ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 30ής Σεπτεμβρίου 2009 ( *1 )

«Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Αγορά μονοχλωριοξικού οξέος — Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ — Κατανομή της αγοράς και καθορισμός των τιμών — Καταλογισμός της παραβάσεως — Πρόστιμα — Αναλογικότητα — Συνεργασία — Επιβαρυντικές περιστάσεις — Υποτροπή — Πρόσβαση στον φάκελο — Έκθεση του συμβούλου ακροάσεων — Διαταγή παύσης της παραβάσεως και παράλειψής της στο μέλλον»

Στην υπόθεση T-161/05,

Hoechst GmbH (πρώην Hoechst AG), με έδρα τη Φρανκφούρτη επί του Μάιν (Γερμανία), εκπροσωπούμενη, αρχικώς, από τους M. Klusmann και U. Itzen και, ακολούθως, από τους M. Klusmann, U. Itzen και S. Thomas, δικηγόρους,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης, αρχικώς, από τους A. Bouquet, F. Amato και M. Schneider και, ακολούθως, από τους Bouquet και M. Kellerbauer,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο, κυρίως, αίτημα ακύρωσης των άρθρων 2 και 3 της απόφασης C(2004) 4876 τελικό της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 2005, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση COMP/E-1/37.773 – Μονοχλωριοξικό οξύ), και, επικουρικώς, αίτημα μείωσης του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους N. J. Forwood, πρόεδρο, D. Šváby (εισηγητή) και L. Truchot, δικαστές,

γραμματέας: K. Pocheć, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 18ης Ιουνίου 2008,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Ιστορικό της διαφοράς και προσβαλλόμενη απόφαση

1

Με την απόφαση C(2004) 4876 τελικό, της 19ης Ιανουαρίου 2005, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση COMP/E-1/37.773 – Μονοχλωριοξικό οξύ) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διαπίστωσε ότι η μητρική εταιρία Akzo Nobel NV και οι θυγατρικές της Akzo Nobel Nederland BV, Akzo Nobel Chemicals BV, Akzo Nobel Functional Chemicals BV, Akzo Nobel Base Chemicals AB, Eka Chemicals AB και Akzo Nobel AB (στο εξής, από κοινού: όμιλος Akzo Nobel), η Elf Aquitaine SA και η θυγατρική της Arkema SA (πρώην Elf Atochem SA, στη συνέχεια Atofina SA), η Clariant AG και η θυγατρική της Clariant GmbH, καθώς και η προσφεύγουσα Hoechst AG παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ και το άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), λόγω της συμμετοχής τους σε σύμπραξη στην αγορά μονοχλωριοξικού οξέος (άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης).

2

Το μονοχλωριοξικό οξύ είναι αντιδραστικό οργανικό οξύ το οποίο χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, ως χημικό ενδιάμεσο για την παραγωγή απορρυπαντικών, συγκολλητικών ουσιών, βοηθητικών εξοπλισμών κλωστοϋφαντουργίας, πηκτικών που χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα, στα φάρμακα και στα καλλυντικά (αιτιολογικές σκέψεις 3 έως 6 της προσβαλλόμενης απόφασης).

3

Η Επιτροπή πραγματοποίησε έρευνα για την αγορά μονοχλωριοξικού οξέος, μόλις πληροφορήθηκε από την Clariant GmbH, με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 1999, την ύπαρξη σύμπραξης στην αγορά αυτή και κατόπιν της εκ μέρους της εταιρίας αυτής υποβολής αίτησης ευνοϊκής μεταχείρισης βάσει της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ 1996, C 207, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας) (αιτιολογική σκέψη 43 της προσβαλλόμενης απόφασης).

4

Ακολούθως, η Clariant GmbH κοινοποίησε στην Επιτροπή έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με τη σύμπραξη (αιτιολογικές σκέψεις 44 και 45 της προσβαλλόμενης απόφασης).

5

Στις 14 και 15 Μαρτίου 2000 η Επιτροπή πραγματοποίησε επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις της Elf Atochem, καθώς και της Akzo Nobel Chemicals και της Akzo Nobel Functional Chemicals (46η αιτιολογική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης).

6

Στις 28 Μαΐου 2003 η Επιτροπή απηύθυνε στη Hoechst αίτηση παροχής πληροφοριών όσον αφορά τις συμφωνίες και τη συμμετοχή τους σε αυτές και έλαβε απάντηση στις . Η Επιτροπή υπέβαλε νέα αίτηση στις , στην οποία η Hoechst απάντησε στις 5 και (αιτιολογικές σκέψεις 53 και 55 της προσβαλλόμενης απόφασης).

7

Στο πλαίσιο της έρευνάς της, η Επιτροπή υπέβαλε σειρά αιτήσεων παροχής πληροφοριών σε ορισμένους μετέχοντες στη σύμπραξη, καθώς και στους ανταγωνιστές τους (αιτιολογικές σκέψεις 52 έως 55 της προσβαλλόμενης απόφασης).

8

Στις 7 και 8 Απριλίου 2004 η Επιτροπή απηύθυνε ανακοίνωση αιτιάσεων στους ακόλουθους δώδεκα παραλήπτες: σε επτά εταιρίες του ομίλου Akzo Nobel, ήτοι στη μητρική εταιρία Akzo Nobel NV και στις θυγατρικές της Akzo Nobel Nederland, Akzo Nobel Functional Chemicals, Akzo Nobel Chemicals, Akzo Nobel AB, Eka Chemicals και Akzo Nobel Base Chemicals, καθώς και στις Clariant GmbH και Clariant AG (στο εξής, από κοινού: Clariant), στη Hoechst, στην Elf Aquitaine και στη θυγατρική της Atofina. Όλοι οι ως άνω παραλήπτες απάντησαν στην εν λόγω αίτηση.

9

Λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή της, η Επιτροπή έκρινε ότι οι ως άνω εταιρίες είχαν προβεί σε συμφωνία προκειμένου να διατηρήσουν τα μερίδια αγοράς μέσω της κατανομής του όγκου πωλήσεων και των πελατών, ότι είχαν ανταλλάξει πληροφορίες σχετικές με τις τιμές και ότι εξέταζαν, στο πλαίσιο τακτικών πολυμερών συσκέψεων, τον πραγματικό όγκο πωλήσεων καθώς και σχετικές με τις τιμές πληροφορίες προκειμένου να ελέγχουν την εφαρμογή των συμφωνιών (αιτιολογικές σκέψεις 84 έως 90 της προσβαλλόμενης απόφασης).

10

Όσον αφορά τη Hoechst, η Επιτροπή έκρινε ότι η εταιρία αυτή είχε άμεση συμμετοχή στην παράβαση που διαπράχθηκε κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1984 έως , ήτοι έως ότου η εταιρία αυτή μεταβίβασε τη σχετική με την αγορά μονοχλωριοξικού οξέος δραστηριότητά της στην Clariant AG (αιτιολογικές σκέψεις 246 και 272 της προσβαλλόμενης απόφασης).

11

Η Επιτροπή δεν δέχθηκε το επιχείρημα που ανέπτυξε η Hoechst με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, ότι δηλαδή δεν μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις προβαλλόμενες παραβάσεις, στο μέτρο που η ευθύνη για τις παραβάσεις αυτές είχε μετακυλισθεί πλήρως στην Clariant βάσει ρητών συμβατικών συμφωνιών. Η Επιτροπή έκρινε, αφενός, ότι η Hoechst είχε άμεση συμμετοχή στην παράβαση και έπρεπε να θεωρηθεί υπεύθυνη για ολόκληρη την περίοδο κατά την οποία είχε μετάσχει στην παράβαση αυτή πριν από τη μεταβίβαση της σχετικής με την αγορά μονοχλωριοξικού οξέος δραστηριότητάς της και, αφετέρου, ότι η ευθύνη της Hoechst για την παραβατική συμπεριφορά της βάσει του δικαίου του ανταγωνισμού δεν επηρεαζόταν από ενδεχόμενες συμβατικές συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ των μερών και από την ιδιαίτερη φύση της συναλλαγής (αιτιολογική σκέψη 248 της προσβαλλόμενης απόφασης).

12

Το ποσό των προστίμων καθορίστηκε από την Επιτροπή βάσει των κατευθυντήριων γραμμών της για τον υπολογισμό των προστίμων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, [ΑΧ] (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές) και της ανακοίνωσης περί συνεργασίας.

13

Με τις αιτιολογικές σκέψεις 276 έως 277 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή έθεσε τα γενικά κριτήρια βάσει των οποίων καθόρισε το ποσό των προστίμων. Διευκρίνισε ότι έπρεπε να λάβει υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία και ιδίως τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, κριτήρια ρητώς προβλεπόμενα από το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ 1962, 13, σ. 204), καθώς και το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της , για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), και να εκτιμήσει ατομικώς τον ρόλο καθεμίας από τις μετέχουσες στην παράβαση επιχειρήσεις. Προς τούτο, τόνισε ότι έλαβε υπόψη, στο πλαίσιο του καθορισμού του ποσού των προστίμων, ενδεχόμενες επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις και, οσάκις παρέστη ανάγκη, την ανακοίνωση περί συνεργασίας.

14

Όσον αφορά τη σοβαρότητα της παράβασης, η Επιτροπή έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της, που συνίστατο στην κατανομή των αγορών και τον καθορισμό των τιμών, του ηθελημένου χαρακτήρα της, των πραγματικών επιπτώσεών της στην αγορά μονοχλωριοξικού οξέος και της επέκτασής της στο σύνολο της κοινής αγοράς και, από της σύστασής της, στο σύνολο του ΕΟΧ, οι επιχειρήσεις στις οποίες απευθύνεται η προσβαλλόμενη απόφαση διέπραξαν πολύ σοβαρές παραβάσεις του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (αιτιολογικές σκέψεις 280, 281 και 288 της προσβαλλόμενης απόφασης).

15

Για τον καθορισμό του αρχικού ποσού των προστίμων, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης στην οποία εμπλέκονταν πολλές επιχειρήσεις, ήταν αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το ειδικό βάρος και, επομένως, οι πραγματικές επιπτώσεις της παραβατικής συμπεριφοράς κάθε επιχείρησης στον ανταγωνισμό (αιτιολογική σκέψη 290 της προσβαλλόμενης απόφασης).

16

Προς τούτο, η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε, εν προκειμένω, να χρησιμοποιήσει ως βάση σύγκρισης για τον καθορισμό του μεγέθους των επιχειρήσεων που μετείχαν στην παράβαση τα μερίδια αγοράς που κατείχαν εντός του ΕΟΧ. Η σύγκριση πραγματοποιήθηκε βάσει των μεριδίων που οι επιχειρήσεις αυτές κατείχαν στην αγορά του ΕΟΧ για το επίμαχο προϊόν κατά τη διάρκεια του τελευταίου πλήρους ημερολογιακού έτους της παράβασης (1998). Ωστόσο, για τη Hoechst, το έτος που ελήφθη υπόψη ήταν το 1996 (αιτιολογικές σκέψεις 291 και 292 της προσβαλλόμενης απόφασης).

17

Ο όμιλος Akzo Nobel, με μερίδιο αγοράς εντός του ΕΟΧ που εκτιμάται στο 44%, θεωρήθηκε ως ο σημαντικότερος παραγωγός και, ως εκ τούτου, κατατάχθηκε στην πρώτη κατηγορία των οικείων επιχειρήσεων. Η Hoechst και η Clariant, που θεωρήθηκαν ως οι δεύτεροι σημαντικότεροι παραγωγοί μονοχλωριοξικού οξέος, με μερίδια αγοράς 28% και 34%, αντιστοίχως, κατατάχθηκαν στη δεύτερη κατηγορία. Η Atofina, της οποίας το μερίδιο αγοράς εκτιμήθηκε στο 17%, κατατάχθηκε στην τρίτη κατηγορία (αιτιολογικές σκέψεις 293, 294 και 295 της προσβαλλόμενης απόφασης).

18

Το αρχικό ποσό των προστίμων καθορίστηκε ως εξής: 30 εκατομμύρια ευρώ για τον όμιλο Akzo Nobel, 21 εκατομμύρια για τη Hoechst και την Clariant, 12 εκατομμύρια για την Atofina/Elf Aquitaine και 1,33 εκατομμύρια για την Eka Nobel (εκ παραδρομής αναφέρεται ότι πρόκειται περί του «βασικού ποσού», αιτιολογικές σκέψεις 296 και 297 της προσβαλλόμενης απόφασης).

19

Η Επιτροπή, επιπλέον, προσαύξησε το αρχικό ποσό των προστίμων για καθεμία από τις επιχειρήσεις με γνώμονα τη διάρκεια της συμμετοχής τους στην παράβαση, κρίνοντας ότι τα αρχικά ποσά των προστίμων που είχαν επιβληθεί έπρεπε να αυξηθούν κατά 10% για κάθε συμπληρωμένο έτος παράβασης και κατά 5% επιπλέον για κάθε περίοδο ίση ή μεγαλύτερη των έξι μηνών, αλλά μικρότερη του έτους. Πράγματι, αύξησε κατά 150% το αρχικό ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στον όμιλο Akzo Nobel, καθώς και του προστίμου που επιβλήθηκε στην Atofina/Elf Aquitaine, κατά 135% το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στη Hoechst και κατά 15% το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Clariant (αιτιολογική σκέψη 302 της προσβαλλόμενης απόφασης).

20

Στη Hoechst και την Atofina εφαρμόστηκε, κατόπιν συνεκτίμησης των επιβαρυντικών περιστάσεων, αύξηση 50% επί του βασικού ποσού του προστίμου που έπρεπε να τους επιβληθεί λόγω υποτροπής, στο μέτρο που οι δύο αυτές επιχειρήσεις αποτέλεσαν αντικείμενο προγενέστερων αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες διαπιστώθηκε η συμμετοχή τους σε συμπράξεις (αιτιολογικές σκέψεις 308 και 314 της προσβαλλόμενης απόφασης).

21

Η Επιτροπή επισήμανε, στο πλαίσιο αυτό, ότι η Hoechst ήταν παραλήπτης της απόφασης 94/599/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου [81 ΕΚ] (ΕΕ L 239, σ. 14) (στο εξής: απόφαση PVC II) και της απόφασης 69/243/ΕΟΚ, της Επιτροπής, της , σχετικά με μια διαδικασία με βάση το άρθρο [81 ΕΚ] (ΕΕ L 195, σ. 11, στο εξής: απόφαση Χρωστικές ουσίες) (αιτιολογική σκέψη 309 της προσβαλλόμενης απόφασης).

22

Η Επιτροπή δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, με την οποία υποστήριξε ότι οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα πρόσωπα που αφορούν οι ως άνω αποφάσεις διέφεραν από τις δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα πρόσωπα που σχετίζονται με τον τομέα μονοχλωριοξικού οξέος και ότι η απόφαση Χρωστικές ουσίες ήταν παρωχημένη. Συγκεκριμένα, όπως υποστήριξε, το κριτήριο της παρεμφερούς παράβασης που θέτουν οι κατευθυντήριες γραμμές πληρούνταν, καθόσον οι εν λόγω προγενέστερες αποφάσεις και η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσαν συμπράξεις σχετιζόμενες με παραβάσεις παρεμφερείς προς εκείνες του άρθρου 81 ΕΚ. Δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα πρόσωπα, αρκεί όμως να πρόκειται για την ίδια επιχείρηση, περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω (αιτιολογική σκέψη 312 της προσβαλλόμενης απόφασης).

23

Η Επιτροπή απέρριψε επίσης το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η αρχή non bis in idem παραβιάστηκε εν προκειμένω, στο μέτρο που η Επιτροπή είχε ήδη λάβει υπόψη τις προγενέστερες αποφάσεις ως επιβαρυντικές περιστάσεις στο πλαίσιο της απόφασης 2005/493/EΚ της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση COMP/E-1/37.370 – Σορβικά άλατα), περίληψη της οποίας έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της (ΕΕ L 182, σ. 20). Κατά την Επιτροπή, αν επιχειρήσεις εξακολουθούν να διαπράττουν το ίδιο είδος παράβασης και η προγενέστερη επιβολή προστίμων δεν τις παρότρυνε να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους, το στοιχείο αυτό αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, ανεξαρτήτως του αν έτυχε τέτοιου χαρακτηρισμού σε προγενέστερες αποφάσεις (αιτιολογική σκέψη 313 της προσβαλλόμενης απόφασης).

24

Όσον αφορά την εφαρμογή της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, η Επιτροπή μείωσε, βάσει του σημείου B, κατά 100% το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην Clariant, η οποία ήταν το πρώτο μέλος της σύμπραξης που προσκόμισε αποδείξεις όσον αφορά την ύπαρξη, τη λειτουργία, τη διάρκεια και την εφαρμογή της σύμπραξης. Η Επιτροπή έκρινε ότι η Clariant GmbH την είχε ενημερώσει σχετικά με την ύπαρξη απόρρητης σύμπραξης σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε διεξαγάγει έρευνα ούτε διάθετε επαρκείς πληροφορίες για να αποδείξει την εν λόγω σύμπραξη (αιτιολογικές σκέψεις 328 έως 332 της προσβαλλόμενης απόφασης).

