο προβλέπει από κοινού αρμοδιότητα. Επομένως, η επιλογή του άρθρου 175, παράγραφος 1, ΕΚ ως της μόνης νομικής βάσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού θα συνεπαγόταν περιορισμό της αρμοδιότητας της Κοινότητας, προς όφελος των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών, στον τομέα επίσης της ρυθμίσεως των εξαγωγών και των εισαγωγών αποβλήτων, εφόσον βέβαια οι σχετικές πρωτοβουλίες των κρατών μελών δεν θα έθιγαν τους κοινοτικούς κανόνες που έχουν θεσπισθεί σ’ αυτόν τον τομέα. Κατά τη Επιτροπή, η άσκηση μιας τέτοιας αρμοδιότητας, αναγνωριζόμενης στα κράτη μέλη, θα είχε ασφαλώς ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων των κρατών μελών στις εξωτερικές αγορές και την πρόκληση διαταραχών στην εσωτερική αγορά της Κοινότητας.

II — Το βάσιμο της προσφυγής

8.

Ο μόνος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται αφορά την πελανημένη επιλογή νομικού ερείσματος: ενώ ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε το άρθρο 175 ΕΚ ως μοναδικό έρεισμα του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή έπρεπε να συνοδευτεί από το άρθρο 133 ΕΚ.

9.

Για να εκτιμηθεί ορθώς αυτή η επιχειρηματολογία, πρέπει να υπομνησθεί εξ αρχής ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιλογή της νομικής βάσεως μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεκτικά δικαστικού ελέγχου, στα οποία συγκαταλέγονται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως ( 8 ). Στην περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω πράξη επιδιώκει διττό σκοπό, πρέπει, κατ’ αρχήν, να στηρίζεται στη νομική βάση που είναι αντίστοιχη προς τον σκοπό και/ή τη συνιστώσα που διαπιστώνεται ως η κύρια ή η υπερέχουσα ( 9 ).

10.

Μόνον όλως εξαιρετικώς, όταν είναι βέβαιο ότι η πράξη επιδιώκει συγχρόνως περισσότερους σκοπούς, οι οποίοι συνδέονται άρρηκτα, χωρίς ο ένας να είναι δευτερεύων και έμμεσος σε σχέση με τον άλλο, μια τέτοια πράξη θα πρέπει να στηρίζεται στις αντίστοιχες διάφορες νομικές βάσεις ( 10 ). Εντούτοις, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η επίμαχη πράξη επιδιώκει συγχρόνως περισσότερους σκοπούς ή εμφανίζει δύο ίσες και αδιάσπαστες συνιστώσες, αποκλείεται η χρησιμοποίηση μιας διττής νομικής βάσεως σε δύο περιπτώσεις: όταν η επιλεγείσα διττή νομική βάση συνίσταται σε διάταξη της Συνθήκης ΕΚ και σε διάταξη της Συνθήκης ΕΕ ( 11 ) και οσάκις οι προβλεπόμενες από τη μία και την άλλη από αυτές τις βάσεις διαδικασίες είναι ασύμβατες και/ή όταν η σώρευση νομικών βάσεων ενδέχεται να θίξει τα δικαιώματα του Κοινοβουλίου ( 12 ).

11.

Λαμβάνοντας ως στήριγμα αυτή τη νομολογία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, τόσο από τον σκοπό του όσο και από το περιεχόμενό του, περιέχει δύο αδιάσπαστα συνδεδεμένες μεταξύ τους συνιστώσες, η μία σε σχέση με την κοινή εμπορική πολιτική και η άλλη αφορώσα την πολιτική για το περιβάλλον, και ότι, κατά συνέπεια, είναι επιβεβλημένη μια διπλή νομική βάση. Προβάλλει συναφώς ότι η επίμαχη πράξη δεν σκοπεί απλώς στη ρύθμιση των μεταφορών αποβλήτων εντός της Κοινότητας για καθαρά περιβαλλοντικούς σκοπούς, αλλά περιέχει επίσης στους τίτλους IV έως VI μια λεπτομερή ρύθμιση του εξωτερικού εμπορίου αποβλήτων με τις τρίτες χώρες, η οποία αφορά τις εισαγωγές αποβλήτων εντός της Κοινότητας που προέρχονται από τρίτες χώρες, τις εξαγωγές αποβλήτων της Κοινότητας προς τρίτες χώρες και τη διαμετακόμιση αποβλήτων από την Κοινότητα στην πορεία τους από ή προς τρίτες χώρες. Εν ολίγοις, δηλαδή, δεδομένου ότι ο επίδικος κανονισμός διέπει επίσης τις μεταφορές αποβλήτων μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών, το άρθρο 133 ΕΚ έπρεπε να προστεθεί ως νομική βάση στο άρθρο 175 ΕΚ.

Α — Το ζήτημα αν επιτρέπεται διττή νομική βάση

12.

Το πρώτο ερώτημα που θέτει η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι αν η κατ’ εξαίρεση χρησιμοποίηση διττής νομικής βάσεως είναι δυνατή σε μια περίπτωση, όπως είναι η εν προκειμένω, όπου μία από τις εξουσιοδοτικές διατάξεις, το άρθρο 133 ΕΚ, παρέχει στην Κοινότητα αποκλειστική αρμοδιότητα για την έκδοση της επίμαχης πράξεως, ενώ η άλλη, το άρθρο 175 ΕΚ, της παρέχει προς τούτο απλώς συντρέχουσα αρμοδιότητα. Η φύση της κοινοτικής αρμοδιότητας επηρεάζει, πράγματι, σημαντικά την εναπομένουσα στα κράτη μέλη αρμοδιότητα. Η ύπαρξη αποκλειστικής κοινοτικής αρμοδιότητας απαγορεύει οποιαδήποτε κανονιστική επέμβαση των κρατών μελών, εκτός αν πρόκειται να ενεργήσουν ως διαχειριστές του κοινού συμφέροντος για να αποφευχθεί νομοθετικό κενό σε περίπτωση αδράνειας του κοινοτικού νομοθέτη ( 13 ). Στην περίπτωση συντρέχουσας αρμοδιότητας, αντιθέτως, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να νομοθετούν στον οικείο τομέα, εφόσον τα λαμβανόμενα εθνικά μέτρα δεν θίγουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των θεσπισθέντων εν προκειμένω κοινοτικών κανόνων ( 14 ). Χαρακτηριστικό πρότυπο αυτής της διαρθρώσεως θεσμοθετικών αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και των κρατών μελών στην περίπτωση από κοινού αρμοδιότητας είναι ακριβώς το άρθρο 176 ΕΚ, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη, ακόμη και στην περίπτωση θεσπίσεως κοινοτικών διατάξεων εν προκειμένω, να λαμβάνουν ενισχυμένα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, με μόνη επιφύλαξη ότι τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι συμβατά προς τη Συνθήκη. Επομένως, ευλόγως μπορεί κανείς να διερωτηθεί, όπως εν προκειμένω το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και το Ηνωμένο Βασίλειο, αν η αρμοδιότητα εκδόσεως δεδομένης πράξεως μπορεί να εμφανίζει συγχρόνως τον χαρακτήρα αποκλειστικής και συντρέχουσας αρμοδιότητας. Πώς, πράγματι, η εναπομένουσα στα κράτη μέλη νομοθετική αρμοδιότητα, στην περίπτωση συντρέχουσας αρμοδιότητας, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε μια κοινοτική πράξη, θα μπορούσε ακόμη να έχει πεδίο εφαρμογής, όταν η εν λόγω πράξη στηρίχθηκε παράλληλα σε μια αποκλειστική κοινοτική αρμοδιότητα;

13.

