1. Κοινοτικό δίκαιο – Ερμηνεία – Πράξεις των οργάνων – Αιτιολογία
2. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Απαγορεύονται – Παραβάσεις – Συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που μπορούν να θεωρηθούν ως αποτελούσες μία και μόνη παράβαση – Καταλογισμός ευθύνης σε επιχείρηση λόγω συμμετοχής της σε παράβαση λαμβανόμενη υπόψη στο σύνολό της – Επιτρέπεται
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)
3. Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Καταλογισμός σε επιχείρηση – Ευθύνη εκ των ενεργειών άλλων επιχειρήσεων στο πλαίσιο της ίδιας παραβάσεως – Επιτρέπεται – Κριτήρια
(Άρθρο 81 § 1, ΕΚ)
4. Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Παύση παραβάσεων – Εξουσία της Επιτροπής – Διατασσόμενα έναντι των επιχειρήσεων μέτρα
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1/2003, άρθρο 7 § 1)
5. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Ανώτατο όριο
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 17, άρθρο 15 § 2, και 1/2003, άρθρο 23 § 2)
6. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα και διάρκεια της παραβάσεως – Δυνατότητα αυξήσεως των προστίμων προς ενίσχυση του αποτρεπτικού αποτελέσματός τους
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 17, άρθρο 15 § 2, και 1/2003, άρθρο 23 § 2)
7. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Πρόσφορος χαρακτήρας – Δικαστικός έλεγχος
(Άρθρα 229 ΕΚ και 253 ΕΚ· Κανονισμοί του Συμβουλίου 17, άρθρο 17, και 1/2003, άρθρο 31)
8. Προσφυγή ακυρώσεως – Δικαστικός έλεγχος – Όρια της προσφυγής
(Άρθρο 233 ΕΚ)
9. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Συγκεκριμένος αντίκτυπος στην αγορά – Κριτήρια εκτιμήσεως
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
10. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Διάρκεια της παραβάσεως –Παραβάσεις μακράς διαρκείας
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 1 B, εδ. 1)
11. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Ελαφρυντικές περιστάσεις – Μη αποτελεσματική εφαρμογή συμφωνίας – Εκτίμηση σε επίπεδο ατομικής συμπεριφοράς κάθε επιμέρους επιχειρήσεως
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημεία 1 A, εδ. 1, και 3)
12. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Ελαφρυντικές περιστάσεις – Παθητικός ρόλος ή ρόλος ουραγού της επιχειρήσεως
(Άρθρο 81 ΕΚ· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημεία 2 και 3)
13. Διαδικασία – Προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης – Προϋποθέσεις – Νέος ισχυρισμός – Έννοια
(Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, άρθρο 48 § 2)
14. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Μείωση του ύψους του προστίμου λόγω συνεργασίας της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως – Προϋποθέσεις – Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου· ανακοίνωση 96/C 207/04 της Επιτροπής, τίτλος Δ, σημείο 2)
15. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Καθορισμός του προστίμου κατ’ αναλογία προς τα στοιχεία εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2)
1. Το διατακτικό μιας πράξεως συνδέεται άρρηκτα με την αιτιολογία της, ώστε να πρέπει να ερμηνεύεται, εφόσον παρίσταται ανάγκη, λαμβανομένου υπόψη του αιτιολογικού που οδήγησε στην έκδοσή της.
(βλ. σκέψη 41)
2. Τυχόν παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ ενδέχεται να είναι απόρροια όχι μόνο μεμονωμένης πράξεως αλλά και σειράς πράξεων ή ακόμη και αδιάλειπτης συμπεριφοράς. Η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με το αιτιολογικό ότι ένα ή περισσότερα στοιχεία της συγκεκριμένης σειράς πράξεων ή της συγκεκριμένης αδιάλειπτης συμπεριφοράς θα μπορούσαν επίσης να συνιστούν αφεαυτών και κεχωρισμένως παράβαση της ανωτέρω διατάξεως.
Η ενιαία και αδιάλειπτη παράβαση εμπεριέχει συχνά σειρά πράξεων διαδεχομένων χρονολογικώς η μία την άλλη οι οποίες αφεαυτών, κατά τον χρόνο διαπράξεώς τους, μπορούν επίσης να συνιστούν παράβαση των περί ανταγωνισμού κανόνων. Η ιδιομορφία των πράξεων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι εντάσσονται σε συνολική στρατηγική.