25

Η Επιτροπή έκρινε ότι ήταν δυνατό να μειωθεί σημαντικά υπέρ της Atofina το ποσό του προστίμου της, ήτοι κατά 40%, στο μέτρο που ήταν η δεύτερη επιχείρηση που της παρέσχε, πριν από την ανακοίνωση αιτιάσεων, πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία συνέβαλαν στην απόδειξη της σύμπραξης και με τα οποία δεν αμφισβητήθηκε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που εξέθεσε η Επιτροπή με την ανακοίνωση αιτιάσεων προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη της σύμπραξης (αιτιολογικές σκέψεις 337, 338 και 340 της προσβαλλόμενης απόφασης).

26

Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο όμιλος Akzo Nobel ήταν η τρίτη επιχείρηση που παρέσχε, πριν από την ανακοίνωση αιτιάσεων, πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνουν την ύπαρξη σύμπραξης στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος και δεν αμφισβήτησε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή με την ανακοίνωση αιτιάσεων προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη σύμπραξης. Έκρινε, ως εκ τούτου, ότι ο όμιλος Akzo Nobel πληρούσε τις προϋποθέσεις του σημείου D, παράγραφος 2, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, με αποτέλεσμα να μειωθεί κατά 25% το ποσό του προστίμου που του είχε επιβληθεί ελλείψει συνεργασίας με την Επιτροπή (αιτιολογικές σκέψεις 342 έως 346 της προσβαλλόμενης απόφασης).

27

Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν δέχθηκε το επιχείρημα της Hoechst ότι δεν μπόρεσε να υποβάλει αίτηση βάσει της ανακοίνωσης για τη συνεργασία, καθόσον είχε μεταβιβάσει τη δραστηριότητά της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος στην Clariant AG πριν από την έναρξη της διαδικασίας το 1999 και ότι, κατά τα λοιπά, καλυπτόταν από την αίτηση που είχε υποβάλει στο πλαίσιο αυτό η Clariant GmbH. Η Επιτροπή έκρινε ότι η Hoechst είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τέτοια αίτηση την εποχή κατά την οποία είχε ακόμη τον έλεγχο της δραστηριότητάς της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος και ότι δεν μπορούσε πλέον να καλυφθεί από την αίτηση της Clariant GmbH, καθόσον η εμπορική μονάδα μονοχλωριοξικού οξέος ανήκε αρχικώς στη Hoechst και ακολούθως στην Clariant AG, δύο ανεξάρτητα μεταξύ τους νομικά πρόσωπα (αιτιολογικές σκέψεις 325 και 326 της προσβαλλόμενης απόφασης).

28

Η Επιτροπή καταλήγει, με το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης, στο ακόλουθο συμπέρασμα:

«Οι ακόλουθες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 81 [ΕΚ], κατανέμοντας ποσοστώσεις παραγωγής και πελάτες, αυξάνοντας τις τιμές κατόπιν συμφωνίας, καθιερώνοντας μηχανισμό συμψηφισμού, ανταλλάσσοντας πληροφορίες ως προς τον όγκο πωλήσεων και τις τιμές και μετέχοντας σε τακτικές συνεδριάσεις και άλλες συσκέψεις προκειμένου να συμφωνήσουν και να εφαρμόσουν τους ως άνω περιορισμούς. Η συμπεριφορά των ακόλουθων επιχειρήσεων αποτέλεσε παράβαση του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ από 1ης Ιανουαρίου 1994, ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

[…]

[…]

γ)

η Hoechst […]: από 1ης Ιανουαρίου 1984 έως ·

[…]

ε)

οι Clariant AG και Clariant GmbH: από 1ης Ιουλίου 1997 έως .»

29

Στο άρθρο 2 της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ποσά των προστίμων καθορίστηκαν ως εξής:

«α)

Akzo Nobel Chemicals […], Akzo Nobel Nederland […], Akzo Nobel NV, Akzo Nobel Functional Chemicals […], Akzo Nobel Base Chemicals […], Eka Chemicals […] και Akzo Nobel AB επιβάλλεται ποσό προστίμου:

 

84,38 εκατομμύρια ευρώ·

β)

Hoechst […]:

 

74,03 εκατομμύρια ευρώ·

γ)

Elf Aquitaine […] και Arkema […] (πρώην Atofina […]), ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον επιβάλλεται ποσό προστίμου:

 

45,00 εκατομμύρια ευρώ·

δ)

Arkema […] (πρώην Atofina […]):

 

13,50 εκατομμύρια ευρώ·

ε)

Clariant AG και Clariant GmbH, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον,

 

0 ευρώ.

[…]»

30

Κατά το άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης:

«Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 υποχρεούνται να παύσουν αμελλητί τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό παραβάσεις, αν δεν τις έχουν ήδη παύσει.

Υποχρεούνται να μην επαναλάβουν οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο άρθρο 1, καθώς και οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά με παρεμφερές αντικείμενο ή σκοπό.»

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

31

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Απριλίου 2005, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.

32

Κατόπιν μεταβολής της σύνθεσης των τμημάτων του Πρωτοδικείου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο έβδομο τμήμα, στο οποίο, κατά συνέπεια, ανατέθηκε η υπό κρίση υπόθεση.

33

Κατόπιν έκθεσης του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (έβδομο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.

34

Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Πρωτοδικείο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 18ης Ιουνίου 2008.

35

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:

να ακυρώσει τα άρθρα 2 και 3 της προσβαλλόμενης απόφασης·

επικουρικώς, να μειώσει το ποσό του προστίμου·

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

36

Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:

να απορρίψει την προσφυγή·

να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.

Σκεπτικό

37

Η προσφεύγουσα προβάλλει επτά λόγους προς στήριξη της προσφυγής της. Ο πρώτος αντλείται από την έλλειψη ευθύνης της όσον αφορά την επικρινόμενη σύμπραξη λόγω της μεταβίβασης των δραστηριοτήτων της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος, ο δεύτερος από τον μη σύννομο χαρακτήρα του επιβληθέντος προστίμου, ο τρίτος από μη τήρηση της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, ο τέταρτος από πλάνη εκτίμησης κατά τον υπολογισμό του ποσού του προστίμου, ο πέμπτος από αδικαιολόγητη αύξηση του προστίμου λόγω υποτροπής, ο έκτος από πλημμελή διαδικασία και ο έβδομος από τον μη σύννομο χαρακτήρα της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης διαταγής παύσης της παράβασης.

Επί του πρώτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από την έλλειψη ευθύνης της προσφεύγουσας όσον αφορά την επικρινόμενη σύμπραξη λόγω της μεταβίβασης των δραστηριοτήτων της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος

Επιχειρήματα των διαδίκων

38

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν είναι πλέον υπεύθυνη για τις παραβάσεις που διαπράττονται στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος, καθόσον η ευθύνη των παραβάσεων αυτών μετακυλίσθηκε πλήρως στη Virteon GmbH κατόπιν της διάσπασης του εν λόγω τομέα δραστηριότητας και της μεταβίβασής του. Επισημαίνει ότι επήλθε νομικώς ρήξη στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος και οι σχετικές δραστηριότητες μεταβιβάσθηκαν στις 30 Μαΐου 1997 σε μια θυγατρική κατά 100% εταιρία, τη Virteon, συγχρόνως με τέσσερις άλλους σημαντικούς τομείς δραστηριότητας που αφορούν εξειδικευμένα χημικά προϊόντα. Η Virteon εξακολούθησε, συνεπώς, τη δραστηριότητα ως αυτόνομη επιχείρηση υπό τις ίδιες συνθήκες. Αντικατέστησε δηλαδή την προσφεύγουσα, τόσο σε νομικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Η εξαγορά της Virteon από την Clariant AG δεν μεταβάλλει την ευθύνη της Virteon και ακολούθως της Clariant GmbH. Συγκεκριμένα, η τροποποίηση του συνόλου των μετόχων κατόπιν της εξαγοράς της Virteon από την Clariant AG ουδόλως επηρεάζει την ευθύνη της εταιρίας, εφόσον διασφαλίστηκε η οικονομική ταυτότητα και, ως εκ τούτου, η συνέχεια της οικείας επιχείρησης. Επομένως, η Virteon, και ακολούθως η Clariant GmbH, εξακολούθησε να υφίσταται εντός του ομίλου με την ίδια νομική προσωπικότητα, χωρίς να επέλθει διακοπή στη λειτουργία της από νομικής ή οικονομικής άποψης.

39

Κατά την προσφεύγουσα, αν μια επιχείρηση μεταβιβασθεί εξ ολοκλήρου, ούτως ώστε το νέο υποκείμενο δικαίου να αντικαταστήσει τον προκάτοχό του και να εξακολουθήσει τη δραστηριότητά του, η αρχή της οικονομικής συνέχειας συνεπάγεται την ταυτόχρονη μετακύλιση της ευθύνης λόγω σύμπραξης της μεταβιβασθείσας επιχείρησης. Συνεπώς, πρόκειται, για τον καταλογισμό της ευθύνης, για «συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης ως οικονομική και όχι ως νομική οντότητα». Εν προκειμένω, μετά τη διάσπαση και τη μεταβίβαση των δραστηριοτήτων του τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος, τα υποκείμενα δικαίου στα οποία καταλογίζονται οι παραβάσεις της νομοθεσίας περί συμπράξεων είναι η Virteon και, ακολούθως, η Clariant GmbH και όχι η Hoechst.

40

Η προσφεύγουσα επισημαίνει επίσης ότι το γεγονός ότι η Clariant εξακολούθησε να μετέχει στις υφιστάμενες συμβάσεις πιστοποιεί τη συνέχεια της επιχείρησης.

41

Η απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. I-4125), στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή, δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή άλλων συμπερασμάτων. Συγκεκριμένα, κατά την απόφαση αυτή, η αρχή κατά την οποία η ευθύνη ενός επικεφαλής επιχείρησης θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί παρά τη μεταβίβαση της δραστηριότητάς του αφορά αποκλειστικώς την πώληση επιχείρησης σε τρίτους και όχι σε υποκείμενο δικαίου που ανήκει σε όμιλο, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Συναφώς, η προσφεύγουσα διευκρίνισε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε με πρόσφατη απόφασή του (απόφαση της , C-280/06, ΕΤΙ κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. I-10893) ότι το κριτήριο της οικονομικής συνέχειας έπρεπε να εφαρμοστεί λαμβανομένων υπόψη των διαρθρωτικών δεσμών μεταξύ του φορέα που διέπραξε την παράβαση και του οικονομικού διαδόχου του κατά τον χρόνο μεταβίβασης.

42

Υποστηρίζει επίσης ότι η μετακύλιση ευθύνης προκύπτει από τη σύμβαση εισφοράς με την οποία οι συμβαλλόμενοι αναγνωρίζουν ρητώς ότι η Virteon απαλλάσσει την προσφεύγουσα από την ευθύνη της εντός του ομίλου. Κατά την προσφεύγουσα, από τη νομολογία προκύπτει ότι η εν λόγω ανάληψη ευθύνης εντός του ομίλου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή του προστίμου.

43

Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προσφεύγουσα επιχείρησε να απαλλαγεί από την ευθύνη της μεταβιβάζοντας τις δραστηριότητές της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος, η προσφεύγουσα αντιτάσσει ότι η αναδιάρθρωση του ομίλου που πραγματοποιείται σταδιακώς από το 1996 ήταν μια διαδικασία που δεν επηρεάστηκε ή δικαιολογήθηκε από ενδεχόμενες ιδιαιτερότητες ορισμένων τομέων δραστηριότητας. Συγκεκριμένα, η αναδιάρθρωση συνίστατο στην εξωτερική ανάθεση όλων των δραστηριοτήτων που δεν συνδέονταν με τον φαρμακευτικό και τον γεωργικό τομέα.

44

Η νομολογία, όπως εφαρμόζεται από την πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, επιβεβαιώνει τη θέση της προσφεύγουσας. Αν η Επιτροπή διέθετε διακριτική ευχέρεια ως προς τον καθορισμό των αποδεκτών του προστίμου, θα επρόκειτο για παραβίαση της αρχής κατά την οποία η διοίκηση δεσμεύεται από τις αποφάσεις της, αρχή που καθιερώνεται με το προοίμιο και το άρθρο 20 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπογράφηκε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1).

45

Η προσφεύγουσα προσέθεσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της, η Επιτροπή δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό των προσώπων που τελούν παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, τα οποία καθορίζονται βάσει συγκεκριμένων νομικών διατάξεων.

46

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι, όταν δραστηριοποιούνταν στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος, ο τομέας αυτός είχε αυτόνομη οργάνωση και λειτουργία και ότι εκείνη αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη των αποτελεσμάτων της. Εξάλλου, πέραν της οικείας δραστηριότητας, δεν είχε γνώση της παράβασης, λαμβανομένου δε υπόψη ότι η συμπεριφορά των εργαζομένων στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος που είχαν μετάσχει στην παράβαση απάδει προς την πολιτική του ομίλου Hoechst η οποία στηρίζεται στην τήρηση του δικαίου του ανταγωνισμού.

47

Η Επιτροπή αντιτάσσει, κατ’ ουσίαν, ότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η αναδιάρθρωση της δραστηριότητάς της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος την απάλλαξε πλήρως από οποιαδήποτε ευθύνη δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, αν η ερμηνεία που δέχεται η προσφεύγουσα ήταν ορθή, θα εξασφάλιζε στις επιχειρήσεις εύκολο τρόπο να απαλλαγούν από τις έννομες συνέπειες μιας σύμπραξης ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιήσουν τους εμπορικούς κινδύνους σε περίπτωση αποκάλυψής της.

48

Επισημαίνει, επιπλέον, ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας αφορούσε στην πραγματικότητα μόνον τον Ιούνιο του 1997, επί συνόλου 149 μηνών παράβασης, και ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, μια ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης για ένα μόνο μήνα δεν δικαιολογείται.

49

Συναφώς, η Επιτροπή φρονεί ότι μπορούσε να δεχθεί, κατά πάγια νομολογία, ότι μια κατά 100% θυγατρική εταιρία, όπως ήταν εν προκειμένω η Virteon από τον Μάιο του 1997 έως τον Ιούνιο του 1997, εφάρμοζε κατά κύριο λόγο τις οδηγίες της μητρικής εταιρίας, χωρίς να οφείλει να εξακριβώσει αν η μητρική εταιρία είχε πράγματι ασκήσει την εξουσία της. Συνεπώς, η Hoechst έπρεπε να αποδείξει ότι η πρώην θυγατρική της λειτουργούσε όντως αυτόνομα στην αγορά τον Ιούνιο του 1997, ενέργεια στην οποία δεν προέβη.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

50

Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διηύθυνε την οικεία επιχείρηση κατά τον χρόνο διάπραξης της παράβασης ευθύνεται καταρχήν γι’ αυτήν, ακόμη και αν, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση, την ευθύνη της εκμετάλλευσης της επιχείρησης έφερε άλλο πρόσωπο (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-286/98 P, Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-9925, σκέψη 37, και C-279/98 P, Cascades κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-9693, σκέψη 78, και απόφαση του Πρωτοδικείου της , T-9/99, HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-1487, σκέψη 103).

51

Για την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού, μπορεί να καταστεί αναγκαίο να καταλογισθεί σύμπραξη κατ’ εξαίρεση στον νέο φορέα της επιχείρησης που μετέχει στη σύμπραξη αντί του αρχικού φορέα εκμετάλλευσης, στην περίπτωση κατά την οποία ο νέος αυτός φορέας, από οικονομικής άποψης, μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ως διάδοχος του αρχικού φορέα εκμετάλλευσης, αν δηλαδή εξακολουθεί να εκμεταλλεύεται την εμπλεκόμενη στη σύμπραξη επιχείρηση (βλ., υπό την έννοα αυτή, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Kokott στην προαναφερθείσα υπόθεση ETI κ.λπ., σκέψεις 75 και 76). Αν δεν προβλεπόταν καμία άλλη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων σε άλλον φορέα πλην του τελούντος την παράβαση, οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να αποφύγουν κυρώσεις επικαλούμενες απλώς τη μεταβολή της ταυτότητάς τους λόγω αναδιαρθρώσεων, εκχωρήσεων ή άλλων νομικών ή οργανωτικών αλλαγών (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση ETI κ.λπ., σκέψη 41).

