ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 17ης Ιουλίου 2008 ( 1 )
Υπόθεση C-380/06
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Καθυστερήσεις πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές — Προθεσμία — Οδηγία 2000/35/ΕΚ — Παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 1, 2 και 4»
|
1. |
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζει, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής λόγω παραβάσεως, την οποία άσκησε δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη διττώς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 4, της οδηγίας 2000/35/ΕΚ ( 2 ) (στο εξής: οδηγία). Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι μια διάταξη εθνικού δικαίου για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο επιτρέπει την παράταση της προθεσμίας πληρωμής που αφορά ορισμένα προϊόντα από 60 σε 90 ημέρες, χωρίς να απαιτεί την αυτόματη επιβολή του υψηλότερου επιτοκίου υπερημερίας ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, το επιτόκιο αυτό θα έπρεπε να ισχύει υπό τις συνθήκες αυτές. Δεύτερον, το Βασίλειο της Ισπανίας μετέθεσε την πλήρη θέση σε ισχύ της προθεσμίας των 60 ημερών στην 1η Ιουλίου 2006, ενώ η οδηγία, που έπρεπε να έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο στις 8 Αυγούστου 2002, δεν προβλέπει μερική ή σταδιακή εφαρμογή των διατάξεών της. |
Η κρίσιμη νομοθετική ρύθμιση
Η οδηγία
|
2. |
Η οδηγία σκοπεί να καταπολεμήσει τις καθυστερήσεις πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, που επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ( 3 ). |
|
3. |
Σύμφωνα με τη δέκατη όγδοη αιτιολογική της σκέψη, στην οδηγία «λαμβάνεται υπόψη το ζήτημα των μεγάλων συμβατικών περιόδων, και ιδίως η ύπαρξη ορισμένων κατηγοριών συμβάσεων, στις οποίες δικαιολογείται μεγαλύτερη προθεσμία πληρωμών σε συνδυασμό με ένα περιορισμό της ελευθερίας των συμβάσεων ή με υψηλότερο επιτόκιο». |
|
4. |
Η δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη διακηρύσσει ότι η οδηγία πρέπει να απαγορεύει την κατάχρηση της ελευθερίας των συμβάσεων εις βάρος του δανειστή και αναφέρει διάφορους παράγοντες που μπορεί να συνιστούν τέτοια κατάχρηση. |
|
5. |
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει την «καθυστέρηση πληρωμής» ως τη «μη τήρηση της συμβατικής ή εκ του νόμου προθεσμίας πληρωμής». |
|
6. |
Το άρθρο 3 φέρει τον τίτλο «Τόκος σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής». Σύμφωνα με το άρθρο αυτό: «1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:
2. Για ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων που θα καθοριστούν από την εθνική νομοθεσία, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν την προθεσμία μετά την οποία τόκος καθίσταται απαιτητός σε 60 το πολύ ημέρες, με την προϋπόθεση ότι περιορίζουν τη δυνατότητα των συμβαλλομένων μερών να υπερβαίνουν την προθεσμία αυτή ή ότι καθορίζουν υποχρεωτικό επιτόκιο που υπερβαίνει καταφανώς το νόμιμο επιτόκιο. 3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι μια συμφωνία ως προς την ημερομηνία πληρωμής ή ως προς τις συνέπειες της καθυστέρησης η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της παραγράφου 1, στοιχεία β’ έως δ’, και της παραγράφου 2, είτε δεν είναι εκτελεστή είτε γεννά αξίωση αποζημίωσης εάν, […] είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον δανειστή. […] Σε περίπτωση που μια τέτοια συμφωνία χαρακτηρισθεί ως κατάφωρα καταχρηστική, εφαρμόζονται τα εκ του νόμου προβλεπόμενα, εκτός εάν τα εθνικά δικαστήρια καθορίσουν διαφορετικούς όρους που είναι δίκαιοι. 4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, προς όφελος των δανειστών και των ανταγωνιστών, την ύπαρξη επαρκών και αποτελεσματικών μέσων ώστε να αποτρέπεται η συνέχιση της χρησιμοποίησης όρων που είναι κατάφωρα καταχρηστικοί κατά την έννοια της παραγράφου 3. […]» |