(βλ. σκέψεις 45-46)
3. Μια επιχείρηση, έχοντας συμμετάσχει σε ενιαία και περίπλοκη παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού μέσω συμπεριφορών που προσιδιάζουν στην ίδια και εμπίπτουν στις έννοιες της συμφωνίας ή της εναρμονισμένης πρακτικής με αντικείμενο στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού κατά το άρθρο 81 ΕΚ και που αποσκοπούν στο να συντείνουν στην πραγματοποίηση της παραβάσεως στο σύνολό της, μπορεί να ευθύνεται και για συμπεριφορές στις οποίες επιδόθηκαν άλλες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ίδιας παραβάσεως για όλη τη χρονική περίοδο της συμμετοχής της στην ως άνω παράβαση, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω επιχείρηση γνωρίζει τις παραβατικές συμπεριφορές των λοιπών μετεχόντων ή μπορεί ευλόγως να τις προβλέψεις και είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί τον εξ αυτού κίνδυνο.
Μια επιχείρηση παραβιάζει ενδεχομένως την προβλεπόμενη στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ απαγόρευση οσάκις η συμπεριφορά της, συντονιζόμενη με εκείνη άλλων επιχειρήσεων, έχει ως σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού σε σχετική ειδική αγορά εντός της κοινής αγοράς, χωρίς τούτο να προϋποθέτει κατ’ ανάγκη ότι η ίδια δραστηριοποιείται στην ως άνω σχετική αγορά.
(βλ. σκέψεις 50, 53)
4. Η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει υποχρεώσεις πρέπει να χωρεί με γνώμονα τη φύση της διαπιστωθείσας παραβάσεως.
Καθό μέτρο δεδομένη επιχείρηση δεν ασκεί πλέον δραστηριότητες στον επίδικο τομέα, δεν την αφορά στην πράξη η επιβληθείσα υποχρέωση να θέσει τέρμα στις παραβάσεις. Επομένως, δεν συντρέχει προσβολή της αρχής της αναλογικότητας.
Η εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, μπορεί να συνεπάγεται την απαγόρευση εξακολουθήσεως ορισμένων δραστηριοτήτων, πρακτικών ή καταστάσεων των οποίων διαπιστώθηκε η έλλειψη νομιμότητας, αλλά και την απαγόρευση παρόμοιας συμπεριφοράς στο μέλλον ή τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου δυνάμενου να έχει ισοδύναμο αντικείμενο ή αποτέλεσμα.
Αφής στιγμής η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ανέλαβε τη δέσμευση να μην επαναλάβει τη στρεφόμενη κατά του ανταγωνισμού συμπεριφορά της, η Επιτροπή νομιμοποιείται να συμπεριλάβει και την υποχρέωση περί αποχής της επιχειρήσεως στο μέλλον από οποιοδήποτε μέτρο δυνάμενο να έχει ισοδύναμο αντικείμενο ή αποτέλεσμα, έστω και αν η εν λόγω επιχείρηση δεν ασκεί πλέον δραστηριότητα στον τομέα τον οποίο αφορά η σύμπραξη.
Πάντως, παρόμοια μέτρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι ενδεδειγμένο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
(βλ. σκέψεις 61, 63, 65, 67)
5. Για τον καθορισμό της εννοίας της «προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου», η Επιτροπή οφείλει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και λαμβανομένης υπόψη της αλληλουχίας καθώς και των στόχων οι οποίοι επιδιώκονται με το καθεστώς κυρώσεων το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό 17 και τον κανονισμό 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, να εκτιμά τον πραγματικό αντίκτυπο επί της οικείας επιχειρήσεως, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη κύκλο εργασιών αντανακλώντα την πραγματική οικονομική κατάστασή της κατά την περίοδο διαπράξεως της παραβάσεως.
Πάντως, όπως προκύπτει τόσο από τους στόχους του συστήματος στο οποίο εντάσσονται τα άρθρα 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003 όσο και από τη νομολογία, η εφαρμογή του ανώτατου ορίου ύψους 10 % προϋποθέτει, αφενός, ότι η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της τον κύκλο εργασιών της τελευταίας διαχειριστικής περιόδου που προηγείται της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεώς της και, αφετέρου, ότι τα στοιχεία αυτά αντιπροσωπεύουν μια πλήρη χρήση κανονικής οικονομικής δραστηριότητας επί διάστημα δώδεκα μηνών.