52

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το καλούμενο «κριτήριο της οικονομικής συνέχειας» έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης έπαυσε να υφίσταται μετά τη διάπραξη της παράβασης (προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, σκέψη 145, και HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 104), ή στις περιπτώσεις εσωτερικών αναδιαρθρώσεων μιας επιχείρησης, όταν ο αρχικός φορέας εκμετάλλευσης δεν παύει κατ’ ανάγκη να υφίσταται νομικώς, αλλά δεν ασκεί πλέον οικονομική δραστηριότητα στη σχετική αγορά και λαμβανομένων υπόψη των διαρθρωτικών δεσμών μεταξύ του αρχικού και του νέου φορέα εκμετάλλευσης της επιχείρησης (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 359, και ETI κ.λπ., σκέψη 41).

53

Εν προκειμένω, από την απόφαση και τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας επί της ανακοίνωσης αιτιάσεων προκύπτει ότι η Hoechst παρήγε μονοχλωριοξικό οξύ μέσω της χημικής μονάδας της μέχρι τον Μάιο του 1997. Η μονάδα αυτή, όπως και άλλες, μεταβιβάσθηκαν στη Virteon, μια θυγατρική της Hoechst κατά 100%, στις 30 Μαΐου 1997. Στις , με την πώληση του συνόλου των μετοχών της Virteon, η Hoechst μεταβίβασε το σύνολο των δραστηριοτήτων της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος στην Clariant AG.

54

Όσον αφορά, καταρχάς, την ευθύνη της προσφεύγουσας από τη συμμετοχή της στη σύμπραξη κατά την περίοδο μέχρι τις 30 Μαΐου 1997, η προσφεύγουσα περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι ο τομέας του μονοχλωριοξικού οξέος είχε ανεξάρτητη οργάνωση και λειτουργία και ότι δεν είχε γνώση της παράβασης. Υποστηρίζει επίσης ότι η συμπεριφορά των εργαζομένων που μετείχαν στην παράβαση δεν συμβιβαζόταν με την πολιτική του ομίλου περί τήρησης του δικαίου του ανταγωνισμού.

55

Διαπιστώνεται πάντως ότι, μέχρι τη μεταβίβαση των χημικών δραστηριοτήτων της στη Virteon, στις 30 Μαΐου 1997, η προσφεύγουσα ήταν το άμεσα υπεύθυνο για την εκμετάλλευση του τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος νομικό πρόσωπο, καθώς και για τη διοίκηση των εργαζομένων που διέπραξαν την επίμαχη παράβαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα όφειλε να έχει γνώση των ενεργειών τους και δεν μπορούσε να επικαλεστεί δυσλειτουργία της εσωτερικής οργάνωσής της (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της , T-12/90, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-219, σκέψη 35). Συνεπώς, οι παραβατικές ενέργειες των εργαζομένων της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος πρέπει να θεωρηθούν ως καταλογιστέες στην προσφεύγουσα.

56

Υπενθυμίζεται επίσης ότι, για την εφαρμογή και εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός ενός φορέα με νομική προσωπικότητα, ο οποίος θα είναι ο αποδέκτης της οικείας απόφασης (βλ., υπό την έννοα αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Απριλίου 1999, T-305/94 έως T-307/94, T-313/94 έως T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94, T-329/94 και T-335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-931, σκέψη 978). Συνεπώς, ορθώς η Επιτροπή καταλόγισε ευθύνη για τη διαπραχθείσα στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος παράβαση στην προσφεύγουσα, η οποία ήταν το αρμόδιο για τη δραστηριότητα αυτή νομικό πρόσωπο.

57

Όσον αφορά, ακολούθως, την περίοδο από τις 30 Μαΐου έως τις 30 Ιουνίου 1997, η προσφεύγουσα διευκρινίζει απλώς ότι, κατά την περίοδο αυτή, ο τομέας του μονοχλωριοξικού οξέος καθώς και άλλοι τομείς δραστηριότητας είχαν μεταβιβασθεί σε μια θυγατρική, τη Virteon, που ανήκει κατά 100% στη Hoechst, πριν την πώλησή της στην Clariant AG στις .

58

Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη την περίοδο αυτή στηριζόμενη, με τις αιτιολογικές σκέψεις 217 έως 219 της προσβαλλόμενης απόφασης, στην έννοια του όρου «επιχείρηση» κατά τα άρθρα 81 ΕΚ και 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Λαμβανομένης υπόψη της έννοιας αυτής, που αποτελεί τη βάση της κοινοτικής νομολογίας περί καταλογισμού της ευθύνης για παραβάσεις σε νομικούς φορείς που συνιστούν ενιαία επιχείρηση, ορθώς η Επιτροπή καταλόγισε ευθύνη στη Hoechst για την περίοδο από τις 30 Μαΐου μέχρι τις 30 Ιουνίου 1997. Πράγματι, ο όρος «επιχείρηση», κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, περιλαμβάνει οικονομικούς φορείς καθένας από τους οποίους συνιστά ενιαία οργάνωση προσωπικών, υλικών και άυλων στοιχείων προς τη διαρκή επιδίωξη ορισμένου οικονομικού σκοπού, η οποία δύναται να συντελέσει στη διάπραξη παράβασης κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της , T-11/89, Shell κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-757, σκέψη 311, και προαναφερθείσα απόφαση HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 54).

59

Στην ειδική περίπτωση στην οποία μια μητρική εταιρία κατέχει το 100% του κεφαλαίου της θυγατρικής που διέπραξε παράβαση, υφίσταται ένα μαχητό τεκμήριο ότι η εν λόγω μητρική εταιρία ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της θυγατρικής της (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1983, 107/82, AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3151, σκέψη 50, και προαναφερθείσα απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 961 και 984) και ότι, ως εκ τούτου, οι εταιρίες αυτές αποτελούν μία και μόνη επιχείρηση υπό την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ (απόφαση του Πρωτοδικείου της , T-71/03, T-74/03, T-87/03 και T-91/03, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 59). Επομένως, εναπόκειται στη μητρική εταιρία που βάλλει ενώπιον του κοινοτικού δικαστή κατά απόφασης της Επιτροπής περί επιβολής προστίμου για ενέργειες της θυγατρικής της να κλονίσει το τεκμήριο αυτό, προσκομίζοντας στοιχεία που αποδεικνύουν την αυτονομία της θυγατρικής (απόφαση του Πρωτοδικείου της , T-314/01, Avebe κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. ΙΙ-3085, σκέψη 136· βλ. επίσης, επ’ αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Stora Kopparbergs Bergslags κατά Επιτροπής, σκέψη 29).

60

Eν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Virteon ήταν, από τις 30 Μαΐου έως τις 30 Ιουνίου 1997, θυγατρική ανήκουσα κατά 100% στη Hoechst. Δεδομένου ότι η τελευταία αυτή επιχείρηση προέβη, όπως αναφέρθηκε με την απάντηση της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων, στην πώληση της Virteon στην Clariant AG, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη σύναψη σχετικής σύμβασης στις και εκτελέστηκε με τη μεταβίβαση μετοχών στις , η ανάθεση των δραστηριοτήτων στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος σε θυγατρική εταιρία εξυπηρετούσε προφανώς σκοπό πώλησης μετοχών της θυγατρικής αυτής σε τρίτη επιχείρηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα δεν κλόνισε το τεκμήριο κατά το οποίο η μητρική εταιρία ασκούσε καθοριστική επιρροή στη συμπεριφορά της θυγατρικής που κατείχε κατά 100% (προαναφερθείσες αποφάσεις AEG-Telefunken κατά Επιτροπής, σκέψη 50, και της , Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 59), αποδεικνύοντας την αυτονομία της θυγατρικής της Virteon GmbH.

61

Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η μεταβίβαση της οικονομικής μονάδας της μονοχλωριοξικού οξέος σε άλλη επιχείρηση συνεπαγόταν επίσης μετακύλιση της ευθύνης για τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες στον νέο φορέα εκμετάλλευσης. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της προαναφερθείσας στη σκέψη 50 νομολογίας, απόκειται στην προσφεύγουσα, νομικό πρόσωπο που διηύθυνε την επίμαχη επιχείρηση κατά τον χρόνο διάπραξης της παράβασης, να απαντήσει, ακόμη και αν, κατά την έκδοση της διαπιστώνουσας την παράβαση απόφασης, ο φορέας εκμετάλλευσης της επιχείρησης είχε τεθεί υπό την ευθύνη της Clariant AG. Η αρχή της προσωπικής ευθύνης δεν εξουδετερώνεται από την αρχή της οικονομικής συνέχειας σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, στις οποίες μια εμπλεκόμενη σε σύμπραξη επιχείρηση μεταβίβασε μέρος των δραστηριοτήτων της σε ανεξάρτητο τρίτο και δεν υφίστανται διαρθρωτικοί δεσμοί μεταξύ του παλαιού και του νέου φορέα εκμετάλλευσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Kokott στην προαναφερθείσα υπόθεση ETI κ.λπ., σκέψη 82).

62

Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, δεν πρόκειται για μία από τις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει το κριτήριο της οικονομικής συνέχειας για να καταλογίσει τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες του αρχικού φορέα στον νέο φορέα εκμετάλλευσης της επίμαχης δραστηριότητας. Συγκεκριμένα, μολονότι ο τομέας του μονοχλωριοξικού οξέος μεταβιβάστηκε αρχικώς εντός του ομίλου στη Virteon, θυγατρική της Hoechst, και ακολούθως στην Clariant AG, η Hoechst εξακολούθησε να υφίσταται ως χωριστό νομικό πρόσωπο μετά τη διάπραξη της παράβασης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 2005, C-65/02 P και C-73/02 P, ThyssenKrupp κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-6773, σκέψη 88).

63

Επιπλέον, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί τη νομολογία κατά την οποία, σε περίπτωση μεταβίβασης του συνόλου ή τμήματος των οικονομικών δραστηριοτήτων ενός νομικού φορέα σε άλλο, η ευθύνη για τυχόν παραβάσεις που διέπραξε ο πρώτος φορέας στο πλαίσιο των σχετικών δραστηριοτήτων, τις οποίες ο έτερος φορέας ασκούσε αρχικώς, μπορεί να καταλογισθεί στον δεύτερο, εφόσον οι δύο συνιστούν ενιαία οικονομική οντότητα για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, και μάλιστα ακόμη και αν ο πρώτος φορέας εξακολουθεί να υφίσταται ως νομική οντότητα (προαναφερθείσα απόφαση ETI κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 48). Πράγματι, διαπιστώνεται ότι, κατόπιν της πώλησης της Virteon στην Clariant AG στις 30 Ιουνίου 1997, δεν υφίστατο κανένας διαρθρωτικός ή οργανωτικός δεσμός μεταξύ της Clariant AG και της Hoechst, οι οποίες αποτελούν δύο χωριστές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ και των οποίων ο μοναδικός οικονομικός δεσμός είναι η εξαγορά του συνολικού κεφαλαίου της Virteon από την Clariant AG και, ως εκ τούτου, των δραστηριοτήτων στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος της Hoechst.

64

Εν πάση περιπτώσει, ο καταλογισμός στον νέο φορέα εκμετάλλευσης παράβασης διαπραχθείσας από τον παλαιό φορέα είναι μια δυνατότητα που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό ορισμένες περιστάσεις, στην Επιτροπή και όχι μια υποχρέωση, ιδιαιτέρως δε σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, στις οποίες ο αρχικός φορέας εκμετάλλευσης που διέπραξε την παράβαση εξακολουθεί να υφίσταται νομικώς και οικονομικώς (κατά την έννοια της προαναφερθείσας απόφασης ETI κ.λπ., σκέψη 40). Επιπλέον, εν προκειμένω, ο κίνδυνος η διαπράξασα την παράβαση επιχείρηση να αποφύγει την επιβολή κυρώσεων, τον οποίο επιδιώκει να αποσοβήσει η αρχή της οικονομικής συνέχειας (βλ. ανωτέρω σκέψη 51) είναι ανυπόστατος, καθόσον η Hoechst εξακολουθεί να υφίσταται τόσο νομικώς όσο και οικονομικώς.

65

Η προσφεύγουσα δεν μπορεί επίσης να επικαλεστεί τη μετακύλιση της ευθύνης της μέσω της σύμβασης εισφοράς που συνήψε με τη Virteon σε αυτό τον τομέα δραστηριότητάς της. Αφενός, η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να αντιταχθεί στην Επιτροπή προς αποφυγή των κυρώσεων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού, στο μέτρο που σκοπεί στην κατανομή της ευθύνης μεταξύ των εταιριών που μετέχουν σε σύμπραξη. Αφετέρου, η φερόμενη μετακύλιση ευθύνης που επιχειρείται εν προκειμένω βάσει της σύμβασης εισφοράς δεν ασκεί επιρροή στον καθορισμό της ευθύνης της προσφεύγουσας, καθόσον η σύμβαση αυτή συνήφθη μεταξύ της Hoechst και μιας θυγατρικής που κατείχε κατά 100%, της οποίας η παραβατική συμπεριφορά μπορεί, κατά συνέπεια, να της καταλογιστεί λόγω της ιδιότητάς της ως μητρικής εταιρίας. Εν πάση περιπτώσει, αντιθέτως προς την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, T-45/98 και T-47/98, Krupp Thyssen Stainless και Acciai speciali Terni κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II-3757, σκέψη 62), που επικαλείται η προσφεύγουσα, με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε κατ’ εξαίρεση δικαίωμα να καταλογίσει σε εταιρία ευθύνη για την παραβατική συμπεριφορά του προκατόχου της, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η Clariant AG είχε δεχθεί την ευθύνη της για τις ενέργειες της Hoechst πριν από τη μεταβίβαση των δραστηριοτήτων του τομέα μονοχλωριοξικού οξέος.

66

Συνεπώς, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η ευθύνη για την αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος είχε μετακυλισθεί κατά την πώλησή της στην Clariant AG δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

67

Ως εκ τούτου, στο μέτρο που η Επιτροπή ορθώς καταλόγισε στη Hoechst την ευθύνη για την παράβαση που διαπράχθηκε από 1ης Ιουνίου 1984 έως , ο πρώτος λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του δεύτερου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα του επιβληθέντος προστίμου

Επιχειρήματα των διαδίκων

68

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το πρόστιμο που της επιβλήθηκε είναι παράνομο, στο μέτρο που η νέα μητρική εταιρία της Virteon και ακολούθως της Clariant GmbH απαλλάχθηκε πλήρως από το πρόστιμο, πράγμα που δεν συνέβη με την ίδια, ως παλαιά μητρική εταιρία. Η Επιτροπή παραβίασε με τον τρόπο αυτό την αρχή της ίσης μεταχείρισης, την οποία προβλέπει το άρθρο 20 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αντιβαίνοντας τόσο στην έννοια όσο και στον σκοπό της ανακοίνωσης περί συνεργασίας.

69

Στο μέτρο που η δραστηριότητα μονοχλωριοξικού οξέος της Hoechst που μεταβιβάσθηκε στη Virteon και ακολούθως στην Clariant GmbH, πριν την εκμετάλλευσή της από την Clariant AG, αποτελούσε ενιαία οικονομική μονάδα, το αίτημα απαλλαγής από το πρόστιμο που υπέβαλε η Clariant AG αφορά όλα τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην «επιχείρηση Hoechst/Virteon/Clariant». Υπέρ της ανάλυσης αυτής συνηγορεί, αφενός, το γεγονός ότι η Επιτροπή (αιτιολογική σκέψη 332 της προσβαλλόμενης απόφασης) δεν χορήγησε απαλλαγή από το πρόστιμο μόνο στην Clariant GmbH, αλλά και στη μητρική εταιρία Clariant AG, λόγω της σχέσης που συνέδεε την τελευταία αυτή εταιρία με τη Virteon και ακολούθως με την Clariant GmbH, καθώς και τη Virteon με την Clariant GmbH, και, αφετέρου, η πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής. Συνεπώς, μη αναγνωρίζοντας ότι η προσφεύγουσα αποτελούσε ενιαίο οικονομικό φορέα με την Clariant GmbH και την Clariant AG, η Επιτροπή δεν σεβάστηκε την έννοια της επιχείρησης κατά το άρθρο 81 ΕΚ, όπως ορίζεται από τη νομολογία.

70

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η σύμπραξη εφαρμόστηκε κατά τον ίδιο τρόπο από τα ίδια πρόσωπα και αδιάλειπτα καθ’ όλη τη διάρκεια της παράβασης και ότι, κατά συνέπεια, το αίτημα απαλλαγής από το πρόστιμο της Clariant GmbH δεν αφορούσε μόνον τη μετά την εξαγορά της Virteon περίοδο. Συγκεκριμένα, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η Clariant GmbH προς στήριξη του αιτήματός της απαλλαγής αφορούσαν επίσης ολόκληρη την περίοδο παράβασης. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των κοινοποιηθεισών πληροφοριών, η προσφεύγουσα έπρεπε να τύχει προνομιακής μεταχείρισης, λόγω της συνεργασίας της. Επιπλέον, το αίτημα απαλλαγής κατατέθηκε στο όνομα της «επιχείρησης».