|
7. |
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, απαιτεί από τα κράτη μέλη να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία πριν από τις 8 Αυγούστου 2002. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν σε ισχύ ή να θεσπίσουν διατάξεις ευνοϊκότερες για τον δανειστή από τις διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με την οδηγία. |
Η ισπανική νομοθεσία
|
8. |
Η οδηγία μεταφέρθηκε στο ισπανικό δίκαιο με τον νόμο 3/2004, της 29ης Δεκεμβρίου 2004 ( 5 ), για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (στο εξής: νόμος 3/2004) ( 6 ). |
|
9. |
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 3/2004 προβλέπει ότι η προθεσμία πληρωμής πρέπει να έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους «βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου» ή, ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2. Η διάταξη αυτή καθορίζει προθεσμία 30 ημερών, υπό τους ίδιους όρους που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β’, i έως iv, της οδηγίας. |
|
10. |
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του νόμου 3/2004 ορίζει ότι ως επιτόκιο υπερημερίας ισχύει αυτό που έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους ή, ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, το νόμιμο επιτόκιο που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, το οποίο μεταφέρει, κατ’ ουσίαν, στο ισπανικό δίκαιο τα όσα ορίζει σχετικά με το νόμιμο επιτόκιο το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο δ’, της οδηγίας. |
|
11. |
Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του νόμου 3/2004, οι συμφωνίες των συμβαλλομένων ως προς την ημερομηνία πληρωμής ή ως προς τις συνέπειες της καθυστέρησης πληρωμής που δεν είναι σύμφωνες προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 2, προθεσμία, που εφαρμόζεται ελλείψει συμφωνίας, ή προς το νόμιμο επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, αντιστοίχως, είναι άκυρες όταν είναι κατάφωρα καταχρηστικές για τον δανειστή. |
|
12. |
Ο νόμος 3/2004 περιλαμβάνει, εκτός από τα αριθμημένα άρθρα του, ορισμένες άλλες διατάξεις. Η πρώτη «πρόσθετη διάταξη» του νόμου 3/2004 ορίζει ότι οι πληρωμές προς τους προμηθευτές που εμπίπτουν στον νόμο 7/1996, της 15ης Ιανουαρίου 1996, περί του λιανικού εμπορίου ( 7 ), διέπονται, κυρίως, από το άρθρο 17 του νόμου αυτού και, επικουρικώς, από τον νόμο 3/2004. |
|
13. |
Στη συνέχεια, το πρώτο τμήμα της δεύτερης «τελικής διατάξεως» του νόμου 3/2004 τροποποιεί το άρθρο 17 του νόμου 7/1996 ( 8 ). Στο μέτρο που είναι κρίσιμο εν προκειμένω, το άρθρο αυτό ορίζει πλέον τα εξής: «1. Ελλείψει ρητής συμφωνίας, οι έμποροι λιανικής πωλήσεως καταβάλλουν το τίμημα των εμπορευμάτων τα οποία αγοράζουν εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραδόσεως. […] 3. Η προθεσμία πληρωμής των νωπών και φθαρτών τροφίμων δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υπερβαίνει τις 30 ημέρες. Η προθεσμία πληρωμής για τα λοιπά τρόφιμα και προϊόντα ευρείας καταναλώσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 60 ημέρες, εκτός εάν υπάρχει ρητή αντίθετη συμφωνία που προβλέπει, υπέρ του προμηθευτή, ανάλογη οικονομική αντιστάθμιση για την παράταση της προθεσμίας. Η προθεσμία πληρωμής δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υπερβαίνει τις 90 ημέρες. […] 5. Σε κάθε περίπτωση, τόκοι υπερημερίας οφείλονται αυτομάτως από την επομένη της καθορισθείσας ημερομηνίας πληρωμής ή, ελλείψει συμφωνίας, της ημερομηνίας κατά την οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί η πληρωμή σύμφωνα με την παράγραφο 1. Στην περίπτωση αυτή, το επιτόκιο που ισχύει για να καθορισθεί το ποσό των τόκων είναι αυτό που ορίζει το άρθρο 7 του [νόμου 3/2004], εκτός εάν οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει διαφορετικό επιτόκιο, το οποίο δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να είναι κατώτερο από το νόμιμο επιτόκιο προσαυξημένο κατά 50 τοις εκατό.» |