Το Δικαστήριο, όπως είναι γνωστό, έχει δεχθεί μια τέτοια σώρευση σε δύο υποθέσεις, στις οποίες οι επίμαχες νομικές βάσεις ήταν οι ίδιες ακριβώς με αυτές που αφορά η υπό κρίση υπόθεση ( 15 ). Από την προσεκτική ανάγνωση αυτών των δύο αποφάσεων συνάγεται, εντούτοις, ότι η λύση αυτή προεκρίθη για τον μόνο λόγο ότι ήταν δυνατό, παρά το ότι οι επίμαχες πράξεις περιείχαν δύο ίσες και αδιάσπαστες μεταξύ τους συνιστώσες, να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ αυτού που, στις εν λόγω πράξεις, ενέπιπτε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 133 ΕΚ αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας και αυτού που ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της συντρέχουσας αρμοδιότητας που παρέχεται στην Κοινότητα με το άρθρο 175 ΕΚ. Έτσι έχουν όντως τα πράγματα, όταν είναι δυνατό να απομονώνονται στην οικεία πράξη οι διατάξεις που στηρίζονται στη μία ή στην άλλη νομική βάση. Μπορεί μάλιστα κάλλιστα να θεωρηθεί ότι μία και η αυτή διάταξη στηρίζεται σε διττή νομική βάση, εφόσον αφορά διαφορετικά αντικείμενα. Αντιθέτως, ένα και το αυτό ζήτημα δεν μπορεί να εμπίπτει συγχρόνως σε αποκλειστική και σε συντρέχουσα αρμοδιότητα.

14.

Εν προκειμένω, η παράλληλη χρήση των άρθρων 133 ΕΚ και 175 ΕΚ ως ερεισμάτων του επίμαχου κανονισμού είναι θεωρητικά δυνατή. Όπως ήδη υπογραμμίσθηκε, η Επιτροπή, πράγματι, εξατομίκευσε τις διατάξεις που, κατά τη γνώμη της, έπρεπε να στηριχθούν στο άρθρο 133 ΕΚ, ενώ οι άλλες ορθώς συνδέθηκαν με το άρθρο 175 ΕΚ: πρόκειται για τις διατάξεις των τίτλων IV έως VI ΕΚ, που αφορούν τη μεταφορά αποβλήτων (εισαγωγή, εξαγωγή, διαμετακόμιση) από ή προς τρίτες χώρες και οι οποίες ακριβώς θα έπρεπε να έχουν ως έρεισμα το άρθρο 133 ΕΚ.

15.

Εξ άλλου, η σύνδεση του άρθρου 133 ΕΚ με το άρθρο 175 ΕΚ δεν μπορεί να αποκλεισθεί για τον λόγο ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται από τη μία ή την άλλη από αυτές τις βάσεις είναι ασυμβίβαστες και/ή η σώρευση αυτών των δύο νομικών βάσεων είναι ικανή να θίξει τα δικαιώματα του Κοινοβουλίου ( 16 ). Πράγματι, όπως υπογράμμισα ανωτέρω ( 17 ), η προσθήκη του άρθρου 133 ΕΚ, που αποκλείει το Κοινοβούλιο από τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως, δεν μεταβάλλει κατά τίποτα την κανονικά εφαρμοστέα θεσμοθετική διαδικασία. Κατά τη διατύπωση της νομολογίας, η προβλεπόμενη από το άρθρο 175 ΕΚ συναπόφαση θα εξακολουθούσε να έχει εφαρμογή για τη θέσπιση του συνόλου των διατάξεων της πράξεως.

Β — Το ζήτημα αν ενδείκνυται η διττή νομική βάση

16.

Απομένει να εξακριβωθεί αν από την ανάλυση των σκοπών και του περιεχομένου του επίδικου κανονισμού καταφαίνεται ότι αυτός εμφανίζει πράγματι μια περιβαλλοντική συνιστώσα και μια άλλη εμπορική, αμφότερες ίσες και αδιάσπαστα συνδεδεμένες μεταξύ τους, χωρίς η μία να είναι δευτερεύουσα και έμμεση σε σχέση με την άλλη ( 18 ).

17.

Τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η προσφεύγουσα για να το καταδείξει δεν με πείθουν. Αναμφισβήτητα, θα συμφωνούσε κανείς μαζί της ότι το πεδίο ασκήσεως της κοινής εμπορικής πολιτικής απολαύει παραδοσιακώς ( 19 ) ευρείας ερμηνείας ( 20 ). Κατά συνέπεια, ένα μέτρο που ρυθμίζει τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες εξακολουθεί να είναι μέτρο εμπορικής πολιτικής, ακόμη κι αν εξυπηρετεί επίσης σκοπούς που αφορούν άλλους τομείς, όπως στόχους αναπτυξιακής πολιτικής ( 21 ), εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας ( 22 ) ή προστασίας του περιβάλλοντος ( 23 ). Αυτό ισχύει στην τελευταία αυτή περίπτωση κατά μείζονα λόγο, καθόσον δυνάμει της αρχής της ενσωματώσεως, η οποία σήμερα διατυπώνεται στο άρθρο 6 ΕΚ (παλαιότερα εξαγγελλόμενη στο άρθρο 130 Ρ, παράγραφος 2, ΕΚ), οι απαιτήσεις της προστασίας του περιβάλλοντος πρέπει να ενσωματωθούν στον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Κοινότητας ( 24 ). Επομένως, το γεγονός ότι οι διατάξεις του επίμαχου κανονισμού ενσωματώνουν στόχους που αφορούν περιβαλλοντικές ανησυχίες δεν αρκεί ασφαλώς για να μη μπορούν ή να μη πρέπει να στηρίζονται στο άρθρο 133 ΕΚ. Θα ίσχυε κάτι διαφορετικό, μόνον αν αποδεικνυόταν ότι ο περιβαλλοντικός σκοπός είναι ο εξέχων, ενώ η εμπορική διάσταση εμφανίζει απλώς δευτερεύοντα χαρακτήρα. Σ’ αυτή την περίπτωση, η έκδοση της επίμαχης πράξεως θα έπρεπε να στηριχθεί μόνο στο άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ ( 25 ). Ακριβώς όμως από την ανάλυση τόσο του αντικειμένου και του σκοπού του προσβαλλόμενου κανονισμού όσο και από το πλαίσιό του προκύπτει ότι η περιβαλλοντική του διάσταση έχει εξέχοντα χαρακτήρα.

