Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Στην υπόθεση C-60/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia (Ιταλία) με απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Φεβρουαρίου 2005, στο πλαίσιο της δίκης
WWF Italia κ.λπ.
κατά
Regione Lombardia,
παρισταμένων των:
Associazione migratoristi italiani
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J. Makarczyk, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), P. Kūris και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: K. Sztranc, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Δεκεμβρίου 2005,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η WWF Italia και η Lega per l’abolizione de la caccia, εκπροσωπούμενες από τον C. Linzola, avvocato,
– η Regione Lombardia, εκπροσωπούμενη από τους P. D. Vivone και S. Gallonetto, avvocati,
– η Associazione migratoristiitaliani, εκπροσωπούμενη από τους I. Gorlani και Σ. Α. Παππά, avvocati,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον A. Cingolo, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον M. van Beek και την D. Recchia,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202, στο εξής: οδηγία).
2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της ενώσεως WWF Italia και άλλων τριών ενώσεων και, αφετέρου, της Regione Lombardia σχετικά με τη σύλληψη των ειδών του σπίνου (Fringilla coelebs) και του χειμωνόσπινου (Fringilla montifringilla) για την κυνηγετική περίοδο 2003/2004.
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
3. Σύμφωνα με το άρθρο της 1, η οδηγία έχει ως αντικείμενο την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση και κανονίζει την εκμετάλλευσή τους.
4. Προς τον σκοπό αυτόν, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να εγκαθιδρύσουν ένα γενικό καθεστώς προστασίας που να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση της εκ προθέσεως θανατώσεως, συλλήψεως ή ενοχλήσεως των πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1, καθώς και της καταστροφής των φωλεών τους.
5. Ωστόσο, το άρθρο 9 της οδηγίας επιτρέπει ορισμένες εξαιρέσεις, ορίζοντας τα εξής:
«1. Εφόσον δεν υπάρχουν άλλες ικανοποιητικές λύσεις τα κράτη μέλη μπορούν να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις των άρθρων 5, 6, 7 και 8 για τους εξής λόγους:
α) – για λόγους υγείας και δημόσιας ασφάλειας,
– για λόγους αεροπορικής ασφάλειας,
– για να προληφθούν σοβαρές ζημιές στις καλλιέργειες, στα οικιακά ζώα, στα δάση, στην αλιεία και στα ύδατα,
– για την προστασία της χλωρίδας και πανίδας,
β) για ερευνητικούς και διδακτικούς σκοπούς, για σκοπούς εμπλουτισμού πληθυσμών και επανεισαγωγής, καθώς και για εκτροφή σχετική με αυτές τις ενέργειες
γ) για να επιτραπεί με αυστηρά ελεγχόμενους όρους και τρόπο επιλεκτικό η σύλληψη, η κράτηση και η ορθολογική εκμετάλλευση ορισμένων πτηνών σε μικρές ποσότητες.
2. Οι εξαιρέσεις πρέπει να μνημονεύουν:
– τα είδη που αποτελούν αντικείμενο εξαιρέσεων,
– τα επιτρεπόμενα μέσα, εγκαταστάσεις ή μεθόδους συλλήψεως ή θανατώσεως,
– τις συνθήκες κινδύνου και τις χρονικές και τοπικές περιστάσεις στις οποίες οι εξαιρέσεις μπορούν να εφαρμοσθούν,
– την αρχή η οποία είναι αρμόδια να δηλώσει ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και να αποφασίσει ποια μέσα, εγκαταστάσεις ή μέθοδοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε ποια όρια και από ποια πρόσωπα,
– τους ελέγχους που θα πραγματοποιηθούν.