Έτσι, αν η διαχειριστική περίοδος έληξε πριν από την έκδοση της αποφάσεως αλλ’ οι ετήσιοι λογαριασμοί της οικείας επιχειρήσεως δεν έχουν ακόμη καταρτιστεί ή δεν έχουν ακόμη διαβιβαστεί στην Επιτροπή, η τελευταία νομιμοποιείται, αν δεν υποχρεούται, να χρησιμοποιήσει τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά προγενέστερη διαχειριστική περίοδο προκειμένου να εφαρμόσει το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003. Ομοίως, αν λόγω αναδιοργανώσεως ή μεταβολής των λογιστικών πρακτικών, συγκεκριμένη επιχείρηση έχει καταρτίσει, για την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο, λογαριασμούς που αφορούν διάστημα μικρότερο των δώδεκα μηνών, η Επιτροπή νομιμοποιείται να χρησιμοποιήσει τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια προγενέστερης πλήρους διαχειριστικής περιόδου προκειμένου να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές. Το ίδιο ισχύει αν συγκεκριμένη επιχείρηση δεν άσκησε οικονομική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου και ως εκ τούτου η Επιτροπή δεν διαθέτει κύκλο εργασιών αντιπροσωπευτικό οικονομικής δραστηριότητας την οποία άσκησε η εν λόγω επιχείρηση κατά την ως άνω διαχειριστική περίοδο. Πράγματι, ο κύκλος εργασιών για την εν λόγω περίοδο δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς το μέγεθος της επιχειρήσεως, σε αντίθεση προς όσα επιτάσσει η νομολογία, οπότε δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για τον καθορισμό του ανώτατου ορίου που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003.
Ακόμη και κατά την κανονική άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων, ο κύκλος εργασιών μιας επιχειρήσεως μπορεί να μειωθεί σημαντικά, και μάλιστα ουσιωδώς, σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη, για διαφόρους λόγους, όπως είναι η δυσμενής οικονομική συγκυρία, η κρίση στον οικείο τομέα, καταστροφή ή απεργία. Πάντως, αφ’ ης στιγμής μια επιχείρηση έχει όντως πραγματοποιήσει κύκλο εργασιών κατά τη διάρκεια μιας πλήρους χρήσεως κατά την οποία ασκήθηκαν οικονομικές δραστηριότητες, έστω και μειωμένες, η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη της τον εν λόγω κύκλο εργασιών προκειμένου να καθορίσει το προβλεπόμενο στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ανώτατο όριο. Επομένως, τουλάχιστον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ουδεμία υφίσταται ένδειξη ότι μια επιχείρηση έπαυσε τις εμπορικές δραστηριότητές της ή εξέτρεψε δολίως τον κύκλο εργασιών της προκειμένου να αποφύγει την επιβολή βαρέος προστίμου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή οφείλει να καθορίζει το ανώτατο όριο του προστίμου με γνώμονα τον πλέον πρόσφατο κύκλο εργασιών ο οποίος αντικατοπτρίζει ένα πλήρες έτος οικονομικής δραστηριότητας.
(βλ. σκέψεις 89-90, 94-97)
6. Η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, αποτελεί ένα από τα μέσα τα οποία έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή προκειμένου η ίδια να είναι σε θέση να εκπληροί την αποστολή της επιτηρήσεως που της έχει ανατεθεί από το κοινοτικό δίκαιο.
Η συγκεκριμένη αποστολή περιλαμβάνει το έργο της διερευνήσεως και καταστολής των ατομικών παραβάσεων καθώς και το καθήκον ασκήσεως γενικής πολιτικής με στόχο την εφαρμογή των καθοριζόμενων από τη Συνθήκη αρχών σε θέματα ανταγωνισμού και τον προσανατολισμό της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων προς την κατεύθυνση αυτή. Περιλαμβάνει επίσης τα καθήκοντα της καταστολής των αθέμιτων συμπεριφορών αλλά και της αποτροπής επαναλήψεώς τους.
Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή οφείλει να επαγρυπνά ως προς τον ανασχετικό χαρακτήρα των προστίμων.
(βλ. σκέψεις 79, 91)
7. Όταν πρόκειται περί προσφυγών στρεφομένων κατά των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες επιβάλλονται πρόστιμα σε επιχειρήσεις λόγω παραβάσεως των περί ανταγωνισμού κανόνων, ο δικαστής της Ενώσεως είναι αρμόδιος να εκτιμά, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία, την οποία του αναγνωρίζουν το άρθρο 229 ΕΚ, το άρθρο 17 του κανονισμού 17 και το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, τον πρόσφορο χαρακτήρα του ύψους των προστίμων. Η τελευταία αυτή εκτίμηση ενδέχεται να δικαιολογεί την προσκόμιση και συνεκτίμηση πρόσθετων πληροφοριακών στοιχείων των οποίων η αυτούσια μνεία στην απόφαση περί επιβολής του προστίμου δεν απαιτείται δυνάμει της προβλεπόμενης στο άρθρο 253 ΕΚ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
(βλ. σκέψεις 105-106)
8. Εφόσον ο αποδέκτης μιας αποφάσεως κρίνει σκόπιμο να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, ο δικαστής της Ενώσεως επιλαμβάνεται αποκλειστικά των στοιχείων που αφορούν τον προσφεύγοντα. Αντιθέτως, εκείνα τα στοιχεία που αφορούν άλλους αποδέκτες και δεν έχουν προσβληθεί δεν αποτελούν αντικείμενο της προς επίλυση εκ μέρους του δικαστή της Ενώσεως διαφοράς.