1. Το περιεχόμενο και ο σκοπός του προσβαλλόμενου κανονισμού

18.

Πρέπει κατ’ αρχάς να τονισθεί ότι χωρίς αμφιβολία ο επίδικος κανονισμός επιδιώκει κατά κύριο λόγο περιβαλλοντικούς σκοπούς. Αυτό επιβεβαιώνεται από την πρώτη αιτιολογική του σκέψη: «Ο κύριος και εξέχων στόχος και συνιστώσα του παρόντος κανονισμού είναι η προστασία του περιβάλλοντος». Η συνέχεια της αιτιολογίας το επιβεβαιώνει. Αν εξαιρεθούν οι αιτιολογικές σκέψεις 16 και 19, που αναφέρονται στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, όλες οι αιτιολογικές σκέψεις προδίδουν, άλλες, βεβαίως, περισσότερο και άλλες λιγότερο άμεσα, περιβαλλοντικές ανησυχίες. Ειδικότερα, η έβδομη αιτιολογική σκέψη επιμένει γενικώς στην «ανάγκη διατήρησης, προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας». Ομοίως, η τεσσαρακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη υπενθυμίζει ότι σκοπός του κανονισμού είναι η «εξασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος όταν πραγματοποιείται μεταφορά αποβλήτων». Ακόμη και όταν πρόκειται για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές μέσα ή από την Κοινότητα, οι περιβαλλοντικές ανησυχίες παραμένουν πανταχού παρούσες. Συγκεκριμένα, η εικοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη σημειώνει ότι είναι αναγκαίο να αποσαφηνισθεί το πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης των εξαγωγών επικίνδυνων αποβλήτων που προορίζονται για αξιοποίηση σε χώρα στην οποία δεν έχει εφαρμογή η απόφαση του ΟΟΣΑ, «προκειμένου να προστατεύεται το περιβάλλον των εν λόγω χωρών». Ομοίως, η τριακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη υπογραμμίζει ότι τα απόβλητα που εισάγονται στην Κοινότητα τυγχάνουν τέτοιας διαχείρισης «ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και να μην χρησιμοποιούνται διαδικασίες ή μέθοδοι που ενδέχεται να βλάψουν το περιβάλλον, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταφοράς».

19.

Όσον αφορά το αντικείμενο του προσβαλλόμενου κανονισμού, η Επιτροπή προβάλλει ότι το κείμενό του περιέχει λεπτομερή ρύθμιση του εξωτερικού εμπορίου με τις τρίτες χώρες, δεδομένου ότι οι κανόνες που περιέχει έχουν επίσης εφαρμογή στις εισαγωγές αποβλήτων εντός της Κοινότητας που προέρχονται από τρίτες χώρες, στις εξαγωγές αποβλήτων της Κοινότητας προς τρίτες χώρες και στη διαμετακόμιση αποβλήτων από την Κοινότητα στην πορεία τους από ή προς τρίτες χώρες. Κατά τούτο, ο κανονισμός εμπίπτει επίσης στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής.

20.

Εντούτοις, το αντικείμενο του κανονισμού είναι να επιβάλει υποχρεώσεις κοινοποιήσεως, διαδικασίας και ελέγχου στον τομέα της μεταφοράς αποβλήτων, ώστε τέτοιες μεταφορές να πραγματοποιούνται υπό συνθήκες κατάλληλες να διασφαλίσουν την προστασία του περιβάλλοντος. Οι υποχρεώσεις αυτές εκτίθενται στον τίτλο II του εν λόγω κανονισμού και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως. Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, υπόκεινται στη διαδικασία της προηγούμενης γραπτής κοινοποίησης και συγκατάθεσης οι μεταφορές όλων των αποβλήτων που προορίζονται για εργασίες διάθεσης, καθώς και, ιδίως, οι μεταφορές αποβλήτων που απαριθμούνται στο παράρτημα IV του προσβαλλόμενου κανονισμού, εάν προορίζονται για εργασίες αξιοποίησης. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας κοινοποιήσεως και συγκαταθέσεως, ο κοινοποιών οφείλει να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ αυτού και του παραλήπτη για την αξιοποίηση ή τη διάθεση των κοινοποιηθέντων αποβλήτων (άρθρο 4, σημεία 4 και 5, του προσβαλλόμενου κανονισμού) και ως προς τη σύσταση χρηματικής εγγύησης ή ισοδύναμης ασφάλειας καλύπτουσας τα έξοδα μεταφοράς, τα έξοδα αξιοποίησης ή διάθεσης και το κόστος της αποθήκευσης των οικείων αποβλήτων (άρθρο 4, σημείο 5, και άρθρο 6 του προσβαλλόμενου κανονισμού). Σε περίπτωση κοινοποιήσεως μιας μεταφοράς αποβλήτων, οι αρχές μπορούν, στηριζόμενες σε λόγους κυρίως περιβαλλοντικής φύσεως, που απαριθμούνται στα άρθρα 11 και 12 του προσβαλλόμενου κανονισμού, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις τη συγκατάθεσή τους για την κοινοποιηθείσα μεταφορά ή να προβάλουν αιτιολογημένες αντιρρήσεις για μια τέτοια μεταφορά (άρθρα 9 έως 12 του προσβαλλόμενου κανονισμού). Τα άρθρα 22 έως 25 επιβάλλουν την υποχρέωση παραλαβής κατόπιν επιστροφής των αποβλήτων όταν μια μεταφορά δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ή στην περίπτωση παράνομης μεταφοράς και προβλέπουν κανόνες για τις δαπάνες παραλαβής κατόπιν επιστροφής.

21.

Όσον αφορά τις εξωτερικές πτυχές του επίδικου κανονισμού, αρκεί η παρατήρηση ότι, όταν δεν απαγορεύονται από τον κανονισμό για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, οι εξαγωγές από την Κοινότητα, οι εισαγωγές αποβλήτων εντός της Κοινότητας και οι διαμετακομίσεις αποβλήτων από την Κοινότητα υπόκεινται στις ίδιες διαδικασίες ελέγχου, δυνάμει των διατάξεων, αντιστοίχως, των τίτλων IV, V και VI του εν λόγω κανονισμού.

22.