71

Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι δεν ήταν σε θέση να υποβάλει ίδιο αίτημα απαλλαγής πριν το δεύτερο μισό του 1997, καθόσον δεν είχε λάβει γνώση της σύμπραξης πριν από την ημερομηνία αυτή. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να υποβάλει τέτοιο αίτημα στη συνέχεια, δεδομένου ότι, στις 30 Ιουνίου 1997, μεταβίβασε το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος στην Clariant AG.

72

Τέλος, αν η στηριζόμενη στην ανακοίνωση περί συνεργασίας χορήγηση απαλλαγής δεν παρέπεμπε επίσης στην περίοδο κατά την οποία η Hoechst εκμεταλλευόταν τον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος, η ανακοίνωση περί συνεργασίας θα ήταν κενή περιεχομένου, καθόσον ο τελέσας την παράβαση, ήτοι ο αρμόδιος στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος οικονομικός φορέας, είχε συνεργαστεί με την Επιτροπή με αποτέλεσμα την άρση του σχετικού με την παράβαση απορρήτου.

73

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη αυτού του λόγου ακύρωσης.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

74

Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι, όπως αποδείχθηκε στο πλαίσιο της εξέτασης του πρώτου λόγου ακύρωσης περί του προβαλλόμενου μη σύννομου καταλογισμού στη Hoechst των παραβάσεων που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος (βλ. ανωτέρω σκέψεις 53 έως 60), η ευθύνη της προσφεύγουσας για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1984 μέχρι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μετακυλισθείσα στην Clariant AG από τη στιγμή που η τελευταία αυτή εταιρία ανέλαβε εκ νέου τις δραστηριότητες της Hoechst στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος στις .

75

Επομένως, στο μέτρο που δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η δραστηριότητα της Hoechst στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος που μεταβιβάσθηκε στην Clariant AG αποτελούσε αυτόνομη οικονομική μονάδα, το αίτημα που υπέβαλε η Clariant GmbH με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 1999 (στο εξής: αίτημα επιείκειας), βάσει της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, δεν αφορούσε την εταιρία που εκμεταλλευόταν στο παρελθόν τον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος, ήτοι τη Hoechst. Σημειωτέον ότι η Hoechst και η Clariant AG είναι δύο εταιρίες με διαφορετικές νομικές προσωπικότητες, οι οποίες μετείχαν διαδοχικώς στη σχετική με τον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος σύμπραξη και ανήκουν σε χωριστές επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ (βλ. ανωτέρω σκέψη 63). Το αίτημα που υπέβαλε η Clariant GmbH, βάσει της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, μπορεί, συνεπώς, να ευδοκιμήσει μόνο για την επιχείρηση στην οποία ανήκε η εταιρία αυτή και όχι για τη Hoechst.

76

Το συμπέρασμα αυτό, εξάλλου, δεν αναιρείται από το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι από τους όρους της αίτησης επιείκειας προκύπτει ότι το σχετικό έγγραφο αναφερόταν στην περίοδο κατά την οποία η προσφεύγουσα δραστηριοποιούνταν στην αγορά μονοχλωριοξικού οξέος. Συγκεκριμένα, από το σημείο B της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, που αφορά τη μη επιβολή προστίμου ή την πολύ σημαντική μείωσή του, προκύπτει ότι μείωσης του προστίμου ή ακόμη και απαλλαγής από αυτό μπορεί να τύχει η επιχείρηση που πληροί τις προβλεπόμενες από το εν λόγω σημείο προϋποθέσεις. Όπως διαπιστώθηκε με την ανωτέρω σκέψη 75, την αίτηση επιείκειας δεν υπέβαλε η Hoechst, αλλά η Clariant GmbH, που κατά την περίοδο εκείνη ανήκε στην επιχείρηση Clariant. Είναι γεγονός ότι, κατά τον χρόνο υποβολής της εν λόγω αίτησης, η Hoechst δεν ασκούσε πλέον καμία εξουσία επί της εταιρίας από την οποία προήλθε η διάλυση της σύμπραξης. Συνεπώς, και ανεξαρτήτως της περιλαμβανόμενης στην αίτηση επιείκειας αναφοράς στην περίοδο κατά την οποία η Hoechst δραστηριοποιούνταν στην αγορά μονοχλωριοξικού οξέος, η Clariant GmbH δεν μπορεί, με την ενέργεια αυτή, να δεσμεύσει τη Hoechst, ούτε, ως εκ τούτου, να της εξασφαλίσει την προνομιακή μεταχείριση που προβλέπει η ανακοίνωση περί συνεργασίας.

77

Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι δεν ήταν σε θέση να υποβάλει σχετική αίτηση βάσει της ανακοίνωσης περί συνεργασίας κατά την περίοδο κατά την οποία η δραστηριότητα μονοχλωριοξικού οξέος βρισκόταν υπό τον έλεγχό της. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα δεν παρέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού της και, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδεικνύει ότι η δραστηριότητα στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος, που δεν είχε ανατεθεί σε θυγατρική πριν τις 30 Μαΐου 1997, ήταν αυτόνομη και δεν τελούσε υπό την ευθύνη της.

78

Το Πρωτοδικείο συμφωνεί με την Επιτροπή ως προς το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως θίγει το πνεύμα και τον σκοπό της ανακοίνωσης περί συνεργασίας. Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η Clariant AG και η θυγατρική της Clariant GmbH αποτελούν ενιαίο οικονομικό φορέα, μπορούν να τύχουν, ως ενιαία επιχείρηση, των προνομίων που προβλέπει η ανακοίνωση περί συνεργασίας χωρίς να διακυβευτεί ο σκοπός της. Δεν ισχύει το ίδιο στην περίπτωση της προσφεύγουσας, δεδομένης της έλλειψης δεσμών με τον υποβαλόντα την αίτηση επιείκειας, ήτοι την Clariant GmbH.

79

Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα περί παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης εκ μέρους της Επιτροπής, υπενθυμίζεται ότι η αρχή αυτή παραβιάζεται μόνον όταν παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό ή διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο, εκτός αν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1984, 106/83, Sermide, Συλλογή 1984, σ. 4209, σκέψη 28, και του Πρωτοδικείου της , T-304/02, Hoek Loos κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-1887, σκέψη 96). Εν προκειμένω, εφόσον η προσφεύγουσα, ως χωριστή επιχείρηση από την Clariant, δεν βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση σε σχέση με την Clariant, καθόσον η εταιρία αυτή ήταν η πρώτη που παρέσχε καθοριστικά αποδεικτικά στοιχεία περί της ύπαρξης της σύμπραξης, η αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

80

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο δεύτερος λόγος ακύρωσης που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα του επιβληθέντος προστίμου πρέπει να απορριφθεί.

Επί του τρίτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από μη τήρηση της ανακοίνωσης περί συνεργασίας

Επιχειρήματα των διαδίκων

81

Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν της χορήγησε μείωση του προστίμου κατά τουλάχιστον 10%, βάσει της ανακοίνωσης περί συνεργασίας. Σύμφωνα με το σημείο Δ, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της ανακοίνωσης αυτής, η προσφεύγουσα γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι δεν αμφισβητούσε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών της παράβασης με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων και όφειλε, στο πλαίσιο αυτό, όπως και οι λοιποί μετέχοντες στη σύμπραξη, να τύχει μείωσης προστίμου.

82

Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι από το σημείο 9 της απάντησής της στην ανακοίνωση αιτιάσεων προκύπτει ότι δεν αμφισβητούσε τα πραγματικά περιστατικά που η Επιτροπή εξέθεσε με την εν λόγω ανακοίνωση. Το στοιχείο αυτό δεν αναιρείται από το ότι, με το ίδιο σημείο 9, η προσφεύγουσα αναφέρεται στη δυνατότητά της να πραγματοποιήσει νομική εκτίμηση διαφορετική από εκείνη της Επιτροπής όσον αφορά τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά.

83

Όσον αφορά το επιχείρημα ότι δεν αποδέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά διότι, όπως ισχυρίσθηκε, δεν τα γνώριζε, η προσφεύγουσα αντιτάσσει ότι η έλλειψη πλήρους γνώσης των πραγματικών περιστατικών δεν απάδει προς την αποδοχή τους.

84

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, επίσης, ότι ούτε η ανακοίνωση περί συνεργασίας ούτε η πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής ή η νομολογία απαιτούν την υποβολή χωριστής αίτησης για τη μείωση του προστίμου λόγω μη αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, μπορούσε θεμιτώς να αναμένει μείωση του προστίμου της βάσει της ανακοίνωσης περί συνεργασίας.

85

Επιπλέον, η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν έλαβε υπόψη κατά τον καθορισμό του προστίμου τη μη αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών και δεν διευκρίνισε τη συλλογιστική της. Συναφώς, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εκτίμηση της μη αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών έπρεπε να περιλαμβάνεται στις σχετικές με τη συνεργασία της επιχείρησης αιτιολογικές σκέψεις (απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Απριλίου 2004, T-236/01, T-239/01, T-244/01 έως T-246/01, T-251/01 και T-252/01, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-1181, σκέψεις 414 επ.).

86

Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι, αν η προσφεύγουσα επιθυμούσε να επωφεληθεί της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, έπρεπε να υποβάλει τυπικώς αίτηση, βάσει του σημείου Ε της εν λόγω ανακοίνωσης. Καθ’ όλη τη διοικητική διαδικασία, στήριξε την άμυνά της στο επιχείρημα ότι έλαβε γνώση των παραβάσεων που της προσάπτονταν μόλις το 2003 και ότι έκτοτε δεν μπόρεσε να υποβάλει κατ’ ιδίαν αίτηση.

87

Επιπλέον, επισημαίνει ότι η προσφεύγουσα δεν δήλωσε ρητώς ότι δεν αμφισβητούσε τα πραγματικά περιστατικά κατά την έννοια της ανακοίνωσης περί συνεργασίας. Συναφώς, υποστηρίζει ότι, με το σημείο 9 της απάντησής της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, η Hoechst επισήμανε ότι δεν αμφισβητούσε τα πραγματικά περιστατικά, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για να θεμελιώσουν ορισμένα από τα νομικά συμπεράσματα της Επιτροπής. Επιπλέον, με το προηγούμενο σημείο της απάντησής της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι της ήταν εντελώς αδύνατο να αποφανθεί επί των λεπτομερειών της προβαλλόμενης παράβασης, πλην των πληροφοριών που μπορούσε να αντλήσει από την ανακοίνωση αιτιάσεων καθαυτή, καθόσον είχε μεταβιβάσει τον τομέα δραστηριότητας μονοχλωριοξικού οξέος στην Clariant το 1997, μαζί με ολόκληρο το προσωπικό και τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία. Κατά την Επιτροπή, η προσφεύγουσα δεν αναγνωρίζει ρητώς ενώπιον του Πρωτοδικείου ούτε τη συμμετοχή της στη σύμπραξη.

88

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία, μείωση προστίμου βάσει της ανακοίνωσης περί συνεργασίας δικαιολογείται μόνον όταν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι παρασχεθείσες πληροφορίες και, γενικότερα, η συμπεριφορά της οικείας επιχείρησης αποδεικνύουν πραγματική συνεργασία εκ μέρους της. Η προσφεύγουσα δεν παρέχει ούτε λεπτομέρειες ούτε αποδείξεις της συνεργασίας της με την Επιτροπή και αντιφάσκει δηλώνοντας ότι δεν είχε στη διάθεσή της ούτε έγγραφα ούτε συμβάσεις τις οποίες θα μπορούσε να επικαλεστεί προκειμένου να αποσαφηνίσει την κατάσταση.

89

Τέλος, η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πάσχει ελλιπή αιτιολογία. Συγκεκριμένα, με τις αιτιολογικές σκέψεις 324 έως 326 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή επισημαίνει τις κύριες ενστάσεις της προσφεύγουσας, ιδίως εκείνες που όντως προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία όσον αφορά την εφαρμογή της ανακοίνωσης περί συνεργασίας. Στο μέτρο που η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε ρητώς και άνευ αμφισημίας τα πραγματικά περιστατικά, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν ήταν αναγκαίο να παράσχει λεπτομερέστερη αιτιολογία από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, η παραπομπή στην προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, δεν ασκεί επιρροή.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

90

Το σημείο Δ της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, που τιτλοφορείται «Σημαντική μείωση του ποσού του προστίμου», προβλέπει τα εξής:

«1.

Εφόσον επιχείρηση συνεργάζεται χωρίς να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που εκτίθενται στα [σημεία] Β ή Γ, τυγχάνει μειώσεως κατά 10 έως 50% του ύψους του προστίμου που θα της είχε υποβληθεί εάν δεν είχε συνεργαστεί.

2.

Αυτό μπορεί ιδίως να συμβεί εφόσον:

πριν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων, η επιχείρηση παράσχει στην Επιτροπή πληροφορίες, έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που συμβάλλουν στην επιβεβαίωση της παράβασης,

μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, η επιχείρηση ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν αμφισβητεί τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι κατηγορίες της.»

91

Υπενθυμίζεται ότι, για να χορηγηθεί σε επιχείρηση μείωση προστίμου λόγω μη αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών, σύμφωνα με το σημείο Δ, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, η επιχείρηση αυτή πρέπει ρητώς να ανακοινώσει στην Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να αμφισβητήσει τα πραγματικά περιστατικά, αφού λάβει γνώση της ανακοίνωσης αιτιάσεων (απόφαση της 8ης Ιουλίου 2004, T-44/00, Mannesmannröhren-Werke κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2223, σκέψη 303).

92

Eν προκειμένω, η ακόλουθη δήλωση περιλαμβάνεται στις παρατηρήσεις που υπέβαλε η προσφεύγουσα προς απάντηση στην ανακοίνωση αιτιάσεων:

«Η Hoechst επιθυμεί να τονίσει ότι δεν αμφισβητεί το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που εξέθεσε η Επιτροπή με την ανακοίνωση αιτιάσεων. Η Hoechst θα αποδείξει, εντούτοις, ότι τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν από νομικής άποψης για να θεμελιώσουν ορισμένα από τα νομικά συμπεράσματα της Επιτροπής. Τα ζητήματα που θα επισημάνει η Hoechst στη συνέχεια αφορούν, συνεπώς, μόνον τη νομική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υπόθεσης.»

93

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η προσφεύγουσα επισήμανε, με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, τα εξής:

«Είναι εντελώς αδύνατο στη Hoechst να αποφανθεί επί των σχετικών με τα πραγματικά περιστατικά λεπτομερειών της [προσβαλλόμενης] παράβασης πέραν των πληροφοριών που μπορεί να αντλήσει από την ανακοίνωση αιτιάσεων καθαυτή, καθόσον μεταβίβασε τον τομέα δραστηριότητας μονοχλωριοξικού οξέος στην Clariant το 1997, περιλαμβανομένου του προσωπικού και των περιουσιακών στοιχείων. Η Hoechst δεν διαθέτει, συνεπώς, καμία πηγή πληροφοριών όσον αφορά την προβαλλόμενη συμμετοχή στη σύμπραξη, πέραν ορισμένων βασικών λογιστικών στοιχείων όπως ο κύκλος εργασιών κ.λπ.»

94

Η Επιτροπή φρονεί, πάντως, ότι μια τέτοια δήλωση μη αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών που εκτέθηκαν με την ανακοίνωση αιτιάσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ρητή, σαφής, μη αμφίσημη και δυνάμενη να στοιχειοθετήσει πραγματική συνεργασία εκ μέρους της προσφεύγουσας.

95

Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι η προσφεύγουσα δήλωσε ρητώς, με την απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, ότι δεν αμφισβητούσε τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτέθηκαν με την εν λόγω ανακοίνωση. Οι ισχυρισμοί ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει άλλα πραγματικά περιστατικά πέραν εκείνων που της προσάπτονταν με την ανακοίνωση αιτιάσεων, ούτε να παράσχει άλλες αποδείξεις της παράβασης, δεν θίγουν το ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την ανακοίνωση αιτιάσεων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η Επιτροπή δεν αρκούσαν για να θεμελιώσουν ορισμένα από τα νομικά συμπεράσματά της, πρέπει να τονιστεί ότι επρόκειτο για ισχυρισμό ο οποίος δεν σκοπούσε, κατ’ ουσίαν, στην αμφισβήτηση των προσαπτόμενων πραγματικών περιστατικών, αλλά της ερμηνείας και των νομικών συμπερασμάτων της Επιτροπής σχετικά με τον ρόλο της προσφεύγουσας ως επικεφαλής της σύμπραξης, το υψηλό ιεραρχικό επίπεδο των μετεχόντων στη σύμπραξη ή ακόμη τον χαρακτηρισμό «υποτροπή» που δέχθηκε όσον αφορά την παραβατική συμπεριφορά της προσφεύγουσας. Πράγματι, πρέπει να τονιστεί ότι η αμφισβήτηση της εκ μέρους της Επιτροπής νομικής εκτίμησης ορισμένων πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να εξομοιωθεί με αμφισβήτηση του υποστατού καθαυτού των πραγματικών περιστατικών. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε, με την ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή της, τη συμμετοχή της στη σύμπραξη στην αγορά μονοχλωριοξικού οξέος.