(βλ. σκέψη 112)
9. Για την εκτίμηση του πραγματικού αντικτύπου μιας παραβάσεως επί της αγοράς, εναπόκειται στην Επιτροπή να χρησιμοποιήσει ως μέτρο τον ανταγωνισμό που θα υφίστατο υπό κανονικές συνθήκες αν δεν είχε διαπραχθεί η παράβαση. Για να διαπιστωθεί η ύπαρξη αντικτύπου στην αγορά, αρκεί οι συμφωνηθείσες τιμές να έχουν χρησιμοποιηθεί ως βάση για τον καθορισμό των τιμών των επιμέρους συναλλαγών, περιορίζοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το διαπραγματευτικό περιθώριο των πελατών.
Αντιθέτως, δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή, όταν στοιχειοθετείται η υλοποίηση συμπράξεως, να αποδεικνύει συστηματικά ότι οι συμφωνίες παρέσχον όντως τη δυνατότητα στις οικείες επιχειρήσεις να επιτύχουν υψηλότερο επίπεδο τιμών των συναλλαγών από εκείνο που θα ίσχυε χωρίς τη σύμπραξη. Θα ήταν δυσανάλογο να απαιτείται παρόμοια απόδειξη η οποία θα απορροφούσε σημαντικούς πόρους, καθώς θα καθιστούσε αναγκαία την προσφυγή σε οικονομικούς υπολογισμούς, στηριζόμενους σε οικονομικά πρότυπα, η ακρίβεια των οποίων μπορεί να ελεγχθεί δυσχερώς από τον δικαστή και ως προς τα οποία ουδόλως αποδεικνύεται ότι είναι απαλλαγμένα ελαττωμάτων. Πράγματι, προκειμένου να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της παραβάσεως, αποφασιστικής σημασίας είναι το αν οι μετέχοντες στη σύμπραξη είχαν πράξει παν το δυνατόν προκειμένου να συγκεκριμενοποιήσουν τις προθέσεις τους. Ακολούθως, ό,τι συνέβη σε επίπεδο των τιμών αγοράς που επιτεύχθηκαν στην πραγματικότητα, ήταν πιθανό να είχε επηρεαστεί από άλλους παράγοντες, εκτός του ελέγχου των μετεχόντων στη σύμπραξη. Οι μετέχοντες στη σύμπραξη δεν μπορούν να επικαλούνται υπέρ αυτών εξωγενείς παράγοντες που παρεμπόδισαν τις προσπάθειές τους, ανάγοντας τους παράγοντες αυτούς σε στοιχεία δικαιολογούντα μείωση του προστίμου.
Για τους σκοπούς της εκτιμήσεως του αντικτύπου μιας συμπράξεως επί της αγοράς στερείται λυσιτελείας η εν τοις πράγμασι συμπεριφορά που ισχυρίζεται ότι υιοθέτησε συγκεκριμένη επιχείρηση. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον τα απορρέοντα από την παράβαση στο σύνολό της αποτελέσματα. Υπό την έννοια αυτή, η συνεκτίμηση της παραβατικής συμπεριφοράς συγκεκριμένης επιχειρήσεως επί του ανταγωνισμού μεσολαβεί προκειμένου να εκτιμηθεί η ατομική κατάστασή της, αλλά δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επίπτωση επί της υπαγωγής της παραβάσεως στην κατηγορία των «πολύ σοβαρών» παραβάσεων.
Όσον αφορά παράβαση μακράς διαρκείας, είναι ελάχιστα πιθανό οι οικείες επιχειρήσεις να είχαν τη δυνατότητα να θεωρήσουν ότι οι προσαπτόμενες πρακτικές στερούνταν εντελώς αποτελεσματικότητας και λυσιτελείας.