Τέλος, η απορρέουσα από το άρθρο 49, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού υποχρέωση, η οποία επιβάλλει στον παραγωγό και στον κοινοποιούντα, καθώς και στις άλλες επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη μεταφορά αποβλήτων και/ή στην αξιοποίηση ή τη διάθεσή τους, να προβαίνουν «στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να διασφαλίζουν ότι τα απόβλητα που μεταφέρουν, τυγχάνουν διαχείρισης έτσι ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ανθρώπινη υγεία και με περιβαλλοντικά ορθό τρόπο, καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταφοράς και κατά την αξιοποίηση και τη διάθεση» καθιστά φανερή την ομοιογένεια του όλου συστήματος ελέγχου και τον εξέχοντα σκοπό του της προστασίας του περιβάλλοντος. Η υποχρέωση αυτή ισχύει πράγματι όχι μόνον όταν η μεταφορά πραγματοποιείται εντός της Κοινότητας, αλλά και όταν πρόκειται για εξαγωγές και εισαγωγές αποβλήτων.

23.

Είναι φανερό ότι η διαδικασία γραπτής και προηγούμενης κοινοποιήσεως και συγκαταθέσεως είναι η καρδιά του δημιουργηθέντος με τον επίδικο κανονισμό συστήματος. Είναι πράγματι σε μεγάλο βαθμό παρόμοια προς τις διαδικασίες προηγούμενης εγκρίσεως που έχουν χαρακτηρισθεί από το Δικαστήριο ως «τυπικό εργαλείο της πολιτικής του περιβάλλοντος» ( 26 ). Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, καθόσον το εν λόγω σύστημα προβλέπεται στον τίτλο II του κανονισμού για να διέπει, πρωτίστως, την ενδοκοινοτική μεταφορά αποβλήτων, η κατάλληλη νομική βάση είναι το άρθρο 175, παράγραφος 1, ΕΚ. Όταν εφαρμόζεται, δυνάμει των τίτλων IV έως VI του κανονισμού, mutatis mutandis στην εξωκοινοτική μεταφορά αποβλήτων, ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να δω κατά τι ο ίδιος μηχανισμός ελέγχου δεν θα είχε πλέον ως αντικείμενο την πρόληψη περιβαλλοντικής ζημίας που θα μπορούσαν να προξενήσουν αυτές οι μεταφορές. Αντιστρόφως, αν υιοθετούνταν η ανάλυση της Επιτροπής, κατά την οποία το θεσπισθέν σύστημα πρέπει να θεωρηθεί ρύθμιση εξωτερικού εμπορίου των αποβλήτων, εμπίπτουσα, επομένως, στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής, θα έπρεπε κατά λογική συνέπεια να θεωρηθεί ότι, εφαρμοζόμενο στις ενδοκοινοτικές μεταφορές αποβλήτων, το ίδιο αυτό σύστημα σκοπεί να διασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω αποβλήτων και θα έπρεπε επομένως, κατά τούτο, να στηρίζεται στο άρθρο 95 ΕΚ και όχι στο άρθρο 175 ΕΚ.

24.

Βεβαίως, όπως σωστά υπενθυμίζει η Επιτροπή, τα απόβλητα αποτελούν εμπορεύματα κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ και, ως εκ τούτου, μπορούν να αποτελούν το αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών ( 27 ). Παρά ταύτα, το ότι οι θεσπισθείσες με τον κανονισμό διαδικασίες ελέγχου είναι εφαρμοστέες στο εμπόριο αποβλήτων και, επομένως, ικανές να το επηρεάσουν δεν σημαίνει και ότι έχουν ως αντικείμενο την προώθηση, τη διευκόλυνση ή τη ρύθμιση αυτού του εμπορίου και επομένως δεν μπορεί το γεγονός αυτό να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση, η οποία εδράζεται στον σκοπό και στο περιεχόμενο του επίμαχου κανονισμού, ότι αυτός αποτελεί ένα εργαλείο που σκοπεί κατά κύριο λόγο στη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ τα αποτελέσματά του επί του εμπορίου είναι μόνο δευτερεύοντα και έμμεσα, ούτε δε η διασταλτικώς νοούμενη κοινή εμπορική πολιτική μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση μια τέτοια διαπίστωση ( 28 ). Ο εν λόγω κανονισμός σκοπό έχει όχι να καθορίσει τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχουν τα απόβλητα για να μπορούν ελεύθερα να αποτελούν αντικείμενο εμπορίας, αλλά να παράσχει ένα εναρμονισμένο σύστημα διαδικασιών, με τις οποίες η κυκλοφορία των αποβλήτων μπορεί να περιορίζεται, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος ( 29 ). Αν υιοθετούνταν η ερμηνεία της Επιτροπής, οι αφορώσες την προστασία του περιβάλλοντος ειδικές διατάξεις της Συνθήκης θα καθίσταντο σε μεγάλο βαθμό άνευ περιεχομένου, διότι, μόλις καθίστατο αντιληπτό ότι η κοινοτική δράση μπορεί να έχει επιπτώσεις επί των εμπορικών συναλλαγών, η υπό μελέτη συμφωνία θα έπρεπε να υπαχθεί στο πεδίο ασκήσεως της κοινής εμπορικής πολιτικής ( 30 ).

25.

Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής, ότι οι τίτλοι IV, V και VI του επίδικου κανονισμού εμπίπτουν στο πεδίο ασκήσεως της κοινής εμπορικής πολιτικής, είναι ορθός, η προσθήκη του άρθρου 133 ΕΚ ως νομικής βάσεως θα ήταν αδικαιολόγητη, εφόσον η υπεροχή ενός σκοπού ή μιας συνιστώσας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τον σκοπό και το περιεχόμενο της οικείας πράξεως στο σύνολό της ( 31 ). Από την εξέταση όμως του συνόλου των διατάξεων του επίμαχου κανονισμού κατέστη φανερή η εξέχουσα θέση της περιβαλλοντικής του διαστάσεως.

26.

Σ’ αυτό το στοιχείο έγκειται η διαφορά με την υπόθεση Energy Star ( 32 ). Ο συντονισμός των προγραμμάτων επισημάνσεως της ενεργειακής αποδόσεως του γραφειακού υλικού, βάσει της επίμαχης σ’ αυτή την υπόθεση συμφωνίας, σκόπευε, πρωτίστως, στη διευκόλυνση του εμπορίου αυτού του υλικού, καθιστώντας εφικτό στους κατασκευαστές να κάνουν χρήση, δυνάμει διαδικασίας αμοιβαίας αναγνωρίσεως των καταχωρίσεων, κοινού λογοτύπου για την πιστοποίηση, προς όφελος των καταναλωτών, ορισμένων προϊόντων ανταποκρινομένων σε κοινές προδιαγραφές ενεργειακής αποδόσεως, τα οποία προετίθεντο να διαθέσουν στο εμπόριο στην αμερικανική και κοινοτική αγορά. Η αναμενόμενη λόγω μεταβολής της πράγματι επιδεικνυόμενης συμπεριφοράς των κατασκευαστών και των καταναλωτών μείωση της καταναλώσεως ενέργειας, που θα συνεπήγετο αυτό το πρόγραμμα επισημάνσεως, δεν αποτελούσε εν πάση περιπτώσει παρά έμμεση μόνο επίπτωση.