96

Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, πάντως, δεν αρκεί να δηλώσει γενικώς μια επιχείρηση ότι δεν αμφισβητεί τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με την ανακοίνωση περί συνεργασίας, αν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, η δήλωση αυτή δεν παρουσιάζει καμία απολύτως χρησιμότητα για την Επιτροπή (απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T-48/00, Corus UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2325, σκέψη 193). Εξάλλου, για να μπορεί να χορηγηθεί μείωση προστίμου σε επιχείρηση βάσει της συνεργασίας της κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, οι ενέργειές της πρέπει να διευκολύνουν το έργο της Επιτροπής που συνίσταται στη διαπίστωση και τη δίωξη των παραβάσεων των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της , T-38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-4407, σκέψη 505 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

97

Eν προκειμένω, ναι μεν η προσφεύγουσα δεν βοήθησε την Επιτροπή να διευκρινίσει τη συμμετοχή της στη σύμπραξη παρέχοντάς της αποδεικτικά στοιχεία, πλην όμως η δήλωση μη αμφισβήτησης των περιλαμβανόμενων στην ανακοίνωση αιτιάσεων πραγματικών περιστατικών, όπως διατυπώθηκε κατά τρόπο ρητό και μη αμφίσημο στο πλαίσιο της απάντησης της προσφεύγουσας στην ανακοίνωση αιτιάσεων, σαφώς διευκόλυνε το έργο της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, για να καθορίσει τα πραγματικά περιστατικά στα οποία επρόκειτο να στηρίξει τις επικρίσεις της σε βάρος της προσφεύγουσας, η Επιτροπή μπορούσε να αναφερθεί, με την τελική απόφασή της, σε όλα τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτέθηκαν με την ανακοίνωση αιτιάσεων, χάρη στη ρητή και μη αμφίσημη αποδοχή τους, χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει περαιτέρω την ύπαρξή τους. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι η συμβολή της προσφεύγουσας δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως διευκόλυνση του έργου της που συνίσταται στη διαπίστωση και τη δίωξη των παραβάσεων.

98

Εξάλλου, οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή δεν δέχθηκε την εφαρμογή του σημείου Δ, παράγραφος 2, της ανακοίνωσης περί συνεργασίας δεν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα από το σημείο 4 με τίτλο «Εφαρμογή της ανακοίνωσης στο αίτημα επιείκειας». Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, η σχετική με τη μη αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών εκτίμηση της προσφεύγουσας έπρεπε να περιλαμβάνεται στις σχετικές με τη συνεργασία αιτιολογικές σκέψεις (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 415).

99

Πρέπει να προστεθεί ότι, μολονότι η Επιτροπή διαθέτει πράγματι ευρύ περιθώριο εκτίμησης της ποιότητας και της χρησιμότητας της εκ μέρους επιχείρησης συνεργασίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαΐου 2007, C-328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-3921, σκέψη 88), οφείλει, εντούτοις, να τηρεί τους ενδεικτικούς κανόνες συμπεριφοράς ως προς την πρακτική που πρέπει να ακολουθήσει, τους οποίους έχει επιβάλει η ίδια χωρίς σχετική αιτιολογία (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της , C-397/03 P, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-4429, σκέψη 91).

100

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, κακώς δεν χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα μείωση του προστίμου λόγω μη αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών, σύμφωνα με το σημείο Δ, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της ανακοίνωσης περί συνεργασίας.

101

Υπό τις συνθήκες αυτές, στο Πρωτοδικείο απόκειται να καθορίσει το κατάλληλο ποσοστό μείωσης του προστίμου. Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού 17 και του άρθρου 31 του κανονισμού 1/2003, το Πρωτοδικείο διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία, κατά την έννοια του άρθρου 229 ΕΚ, όταν αποφαίνεται επί προσφυγών κατά των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο και δύναται να καταργεί, να μειώνει ή να επαυξάνει το επιβληθέν πρόστιμο. Κατ’ εφαρμογήν της πλήρους δικαιοδοσίας του, το Πρωτοδικείο κρίνει σκόπιμο να μειώσει το ποσό του προστίμου κατά 10%.

102

Οι συγκεκριμένες συνέπειες της μεταρρύθμισης αυτής θα εξεταστούν σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. σκέψεις 196 έως 198).

Επί του τέταρτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από πλάνη εκτίμησης κατά τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου

103

Στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακύρωσης, η προσφεύγουσα εγείρει δύο αιτιάσεις, η πρώτη από τις οποίες αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του βασικού ποσού του προστίμου σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς και η δεύτερη από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του ποσού αυτού από πλευράς της ανά κατηγορίες κατάταξης των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων.

Επί της πρώτης αιτίασης, που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του βασικού ποσού του προστίμου σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς

— Επιχειρήματα των διαδίκων

104

Η προσφεύγουσα φρονεί ότι το βασικό ποσό του προστίμου είναι εντελώς δυσανάλογο και ακατάλληλο, λαμβανομένου υπόψη του σχετικώς μικρού μεγέθους της αγοράς. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η αγορά αυτή ανέρχεται σε 106 εκατομμύρια ευρώ, δεν αντιλαμβάνεται τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή καθόρισε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το βασικό ποσό του επιβληθέντος στην πρώτη κατηγορία επιχειρήσεων προστίμου σε 30 εκατομμύρια ευρώ και του επιβληθέντος στη δεύτερη κατηγορία προστίμου σε 21 εκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, επισημαίνει ότι το ποσό αυτό ουδεμία σχέση έχει με την πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής και παραπέμπει, επί του σημείου αυτού, στην απόφαση C(2004) 4221 τελικό της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/F-1/38.338 – PO/Βελόνες) (στο εξής: απόφαση Βελόνες).

105

Κατά την προσφεύγουσα, η σύγκριση που πραγματοποιεί η Επιτροπή με τα υπομνήματά της δεν είναι πειστική, καθόσον χρησιμοποιεί ως κριτήριο μόνον τα βασικά ποσά που έγινα δεκτά για τις επιχειρήσεις της πρώτης κατηγορίας. Αναλύοντας τα βασικά ποσά των ίδιων αποφάσεων που παραθέτει η Επιτροπή για τις επιχειρήσεις της δεύτερης κατηγορίας, διαπιστώνεται ότι το ποσό προστίμου που επέβαλε στην προσφεύγουσα είναι δυσανάλογο.

106

Η Επιτροπή αντιτάσσει, κατ’ ουσίαν, ότι τα βασικά ποσά δεν είναι δυσανάλογα σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς και ότι η εκ μέρους της προσφεύγουσας σύγκριση με την απόφαση Βελόνες είναι απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα επικαλείται την απόφαση χωρίς να την παραθέτει ως παράρτημα στο δικόγραφο της προσφυγής της, ενώ δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα και ότι κακώς παραπέμπει στην απόφαση αυτή. Επιπλέον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ούτε ο κανονισμός 1/2003, ούτε η νομολογία ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν ότι τα πρόστιμα πρέπει να καθορίζονται με άμεσο κριτήριο το μέγεθος της θιγόμενης αγοράς, καθόσον ο παράγοντας αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που πρέπει να συνεκτιμώνται. Με την απόφαση Βελόνες, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, για τον καθορισμό των αρχικών ποσών, τόσο τις συνέπειες των παραβάσεων στη σχετική αγορά, όσο και, τουλάχιστον προσωρινώς, στην αγορά των λοιπών ειδών ραπτικής.

— Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

107

Καταρχάς, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα αμφισβητεί το βασικό ποσό προστίμου, το οποίο προκύπτει, σύμφωνα με το σημείο 1 B, τέταρτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών, από πρόσθεση των ποσών που έγιναν δεκτά βάσει της σοβαρότητας και της διάρκειας της παράβασης. Ωστόσο, από τα επιχειρήματά της προκύπτει ότι το επικρινόμενο ποσό προστίμου είναι εκείνο που καθορίστηκε βάσει της σοβαρότητας της παράβασης, οπότε κρίσιμο ποσό στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακύρωσης είναι το αρχικό ποσό του προστίμου.

108

Υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 17 και του άρθρου 23, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003, για τον καθορισμό του ποσού του προστίμου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, πέραν της διάρκειας της παράβασης, και η σοβαρότητά της. Επιπλέον, σύμφωνα με το σημείο 1 A, πρώτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών, η εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φύση καθαυτή της παράβασης, τις συγκεκριμένες επιπτώσεις της στην αγορά, όταν μπορούν να μετρηθούν, και το μέγεθος της σχετικής γεωγραφικής αγοράς.

109

Αυτό το νομικό πλαίσιο δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να λάβει υπόψη το μέγεθος της αγοράς για τον καθορισμό του αρχικού ποσού του προστίμου. Συγκεκριμένα, η μέθοδος της Επιτροπής, η οποία στηρίζεται κατ’ ουσία σε μια προϋπάρχουσα κλίμακα προστίμων που, όμως, δεν είναι απόλυτη και παρέχει περιθώριο ευελιξίας, δεν απαιτεί από την Επιτροπή, ούτε της απαγορεύει, να λαμβάνει υπόψη το μέγεθος της οικείας αγοράς για τον καθορισμό του γενικού αρχικού ποσού του προστίμου, οπότε δεν της επιβάλλει κατά μείζονα λόγο την υποχρέωση να καθορίζει το ποσό αυτό βάσει ενός σταθερού και συγκεκριμένου ποσοστού επί του συνολικού κύκλου εργασιών της αγοράς (απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2006, T-15/02, BASF κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-497, σκέψη 134).

110

Συνεπώς, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της στον καθορισμό του ποσού των προστίμων, η Επιτροπή μπορούσε να επιλέξει να μη λάβει υπόψη το μέγεθος της θιγόμενης αγοράς, εν προκειμένω δηλαδή της αγοράς μονοχλωριοξικού οξέος.

111

Στο μέτρο που οι μετέχοντες στη σύμπραξη δεν αμφισβητούν ότι διέπραξαν σοβαρή παράβαση, η Επιτροπή μπορούσε, λαμβανομένου υπόψη του σημείου Α, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών, να επιβάλει πρόστιμο αρχικού ποσού ανώτερου των 20 εκατομμυρίων ευρώ.

112

Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του αρχικού ποσού υπό το πρίσμα της πρακτικής λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, υπενθυμίζεται ότι η οικεία πρακτική δεν χρησιμεύει, αφ’ εαυτής, ως νομικό πλαίσιο για την επιβολή προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού, δεδομένου ότι το πλαίσιο αυτό καθορίζεται αποκλειστικώς από τους κανονισμούς 17 και 1/2003, καθώς και από τις κατευθυντήριες γραμμές (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-203/01, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-4071, σκέψη 292 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

113

Συνεπώς, η αιτίαση που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του αρχικού ποσού του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Επί της δεύτερης αιτίασης, που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του βασικού ποσού του προστίμου από πλευράς της κατάταξης των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων σε κατηγορίες

— Επιχειρήματα των διαδίκων

114

Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή πλάνη εκτίμησης κατά την κατάταξη των μετεχουσών στη σύμπραξη επιχειρήσεων σε κατηγορίες. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας, ο καθορισμός χαμηλότερου βασικού ποσού για την πρώτη κατηγορία, λόγω του μικρότερου μεγέθους της αγοράς, έπρεπε επίσης να επηρεάσει και τις κατώτερες κατηγορίες.

115

Όπως επίσης υποστηρίζει η προσφεύγουσα, κατατάσσοντάς τη στη δεύτερη κατηγορία και επιβάλλοντάς της, κατά συνέπεια, ακατάλληλο βασικό ποσό προστίμου, η Επιτροπή δεν τήρησε τη μέθοδο που η ίδια καθιέρωσε για τον καθορισμό της οικονομικής επιφάνειας των μετεχόντων στη σύμπραξη. Όφειλε να εφαρμόσει τη μέθοδό της κατά τρόπο ορθό, συνεπή και, ειδικότερα, χωρίς δυσμενείς διακρίσεις. Η κατάταξη αυτή παραβιάζει επίσης την αρχή της αναλογικότητας.

116

Συγκεκριμένα, αν το αρχικό ποσό του επιβληθέντος στον όμιλο Akzo Nobel προστίμου είχε καθοριστεί σε 20 εκατομμύρια ευρώ, λαμβανομένου υπόψη του μικρού μεγέθους της αγοράς, το αρχικό ποσό του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου έπρεπε επίσης να μειωθεί στα 16 εκατομμύρια ευρώ, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί η αναλογικότητα των αρχικών ποσών σε σχέση με τα μερίδια αγοράς των εμπλεκόμενων στη σύμπραξη επιχειρήσεων.

117

Τέλος, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή παρέβη την προβλεπόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρέωση αιτιολογίας, καθόσον δεν διευκρίνισε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα κριτήρια βάσει των οποίων η προσφεύγουσα μπορεί να εκτιμήσει αν η κατάταξη των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ανά κατηγορίες ήταν δυσανάλογη λαμβανομένων υπόψη των μεριδίων αγοράς.

118

Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας περί διαφοράς των μεριδίων αγοράς, η Επιτροπή αντιτάσσει, κατ’ ουσίαν, ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατατάσσοντας στην ίδια κατηγορία τις επιχειρήσεις που κατείχαν μερίδια αγοράς των οποίων η διαφορά ανερχόταν μέχρι και σε επτά μονάδες (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 2005, C-57/02 P, Acerinox κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-6689, σκέψεις 76 έως 78). Συνεπώς, η Επιτροπή φρονεί ότι το κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε εν προκειμένω για τη σύσταση των τριών κατηγοριών, ήτοι τα μερίδια αγοράς των μετεχόντων στη σύμπραξη στην αγορά μονοχλωριοξικού οξέος κατά το τελευταίο πλήρες ημερολογιακό έτος της παράβασης (αιτιολογική σκέψη 292 της προσβαλλόμενης απόφασης), είναι κατάλληλο, οπότε η κατάταξη της προσφεύγουσας στη δεύτερη κατηγορία είναι δικαιολογημένη.

119

Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το μικρότερο αρχικό ποσό του επιβληθέντος στον όμιλο Akzo Nobel προστίμου θα έπρεπε να επιφέρει μείωση και του επιβληθέντος σε εκείνη προστίμου, η Επιτροπή το κρίνει αδικαιολόγητο, καθόσον το αρχικό ποσό που έγινε δεκτό για την προσφεύγουσα και αφορά πολύ σοβαρή παράβαση ανέρχεται σε 20 εκατομμύρια ευρώ και το βασικό ποσό σε 21 εκατομμύρια ευρώ. Οι κατευθυντήριες γραμμές διευκρινίζουν ότι το βασικό ποσό για τις πολύ σοβαρές παραβάσεις υπερβαίνει εν γένει τα 20 εκατομμύρια ευρώ.

120

Η Επιτροπή φρονεί επίσης ότι τήρησε την υποχρέωσή της αιτιολογίας, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, επισήμανε, στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης απόφασης, τα στοιχεία εκτίμησης στα οποία στηρίχθηκε για να υπολογίζει τη σοβαρότητα της διαπραχθείσας παράβασης, χωρίς να οφείλει να συμπεριλάβει στην απόφαση λεπτομερέστερη έκθεση ή αριθμητικά στοιχεία όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου.

— Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

121

Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι, για τους προαναφερθέντες λόγους (βλ. ανωτέρω σκέψη 107), όταν η προσφεύγουσα κάνει λόγο για το βασικό ποσό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αναφέρεται στο αρχικό ποσό του προστίμου.

122

Κατά τις κατευθυντήριες γραμμές, σε περιπτώσεις παραβάσεων στις οποίες εμπλέκονται πολλές επιχειρήσεις, η Επιτροπή μπορεί να διαφοροποιεί τα αρχικά ποσά, όπως έπραξε εν προκειμένω, προκειμένου να λάβει υπόψη τη συγκεκριμένη οικονομική επιφάνεια κάθε επιχείρησης, κατανέμοντας τα μέλη της σύμπραξης σε ομάδες «ιδιαίτερα αν υφίστανται σημαντικές διαφορές ως προς το μέγεθος μεταξύ επιχειρήσεων που διαπράττουν το ίδιο είδος παράβασης» (σημείο 1 A, έκτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών). Στις κατευθυντήριες γραμμές διευκρινίζεται, εξάλλου, ότι «η αρχή της επιβολής ισοδύναμων κυρώσεων για την ίδια συμπεριφορά είναι δυνατό να οδηγήσει, στις περιπτώσεις που αυτό επιβάλλεται, στον καθορισμό διαφορετικών ποσών καταβλητέων από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να ανταποκρίνεται σε κάποιον αριθμητικό υπολογισμό» (σημείο 1 A, έβδομο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών).