[…]»
Το εσωτερικό δίκαιο
6. Το άρθρο 9 της οδηγίας μεταφέρθηκε στην ιταλική έννομη τάξη με το άρθρο 19 bis του νόμου 157/1992, της 11ης Φεβρουαρίου 1992, για την προστασία της ομοιόθερμης άγριας πανίδας και τη θήρα (legge 11 febbraio 1992, n. 157, Norme per la protezione della fauna selvatica omeoterma e per il prelievo venatorio, τακτικό συμπλήρωμα της GURI [Επίσημης Εφημερίδας της Ιταλικής Δημοκρατίας] αριθ. 46, της 25ης Φεβρουαρίου 1992), όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 221, της 3ης Οκτωβρίου 2002 (GURI αριθ. 239, της 11ης Οκτωβρίου 2002, στο εξής: νόμος 157/1992), το οποίο ορίζει τα εξής:
«1. Οι περιφέρειες ρυθμίζουν την εφαρμογή των εξαιρέσεων που προβλέπονται από την οδηγία 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, συμμορφούμενες προς τις διατάξεις του άρθρου 9, προς τις αρχές και τους σκοπούς των άρθρων 1 κι 2 της εν λόγω οδηγίας, καθώς και προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
2. Αν δεν υπάρχει καμία άλλη ικανοποιητική λύση, οι εξαιρέσεις μπορούν να εγκριθούν μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ και πρέπει να μνημονεύουν τα είδη τα οποία αφορούν, τα επιτρεπόμενα μέσα, τις εγκαταστάσεις και μεθόδους θηρεύσεως των πτηνών, τις συνθήκες κινδύνου, τις χρονικές και τοπικές περιστάσεις θηρεύσεως, τον αριθμό των ζώων που μπορούν να θηρευθούν ημερησίως και καθ’ όλη τη διάρκεια της κυνηγετικής περιόδου, τους ελέγχους και τις μορφές επιβλέψεως στις οποίες υπόκειται η θήρευση και τα αρμόδια για την επίβλεψη αυτή όργανα, με την επιφύλαξη του άρθρου 27, παράγραφος 2. Τα πρόσωπα που έχουν άδεια για κατ’ εξαίρεση θήρευση πτηνών ορίζονται από τις περιφέρειες, σε συνεννόηση με τους κατά τόπους κυνηγετικούς συλλόγους […] και τις αλπικές ζώνες.
3. Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ισχύουν για ορισμένα χρονικά διαστήματα, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Istituto Nazionale per la Fauna Selvatica [εθνικού ιδρύματος για την άγρια πανίδα] (INFS) ή άλλων αναγνωρισμένων περιφερειακών ιδρυμάτων, και δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να έχουν ως αντικείμενο είδη πτηνών των οποίων ο πληθυσμός παρουσιάζει έντονη αριθμητική μείωση.
4. Κατόπιν προτάσεως του Υπουργού Περιφερειακών Υποθέσεων, σε συνεννόηση με τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Χωροταξίας και μετά από διατύπωση γνώμης του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου μπορεί, αφού οχληθεί η οικεία περιφέρεια, να ακυρώσει τις σχετικές με εξαιρέσεις αποφάσεις της που έχουν εκδοθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου και της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ.
5. Μέχρι τις 30 Ιουνίου κάθε έτους, κάθε περιφέρεια διαβιβάζει στον πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου ή, ανάλογα με την περίπτωση, στον Υπουργό Περιφερειακών Υποθέσεων, στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της περιοχής, στον Υπουργό Αγροτικής και Δασικής Πολιτικής και στον Υπουργό Κοινοτικών Πολιτικών, καθώς και στο Istituto Nazionale per la Fauna Selvatica (INFS), έκθεση για την εφαρμογή των εξαιρέσεων που προβλέπει το παρόν άρθρο· η έκθεση αυτή διαβιβάζεται επίσης στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές. Ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της περιοχής διαβιβάζει κάθε χρόνο στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την έκθεση του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ».
7. Ο περιφερειακός νόμος 18/2002 της Regione Lombardia, της 2ας Αυγούστου 2002, εκδόθηκε βάσει του άρθρου 19 bis του νόμου 157/1992. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, αυτού του περιφερειακού νόμου επιτρέπει τη σύλληψη των ειδών του σπίνου και του χειμωνόσπινου.