27.

Η προσφεύγουσα πιστεύει εντούτοις ότι μπορεί να στηρίξει τους ισχυρισμούς της με τη λύση που έδωσε το Δικαστήριο σε σχέση με την επιλογή της νομικής βάσεως της αποφάσεως για την έγκριση της Συμβάσεως του Ρότερνταμ ( 33 ) και του κανονισμού για την εφαρμογή αυτής της συμβάσεως ( 34 ). Η διεθνής αυτή συμφωνία θέσπισε μια διαδικασία συναινέσεως μετά από ενημέρωση, όσον αφορά ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και τα φυτοφάρμακα, όμοια προς τις διαδικασίες ελέγχου που προβλέπει ο επίδικος κανονισμός. Το Δικαστήριο την είχε, εξάλλου, χαρακτηρίσει ως «τυπικό εργαλείο της πολιτικής περιβάλλοντος» ( 35 ). Έκρινε πάντως αναγκαία τη χρησιμοποίηση διττής νομικής βάσεως, αποτελούμενης από τα άρθρα 133 ΕΚ και 175 ΕΚ.

28.

Θα μπορούσε να αντιταχθεί στην Επιτροπή η νομική βάση που επιλέχθηκε για τη σύναψη του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης: το Δικαστήριο έκρινε ενδεδειγμένη τη χρησιμοποίηση μόνο του άρθρου 175 ΕΚ, δεδομένου ότι επρόκειτο για τη θέσπιση μιας τελείως παρόμοιας διαδικασίας ελέγχου που αφορούσε ζώντες τροποποιημένους οργανισμούς, την οποία, επίσης, χαρακτήρισε ως «τυπικό εργαλείο της πολιτικής περιβάλλοντος» ( 36 ). Εν τοιαύτη περιπτώσει, θα έπρεπε να αναγνωρισθεί, σε συμφωνία, μεταξύ άλλων, με το Συμβούλιο και το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ των δύο αυτών αποφάσεων. Η υπό κρίση υπόθεση, παραπεμπόμενη στο τμήμα μείζονος συνθέσεως, θα έδινε την ευκαιρία να τεθεί τέλος σ’ αυτή την αντίφαση.

29.

Μια προσεκτική ανάγνωση των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις δύο αποφάσεις που αφορούν τη Σύμβαση του Ρότερνταμ επιτρέπει, εντούτοις, να εξαλειφθεί μια αντίφαση που είναι μόνο επιφανειακή. Ανεξάρτητα από τη γνώμη που θα μπορούσε να έχει κάποιος για το βάσιμο της λύσεως που δόθηκε ( 37 ), πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο, για να δικαιολογήσει την παράλληλη χρησιμοποίηση των άρθρων 133 ΕΚ και 175 ΕΚ, υπογράμμισε τον ρητώς δημιουργηθέντα με τη Σύμβαση του Ρότερνταμ σύνδεσμο μεταξύ του εμπορίου και του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι η διαδικασία ελέγχου εφαρμόζεται μόνο σε ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και φυτοφάρμακα, που αποτελούν το αντικείμενο διεθνούς εμπορίου και η εφαρμογή της ρυθμίζεται από τις διατάξεις που διέπουν άμεσα το εμπόριο των εν λόγω προϊόντων. Ένας τέτοιος σύνδεσμος δεν υπήρχε στο πρωτόκολλο της Καρθαγένης, διότι ο μηχανισμός ελέγχου που δημιουργήθηκε με αυτό εφαρμοζόταν στις δραστηριότητες που συνεπάγονται τον χειρισμό ζώντων τροποποιημένων οργανισμών και, επομένως, όχι μόνο στις διασυνoριακές διακινήσεις τους για εμπορικούς σκοπούς ( 38 ).

30.

Εν προκειμένω όμως, όπως είδαμε, η διαδικασία προηγούμενης και γραπτής κοινοποιήσεως και συγκαταθέσεως που έχει διαμορφωθεί με τον επίδικο κανονισμό δεν ισχύει μόνο για την εξωκοινοτική μεταφορά αποβλήτων. Αφορά κατ’ αρχάς και κυρίως την ενδοκοινοτική μεταφορά αποβλήτων. Επομένως, από την από κοινού θεώρηση των λύσεων που δόθηκαν, αντιστοίχως, στην υπόθεση του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης και στις σχετικές με τη Σύμβαση του Ρότερνταμ υποθέσεις πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός παρουσιάζει μια κατά κύριο λόγο περιβαλλοντική συνιστώσα, εφόσον δεν υπάρχει επαρκώς εμφανής σύνδεσμος μεταξύ εμπορίου και περιβάλλοντος. Από την ανάλυση τόσο του σκοπού του όσο και του αντικειμένου του καθίσταται φανερό ότι δεν αποβλέπει τόσο στη ρύθμιση του εμπορίου των αποβλήτων όσο στη μέριμνα η μεταφορά τους να γίνεται υπό σύμφωνες με την προστασία του περιβάλλοντος συνθήκες. Κατά συνέπεια, ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε, ορθώς, το άρθρο 175 ΕΚ ως τη μόνη νομική βάση του εν λόγω κανονισμού.

2. Η σχετική με την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού αλληλουχία

31.

Η αλληλουχία αυτή αποτελεί επίσης ένα στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η επιλεγείσα νομική βάση ήταν η ενδεδειγμένη για την έκδοση μιας νομικής πράξεως ( 39 ). Το συμπέρασμα, το οποίο συνάγεται από το αντικείμενο και τον σκοπό του προσβαλλόμενου κανονισμού ότι αυτός έπρεπε να στηριχθεί μόνο στο άρθρο 175 ΕΚ επιβεβαιώνεται από την εξέταση της αλληλουχίας στην οποία εντάσσεται αυτή η πράξη.

32.