Η φύση της παραβάσεως παίζει καθοριστικής σημασίας ρόλο, ιδίως προκειμένου να χαρακτηριστούν οι παραβάσεις ως «πολύ σοβαρές». Συναφώς, όπως προκύπτει από την περιγραφή των πολύ σοβαρών παραβάσεων σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, για τον υπολογισμό των επιβαλλομένων, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προστίμων, συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές σκοπούσες, μεταξύ άλλων, στον καθορισμό των τιμών ενδέχεται να επάγονται, ως εκ της φύσεώς τους και μόνον, τον χαρακτηρισμό τους ως «πολύ σοβαρών», χωρίς να απαιτείται παρόμοιες συμπεριφορές να έχουν αντίκτυπο ή να επηρεάζουν συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση. Στο πλαίσιο της περιγραφής των παραβάσεων ως «πολύ σοβαρών», ουδεμία μνημονεύεται απαίτηση συγκεκριμένου αντικτύπου επί της αγοράς ούτε επελεύσεως αποτελεσμάτων σε συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη.
(βλ. σκέψεις 126, 128-130, 133-134, 136-137)
10. Η διάρκεια της παραβάσεως αποτελεί ένα από τα ληπτέα υπόψη στοιχεία για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου το οποίο πρόκειται να επιβληθεί στις ενεχόμενες σε παράβαση των περί ανταγωνισμού κανόνων επιχειρήσεις. Όσον αφορά τις παραβάσεις μακράς διαρκείας, η Επιτροπή δύναται να εφαρμόζει αυτομάτως τον αυτόματο συντελεστή προσαυξήσεως ύψους 10 % ετησίως του επιλεγέντος βάσει της σοβαρότητας της παραβάσεως ποσού. Συγκεκριμένα, έστω και αν το σημείο 1 B, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των επιβληθέντων προστίμων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν προβλέπει αυτόματη προσαύξηση, καταλείπει συναφώς στην Επιτροπή περιθώριο εκτιμήσεως.
Ουδαμώς απαγορεύεται, στο πλαίσιο των κατευθυντηρίων γραμμών, το να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική διάρκεια της παραβάσεως στο πλαίσιο του υπολογισμού του ύψους του προστίμου. Η προσέγγιση αυτή είναι απόλυτα λογική και εύλογη και εντάσσεται στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής.
Οσάκις αποδεικνύεται ότι μια επιχείρηση γνώριζε την παραβατική συμπεριφορά των λοιπών μετεχόντων ή ότι ηδύνατο ευλόγως να την προβλέψει και ήταν έτοιμη να αποδεχθεί τον εξ αυτού κίνδυνο, θεωρείται και συνυπαίτια, για όλη τη χρονική περίοδο της συμμετοχής της στην παράβαση, της συμπεριφοράς την οποία επέδειξαν άλλες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της ιδίας παραβάσεως. Ορθώς η Επιτροπή δύναται έμμεσα να θεωρεί ότι η διάρκεια της παραβάσεως δεν πρέπει να διακρίνεται με γνώμονα τον βαθμό εντάσεως της συμμετοχής της στην παράβαση της προσφεύγουσας επιχειρήσεως επί των οικείων αγορών. Εφόσον ο ρόλος που διαδραμάτισε η εν λόγω εταιρία στα πλαίσια της συμπράξεως ελήφθη ορθώς υπόψη για τον καθορισμό του ποσού βάσεως του προστίμου, το γεγονός ότι η επιχείρηση δεν συμμετέσχε σε όλες τις συστατικές της συμπράξεως παραμέτρους δεν δύναται να ληφθεί εκ νέου υπόψη κατά τον καθορισμό της διαρκείας της παραβάσεως. Η αύξηση του ποσού του προστίμου με γνώμονα τη διάρκεια της παραβάσεως πραγματοποιείται μέσω της εφαρμογής συγκεκριμένου ποσοστού επί του ποσού βάσεως το οποίο καθορίζεται με γνώμονα τη σοβαρότητα του συνόλου της παραβάσεως, εκφράζοντας ήδη κατ’ αυτόν τον τρόπο τις διάφορες μορφές εντάσεως της παραβάσεως. Έτσι, δεν θα ήταν λογικό να λαμβάνεται υπόψη, για την προσαύξηση του ποσού αυτού λόγω της διαρκείας της παραβάσεως, η τυχόν διακύμανση της εντάσεως της παραβάσεως κατά την οικεία χρονική περίοδο. Προέχει να γίνεται πάντοτε διάκριση μεταξύ της διαρκείας της πραγματικής λειτουργίας τους και της σοβαρότητάς τους, όπως αυτή προκύπτει από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους.
(βλ. σκέψεις 147-148, 150, 152, 156-157, 159-160)
11. Οι ελαφρυντικές περιστάσεις που προβλέπονται στο σημείο 3 των κατευθυντηρίων γραμμών για τον υπολογισμό των επιβληθέντων προστίμων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ θεμελιώνονται στο σύνολό τους στην ιδία συμπεριφορά κάθε επιχειρήσεως. Για τους σκοπούς της αξιολογήσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι τα απορρέοντα από το σύνολο της παραβάσεως αποτελέσματα, τα οποία πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την εκτίμηση του πραγματικού αντικτύπου μιας παραβάσεως επί της αγοράς για την εκτίμηση της σοβαρότητάς της, αλλ’ η ατομική συμπεριφορά κάθε επιχειρήσεως, στα πλαίσια της εξετάσεως της σοβαρότητας της συμμετοχής κάθε επιχειρήσεως στην παράβαση.