|
14. |
Το δεύτερο τμήμα της δεύτερης «τελικής διατάξεως» του νόμου 3/2004 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες η ανώτατη προθεσμία των 60 ημερών, που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 3, του νόμου 7/1996, όπως έχει τροποποιηθεί, τίθεται σε ισχύ από 1ης Ιουλίου 2006. Μέχρι τότε, «η προθεσμία πληρωμής για τρόφιμα που δεν είναι νωπά ούτε φθαρτά και των προϊόντων ευρείας καταναλώσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 90 ημέρες από την ημερομηνία παραδόσεως των προϊόντων». |
Η διαδικασία
|
15. |
Η Επιτροπή δέχθηκε καταγγελία σύμφωνα με την οποία η οδηγία δεν μεταφέρθηκε ορθά στο ισπανικό δίκαιο. Στις 13 Ιουλίου 2005 απέστειλε έγγραφο οχλήσεως στο Βασίλειο της Ισπανίας αιτιώμενη ότι ο νόμος 3/2004, επιτρέποντας, μεταξύ άλλων, την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, όσον αφορά ορισμένα τρόφιμα και καταναλωτικά προϊόντα, μέχρι τις 90 ημέρες και παραλείποντας να περιορίσει την προθεσμία πληρωμής στις 60 ημέρες πριν την 1η Ιουλίου 2006, παραβίαζε ορισμένες διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας. |
|
16. |
Ελλείψει απαντήσεως στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 19 Δεκεμβρίου 2005. |
|
17. |
Η Επιτροπή, αφού εξέτασε την απάντηση που έδωσε, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, το Βασίλειο της Ισπανίας στην αιτιολογημένη γνώμη, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή στις 15 Σεπτεμβρίου 2006. |
|
18. |
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
19. |
Στην προσφυγή υποστηρίζεται ειδικά ότι η προθεσμία πληρωμής των 90 ημερών αντίκειται στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, ενώ η μετάθεση της θέσεως ορισμένων διατάξεων σε ισχύ αντίκειται στο άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 4. |
|
20. |
Η Επιτροπή ζήτησε επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία έλαβε χώρα στις 13 Φεβρουαρίου 2008. |
Αντίκειται η προθεσμία πληρωμής των 90 ημερών στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας;
|
21. |
Η Επιτροπή επικαλείται παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, έχει αιτιολογήσει μόνον την παράβαση της τελευταίας διατάξεως. |
|
22. |
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας έκανε χρήση του δικαιώματος επιλογής που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας και καθόρισε ορισμένη κατηγορία συμβάσεων —όσες αφορούν τρόφιμα που δεν είναι φρέσκα ούτε αναλώσιμα και προϊόντα ευρείας καταναλώσεως— που πρέπει να διέπονται από τη διάταξη αυτή. Η ισπανική νομοθεσία δεν πληροί όμως τις απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2. |
|
23. |
Από τον ισχυρισμό της Επιτροπής συνεπάγεται ότι αυτή θεωρεί πως το Βασίλειο της Ισπανίας επέλεξε τη δεύτερη εναλλακτική λύση που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, επιτρέποντας την παράταση των προθεσμιών πληρωμής από 60 σε 90 ημέρες (στο μέτρο που η πρώτη εναλλακτική λύση απαγορεύει κάθε παράταση πέραν των 60 ημερών). Εντούτοις, το άρθρο 17 του νόμου 7/1996, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν καθορίζει «υποχρεωτικό επιτόκιο που υπερβαίνει καταφανώς το νόμιμο επιτόκιο», όπως απαιτεί η δεύτερη εναλλακτική λύση. Αντ’ αυτού, ο οφειλέτης είναι υποχρεωμένος να παράσχει «οικονομικά ανταλλάγματα» στον δανειστή για την επιπλέον προθεσμία πληρωμής. Η φράση αυτή είναι, κατά την άποψη της Επιτροπής, ασαφής και προστατεύει ελάχιστα τον δανειστή. Κατά συνέπεια, το άρθρο 17, παράγραφος 3, του νόμου 7/1996, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 3/2004, αντίκειται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας. |