Πρώτον, ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε προς αντικατάσταση και επικαιροποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους ( 40 ), ο οποίος αποτελεί γι’ αυτόν σε μεγάλο βαθμό πηγή εμπνεύσεως. Ο κανονισμός αυτός είχε στηριχθεί στο άρθρο 130 Σ της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 175 ΕΚ), το δε Δικαστήριο, κατόπιν προσφυγής του Κοινοβουλίου που υποστήριζε ότι η πράξη αυτή έπρεπε να στηριχθεί από κοινού στα άρθρα 100 A (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ) και 113 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 133 ΕΚ), αναγνώρισε ρητώς την ορθότητα αυτής της νομικής βάσεως ( 41 ). Βεβαίως, για λόγους που συνδέονται με τον περιορισμό του δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής του Κοινοβουλίου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε μόνον επί της ενδοκοινοτικής διαστάσεως του κανονισμού 259/93 και δεν εξέτασε αν τα στοιχεία αυτού του κανονισμού που αφορούν τις μεταφορές αποβλήτων μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών θα δικαιολογούσαν τη σύνδεση με το άρθρο 113 ΕΟΚ. Εντούτοις, το γεγονός ότι τα σχετικά με τις ενδοκοινοτικές μεταφορές αποβλήτων στοιχεία του κανονισμού είχαν, ορθώς, στηριχθεί στο άρθρο 130 Σ και όχι στο άρθρο 100 A αποτελεί ένδειξη κατά της χρησιμοποιήσεως συγχρόνως του άρθρου 113, καθόσον ο κανονισμός 259/93 περιοριζόταν, όπως ο εν προκειμένω επίμαχος, στην επέκταση του δημιουργηθέντος με αυτόν μηχανισμού ελέγχου για τις ενδοκοινοτικές μεταφορές αποβλήτων στις εξωκοινοτικές μεταφορές, ο οποίος θεσπίσθηκε με βάση το άρθρο 130 Σ.

33.

Δεύτερον, ο προσβαλλόμενος κανονισμός σκοπεί επίσης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση της Βασιλείας της 22ας Μαρτίου 1989, για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους (στο εξής: Σύμβαση της Βασιλείας). Όπως γίνεται γενικώς δεκτό, το κύριο αντικείμενο αυτής της συμβάσεως έγκειται στην «περιβαλλοντικά ορθή διαχείριση» των αποβλήτων, προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία και το περιβάλλον μέσω της μειώσεως της παραγωγής αποβλήτων, όποτε αυτό είναι δυνατό, και του αυστηρού ελέγχου των αποθεμάτων τους, της μεταφοράς τους, της επεξεργασίας τους, της επαναχρησιμοποιήσεώς τους, της ανακυκλώσεώς τους, της αξιοποιήσεώς τους και της τελικής τους διαθέσεως βάσει μιας «ενοποιημένης προσέγγισης κύκλου ζωής». Κατά συνέπεια, η σύμβαση αυτή συνήφθη εξ ονόματος της Κοινότητας με απόφαση του Συμβουλίου ( 42 ) στηριζόμενη στο άρθρο 130 Σ της Συνθήκης ΕΟΚ και χαρακτηριζόμενη ως πολυμερής περιβαλλοντική συμφωνία από την ΠΟΕ. Κακώς η Επιτροπή, προκειμένου να μειώσει τη σημασία αυτού του προηγουμένου, επιχειρεί να τονίσει τη διαφορά μεταξύ της Συμβάσεως της Βασιλείας και της επίμαχης ρυθμίσεως, προβάλλοντας ότι η Σύμβαση αφορά αποκλειστικώς τη διάθεση των επικίνδυνων αποβλήτων, ενώ ο κανονισμός καλύπτει όλα τα απόβλητα είτε είναι επικίνδυνα είτε όχι και ανεξαρτήτως του αν προορίζονται για διάθεση ή για αξιοποίηση. Όπως ορθώς σημείωσαν η Βρετανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, μια προσεκτικότερη ανάγνωση του κειμένου της εν λόγω συμβάσεως και, ειδικότερα, του άρθρου 2, παράγραφος 4, και του παραρτήματος IV αυτής φανερώνει, πράγματι, ότι, σε αντίθεση προς αυτό που υπονοεί ο τίτλος της, έχει επίσης εφαρμογή στους τρόπους επεξεργασίας, κατόπιν μεταφοράς, των αποβλήτων, οι οποίοι συνίστανται σε αξιοποίηση, ανακύκλωση, ανάκτηση ή επαναχρησιμοποίηση και όχι μόνο σε διάθεση. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός έχει επίσης εφαρμογή σε μη επικίνδυνα απόβλητα και σε απόβλητα προοριζόμενα για αξιοποίηση δεν μπορεί να του προσδώσει εμπορικό χαρακτήρα και να εξασθενίσει την περιβαλλοντική του διάσταση, δεδομένου ότι ο βλαπτικός για το περιβάλλον χαρακτήρας είναι εγγενής στην ίδια τη φύση των αποβλήτων, όποια κι αν είναι αυτά ( 43 ).

34.

Είναι αλήθεια ότι η σημασία αυτών των προηγουμένων θα μπορούσε να αμφισβητηθεί για τον λόγο ότι μια απλή πρακτική των θεσμικών οργάνων δεν είναι δυνατό να παρεκκλίνει από τους κανόνες τις Συνθήκης και, επομένως, δεν μπορεί να δημιουργεί προηγούμενο δεσμεύον τα όργανα της Κοινότητας ως προς την ορθή νομική βάση ( 44 ) και ότι ο καθορισμός της νομικής βάσεως μιας πράξεως πρέπει να πραγματοποιείται με γνώμονα τον σκοπό και το περιεχόμενό της και όχι σε σχέση με τη νομική βάση που επελέγη για την έκδοση άλλων κοινοτικών πράξεων που εμφανίζουν, ενδεχομένως, παρόμοια χαρακτηριστικά ( 45 ). Πάντως, μολονότι πράγματι μια απλή πρακτική των οργάνων δεν μπορεί να είναι καθοριστική για την επιλογή της νομικής βάσεως σε βάρος του αποτελέσματος μιας αναλύσεως του σκοπού και του περιεχομένου της οικείας πράξεως, μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό παράγοντα του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται η πράξη, ικανό να ενισχύσει την προκύπτουσα από την εξέταση του σκοπού και του περιεχομένου αυτής επιλογή της νομικής βάσεως. Υπ’ αυτή την έννοια, το Δικαστήριο δικαιολόγησε τη διττή νομική βάση που αποτελούσαν τα άρθρα 133 ΕΚ και 175 ΕΚ του κανονισμού (ΕΚ) 304/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις εισαγωγές και εξαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων ( 46 ), ως εκ του γεγονότος ότι ο κανονισμός αυτός συνιστούσε εφαρμογή σε κοινοτικό επίπεδο της Συμβάσεως του Ρότερνταμ, η οποία, σύμφωνα με μια εκδοθείσα την ίδια ημέρα απόφαση ( 47 ), έπρεπε επίσης να έχει αυτό το διττό έρεισμα, καθώς και με την εκτίμηση ότι υφίστατο πρόδηλη σύγκλιση μεταξύ των διατάξεων των δύο αυτών πράξεων ( 48 ). Ομοίως, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητώς την επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσεως μιας οδηγίας, προκύπτουσας από την ανάλυση του σκοπού και του περιεχομένου της, με τη διαπίστωση ότι αυτή τροποποιούσε μια προηγούμενη οδηγία που στηριζόταν στην ίδια διάταξη ( 49 ). Εν προκειμένω, όπως είδαμε, ο προσβαλλόμενος κανονισμός σκοπεί στην εφαρμογή της Συμβάσεως της Βασιλείας και επαναλαμβάνει ευρύτατα τις διατάξεις του κανονισμού 259/93, τον οποίο αντικαθιστά.