Άρα οι επιχειρήσεις οφείλουν να επικαλεστούν άλλα επιχειρήματα ικανά να στοιχειοθετήσουν ότι, για τη χρονική περίοδο κατά την οποία οι προσφεύγουσες προσχώρησαν στις παραβατικές συμφωνίες, απέφυγαν στην πράξη την εφαρμογή τους τηρώντας ανταγωνιστική συμπεριφορά στην αγορά ή, τουλάχιστον, ότι παρέβησαν σαφώς και σε σημαντικό βαθμό τις σκοπούσες στην εφαρμογή της συγκεκριμένης συμπράξεως υποχρεώσεις μέχρι σημείου να διαταραχθεί η ίδια η λειτουργία της.
(βλ. σκέψεις 178, 180)
12. Τυχόν παθητικός ρόλος συνεπάγεται την εκ μέρους της οικείας επιχειρήσεως υιοθέτηση «συγκρατημένης συμπεριφοράς», ήτοι έλλειψη ενεργού συμμετοχής στην κατάρτιση της ή των στρεφόμενων κατά του ανταγωνισμού συμφωνιών. Μεταξύ των στοιχείων από τα οποία μπορεί να προκύψει ο παθητικός ρόλος μιας επιχειρήσεως εντός της συμπράξεως, μπορούν να ληφθούν υπόψη ο αισθητά σποραδικότερος χαρακτήρας των συμμετοχών της στις συσκέψεις σε σχέση με τα τακτικά μέλη της συμπράξεως, καθώς και η όψιμη είσοδός της στην αγορά που αποτέλεσε το αντικείμενο της παραβάσεως, ανεξαρτήτως της διαρκείας της συμμετοχής της σ’ αυτήν, ή ακόμη η ύπαρξη ρητών συναφώς δηλώσεων εκπροσώπων τρίτων επιχειρήσεων που μετείχαν στην παράβαση.
Το μικρό μέγεθος μιας επιχειρήσεως συνιστά σημαντικό στοιχείο ληπτέο υπόψη μόνον υπό ορισμένες ειδικές περιστάσεις. Όταν το διευθυντικό προσωπικό της επιχειρήσεως αναλαμβάνει τον ρόλο του προέδρου επί σειρά συσκέψεων και τις διοργανώνει, τότε ορθώς η Επιτροπή συνάγει ότι δεν συντρέχει παθητική συμπεριφορά: δεν αμφισβητείται ότι η σύγκλιση των συσκέψεων, η πρόταση ημερήσιας διατάξεως, η διανομή προπαρασκευαστικών εγγράφων ενόψει των συσκέψεων είναι ασυμβίβαστη με τον παθητικό ρόλο ενός ουραγού ο οποίος υιοθετεί συγκρατημένη συμπεριφορά, παρόμοιες δε πρωτοβουλίες είναι αποκαλυπτικές μιας ευνοϊκής και ενεργού συμμετοχής των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στην κατάρτιση, τη συνέχιση και τον έλεγχο της συμπράξεως.
Η Επιτροπή δεν οφείλει να τηρεί συγκεκριμένη πρακτική επί της λήψεως των αποφάσεων: το ότι έλαβε υπόψη σε προγενέστερες υποθέσεις την οικονομική κατάσταση του τομέα ως ελαφρυντική περίσταση δεν σημαίνει ότι απαιτείται κατ’ ανάγκη να συνεχίσει να τηρεί την οικεία πρακτική. Η Επιτροπή οφείλει να προβαίνει σε εξατομικευμένη ανάλυση των περιστάσεων που προσιδιάζουν σε κάθε υπόθεση, χωρίς να δεσμεύεται από προγενέστερες αποφάσεις οι οποίες αφορούν άλλους επιχειρηματίες, άλλες αγορές προϊόντων και υπηρεσιών ή άλλες γεωγραφικές αγορές σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα.
(βλ. σκέψεις 184-185, 189, 193-195)
13. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
Πάντως, πρέπει να κρίνεται παραδεκτός ισχυρισμός που αποτελεί ανάπτυξη λόγου προβληθέντος προηγουμένως, ευθέως ή εμμέσως, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο και συνδεόμενο στενά με τον λόγο αυτό.