123

Κατά πάγια νομολογία του Πρωτοδικείου, κατά τον καθορισμό της σοβαρότητας της παράβασης, η Επιτροπή, σε περίπτωση που επιβάλλει πρόστιμα σε πολλές επιχειρήσεις εμπλεκόμενες στην ίδια παράβαση, δεν υποχρεούται να εξασφαλίζει ότι τα τελικά ποσά των προστίμων στα οποία καταλήγει ο υπολογισμός της για τις οικείες επιχειρήσεις αντανακλούν κάθε διαφοροποίηση μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών όσον αφορά τον συνολικό κύκλο εργασιών τους. Αντιθέτως, μπορεί να κατατάσσει τις επιχειρήσεις αυτές σε ομάδες (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 19ης Μαρτίου 2003, T-213/00, CMA CGM κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-913, σκέψη 385, και της , T-330/01, Akzo Nobel κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3389, σκέψη 57). Η μέθοδος που συνίσταται στην κατάταξη των μελών μιας σύμπραξης σε κατηγορίες, προκειμένου να διαφοροποιηθεί η μεταχείρισή τους κατά το στάδιο καθορισμού των αρχικών ποσών προστίμου, η οποία έχει καταρχήν κυρωθεί με τη νομολογία του Πρωτοδικείου, μολονότι έχει ως αποτέλεσμα να μη λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές μεγέθους των επιχειρήσεων της ίδιας κατηγορίας (προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου CMA CGM, σκέψη 385, και απόφαση της , Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 217), συνεπάγεται τον κατ’ αποκοπήν καθορισμό του αρχικού ποσού για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στην ίδια κατηγορία.

124

Πάντως, η κατάταξη σε κατηγορίες πρέπει να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο παρόμοιες καταστάσεις και με όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η μεταχείριση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς. Εξάλλου, κατά τη νομολογία, το ποσό των προστίμων πρέπει, τουλάχιστον, να είναι ανάλογο προς τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της σοβαρότητας της παράβασης (προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 219).

125

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή, προκειμένου να προσδιορίσει τις κατηγορίες στις οποίες θα κατέτασσε τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, επέλεξε να λάβει υπόψη τη θέση τους στη σχετική αγορά στηριζόμενη σε ένα και μοναδικό κριτήριο, δηλαδή στα μερίδια της παγκόσμιας αγοράς μονοχλωριοξικού οξέος κατά το τελευταίο πλήρες ημερολογιακό έτος της παράβασης, δηλαδή το 1998, πλην της Hoechst για την οποία το έτος που ελήφθη υπόψη ήταν το 1996.

126

Στη βάση αυτή, η Επιτροπή καθιέρωσε τρεις κατηγορίες βάσει των μεριδίων αγοράς ύψους 44% για τον όμιλο Akzo Nobel, 34% για την Clariant, 28% για τη Hoechst και 17% για την Atofina/Elf Aquitaine. Καθόρισε τα ακόλουθα αρχικά ποσά:

πρώτη κατηγορία (όμιλος Akzo Nobel): 30 εκατομμύρια ευρώ·

δεύτερη κατηγορία (Hoechst, Clariant): 21 εκατομμύρια ευρώ·

τρίτη κατηγορία (Atofina/Elf Aquitaine): 12 εκατομμύρια ευρώ (αιτιολογικές σκέψεις 293 έως 296).

127

Διαπιστώνεται διαφορά 16 μονάδων μεταξύ του μεριδίου αγοράς του ομίλου Akzo Nobel και της Hoechst και 11 μονάδων μεταξύ της Hoechst και της Atofina/Elf Aquitaine. Η Επιτροπή ορθώς δηλαδή δημιούργησε μια ενδιάμεση κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται επιχειρήσεις με παρόμοια μερίδια αγοράς, ήτοι 28% και 34% για τη Hoechst και την Clariant, αντιστοίχως, και η οποία βρίσκεται ανάμεσα στην πρώτη κατηγορία που περιλαμβάνει τον όμιλο Akzo Nobel με το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς και στην τρίτη κατηγορία που περιλαμβάνει την Atofina/Elf Aquitaine με το μικρότερο μερίδιο αγοράς.

128

Επομένως, η Επιτροπή, ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, επέλεξε μια συνεπή μέθοδο κατάταξης των μετεχόντων στη σύμπραξη σε τρεις κατηγορίες, η οποία δικαιολογείται αντικειμενικώς από τη διαφορά των μεριδίων αγοράς που κατέχει καθεμία από τις επιχειρήσεις που υπάγονται στις τρεις αυτές κατηγορίες (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 220). Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι, με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή δεν παρεξέκλινε από τη συνήθη μέθοδό της που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας. Συνεπώς, η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις.

129

Επιπλέον, από την ανάλυση των κατευθυντήριων γραμμών την οποία πραγματοποίησε το Πρωτοδικείο προκύπτει ότι δεν πρόκειται για μέθοδο αριθμητικού υπολογισμού η οποία δεν επιτρέπει την ατομική προσαρμογή των προστίμων για κάθε οικεία επιχείρηση με βάση τη σχετική σοβαρότητα της συμμετοχής της στην παράβαση. Συγκεκριμένα, οι κατευθυντήριες γραμμές περιέχουν διάφορα στοιχεία ευελιξίας τα οποία παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του κανονισμού 17 και του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003 (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2005, C-189/02 P, C-202/02 P, C-205/02 P έως C-208/02 P και C-213/02 P, Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I-5425, σκέψεις 266 και 267).

130

Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ο καθορισμός του αρχικώς επιβληθέντος στον όμιλο Akzo Nobel προστίμου σε χαμηλότερο ποσό, λαμβανομένου υπόψη του μικρού μεγέθους της αγοράς, έπρεπε να επιφέρει επίσης μείωση του αρχικού ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε σε εκείνη, υπενθυμίζεται, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 110, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη, βάσει του σημείου 1 A των κατευθυντήριων γραμμών, να λάβει υπόψη το περιορισμένο μέγεθος της αγοράς κατά τον χρόνο καθορισμού του αρχικού ποσού του προστίμου. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, για μια παράβαση χαρακτηρισθείσα ως πολύ σοβαρή, κατά το σημείο 1 Α, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή μπορούσε να καθορίσει αρχικό ποσό προστίμου 30 εκατομμυρίων ευρώ για την πρώτη κατηγορία, 21 εκατομμυρίων ευρώ για τη δεύτερη και 12 εκατομμυρίων ευρώ για την τρίτη.

131

Όσον αφορά την αιτίαση κατά την οποία η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την κατάταξη των επιχειρήσεων ανά κατηγορίες, διαπιστώνεται ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 290 έως 296 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή, καταρχάς, διευκρίνισε ότι ως βάση σύγκρισης για τον καθορισμό της οικονομικής επιφάνειας των μετεχουσών στην παράβαση επιχειρήσεων έπρεπε να ληφθούν, εν προκειμένω, υπόψη τα μερίδια αγοράς που οι επιχειρήσεις αυτές κατείχαν εντός του ΕΟΧ, και ακολούθως, κατέταξε τις μετέχουσες στη σύμπραξη επιχειρήσεις σε τρεις κατηγορίες, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των εν λόγω μεριδίων αγοράς. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού των προστίμων που επέβαλε η Επιτροπή για παράβαση του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, οι επιταγές ουσιώδους τύπου όπως η υποχρέωση αιτιολογίας δεν δεσμεύουν την Επιτροπή, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, να υποδείξει τα στοιχεία εκτίμησης βάσει των οποίων υπολόγισε τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-291/98 P, Sarrió κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-9991, σκέψη 73, και της , C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschppij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-8375, στο εξής: απόφαση LVM, σκέψη 463). Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, οι επιταγές αυτές δεν επιβάλλουν στην Επιτροπή την υποχρέωση να υποδείξει με την απόφασή της τα αριθμητικά στοιχεία υπολογισμού των προστίμων, σημειωτέον δε ότι, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν μπορεί, με αποκλειστική και αυτόματη προσφυγή σε αριθμητικούς τύπους, να στερηθεί την εξουσία της εκτίμησης (απόφαση LVM, σκέψη 464· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Sarrió κατά Επιτροπής, σκέψεις 76 και 80).

132

Ως εκ τούτου, κακώς η προσφεύγουσα επικαλείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας όσον αφορά το αρχικό ποσό του προστίμου της, δεδομένου ότι το αρχικό ποσό προστίμου που έγινε δεκτό δικαιολογείται υπό το πρίσμα του κριτηρίου που εφάρμοσε η Επιτροπή για την εκτίμηση της σπουδαιότητας καθεμίας από τις επιχειρήσεις στην κρίσιμη αγορά. Επιπλέον, η σχετική με την κατάταξη των επιχειρήσεων ανά κατηγορίες αιτιολογία που περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκής.

133

Συνεπώς, η αιτίαση που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του αρχικού ποσού του προστίμου από πλευράς της κατάταξης των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων ανά κατηγορίες πρέπει να απορριφθεί.

134

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο λόγος ακύρωσης που αντλείται από πλάνη εκτίμησης κατά τον υπολογισμό του αρχικού ποσού του προστίμου πρέπει να απορριφθεί.

Επί του πέμπτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από αδικαιολόγητη αύξηση του προστίμου λόγω υποτροπής

Επιχειρήματα των διαδίκων

135

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αύξηση κατά 50% του βασικού ποσού του προστίμου λόγω της προβαλλόμενης υποτροπής είναι αδικαιολόγητη. Συγκεκριμένα, όσον αφορά την προσφεύγουσα, η υποτροπή συνεκτιμήθηκε ήδη, για τους ίδιους λόγους, με την απόφαση 2005/493/EK της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά των εταιριών Chisso Corporation, Daicel Chemical Industries, Ltd, Hoechst AG, The Nippon Synthetic Chemical Industry Co. Ltd και Ueno Fine Chemicals Industry, Ltd (Υπόθεση αριθ. C.37.370 – Σορβικά άλατα), περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της (ΕΕ L 182, σ. 20, στο εξής: απόφαση Σορβικά άλατα), οπότε η Επιτροπή, επιβάλλοντας δεύτερη αύξηση εν προκειμένω, παραβίασε την αρχή non bis in idem.

136

Επιπλέον, η αύξηση λόγω υποτροπής δεν βρίσκει εύκολα έρεισμα, δεδομένου ότι οι αποφάσεις που προβλήθηκαν προς στήριξη της αύξησης αφορούν άλλες δραστηριότητες του ομίλου Hoechst και δεν είχαν ισχύ δεδικασμένου κατά την εποχή της διαπιστωθείσας παύσης της παράβασης, ή είναι τόσο παλαιές ώστε δεν μπορούν πλέον να στοιχειοθετήσουν ενοχοποιητικό στοιχείο.

137

Η αύξηση του προστίμου λόγω υποτροπής εξαρτάται από την ουσιαστική και χρονική σχέση μεταξύ των προγενέστερων παραβάσεων και της παράβασης για την οποία επιβλήθηκε το πρόστιμο. Συγκεκριμένα, όταν μια επιχείρηση διαπράττει νέα παράβαση πολλές δεκαετίες μετά την πρώτη και μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την παρέλευση της εκ του νόμου προθεσμίας παραγραφής, και ενώ το πρόσωπο που τέλεσε την πρώτη παράβαση έχει αποχωρήσει από την επιχείρηση, δεν χωρεί κύρωση λόγω υποτροπής. Συνεπώς, το πρόστιμο που της επιβλήθηκε για τη σύμπραξη με την απόφαση Χρωστικές ουσίες έχει παραγραφεί λόγω παλαιότητας, οπότε δεν συντρέχει λόγος επιβάρυνσης της κύρωσης. Η απόφαση PVC II δεν μπορεί επίσης να επιφέρει αύξηση του προστίμου λόγω υποτροπής, αφενός, διότι περιορίζεται στην επανάληψη προγενέστερης απόφασης που κηρύχθηκε ανυπόστατη από το Πρωτοδικείο και ακυρώθηκε από το Δικαστήριο και, αφετέρου, διότι οι παραβάσεις που αποτελούσαν αντικείμενο των δύο αυτών αποφάσεων διαπιστώθηκαν οριστικώς μόνο με την απόφαση LVM.

138

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι καμία από τις αποφάσεις που προβλήθηκαν ως απόδειξη της αρχικής παράβασης δεν συνδέεται ουσιαστικώς με την υπό κρίση υπόθεση. Τίποτα δεν δικαιολογεί το να θεωρηθούν ως αρχικές παραβάσεις και να στοιχειοθετήσουν υποτροπή παραβάσεις που διαπράχθηκαν στο εσωτερικό αυτόνομου τμήματος ενός ομίλου με διαφορετικό σκοπό και διαφορετικά εμπλεκόμενα πρόσωπα. Πράγματι, η εμπορική μονάδα μονοχλωριοξικού οξέος παρέβη το άρθρο 81 ΕΚ και δεν εμπλέκεται σε καμία από τις προγενέστερες αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει η Επιτροπή. Με την αναφορά αυτή σε προγενέστερες ενέργειες άλλων θυγατρικών του ομίλου και τον καταλογισμό τους εκ νέου στην προσφεύγουσα προς επιβάρυνση της κύρωσης, η Επιτροπή εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος ομίλων που εκμεταλλεύονται διάφορους ανεξάρτητους τομείς δραστηριότητας υπό τον έλεγχο ενός μόνο νομικού προσώπου.

139

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη αυτού του λόγου ακύρωσης.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

140

Από τη νομολογία προκύπτει ότι η συνεκτίμηση επιβαρυντικών περιστάσεων κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου συνάδει προς την αποστολή της Επιτροπής να εξασφαλίζει την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2006, C-308/04 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-5977, σκέψη 71). Στο πλαίσιο αυτό, τυχόν υποτροπή περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της σοβαρότητας της επίμαχης παράβασης (προαναφερθείσα απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 91).

141

Όσον αφορά την αιτίαση ότι απαιτείται χρονικός σύνδεσμος μεταξύ της αρχικής παράβασης και της υποτροπής και ότι η απόφαση Χρωστικές ουσίες που επιβάλλει πρόστιμο για παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ αφορά παραγραφείσα ή παράβαση υπερβολικά παλαιά ώστε να δικαιολογηθεί επιβάρυνση της κύρωσης εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι η διαπίστωση και η εκτίμηση των ειδικών χαρακτηριστικών της υποτροπής εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής και ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να δεσμεύεται από ενδεχόμενη προθεσμία παραγραφής, προκειμένου να προβεί σε μια τέτοια διαπίστωση. Συγκεκριμένα, η υποτροπή συνιστά σημαντικό στοιχείο που η Επιτροπή καλείται να εκτιμήσει, δεδομένου ότι η στάθμισή της αποβλέπει στο να παρακινήσει τις επιχειρήσεις που έχουν εκδηλώσει την τάση να παραβούν κανόνες του ανταγωνισμού να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους (απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C-3/06 P, Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-1331, σκέψεις 38 και 39).

142

Συνεπώς, η Επιτροπή μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να λάβει υπόψη τις ενδείξεις που δύνανται να επιβεβαιώσουν την εν λόγω τάση. Συναφώς, η Επιτροπή στηρίχθηκε, εν προκειμένω, σε δύο προγενέστερες αποφάσεις, ήτοι στις αποφάσεις Χρωστικές ουσίες και PVC II (βλ. ανωτέρω σκέψη 21). Συμφωνώντας με την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η ύπαρξη των αποφάσεων αυτών και η παράβαση της προσφεύγουσας που διαπιστώθηκε στην υπό κρίση υπόθεση καταδεικνύουν την τάση της να μην αντλεί ορθώς τις συνέπειες της διαπίστωσης της εκ μέρους της παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού κατά το άρθρο 81 ΕΚ, τούτο δε ανεξαρτήτως του χρόνου που παρήλθε από την απόφαση Χρωστικές ουσίες.

143

Όσον αφορά την αιτίαση κατά την οποία η απόφαση PVC II δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διαπίστωση υποτροπής, λόγω του ότι οριστικοποιήθηκε μετά το πέρας της επίμαχης στην υπό κρίση υπόθεση παράβασης, πρέπει να τονιστεί ότι αρκεί να έχει διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση έχει διαπράξει στο παρελθόν ίδιας φύσης παράβαση, ακόμη και αν η απόφαση υπόκειται ακόμη σε δικαστικό έλεγχο. Συγκεκριμένα, η εκτίμηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της υποτροπής εξαρτάται από την αξιολόγηση των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης εκ μέρους της Επιτροπής στο πλαίσιο της εξουσίας της εκτίμησης. Εξάλλου, για τις αποφάσεις της Επιτροπής προβλέπεται τεκμήριο εγκυρότητας καθόσον διάστημα δεν έχουν καταργηθεί ή αποσυρθεί (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/92 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I-2555, σκέψη 48).