III — Πρόταση

35.

Επομένως, για τους εκτιθέμενους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως της Επιτροπής κατά του κανονισμού (EK) 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) ΕΕ L 190, σ. 1.

( 3 ) Υπ’ αυτή ίσως την έννοια θα έπρεπε να ερμηνευτεί η απόφαση επί της υποθέσεως διοξείδιο του τιτανίου (απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991, C-300/89, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. I-2867).

( 4 ) Βλ., με αυτό το πνεύμα, τις αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-178/03, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I-107, σκέψη 59), της 6ης Νοεμβρίου 2008, C-155/07, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. Ι-8103, σκέψεις 77 έως 83). Βλ. επίσης τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση C-178/03 (σημεία 63 και 64) και στην υπόθεση C-155/07 (σημεία 90 και 91).

( 5 ) Πράγματι, αυτός ο νομολογιακός προσανατολισμός δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στη Συνθήκη. Αυτή η προσέγγιση, που υποστηρίχθηκε ιδίως από την Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, λαμβάνει ως αφετηρία την εκδοχή ότι οποιαδήποτε νομική βάση που αυξάνει τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως ενισχύει τον δημοκρατικό χαρακτήρα της Κοινότητας. Εντούτοις, η δημοκρατία εμφανίζεται με διάφορα πρόσωπα, ιδίως εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Σε κοινοτικό επίπεδο, η δημοκρατική νομιμοποίηση έχει κυρίως δύο πηγές: ή προέρχεται από τους διάφορους ευρωπαϊκούς λαούς μέσω των θέσεων που λαμβάνουν οι αντίστοιχες κυβερνήσεις τους, υπό τον έλεγχο των εθνικών κοινοβουλίων, στο πλαίσιο του Συμβουλίου ή διασφαλίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το ευρωπαϊκό θεσμικό όργανο που είναι άμεσα αντιπροσωπευτικό και έναντι του οποίου ευθύνεται άμεσα η Επιτροπή. Η άμεση δημοκρατική αντιπροσωπευτικότητα είναι αναμφισβήτητα κρίσιμη παράμετρος για τη διαπίστωση του εύρους της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, αλλά όχι και η μόνη. Ειδικότερα, η ευρωπαϊκή δημοκρατία εμπεριέχει επίσης μια λεπτή ισορροπία μεταξύ της εθνικής και της ευρωπαϊκής διαστάσεως της δημοκρατίας, χωρίς να πρέπει απαραίτητα η δεύτερη να υπερτερεί της πρώτης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν διαθέτει την ίδια εξουσία με τα εθνικά κοινοβούλια στο πλαίσιο της νομοθετικής λειτουργίας και, ακόμη κι αν μπορούσε να υποστηριχθεί η ενίσχυση των εξουσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εναπόκειται στους ευρωπαϊκούς λαούς να το αποφασίσουν μέσω αναθεωρήσεως των Συνθηκών. Η ισορροπία μεταξύ των εξουσιών που έχουν παρασχεθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και των άλλων θεσμικών οργάνων, έκφραση της οποίας αποτελούν οι διάφορες θεσμοθετικές διαδικασίες, εξελίχθηκε με τον χρόνο και αντανακλά την ισορροπία που θέλησαν οι λαοί της Ευρώπης μεταξύ των εθνικών και των ευρωπαϊκών μέσων νομιμοποιήσεως της εξουσίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η αποδοχή μιας γενικής αρχής προτιμήσεως της νομικής βάσεως που μεγιστοποιεί τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων θα ισοδυναμούσε με μεταβολή της θεσμικής και δημοκρατικής ισορροπίας που έχει καθορισθεί με τη Συνθήκη. Η ανάλυση αυτή, το γνωρίζω, καταλήγει ουσιαστικά σε απαγόρευση σωρεύσεως νομικών βάσεων. Πράγματι, ή οι δύο νομικές βάσεις προβλέπουν την ίδια διαδικασία λήψεως αποφάσεως και η πλάνη ως προς τη νομική βάση θα συνιστούσε, με την επιφύλαξη μιας ενδεχομένως επιδράσεως στη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, ελάττωμα, καθαρά τυπικού χαρακτήρα, επομένως άνευ συνεπειών, ή προβλέπουν διαφορετικές θεσμοθετικές διαδικασίες, επομένως κατ’ ανάγκη ασύμβατες για τους λόγους που μόλις εξέθεσα, και η σώρευσή τους θα ήταν αδύνατη.

( 6 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, σκέψεις 77 έως 83. Ως προς το χρονικό σημείο και τις προϋποθέσεις ενός νομολογιακού αναπροσανατολισμού, βλ. τις σκέψεις μου που εκθέτω στις προτάσεις επί της υποθέσεως Cipolla κ.λπ. (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2006, C-94/04 και C-202/04, Συλλογή 2006, σ. I-11421, σημεία 28 έως 30).

( 7 ) Βλ., με το ίδιο πνεύμα, τις αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 165/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5545, σκέψη 19), και της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-491/01, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (Συλλογή 2002, σ. I-11453, σκέψεις 98 έως 111).

( 8 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1493, σκέψη 11), της 13ης Μαΐου 1997, C-233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I-2405, σκέψη 12), της 25ης Φεβρουαρίου 1999, C-164/97 και C-165/97, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I-1139, σκέψη 12), της 4ης Απριλίου 2000, C-269/97, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. I-2257, σκέψη 43), της 14ης Απριλίου 2005, C-110/03, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-2801, σκέψη 78), της 13ης Σεπτεμβρίου 2005, C-176/03, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2005, σ. I-7879, σκέψη 45), της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-94/03, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I-1, σκέψη 34), και της 10ης Φεβρουαρίου 2009, C-301/06, Ιρλανδία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. Ι-593, σκέψη 60).

( 9 ) Βλ. τις αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 1993, C-155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. I-939, σκέψεις 19 και 21), της 23ης Φεβρουαρίου 1999, C-42/97, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I-869, σκέψη 38), της 30ής Ιανουαρίου 2001, C-36/98, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I-779, σκέψη 59), της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-336/00, Huber (Συλλογή 2002, σ. I-7699, σκέψη 31), της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-211/01, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I-8913, σκέψη 39), της 29ης Απριλίου 2004, C-338/01, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2004, σ. I-4829, σκέψη 55), και την προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψη 42). Βλ., επίσης, τη γνωμοδότηση 2/00, της 6ης Δεκεμβρίου 2001 (Συλλογή 2001, σ. I-9713, σκέψη 23).