(βλ. σκέψεις 198-199)
14. Η Επιτροπή απολαύει ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως ως προς τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων και μπορεί, συναφώς, να λάβει υπόψη πολλαπλά στοιχεία, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η συνεργασία των οικείων επιχειρήσεων κατά την έρευνα που διεξάγουν οι υπηρεσίες του οργάνου αυτού. Η συνεργασία μιας επιχειρήσεως με την Επιτροπή μπορεί να δικαιολογήσει μείωση του προστίμου δυνάμει της ανακοινώσεως περί μη επιβολής προστίμων ή της μειώσεως του ύψους των επί των αφορωσών συμπράξεις υποθέσεων αποκλειστικά και μόνον αν διευκολύνεται το έργο της Επιτροπής το οποίο συνίσταται στη διαπίστωση του υποστατού παραβάσεως και στον τερματισμό της.
Η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από προγενέστερη αφορώσα τη λήψη αποφάσεων πρακτική όταν εφαρμόζει συγκεκριμένο συντελεστή μειώσεως για δεδομένη συμπεριφορά· δεν οφείλει να χορηγήσει την ίδια κατ’ αναλογία μείωση κατά την εκτίμηση παρεμφερούς συμπεριφοράς στο πλαίσιο μεταγενέστερης διοικητικής διαδικασίας.
Η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να αξιολογήσει την ποιότητα και τη λυσιτέλεια της εκ μέρους επιχειρήσεως συνεργασίας, ιδίως σε σχέση με τη συμβολή άλλων επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή καλείται να προβεί σε περίπλοκες εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών, όπως οι σχετικές με τη συνεργασία καθεμιάς από τις εν λόγω επιχειρήσεις. Ο κατάλογος των περιστάσεων υπό τις οποίες παρέχεται μείωση προστίμου, ο οποίος κατάλογος περιλαμβάνεται στο σημείο Δ, 2 της ανακοινώσεως περί της συνεργασίας, είναι απλώς ενδεικτικός.
Η Επιτροπή δεν δύναται να αγνοήσει τη λυσιτέλεια της παρασχεθείσας πληροφορίας η οποία είναι κατ’ ανάγκη συνάρτηση των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία βρίσκονται ήδη στην κατοχή της. Οσάκις μια επιχείρηση επιβεβαιώνει απλώς, κατά τρόπο λιγότερο ακριβή και ρητό, πληροφορίες τις οποίες παρέσχε ήδη άλλη επιχείρηση, τούτο δεν διευκολύνει το έργο της Επιτροπής σημαντικά και αποκλείει μείωση του ύψους του προστίμου στο πλαίσιο της συνεργασίας.
Η επιείκεια συνιστά επιβράβευση εκ μέρους της Επιτροπής μιας επιχειρήσεως λόγω της διευκολύνσεως που η δεύτερη παρέσχε στην πρώτη για τη στοιχειοθέτηση της παραβάσεως, και τούτο ανεξάρτητα από το στάδιο κατά το οποίο έλαβε χώρα η παρασχεθείσα από την επιχείρηση αρωγή, από το ότι η συγκεκριμένη αρωγή συνίσταται στην παροχή νέων πληροφοριών και νέων αποδεικτικών στοιχείων ή ανεξάρτητα από την αναγνώριση πραγματικών στοιχείων ή του νομικού χαρακτηρισμού τους.
Η μείωση του προστίμου λόγω της συνεργασίας εξαρτάται κυρίως από την ποιότητα και τη λυσιτέλεια της επιδειχθείσας συνεργασίας, την οποία η Επιτροπή αξιολογεί στο πλαίσιο του ευρέως περιθωρίου της εκτιμήσεως, το οποίο επιδέχεται επίκριση μόνον σε περίπτωση πρόδηλης υπερβάσεώς του.
Στο πλαίσιο της εκ μέρους της αξιολογήσεως της επιδειχθείσας από τις επιχειρήσεις συνεργασίας, η Επιτροπή δεν μπορεί να αγνοεί την αρχή περί ίσης μεταχειρίσεως, η οποία παραβιάζεται οσάκις παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζοντα ι κατά τρόπο διαφορετικό ή διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τρόπο πανομοιότυπο, εκτός και αν παρόμοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς.
Η αξιολόγηση της λυσιτελείας της συνεργασίας ουδόλως εδράζεται σε μαθηματικό τύπο συνεπαγόμενο αυτεπαγγέλτως μείωση τουλάχιστον 20 % αν συνυπολογίζονται οι δύο παύλες του σημείου Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας.