144

Το ότι η απόφαση PVC II, που εκδόθηκε από την Επιτροπή μετά την ακύρωση της απόφασης 89/190/ΕΟΚ, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου [81 ΕΚ] (IV/31.865, PVC) (ΕΕ 1989, L 174, σ. 1) (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά BASF κ.λπ.), αποτέλεσε αντικείμενο ένδικων διαδικασιών οι οποίες κατέληξαν, μετά την παύση της επίμαχης παράβασης, ήτοι για την προσφεύγουσα μετά τις , στην έκδοση της απόφασης LVM δεν θίγει το τεκμήριο εγκυρότητάς της μέχρι την έκδοση της εν λόγω απόφασης. Πράγματι, πρέπει να τονιστεί ότι οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου εκδόθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνεπώς, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, η Επιτροπή μπορούσε να στηριχθεί στην απόφαση PVC II.

145

Συνεπώς, η Επιτροπή μπορούσε ορθώς να στηριχθεί στις αποφάσεις Χρωστικές ουσίες και PVC II για να διαπιστώσει υποτροπή εκ μέρους της προσφεύγουσας.

146

Είναι επίσης απορριπτέο το επιχείρημα ότι οι αποφάσεις Χρωστικές ουσίες και PVC II δεν συνδέονται ουσιαστικώς με την υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, οι κατευθυντήριες γραμμές αφορούν την υποτροπή της ίδια επιχείρησης για παράβαση ίδιου είδους. Επιπλέον, η έννοια της υποτροπής, όπως ερμηνεύεται σε ορισμένες εθνικές έννομες τάξεις, προϋποθέτει τη διάπραξη νέων παραβάσεων από πρόσωπο στο οποίο έχουν ήδη επιβληθεί κυρώσεις για παρεμφερείς παραβάσεις (προαναφερθείσα απόφαση Michelin κατά Επιτροπής, σκέψη 284).

147

Δεδομένου ότι στη Ηoechst έχουν ήδη επιβληθεί κυρώσεις, με τις αποφάσεις Χρωστικές ουσίες και PVC II, για παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ, πρόκειται για την ίδια επιχείρηση στην οποία επιβλήθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κύρωση για το ίδιο είδος παράβασης λόγω συμμετοχής στη σύμπραξη στην αγορά μονοχλωριοξικού οξέος, παρά το ότι οι επίμαχες παραβάσεις αφορούν θυγατρικές (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Michelin κατά Επιτροπής, σκέψη 290) ή διαφορετικές αγορές (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2007, T-101/05 και T-111/05, BASF κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-4949, σκέψη 64). Συγκεκριμένα, παρά τη διαπίστωση παράβασης του δικαίου του ανταγωνισμού, η επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ (βλ. ανωτέρω σκέψη 58), εξακολούθησε να ενεργεί κατά παράβαση της διάταξης αυτής.

148

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, η Επιτροπή είχε δικαίωμα να αυξήσει το βασικό ποσό του προστίμου κατά 50% προκειμένου να παροτρύνει την προσφεύγουσα να τηρήσει τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης.

149

Όσον αφορά τη φερόμενη παραβίαση της αρχής non bis in idem, υπενθυμίζεται ότι η εφαρμογή της εξαρτάται από μια τριπλή προϋπόθεση ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ταυτότητας του παραβάτη και ταυτότητας του προστατευομένου εννόμου αγαθού. Επομένως, η αρχή αυτή απαγορεύει να επιβάλλεται κύρωση στο ίδιο πρόσωπο περισσότερο από μία φορά για τις ίδιες παράνομες ενέργειες προς προστασία του ίδιου εννόμου αγαθού (προαναφερθείσα απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 338).

150

Eν προκειμένω, πρέπει να τονιστεί ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση περί ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών. Συγκεκριμένα, η απόφαση Σορβικά άλατα, στην οποία στηρίζεται η προσφεύγουσα για να διαπιστώσει παραβίαση της αρχής non bis in idem, αφορά μια σύμπραξη με διαφορετικό αντικείμενο, ήτοι μια παράβαση που αφορά αγορά χωριστών προϊόντων, δηλαδή την αγορά σορβικών αλάτων και όχι την επίμαχη εν προκειμένω αγορά μονοχλωριοξικού οξέος (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 339, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-329/01, Archer Daniels Midland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3255, σκέψη 292).

151

Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκδόθηκε κατά παραβίαση της αρχής non bis in idem.

152

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο λόγος ακύρωσης που αντλείται από αδικαιολόγητη αύξηση του ποσού του προστίμου λόγω υποτροπής πρέπει να απορριφθεί.

Επί του έκτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από πλημμέλεια κατά τη διοικητική διαδικασία

153

Η προσφεύγουσα χωρίζει τον σχετικό με την προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων της λόγο ακύρωσης σε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αντλείται από ανεπαρκή πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης κατά τη διοικητική διαδικασία και το δεύτερο από τον μη σύννομο χαρακτήρα της έκθεσης του συμβούλου ακροάσεων.

Επί του πρώτου σκέλους περί ανεπαρκούς πρόσβασης στον φάκελο

— Επιχειρήματα των διαδίκων

154

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, καταρχάς, ότι δεν της παρασχέθηκε πρόσβαση στις παρατηρήσεις της Clariant επί των παραβάσεων στον τομέα δραστηριότητας μονοχλωριοξικού οξέος και, ειδικότερα, στην απάντηση του ομίλου Clariant στην ανακοίνωση αιτιάσεων. Επισημαίνει ότι στις 22 Μαΐου 2004 υπέβαλε αίτηση πρόσβασης στις απαντήσεις της Clariant AG και της Clariant GmbH στην ανακοίνωση αιτιάσεων, η οποία απορρίφθηκε από την Επιτροπή με έγγραφο της .

155

Όπως υποστηρίζει, η άρνηση αυτή της στέρησε τη δυνατότητα συνεργασίας με την Επιτροπή και άσκησης των δικαιωμάτων της άμυνας. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης κατάστασής της λόγω της πώλησης των δραστηριοτήτων της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος στην Clariant AG, δεν μπορούσε πλέον να συμβουλευθεί τα κρίσιμα εμπορικά έγγραφα. Ζήτησε επίσης επανειλημμένως από την Clariant AG πρόσβαση στα έγγραφα και τις πληροφορίες που σχετίζονται με την προ της μεταβίβασης της δραστηριότητάς μονοχλωριοξικού οξέος περίοδο, αίτημα που η εταιρία αυτή απέρριψε.

156

Κατά την προσφεύγουσα, ο παραλήπτης ανακοίνωσης αιτιάσεων στον οποίο γνωστοποιείται ότι η Επιτροπή έχει στην κατοχή της, πέραν του φακέλου της έρευνας, έγγραφα δυνητικώς χρήσιμα για την άμυνά του μπορεί επίσης να ζητήσει πρόσβαση στα έγγραφα αυτά. Πράγματι, η νομολογία αναγνωρίζει ότι οι απαντήσεις τρίτων στην ανακοίνωση αιτιάσεων, αλλά και έγγραφα προερχόμενα από φακέλους της Επιτροπής που αφορούν άλλες διαδικασίες σχετικές με συμπράξεις ή ακόμη και άλλους τομείς δραστηριότητας της Επιτροπής εμπίπτουν στα έγγραφα στα οποία μπορεί να παρασχεθεί πρόσβαση.

157

Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι η πρόσβαση στα έγγραφα δεν αφορά μόνον τα έγγραφα διαδικασίας στα οποία στηρίζεται η ανακοίνωση αιτιάσεων, αλλά πρέπει να παρέχει στην επιχείρηση τη δυνατότητα να αναζητήσει στους φακέλους της Επιτροπής απαλλακτικά έγγραφα προς στήριξη της άμυνάς της. Όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η πρόσβαση στις απαντήσεις στην ανακοίνωση αιτιάσεων της Clariant AG και της Clariant GmbH της ήταν, εν προκειμένω, αναγκαία, προκειμένου να εξακριβώσει αν, ελλείψει φακέλων αποκλειστικώς του τομέα μονοχλωριοξικού οξέος, θα ήταν δυνατή η ενισχυμένη συνεργασία με την Επιτροπή. Επιπλέον, μετά τη μεταβίβαση της δραστηριότητας μονοχλωριοξικού οξέος στην Clariant AG το 1997, δεν ήταν πλέον σε θέση να συμβουλευθεί τα εμπορικά έγγραφα ούτε να εξακολουθήσει τις έρευνές της επί των επίμαχων πραγματικών περιστατικών.

158

Όσον αφορά το επιχείρημα ότι οι παρατηρήσεις της Clariant AG και της Clariant GmbH δεν μπορούσαν να αποτελούν παρά ενοχοποιητικά στοιχεία, η προσφεύγουσα αντιτάσσει ότι η Επιτροπή, στο μέτρο που δεν γνώριζε τη στρατηγική άμυνας της προσφεύγουσας, δεν μπορούσε να αποφασίσει, αφ’ εαυτής, αν επρόκειτο περί απαλλακτικών ή ενοχοποιητικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία και την πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής, δεν απόκειται στην Επιτροπή να αποφανθεί επί της κρισιμότητας συγκεκριμένου εγγράφου για μια επιχείρηση και για τη στρατηγική άμυνάς της.

159

Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι, στο μέτρο που η προσφεύγουσα, αφού παρέλαβε την ανακοίνωση αιτιάσεων, είχε πρόσβαση στο φάκελο της υπόθεσης, τηρήθηκε το δικαίωμά της πρόσβασης στον φάκελο. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η προσφεύγουσα ουδέποτε είχε πρόσβαση σε άλλα έγγραφα και ιδίως στις απαντήσεις των λοιπών παραληπτών της ανακοίνωσης αιτιάσεων. Πράγματι, κατά τη νομολογία, η πρόσβαση στον φάκελο περιορίζεται στα περιλαμβανόμενα στον φάκελο έγγραφα, ήτοι στα έγγραφα που μπορούν να περιέχουν ενοχοποιητικά ή απαλλακτικά στοιχεία σε σχέση με τις προβληθείσες αιτιάσεις.

— Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

160

Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι σκοπός της πρόσβασης στον φάκελο στις υποθέσεις ανταγωνισμού είναι ιδίως να παράσχει στους αποδέκτες της ανακοίνωσης αιτιάσεων τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο της Επιτροπής, προκειμένου να μπορέσουν να εκφράσουν λυσιτελώς την άποψή τους επί των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε η Επιτροπή με την ανακοίνωση αιτιάσεων βάσει των στοιχείων αυτών. Η πρόσβαση στον φάκελο συγκαταλέγεται, ως εκ τούτου, μεταξύ των διαδικαστικών εγγυήσεων που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας και στη διασφάλιση, ειδικότερα, της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος ακρόασης (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-191/98, T-212/98 έως T-214/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3275, σκέψη 334 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

161

Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται ότι η Επιτροπή πρέπει να παρέχει στη οικεία επιχείρηση τη δυνατότητα εξέτασης του συνόλου των εγγράφων τα οποία περιλαμβάνονται στον φάκελο της υπόθεσης και ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνά της (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-199/99 P, Corus UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-11177, σκέψη 125, και απόφαση του Πρωτοδικείου της , T-30/91, Solvay κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-1775, σκέψη 81). Στα έγγραφα αυτά συγκαταλέγονται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, πλην των επιχειρηματικών απορρήτων άλλων επιχειρήσεων, των εσωτερικών εγγράφων της Επιτροπής και άλλων εμπιστευτικών πληροφοριών (αποφάσεις του Δικαστηρίου της , 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 215, σκέψεις 9 και 11, και προαναφερθείσα απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 68).

162

Eν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι είχε πρόσβαση στον φάκελο, περιλαμβανομένων των εγγράφων και δηλώσεων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή και των εγγράφων στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή. Η προσφεύγουσα περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι δεν είχε πρόσβαση τις παρατηρήσεις της Clariant και, ειδικότερα, στην απάντησή της στην ανακοίνωση αιτιάσεων, ενώ η πρόσβαση αυτή ήταν αναγκαία για να εξακριβωθεί αν, ελλείψει φακέλου αφορώντος αποκλειστικώς τη δραστηριότητα μονοχλωριοξικού οξέος που μεταβιβάσθηκε στην Clariant AG, θα ήταν δυνατή η ενισχυμένη συνεργασία με την Επιτροπή. Πράγματι, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ως πρώην φορέας εκμετάλλευσης της δραστηριότητας μονοχλωριοξικού οξέος, είχε, σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις στις οποίες επιβλήθηκε πρόστιμο βάσει του άρθρου 81 ΕΚ, ιδιαίτερο συμφέρον πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα.

163

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι μόλις κατά το στάδιο της κατ’ αντιπαράθεση διοικητικής διαδικασίας η ενδιαφερόμενη επιχείρηση έλαβε γνώση, μέσω της ανακοίνωσης αιτιάσεων, των κρίσιμων στοιχείων στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και του δικαιώματός της πρόσβασης στον φάκελο προς εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων της άμυνας. Συνεπώς, η απάντηση των λοιπών μερών στην ανακοίνωση αιτιάσεων δεν περιλαμβάνεται, καταρχήν, στο σύνολο των εγγράφων του φακέλου της υπόθεσης τα οποία μπορούν να συμβουλευθούν οι διάδικοι.

164

Πάντως, αν η Επιτροπή σκοπεύει να στηριχθεί σε ένα χωρίο απάντησης σε ανακοίνωση των αιτιάσεων ή σε έγγραφο συνημμένο σε μια τέτοια απάντηση για να αποδείξει την ύπαρξη παράβασης στο πλαίσιο διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στις λοιπές εμπλεκομένες στη διαδικασία επιχειρήσεις να εκφράσουν την άποψή τους επ’ αυτού του αποδεικτικού στοιχείου. Υπό τις συνθήκες αυτές, το εν λόγω χωρίο απάντησης στην ανακοίνωση των αιτιάσεων ή το συνημμένο στην απάντηση αυτή έγγραφο αποτελεί πράγματι ενοχοποιητικό στοιχείο κατά των διαφόρων επιχειρήσεων που μετείχαν στην παράβαση (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2000, T-25/95, T-26/95, T-30/95 έως T-32/95, T-34/95 έως T-39/95, T-42/95 έως T-46/95, T-48/95, T-50/95 έως T-65/95, T-68/95 έως T-71/95, T-87/95, T-88/95, T-103/95 έως T-104/95, Cimenteries CBR κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-491, σκέψη 386, και προαναφερθείσα απόφαση Avebe κατά Επιτροπής, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

165

Συνεπώς, στην οικεία επιχείρηση εναπόκειται να αποδείξει ότι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή με την απόφασή της θα ήταν διαφορετικό αν δεν λαμβανόταν υπόψη, ως ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο, ένα μη γνωστοποιηθέν έγγραφο επί του οποίου η Επιτροπή στήριξε τις κατηγορίες της κατά της επιχείρησης αυτής (προαναφερθείσα απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 73).

166

Όσον αφορά τη μη κοινοποίηση απαλλακτικού εγγράφου, κατά πάγια νομολογία, η οικεία επιχείρηση οφείλει απλώς να αποδείξει ότι η παράλειψη κοινοποίησης του εγγράφου αυτού μπόρεσε να επηρεάσει, σε βάρος της εν λόγω επιχείρησης, τη διεξαγωγή της διαδικασίας και το περιεχόμενο της απόφασης της Επιτροπής (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-4235, σκέψη 81, και LVM, σκέψη 318).

167

Πάντως, η προαναφερθείσα νομολογία δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, στο μέτρο που στο στάδιο αποστολής της ανακοίνωσης αιτιάσεων η προσφεύγουσα είχε πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία του φακέλου, ως είχε κατά τον συγκεκριμένο εκείνο χρόνο, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που μπορούσαν να διευκολύνουν τη συνεργασία της με την Επιτροπή, όπως προαναφέρθηκε στη σκέψη 163. Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της πρόσβασης στον φάκελο, όπως έχει ήδη διευκρινιστεί, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας τηρήθηκαν πλήρως εν προκειμένω.

168

Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ούτε ισχυρίζεται, με τα υπομνήματά της, ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στηρίχθηκε σε ένα στοιχείο της απάντησης της Clariant στην ανακοίνωση των αιτιάσεων για να θεμελιώσει τα σχετικά με την παραβατική συμπεριφορά της αποδεικτικά στοιχεία, ούτε ότι, αν είχε πρόσβαση στα μη κοινοποιηθέντα έγγραφα, η απόφαση της Επιτροπής θα ήταν διαφορετική.

169

Η μη κοινοποίηση της επίμαχης απάντησης δεν μπορεί, επομένως, αφενός, ούτε να εμπόδισε την προσφεύγουσα να δώσει χρήσιμη απάντηση επί των συμπερασμάτων που συνήγαγε η Επιτροπή με την ανακοίνωση αιτιάσεων βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο της υπόθεσης στον οποίο δεν αμφισβητεί ότι είχε πρόσβαση, ούτε, αφετέρου, να επηρέασε τη διεξαγωγή της διαδικασίας και το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης.