( 10 ) Βλ., ιδίως, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 1991, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψεις 13 και 17, της 23ης Φεβρουαρίου 1999, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, σκέψεις 38 και 43, της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, Huber σκέψη 31, την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-281/01, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-12049, σκέψη 35), τις προπαρατεθείσες αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 40, της 10ης Δεκεμβρίου 2002, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, σκέψη 94, της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψεις 34 έως 36, της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψεις 41 έως 43, την απόφαση της 20ής Μαΐου 2008, C-91/05, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. Ι-3651, σκέψη 75), και την προπαρατεθείσα απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2008, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, σκέψη 36. Βλ., επίσης, την προπαρατεθείσα γνωμοδότηση 2/00, της 6ης Δεκεμβρίου 2001, σκέψη 23.

( 11 ) Σ’ αυτή την περίπτωση, πρέπει να προτιμάται η κοινοτική νομική βάση: βλ., με αυτό το πνεύμα, την προπαρατεθείσα απόφαση της 20ής Μαΐου 2008, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψεις 76 και 77.

( 12 ) Βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 52, και της 6ης Νοεμβρίου 2008, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 13 ) Βλ. την απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, 804/79, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1981, σ. 1045). Βλ., επίσης, Gautier, Y., «La compétence communautaire exclusive», Mélanges en l’honneur à Guy Isaac: 50 ans de droit communautaire, τόμος 1, Presses universitaires de Toulouse, 2004, σ. 165.

( 14 ) Ειδικότερα, όσο η εναρμόνιση που πραγματοποιείται σε κοινοτικό επίπεδο δεν καλύπτει τον οικείο τομέα στο σύνολό του, τα κράτη μέλη εξακολουθούν, σ’ αυτό το μέτρο, να έχουν αρμοδιότητα και ελευθερία δράσεως. Κατά συνέπεια, όταν σχεδιάζεται η σύναψη μιας συμφωνίας σ’ αυτόν τον τομέα, η σύναψη αυτή θα εμπίπτει στην συντρέχουσα αρμοδιότητα της Κοινότητας και των κρατών μελών (βλ. τη γνωμοδότηση 2/00, προαναφερθείσα, σκέψεις 45 έως 47).

( 15 ) Βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, και της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου.

( 16 ) Βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, και της 6ης Νοεμβρίου 2008, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 17 ) Βλ. το σημείο 6 των παρουσών προτάσεων.

( 18 ) Για να επαναλάβω τη διατύπωση της παρατεθείσας στην υποσημείωση 10 νομολογίας.

( 19 ) Μολονότι όχι άνευ ορίων: βλ. τη γνωμοδότηση 1/94 της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. I-5267).

( 20 ) Βλ. τη γνωμοδότηση 1/78, της 4ης Οκτωβρίου 1979 (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 401, σκέψη 45), και την προπαρατεθείσα απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 19.

( 21 ) Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψεις 17 έως 21.

( 22 ) Βλ. τις αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-70/94, Werner (Συλλογή 1995, σ. I-3189, σκέψη 10), της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-83/94, Leifer κ.λπ. ( Συλλογή 1995, σ. I-3231, σκέψη 10), της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-124/95, Centro-Com (Συλλογή 1997, σ. I-81, σκέψη 26).

( 23 ) Βλ. την απόφαση της 29ης Μαρτίου 1990, C-62/88, Ελλάδα κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. I-1527, σκέψεις 18 έως 20), και την προπαρατεθείσα απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψεις 39 έως 43.

( 24 ) Βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις της 29ης Μαρτίου 1990, Ελλάδα κατά Συμβουλίου, σκέψη 20, και της 11ης Ιουνίου 1991, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 22.

( 25 ) Βλ., με αυτή την έννοια, την προπαρατεθείσα γνωμοδότηση 2/00, της 6ης Δεκεμβρίου 2001.

( 26 ) Προπαρατεθείσα γνωμοδότηση 2/00, της 6ης Δεκεμβρίου 2001, σκέψη 33, προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 44.

( 27 ) Βλ. την απόφαση της 9ης Ιουλίου 1992, C-2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. I-4431, σκέψεις 22 έως 28).

( 28 ) Βλ., με το ίδιο πνεύμα, σε σχέση με το πρωτόκολλο της Καρθαγένης περί προλήψεως των κινδύνων που απορρέουν από τη βιοτεχνολογία, την προπαρατεθείσα γνωμοδότηση 2/00, σκέψεις 37 έως 40.

( 29 ) Βλ., mutatis mutandis, ως προς μια αντίστοιχη ανάλυση υπέρ του άρθρου 130 Σ ΕΟΚ ως νομικής βάσεως αντί του άρθρου 100 A της Συνθήκης ΕΟΚ, την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1994, C-187/93, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-2857, σκέψη 26).

( 30 ) Βλ. την προπαρατεθείσα γνωμοδότηση 2/00, σκέψη 40.

( 31 ) Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, σκέψη 96.

( 32 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.

( 33 ) Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.

( 34 ) Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου.

( 35 ) Προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 44.

( 36 ) Βλ. την προπαρατεθείσα γνωμοδότηση 2/00.

( 37 ) Η γενική εισαγγελέας J. Kokott τάχθηκε, στις δύο αυτές υποθέσεις, υπέρ της χρησιμοποιήσεως μόνο του άρθρου 175 ΕΚ ως νομικής βάσεως.

( 38 ) Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψεις 44 και 45.

( 39 ) Βλ. ρητώς υπ’ αυτή την έννοια την προπαρατεθείσα γνωμοδότηση 2/00, σκέψη 25.

( 40 ) ΕΕ L 30, σ. 1.

( 41 ) Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση της 28ης Ιουνίου 1994, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου.

( 42 ) Απόφαση 93/98/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993, σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Κοινότητας, της σύμβασης για τον έλεγχο της διασυνοριακής διακίνησης επικίνδυνων αποβλήτων και της διάθεσής τους, ΕΕ L 39, σ. 1 (με προσαρτημένο το κείμενο της Συμβάσεως της Βασιλείας).

( 43 ) Βλ. την απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, C-9/00, Palin Granit και Vehmassalon kansanterveystyön kuntayhtymän hallitus (Συλλογή 2002, σ. I-3533, σκέψεις 36 και 45 έως 51).

( 44 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 855, σκέψη 24), και της 26ης Μαρτίου 1996, C-271/94, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I-1689, σκέψη 24). Βλ. επίσης τις προτάσεις μου για την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 6ης Μαΐου 2008, C-133/06, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. Ι-3189, σημείο 29).

( 45 ) Βλ., ιδίως, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1994, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 50, της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 55, της 20ής Μαΐου 2008, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 106, και της 6ης Νοεμβρίου 2008, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, σκέψη 34.

( 46 ) ΕΕ L 63, σ. 1.

( 47 ) Βλ. την απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα.

( 48 ) Βλ. την απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, προπαρατεθείσα.

( 49 ) Βλ. την απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009, Ιρλανδία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (σκέψεις 73 και 74).