(βλ. σκέψεις 219-225, 238, 246, 248)
15. Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει οι πράξεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
Στο πλαίσιο του υπολογισμού των προστίμων, η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει διαφόρων στοιχείων και δεν πρέπει να προσδίδεται σε κανένα από τα στοιχεία αυτά δυσανάλογη σημασία σε σχέση προς τα άλλα στοιχεία εκτιμήσεως.
Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή της αναλογικότητας συνεπάγεται ότι η Επιτροπή οφείλει να καθορίζει το πρόστιμο κατ’ αναλογίαν προς τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της παραβάσεως και ότι οφείλει, επ’ αυτού, να εφαρμόζει τα εν λόγω στοιχεία κατά τρόπο συνεπή και αντικειμενικώς δικαιολογημένο.
Έτσι, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, να λάβει υπόψη την ελλειμματική οικονομική κατάσταση μιας επιχειρήσεως, δεδομένου ότι η αναγνώριση μιας τέτοιας υποχρεώσεως θα ισοδυναμούσε με την παροχή αδικαιολόγητου ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος στις λιγότερο προσαρμοσμένες στις συνθήκες της αγοράς επιχειρήσεις. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μέτρο λαμβανόμενο από κοινοτική αρχή προκαλεί την εκκαθάριση επιχειρήσεως, η εκκαθάριση αυτή της επιχειρήσεως με την υπό εξέταση νομική μορφή της, ναι μεν μπορεί να θίξει τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίων, των μετόχων ή των κατόχων μεριδίων, πλην όμως δεν σημαίνει ότι απαξιώνονται και τα προσωπικά, υλικά και άυλα στοιχεία της επιχειρήσεως.
Ούτε λοιπόν ο κανονισμός 17 ούτε ο κανονισμός 1/2003, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, αλλ’ ούτε και οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων τα οποία επιβάλλονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προβλέπουν ότι το ύψος των προστίμων πρέπει να καθορίζεται σε ευθεία συνάρτηση με το μέγεθος της θιγόμενης αγοράς, δεδομένου ότι η παράμετρος αυτή συνιστά απλώς ένα από τα ασκούντα εν προκειμένω επιρροή στοιχεία μεταξύ άλλων.
Καίτοι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν προβλέπουν ότι το ύψος των προστίμων υπολογίζεται με γνώμονα τον συνολικό κύκλο εργασιών ή τον πραγματοποιηθέντα από τις επιχειρήσεις στην οικεία αγορά κύκλο εργασιών, πάντως δεν εμποδίζουν να ληφθεί υπόψη τέτοιος κύκλος εργασιών κατά την επιμέτρηση του ποσού του προστίμου ώστε να τηρούνται οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Ο προερχόμενος από τα αποτελούντα αντικείμενο της παραβάσεως εμπορεύματα κύκλος εργασιών είναι ικανός να αποτελέσει ορθό δείκτη του εύρους της παραβάσεως και της ευθύνης κάθε μέλους της συμπράξεως επί των οικείων αγορών. Πράγματι, συνιστά ένα αντικειμενικό στοιχείο παρέχον ορθό μέτρο για τη βλαπτικότητα της πρακτικής αυτής επί της κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού και ως εκ τούτου συνιστά έναν καλό δείκτη της ικανότητας κάθε εμπλεκόμενης επιχειρήσεως να επιφέρει ζημία. Πάντως, δεν υφίσταται αρχή γενικής ισχύος, σύμφωνα με την οποία η κύρωση πρέπει να είναι ανάλογη με τον πραγματοποιηθέντα από την επιχείρηση, μέσω της πωλήσεως του αποτελούντος αντικείμενο της παραβάσεως προϊόντος, κύκλου εργασιών.
Η Επιτροπή δεν οφείλει να διασφαλίζει, σε περίπτωση κατά την οποία επιβάλλονται πρόστιμα σε πλείονες επιχειρήσεις εμπλεκόμενες στην ίδια παράβαση, ότι τα τελικά ποσά των προστίμων στα οποία οδηγεί ο υπολογισμός της για τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις απηχούν όλες τις μεταξύ τους διαφοροποιήσεις ως προς τον συνολικό κύκλο εργασιών τους ή ως προς τον κύκλο εργασιών τους επί της αγοράς του οικείου προϊόντος. Η Επιτροπή δεν καλείται να καθορίσει το ύψος του προστίμου λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος των οικείων επιχειρήσεων· ουδείς συντρέχει λόγος για τη μεταχείριση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων κατά τρόπο διαφορετικό από τις λοιπές επιχειρήσεις, καθόσον το γεγονός αυτό δεν τις απαλλάσσει από την υποχρέωσή τους να τηρούν τους κανόνες του ανταγωνισμού.
(βλ. σκέψεις 260-261, 264, 266-267, 275, 277-283)