Λέξεις κλειδιά
Περίληψη

Λέξεις κλειδιά

1. Περιβάλλον — Απόβλητα — Οδηγία 75/442 — Έννοια του αποβλήτου

(Άρθρο 174 § 2 ΕΚ· οδηγία 75/442 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, άρθρο 1, στοιχείο α΄)

2. Περιβάλλον — Απόβλητα — Οδηγία 75/442 — Έννοια του αποβλήτου

(Οδηγία 75/442 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, άρθρο 1, στοιχείο α΄)

3. Περιβάλλον — Απόβλητα — Οδηγία 75/442 — Πεδίο εφαρμογής

(Οδηγία 75/442 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, άρθρα 1, στοιχείο α΄, και 2 § 1)

Περίληψη

1. Ο χαρακτηρισμός μιας ουσίας ή ενός αντικειμένου ως «αποβλήτου», κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, προκύπτει κυρίως από τη συμπεριφορά του κατόχου του και από τη σημασία της λέξεως «απορρίπτω». Οι λέξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα όχι μόνον του ουσιώδους σκοπού της οδηγίας, ο οποίος, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική της σκέψη, συνίσταται στην προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς επιδράσεις που προκαλούνται από τη συγκέντρωση, τη μεταφορά, την επεξεργασία, την εναποθήκευση και την απόθεση των αποβλήτων, αλλά και του άρθρου 174, παράγραφος 2, ΕΚ, που ορίζει ότι η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης. Επομένως, οι ως άνω λέξεις και συνεπώς η έννοια του «αποβλήτου» δεν μπορούν να ερμηνεύονται στενά.

(βλ. σκέψεις 32-33)

2. Η πραγματική ύπαρξη «αποβλήτου» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, πρέπει να εξακριβώνεται με βάση το σύνολο των περιστάσεων, πρέπει δε να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός της οδηγίας αυτής και να υπάρχει μέριμνα ώστε να μη θίγεται η αποτελεσματικότητά της.

Έτσι, ορισμένες περιστάσεις μπορεί να συνιστούν ενδείξεις της υπάρξεως ενεργείας, προθέσεως ή υποχρεώσεως «απορρίψεως» μιας ουσίας ή ενός αντικειμένου, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν η χρησιμοποιούμενη ουσία είναι υπόλειμμα παραγωγής, δηλαδή προϊόν του οποίου η παραγωγή δεν επιδιώχθηκε αυτή καθεαυτή, η δε μέθοδος επεξεργασίας ή ο τρόπος χρήσεως μιας ουσίας δεν είναι καθοριστικά για τον χαρακτηρισμό ή μη της ουσίας αυτής ως αποβλήτου.

Πέραν του κριτηρίου που αντλείται από τη φύση μιας ουσίας ως υπολείμματος παραγωγής, ο βαθμός της πιθανότητας επαναχρησιμοποιήσεως της ουσίας αυτής χωρίς εργασία προηγούμενης επεξεργασίας συνιστά κατάλληλο κριτήριο για να εκτιμηθεί αν η εν λόγω ουσία αποτελεί ή όχι απόβλητο κατά την έννοια της οδηγίας. Αν, πέραν της απλής δυνατότητας επαναχρησιμοποιήσεως της οικείας ουσίας, ο κάτοχος έχει οικονομικό όφελος να το πράξει, η πιθανότητα επαναχρησιμοποιήσεως αυτής είναι μεγάλη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οικεία ουσία δεν μπορεί πλέον να θεωρείται βάρος το οποίο ο κάτοχος επιθυμεί να «απορρίψει», αλλά γνήσιο προϊόν

Ωστόσο, το γεγονός και μόνον ότι μια ουσία προορίζεται να επαναχρησιμοποιηθεί ή μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί δεν μπορεί να είναι καθοριστικό για τον χαρακτηρισμό της ή όχι ως αποβλήτου. Ένα αγαθό, ένα υλικό ή μια πρώτη ύλη που προκύπτουν από διαδικασία παραγωγής η οποία δεν προορίζεται να τα παραγάγει δεν μπορούν να θεωρηθούν υποπροϊόντα τα οποία ο κάτοχος δεν επιθυμεί να απορρίψει, παρά μόνον αν η επαναχρησιμοποίησή τους, ακόμη και για τις ανάγκες επιχειρηματιών διαφορετικών από αυτόν που τα παρήγαγε, είναι όχι μόνον ενδεχόμενη, αλλά βεβαία, δεν απαιτεί προηγούμενη επεξεργασία και αποτελεί τμήμα συνεχούς διαδικασίας παραγωγής ή χρησιμοποιήσεως.

(βλ. σκέψεις 34-35, 38, 40, 49-50)

3. Δεδομένου ότι κανένα καθοριστικό κριτήριο δεν προτείνεται από την οδηγία 75/442, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, για τη διευκρίνιση της βουλήσεως του κατόχου να απορρίψει μια συγκεκριμένη ουσία ή ένα αντικείμενο, τα κράτη μέλη, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, είναι ελεύθερα να επιλέγουν τον τρόπο αποδείξεως των διαφόρων στοιχείων που ορίζονται στις οδηγίες που μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο, εφόσον τούτο δεν θίγει την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, τα κράτη μέλη μπορούν, επί παραδείγματι, να ορίζουν διάφορες κατηγορίες αποβλήτων, προκειμένου ιδίως να διευκολύνουν την οργάνωση και τον έλεγχο της διαχειρίσεώς τους, εφόσον εκπληρούνται οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία ή από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και αφορούν τα απόβλητα αυτά και εφόσον ο αποκλεισμός ενδεχομένων κατηγοριών από το πεδίο εφαρμογής των νομοθετημάτων περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.

(βλ. σκέψη 41)