|
24. |
Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, του νόμου 7/1996 δεν σκοπεί στη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Εντούτοις, ο σκοπός του είναι να συμβάλει στην επίτευξη των σκοπών της οδηγίας. Σύμφωνα με τη δέκατη όγδοη και δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, διασφαλίζεται, κατ’ αρχήν, η ελευθερία των συμβάσεων, με την επιφύλαξη των περιορισμών για την πρόληψη των καταχρήσεων σε βάρος του δανειστή. Το άρθρο 17, παράγραφος 3, περιορίζει την ελευθερία των συμβάσεων, επιβάλλοντας ανώτατες προθεσμίες πληρωμής, για να εμποδίσει τη διαιώνιση των μακρύτερων και αθέμιτων προθεσμιών πληρωμής που επικρατούν στο λιανικό εμπόριο. Με τον τρόπο αυτό, θέτει τέρμα στους κατάφωρα καταχρηστικούς όρους, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας. Επιπλέον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να θεσπίσουν διατάξεις ευνοϊκότερες για τον δανειστή από τις διατάξεις που απαιτούνται προς συμμόρφωση με την οδηγία. |
Η οδηγία
|
25. |
Αντιλαμβάνομαι ως εξής τις κρίσιμες διατάξεις της οδηγίας. |
|
26. |
Υπό το κράτος του συστήματος που θεσπίζει το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπάρχει η δυνατότητα καθορισμού της καταληκτικής ημερομηνίας πληρωμής, μετά την πάροδο της οποίας ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει τόκους στον δανειστή. |
|
27. |
Κατ’ αρχήν, οι συμβαλλόμενοι πρέπει να είναι ελεύθεροι να καθορίζουν στις συμβάσεις τους την ημερομηνία ή την προθεσμία πληρωμής (άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α’, της οδηγίας). |
|
28. |
Τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν μια νόμιμη προθεσμία 30 ημερών, η οποία επιβάλλεται στους συμβαλλομένους εάν δεν έκαναν χρήση της προαναφερθείσας ελευθερίας (άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β’, της οδηγίας). |
|
29. |
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη την επιλογή να παρατείνουν αυτή την εφαρμοζόμενη ελλείψει συμφωνίας προθεσμία μέχρι 60 ημέρες κατ’ ανώτατο όριο για ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων, εφόσον συγχρόνως περιορίζουν τη δυνατότητα των συμβαλλομένων να υπερβούν την προθεσμία αυτή ή καθορίζουν υποχρεωτικό αποτρεπτικό επιτόκιο για τις πληρωμές που πραγματοποιούνται μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις αφορούν ζητήματα που, κανονικά, αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης συμφωνίας των συμβαλλομένων. Είναι, εντούτοις, προφανές ότι η προθεσμία των 60 ημερών δεν αποτελεί, αυτή καθεαυτή, περιορισμό της συμβατικής ελευθερίας, αλλά εναλλακτική λύση σε σχέση με την εφαρμοζόμενη ελλείψει συμφωνίας προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β’, της οδηγίας. |
|
30. |
Μια τέτοια παράταση μέχρι 60 ημέρες της εφαρμοζόμενης ελλείψει συμφωνίας προθεσμίας είναι λιγότερο ευνοϊκή για τους δανειστές απ’ ό,τι η βασική προθεσμία των 30 ημερών που θα ίσχυε σε διαφορετική περίπτωση. Το αντάλλαγμα για τη δυνατότητα επιλογής προθεσμίας πληρωμής «60 το πολύ ημερών» είναι ότι το κράτος μέλος πρέπει είτε να στερήσει από τους συμβαλλομένους την ελευθερία να καθορίσουν προθεσμία πληρωμής μεγαλύτερη από 60 ημέρες, είτε να εξασφαλίσει ότι (ασχέτως του τι έχουν συμφωνήσει οι συμβαλλόμενοι) θα ισχύσει ένα «υποχρεωτικό επιτόκιο που υπερβαίνει καταφανώς το νόμιμο επιτόκιο» για όλη τη συμβατικώς συμφωνηθείσα περίοδο μετά την πάροδο αυτής της συμβατικώς καθορισθείσας καταληκτικής ημερομηνίας. Αμφότεροι οι όροι αυτοί είναι ευνοϊκότεροι για τους δανειστές. |
Η ισπανική νομοθεσία
|
31. |