170

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας μη κοινοποιώντας της την απάντηση της Clariant στην ανακοίνωση αιτιάσεων.

171

Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τις περιστάσεις που επικαλείται η προσφεύγουσα, ήτοι από το ότι δεν είχε πλέον στη διάθεσή της τα κρίσιμα εμπορικά έγγραφα μετά τη μεταβίβαση των δραστηριοτήτων της στον τομέα μονοχλωριοξικού οξέος και από το ότι η Clariant είχε αρνηθεί να της τα κοινοποιήσει. Πράγματι, βάσει του γενικού καθήκοντος σύνεσης που υπέχει κάθε επιχείρηση, η προσφεύγουσα όφειλε να μεριμνά, ακόμη και υπό συνθήκες μεταβίβασης των δραστηριοτήτων της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος στην Clariant AG, για την άρτια ενημέρωση των εμπορικών βιβλίων και αρχείων της με στοιχεία που εξυπηρετούν την άσκηση της δραστηριότητάς της, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να έχει στη διάθεσή της τις αναγκαίες αποδείξεις στην περίπτωση ένδικων ή διοικητικών διαδικασιών (απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Δεκεμβρίου 2003, T-5/00 και T-6/00, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-5761, σκέψη 87).

172

Ως εκ τούτου, το σκέλος που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω μη πρόσβασης στον φάκελο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

Επί του δεύτερου σκέλους που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα της έκθεσης του συμβούλου ακροάσεων

— Επιχειρήματα των διαδίκων

173

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η τελική έκθεση του συμβούλου ακροάσεων είναι ελλιπής και προδήλως παράνομη, στο μέτρο που δεν αναπαράγει τις αιτιάσεις της προσφεύγουσας περί των διαδικαστικών παραβιάσεων και δεν παρέχει κανένα στοιχείο σχετικά με τα επιχειρήματα που προέβαλε.

174

Επιπλέον, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η έκθεση του συμβούλου ακροάσεων ότι «το δικαίωμα ακρόασης των επιχειρήσεων που μετείχαν στη συγχώνευση τηρήθηκε» είναι εσφαλμένο, καθόσον πρόκειται, εν προκειμένω, για διαδικασία σχετική με το άρθρο 81 ΕΚ. Αν η έκθεση του συμβούλου ακροάσεων είχε καταρτιστεί ορθώς, η Επιτροπή θα λάμβανε ενδεχομένως διαφορετική απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, το σώμα των επιτρόπων δεν έπρεπε να αποφανθεί πριν διορθωθεί το νομικό σφάλμα του συμβούλου ακροάσεων. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω σοβαρής παράβασης των κανόνων διαδικασίας.

175

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη αυτού του σκέλους του λόγου ακύρωσης.

— Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

176

Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι η έκθεση του συμβούλου ακροάσεων αποτελεί αμιγώς εσωτερικό έγγραφο της Επιτροπής, το οποίο δεν σκοπεί στη συμπλήρωση ή τη διόρθωση των επιχειρημάτων των επιχειρήσεων και, ως εκ τούτου, δεν περιέχει κανένα αποφασιστικής σημασίας στοιχείο το οποίο πρέπει να λάβει υπόψη ο κοινοτικός δικαστής για την άσκηση του ελέγχου του (προαναφερθείσες αποφάσεις του Πρωτοδικείου Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 375, και HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40).

177

Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από τον ελλιπή χαρακτήρα της έκθεσης του συμβούλου ακροάσεων, υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου 15 της απόφασης 2001/462/ΕΚ,ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Μαΐου 2001, σχετικά με τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (ΕΕ L 162, σ. 21), ο σύμβουλος ακροάσεων συντάσσει γραπτώς την τελική έκθεση επί του σεβασμού του δικαιώματος ακρόασης, ήτοι, μεταξύ άλλων, επί της γνωστοποίησης των εγγράφων και επί της πρόσβασης στον φάκελο, επί των προθεσμιών απάντησης στις ανακοινώσεις αιτιάσεων και επί της διεξαγωγής της ακρόασης. Προβλέπεται επίσης ότι, με την έκθεση αυτή, ο σύμβουλος ακροάσεων εξετάζει αν το σχέδιο απόφασης δέχεται μόνον τις αιτιάσεις επί των οποίων οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να γνωστοποιήσουν την άποψή τους και αν οι έρευνες ήταν αντικειμενικές.

178

Στο άρθρο 16 της απόφασης 2001/462 διευκρινίζεται επίσης ότι η τελική έκθεση του συμβούλου ακροάσεων επισυνάπτεται στο σχέδιο απόφασης που υποβάλλεται στην Επιτροπή, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ότι η Επιτροπή, όταν εκδίδει απόφαση επί συγκεκριμένης υπόθεσης, έχει λάβει πλήρη γνώση όλων των σημαντικών πληροφοριών που αφορούν τη διεξαγωγή της διαδικασίας και τον σεβασμό του δικαιώματος ακρόασης.

179

Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις, ο σύμβουλος ακροάσεων δεν έχει καθήκον να συγκεντρώνει όλες τις διαδικαστικής φύσης αιτιάσεις που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι κατά τη διοικητική διαδικασία. Οφείλει να ανακοινώνει στο σώμα των μελών της Επιτροπής μόνον τις αιτιάσεις που ασκούν επιρροή για την εκτίμηση της νομιμότητας της διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας (προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 53).

180

Eν προκειμένω, από την έκθεση του συμβούλου ακροάσεων προκύπτει ότι οι διάδικοι είχαν πρόσβαση στον φάκελο μέσω CD-ROM, ότι η προσφεύγουσα είχε καταρχάς λάβει ελλιπές κείμενο της ανακοίνωσης αιτιάσεων, αλλά της απεστάλη διορθωμένο κείμενο και ότι η προθεσμία απάντησης στην ανακοίνωση αιτιάσεων παρατάθηκε. Διευκρινίζεται ρητώς ότι, με έγγραφα της 22ας και 28ης Ιουλίου 2004, η προσφεύγουσα ζήτησε πρόσβαση στην απάντηση της Clariant AG στην ανακοίνωση αιτιάσεων και ότι ενημερώθηκε σχετικά με το ότι οι απαντήσεις των λοιπών μερών στην ανακοίνωση αιτιάσεων δεν αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα του φακέλου της έρευνας στον οποίο χορηγήθηκε εν γένει πρόσβαση. Επισημαίνεται επίσης ότι οι διάδικοι μετείχαν στην ακρόαση, πλην της Elf Aquitaine και της προσφεύγουσας, και ότι ένα σχέδιο απόφασης που υποβλήθηκε στην Επιτροπή περιλαμβάνει μόνον τις αιτιάσεις επί των οποίων οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους.

181

Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι τα διαδικαστικής φύσης ζητήματα που εγείρει η υπό κρίση υπόθεση αναφέρθηκαν από τον σύμβουλο ακροάσεων ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν όφειλε, βάσει της παραταθείσας νομολογίας (βλ. ανωτέρω σκέψη 179), να συγκεντρώσει όλες τις σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία.

182

Ως εκ τούτου, η αιτίαση που αντλείται από τον ελλιπή και μη σύννομο χαρακτήρα της έκθεσης λόγω απουσίας των ισχυρισμών περί παράβασης των κανόνων διαδικασίας και μη απάντησης στα προβληθέντα επιχειρήματα δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

183

Ακολούθως, όσον αφορά την αιτίαση περί σφάλματος στην έκθεση του συμβούλου ακροάσεων, που κάνει λόγο για «Zusammenschluss» (συγχώνευση), διαπιστώνεται, όπως τονίζει η Επιτροπή, ότι το σφάλμα αυτό εμφανίζεται μόνο στο γερμανικό κείμενο. Συγκεκριμένα, όπως απέδειξε η Επιτροπή, υπήρξαν άλλες γλωσσικές αποδόσεις, ήτοι στα γαλλικά και στα αγγλικά, οι οποίες επίσης κοινοποιήθηκαν στο σώμα των Επιτρόπων και δεν περιείχαν σφάλμα.

184

Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι στη δεύτερη παράγραφο της έκθεσης γίνεται λόγος, σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις, για «ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος».

185

Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της έκθεσης αυτής, που διευκρινίζει το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η υπό κρίση υπόθεση και δεδομένου ότι το προβαλλόμενο σφάλμα εμφανίζεται μόνο στο γερμανικό κείμενο, η υπό εξέταση αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.

186

Ως εκ τούτου, ο έκτος λόγος ακύρωσης που αντλείται από πλημμέλεια κατά τη διοικητική διαδικασία πρέπει να απορριφθεί.

Επί του έβδομου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα της διαταγής παύσης της παράβασης

Επιχειρήματα των διαδίκων

187

Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η διαταγή παύσης της παράβασης που της απευθύνθηκε με το άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης παραβιάζει το άρθρο 3 του κανονισμού 17, καθόσον αφορά ανέφικτη πράξη. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη της πλήρους παύσης των δραστηριοτήτων της στην αγορά μονοχλωριοξικού οξέος το 1997, η διαταγή παύσης της παράβασης δεν μπορεί να είναι σύννομη. Πέραν του ότι η διαταγή δίδει στους τρίτους την εσφαλμένη εντύπωση ότι υφίστανται άλλα στοιχεία τα οποία δεν εξετάστηκαν κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η διαταγή αυτή δύναται να θίξει τα ατομικά δικαιώματα των αποδεκτών της προσβαλλόμενης απόφασης.

188

Όπως υποστηρίζει, οσάκις, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, μια επιχείρηση δεν δραστηριοποιείται πλέον στην αγορά και δεν υφίσταται ούτε θεωρητικώς δυνατότητα να μετάσχει εκ νέου σε συμπράξεις στην κρίσιμη αγορά, δεν είναι πλέον δυνατό να της απευθυνθεί διαταγή.

189

Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη αυτού του λόγου ακύρωσης.

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

190

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 προβλέπουν ότι, αν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν αιτήματος ή αυτεπαγγέλτως, παράβαση των διατάξεων του άρθρου [81 ΕΚ] ή του άρθρου [82 ΕΚ], μπορεί να υποχρεώσει μέσω απόφασης τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων να παύσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση.

191

Κατά πάγια νομολογία, η εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 μπορεί να περιλαμβάνει την απαγόρευση εξακολούθησης ορισμένων δραστηριοτήτων, πρακτικών ή καταστάσεων που κρίθηκαν παράνομες, αλλά και κάθε ανάλογης συμπεριφοράς στο μέλλον. Επιπλέον, στο μέτρο που η εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 πρέπει να αποτελεί συνάρτηση της διαπιστωθείσας παράβασης, η Επιτροπή έχει την εξουσία να προσδιορίζει την έκταση των υποχρεώσεων που υπέχουν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, προκειμένου να παύσει η εν λόγω παράβαση (βλ. προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 1249 και 1250 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

192

Εν προκειμένω, κατά το άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης:

«Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 υποχρεούνται να παύσουν αμελλητί τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό παραβάσεις, αν δεν τις έχουν ήδη παύσει.

Υποχρεούνται να μην επαναλάβουν οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο άρθρο 1, καθώς και οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά με παρεμφερές αντικείμενο ή σκοπό.»

193

Ανάλογες διαταγές εμπίπτουν προδήλως στην εξουσία της Επιτροπής κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 και εφεξής κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003. Συγκεκριμένα, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις που μετείχαν στη σύμπραξη να μην επαναλάβουν οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά προβλεπόμενη από το άρθρο 1, ήτοι την κατανομή ποσοστώσεων παραγωγής και πελατών, τη συμφωνημένη αύξηση των τιμών, την καθιέρωση μηχανισμού συμψηφισμού, την ανταλλαγή πληροφοριών επί του όγκου πωλήσεων και των τιμών, τη συμμετοχή σε τακτικές συνεδριάσεις και άλλες συσκέψεις με σκοπό την εφαρμογή των προαναφερθέντων περιορισμών, καθώς και κάθε άλλη πράξη ή συμπεριφορά με παρεμφερή σκοπό ή αποτέλεσμα, η Επιτροπή προσδιόρισε τις συνέπειες που απορρέουν, όσον αφορά τη μελλοντική συμπεριφορά τους, από τη διαπίστωση του μη σύννομου χαρακτήρα κατά το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης.

194

Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της προσβαλλόμενης απόφασης διευκρινίζει ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να παύσουν την παράβαση μόνον εφόσον δεν την έχουν ακόμη παύσει. Συνεπώς, αν η προσφεύγουσα έχει μεταβιβάσει τις δραστηριότητές της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος και έχει παύσει την παράβαση κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, το άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης δεν την αφορά.

195

Ως εκ τούτου, ο λόγος ακύρωσης που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα του άρθρου 3 της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να γίνει δεκτός.

Επί του τελικού ποσού του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου

196

Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος που περιλαμβάνει η ανωτέρω σκέψη 101, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να μεταρρυθμιστεί, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη, βάσει του σημείου Δ, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά. Στο πλαίσιο αυτό, το επιβληθέν στην προσφεύγουσα πρόστιμο πρέπει να μειωθεί κατά 10%.

197

Κατά τα λοιπά, οι εκτιμήσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού που εφάρμοσε δεν μεταβάλλονται.

198

Το τελικό ποσό του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου υπολογίζεται, συνεπώς, ως εξής: το αρχικό ποσό προστίμου ύψους 21 εκατομμυρίων ευρώ αυξάνεται κατά 135% προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διάρκεια της παράβασης. Το βασικό ποσό προστίμου καθορίζεται, επομένως, σε 49,35 εκατομμύρια ευρώ. Επί του βασικού αυτού ποσού εφαρμόζεται αύξηση 50% λόγω της υποτροπής της προσφεύγουσας, ήτοι ποσό 74,03 εκατομμυρίων ευρώ. Το συνολικό αυτό ποσό πρέπει, τέλος, να μειωθεί κατά 10% βάσει του σημείου Δ, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της ανακοίνωσης περί συνεργασίας, ήτοι να μειωθεί κατά 7,403 εκατομμύρια ευρώ. Κατά συνέπεια, το τελικό ποσό του προστίμου ανέρχεται σε 66,627 εκατομμύρια ευρώ.

Επί των δικαστικών εξόδων

199

Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το Πρωτοδικείο μπορεί να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, πρέπει να αποφασιστεί ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (έβδομο τμήμα)

αποφασίζει:

 

1)

Το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται στη Hoechst AG κατά το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της απόφασης C(2004) 4876 τελικό της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 2005, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση COMP/E-1/37.773 – Μονοχλωριοξικό οξύ), καθορίζεται σε 66,627 εκατομμύρια ευρώ.

 

2)

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.

 

3)

Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

 

Forwood

Šváby

Truchot

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

(υπογραφές)

Πίνακας περιεχομένων

 

Ιστορικό της διαφοράς και προσβαλλόμενη απόφαση

 

Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων

 

Σκεπτικό

 

Επί του πρώτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από την έλλειψη ευθύνης της προσφεύγουσας όσον αφορά την επικρινόμενη σύμπραξη λόγω της μεταβίβασης των δραστηριοτήτων της στον τομέα του μονοχλωριοξικού οξέος

 

Επιχειρήματα των διαδίκων

 

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

 

Επί του δεύτερου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα του επιβληθέντος προστίμου

 

Επιχειρήματα των διαδίκων

 

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

 

Επί του τρίτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από μη τήρηση της ανακοίνωσης περί συνεργασίας

 

Επιχειρήματα των διαδίκων

 

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

 

Επί του τέταρτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από πλάνη εκτίμησης κατά τον υπολογισμό του βασικού ποσού του προστίμου

 

Επί της πρώτης αιτίασης, που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του βασικού ποσού του προστίμου σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς

 

— Επιχειρήματα των διαδίκων

 

— Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

 

Επί της δεύτερης αιτίασης, που αντλείται από τον δυσανάλογο χαρακτήρα του βασικού ποσού του προστίμου από πλευράς της κατάταξης των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων σε κατηγορίες

 

— Επιχειρήματα των διαδίκων

 

— Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

 

Επί του πέμπτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από αδικαιολόγητη αύξηση του προστίμου λόγω υποτροπής

 

Επιχειρήματα των διαδίκων

 

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

 

Επί του έκτου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από πλημμέλεια κατά τη διοικητική διαδικασία

 

Επί του πρώτου σκέλους περί ανεπαρκούς πρόσβασης στον φάκελο

 

— Επιχειρήματα των διαδίκων

 

— Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

 

Επί του δεύτερου σκέλους που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα της έκθεσης του συμβούλου ακροάσεων

 

— Επιχειρήματα των διαδίκων

 

— Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

 

Επί του έβδομου λόγου ακύρωσης, που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα της διαταγής παύσης της παράβασης

 

Επιχειρήματα των διαδίκων

 

Εκτίμηση του Πρωτοδικείου

 

Επί του τελικού ποσού του επιβληθέντος στην προσφεύγουσα προστίμου

 

Επί των δικαστικών εξόδων


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.