Από τη διατύπωση των διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι οι προθεσμίες των 30 ημερών που προβλέπονται τόσο στο άρθρο 4 του νόμου 3/2004 ( 9 ), όσο και στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του νόμου 7/1996, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 3/2004 ( 10 ), ισχύουν αν δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων. Πρόκειται, δηλαδή, για νόμιμες προθεσμίες ενδοτικού δικαίου. Βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. |
|
32. |
Σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 3, του νόμου 7/1996, όπως έχει τροποποιηθεί, η προθεσμία πληρωμής που αφορά τα φρέσκα τρόφιμα και αναλώσιμα «δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υπερβαίνει τις 30 ημέρες». Η προθεσμία πληρωμής των λοιπών τροφίμων και των προϊόντων ευρείας καταναλώσεως «δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υπερβαίνει τις 90 ημέρες». Από τις δύο προθεσμίες, των 30 και 90 ημερών, δεν χωρεί, συνεπώς, καμία εξαίρεση. Αντιθέτως, η προθεσμία των 60 ημερών, που εφαρμόζεται και αυτή στα λοιπά τρόφιμα και τα προϊόντα ευρείας καταναλώσεως, επιδέχεται εξαίρεση, δηλαδή η προθεσμία πληρωμής «δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 60 ημέρες, εκτός εάν υπάρχει ρητή αντίθετη συμφωνία που προβλέπει οικονομικά ανταλλάγματα για τον προμηθευτή […]». |
|
33. |
Για να ευδοκιμήσει η προσφυγή της, η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει ότι οι προσβαλλόμενες προθεσμίες των 60 και 90 ημερών, που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 3, του νόμου 7/1996, όπως έχει τροποποιηθεί, αποτελούν παρατάσεις της ισχύουσας, ελλείψει συμφωνίας, προθεσμίας των 30 ημερών του άρθρου 17, παράγραφος 1, όπως ακριβώς η προθεσμία των 60 ημερών, που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, αποτελεί προαιρετική παράταση της ισχύουσας, ελλείψει συμφωνίας, προθεσμίας των 30 ημερών του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο β’. |
|
34. |
Εάν οι προθεσμίες των 60 και 90 ημερών, που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 3, του νόμου 7/1996, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν αποτελούν παρατάσεις της προθεσμίας των 30 ημερών που ισχύει ελλείψει συμφωνίας, αλλ’ απλούς περιορισμούς της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, είναι, όπως υποστηρίζει το Βασίλειο της Ισπανίας, ευνοϊκότερες για τον δανειστή απ’ ό,τι οι διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση προς την οδηγία. Είναι, κατά συνέπεια, επιτρεπτές, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, ανεξάρτητα από τους λοιπούς όρους με τους οποίους συναρτώνται και ανεξάρτητα από την ημερομηνία θέσεώς τους σε ισχύ. |
|
35. |
H αυστηρή διατύπωση του άρθρου 17, παράγραφοι 1 και 3, του νόμου 7/1996 συνηγορεί υπέρ αυτής της τελευταίας ερμηνείας. Ελλείψει ρητής συμφωνίας, το άρθρο 17, παράγραφος 1, επιβάλλει προθεσμία 30 ημερών (αποτελώντας, έτσι, εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία α’ και β’, της οδηγίας), ενώ το άρθρο 17, παράγραφος 3, ορίζει ότι η προθεσμία πληρωμής δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να υπερβαίνει τις 30, 60 ή 90 ημέρες, ανάλογα με την κατηγορία των οικείων προϊόντων (με τη δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας από 60 σε 90 ημέρες εφόσον συμφωνηθούν αντισταθμιστικά ανταλλάγματα για τον δανειστή). Σύμφωνα με τη φυσιολογικά συναγόμενη ερμηνεία, οι τρεις αυτές προθεσμίες αποτελούν περιορισμούς την ελευθερίας των συμβαλλομένων όσον αφορά τον συμβατικό καθορισμό ημερομηνίας ή προθεσμίας. |
|
36. |
Η Επιτροπή δεν προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου πειστικό επιχείρημα υπέρ της αντίθετης ερμηνείας της ισπανικής νομοθεσίας, σύμφωνα με την οποία οι προθεσμίες των 60 και 90 ημερών αποτελούν παρατάσεις της προθεσμίας των 30 ημερών που ισχύουν ελλείψει ρητής συμφωνίας των συμβαλλομένων. Δεν απέδειξε, επίσης, ότι τα ισπανικά δικαστήρια ερμηνεύουν με τον τρόπο αυτό τη σχετική νομοθετική ρύθμιση. |
|
37. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορώ να δεχθώ ότι η Επιτροπή κατόρθωσε να αποδείξει ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις του Βασιλείου της Ισπανίας αντίκεινται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας. |
Συντρέχει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας;
|
38. |
Με την προσφυγή της, η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η παράταση της προθεσμίας μέχρι 90 ημέρες, που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 3, του νόμου 7/1996, όπως έχει τροποποιηθεί, αντίκειται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, χωρίς να αναφέρει για ποιο λόγο. Από την προεκτεθείσα ανάλυση προκύπτει σαφώς ότι, κατά την άποψή μου, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, του νόμου 7/1996, όπως έχει τροποποιηθεί, εφαρμόζεται σε όλες ανεξαιρέτως τις συμβάσεις. Συνεπώς, δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας. |
Παρέβη το Βασίλειο της Ισπανίας, μεταθέτοντας τη θέση σε ισχύ ορισμένων διατάξεων μέχρι την 1η Ιουλίου 2006, το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 4 της οδηγίας;
|
39. |
Η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, του νόμου 7/1996, όπως έχει τροποποιηθεί, σκοπεί στη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Εντούτοις, το άρθρο αυτό μεταθέτει μέχρι την 1η Ιουλίου 2006 τη θέση της προθεσμίας των 60 ημερών σε ισχύ. Η οδηγία δεν επιτρέπει τη μερική ή σταδιακή εφαρμογή των διατάξεών της. Η χρονική μετάθεση της θέσεως της προθεσμίας σε ισχύ συνιστά, συνεπώς, παράβαση του άρθρου 3, παράγραφοι 1, 2 και 4, της οδηγίας. |
|
40. |
Από τα όσα ανέφερα σχετικά με τον πρώτο λόγο της προσφυγής της Επιτροπής προκύπτει ότι, κατά την άποψή μου, και ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί. Εφόσον η προθεσμία των 60 ημερών δεν αποτελεί μεταφορά διατάξεως της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν ήταν υποχρεωμένο από το κοινοτικό δίκαιο να τη θέσει σε ισχύ πριν λήξει η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, μάλιστα δε, δεν ήταν καν υποχρεωμένο να θεσπίσει την προθεσμία αυτή. |
|
41. |
Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μεταθέτοντας τη θέση ορισμένων διατάξεων σε ισχύ μέχρι την 1η Ιουλίου 2006, δεν παρέβη το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 4, της οδηγίας. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
42. |
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά την άποψή μου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί και το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. |
Πρόταση
|
43. |
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει:
|
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (ΕΕ L 200, σ. 35).
( 3 ) Έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
( 4 ) Όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας.
( 5 ) Η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή κατά του Βασιλείου της Ισπανίας για την καθυστέρηση στη μεταφορά της οδηγίας στο ισπανικό δίκαιο (υπόθεση C-384/03). Παραιτήθηκε από την προσφυγή της όταν το Βασίλειο της Ισπανίας εξέδωσε τον νόμο 3/2004. Με διάταξη της 28ης Απριλίου 2005 (ΕΕ 2005, C 182, σ. 33), το Δικαστήριο αποφάσισε τη διαγραφή της υποθέσεως C-384/03.
( 6 ) BOE αριθ. 314, της 30ής Δεκεμβρίου 2004.
( 7 ) ΒΟΕ αριθ. 15, της 17ης Ιανουαρίου 1996, σ. 1243.
( 8 ) Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του νόμου 3/2004, οι διατάξεις περί καταχρηστικών όρων επέβαλαν την τροποποίηση του άρθρου 17, παράγραφος 3, του νόμου 7/1996, προκειμένου να προσαρμοστούν οι πληρωμές στους προμηθευτές προς τις διατάξεις του μεταγενέστερου νόμου.
( 9 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 9 των προτάσεων.
( 10 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 13 των προτάσεων.