8. Το άρθρο 4 του νόμου αυτού προβλέπει ότι ο πρόεδρος της Giunta regionale de la Lombardia διατάσσει, αφού λάβει τη γνώμη του Istituto nazionale per la Fauna Selvatica (εθνικού ινστιτούτου άγριας πανίδας, στο εξής: INFS), μέτρα περιορισμού ή αναστολής της θηρεύσεως πτηνών που επιτρέπεται βάσει του εν λόγω νόμου, σε περίπτωση αρνητικών εξελίξεων στην κατάσταση των πληθυσμών που αποτελούν το αντικείμενο της κατ’ εξαίρεση θηρεύσεως, κατά το ως άνω άρθρο 2.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
9. Με την προσφυγή τους ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ζητούν την αναστολή και την ακύρωση της αποφάσεως 14250 της Giunta regionale della Lombardia, της 15ης Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με τη θήρευση ορισμένου αριθμού άγριων πτηνών που ανήκουν στα είδη του σπίνου και του χειμωνόσπινου κατά την κυνηγετική περίοδο 2003/2004. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του προμνημονευθέντος περιφερειακού νόμου 18/2002.
10. Σε δύο υπομνήματά του της 14ης Μαΐου και της 24ης Ιουνίου 2003, το INFS διατύπωσε την εκτίμηση ότι ο μέγιστος αριθμός πτηνών που μπορούσαν να θηρευθούν στο σύνολο της ιταλικής επικράτειας για την κυνηγετική περίοδο 2003/2004 ανερχόταν σε 1 500 000 για το είδος του σπίνου και σε 52 000 για το είδος του χειμωνόσπινου.
11. Στη συνέχεια, οι ποσοστώσεις των ειδών των οποίων επιτρεπόταν η θήρευση κατανεμήθηκαν μεταξύ ορισμένων ιταλικών περιφερειών. Έτσι, βάσει των συμφωνιών που συνήφθησαν, στη Regione Lombardia παραχωρήθηκε η ποσόστωση θηρεύσεως 360 000 σπίνων και 32 000 χειμωνόσπινων.
12. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι η άδεια της κατ’ εξαίρεση θηρεύσεως πτηνών που χορήγησε η Regione Lombardia δεν είναι νόμιμη και αιτιολόγησαν τον ισχυρισμό τους με τους εξής λόγους:
– η άδεια αυτή προβλέπει τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως των εν λόγω ειδών ως ζωντανών κραχτών, ενώ αμφότερα αποτελούν προστατευόμενα είδη·
– η σχετική απόφαση είναι συνέπεια της κατανομής της ανώτατης ποσοστώσεως που όρισε το INFS σε εθνικό επίπεδο μεταξύ πέντε μόνον περιφερειών·
– δεν προβλέφθηκαν οι απαιτούμενοι, βάσει του άρθρου 9, έλεγχοι της οδηγίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση των ανώτατων ποσοστώσεων θηρεύσεως πτηνών.
13. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστήριξαν επίσης ότι το άρθρο 19 bis του νόμου 157/1992 είναι αντίθετο προς την οδηγία, καθόσον αναθέτει στις περιφέρειες την εξουσία ρυθμίσεως της εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπονται από την οδηγία χωρίς να προσδιορίζει τον τρόπο καθορισμού και τηρήσεως της μέγιστης ποσοστώσεως των πτηνών που μπορούν να θηρευθούν στο σύνολο της εθνικής επικράτειας.
14. Η καθής της κύριας δίκης επισήμανε ότι το άρθρο 19 bis του νόμου 157/1992 αναθέτει στις περιφέρειες το έργο της ρυθμίσεως της θηρεύσεως πτηνών κατ’ εξαίρεση του καθεστώτος προστασίας που προβλέπει η οδηγία, κατόπιν υποχρεωτικής μεν, αλλά μη δεσμευτικής γνωμοδοτήσεως του INFS ή άλλων αναγνωρισμένων περιφερειακών ιδρυμάτων.
15. Το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το αν το άρθρο 19 bis του νόμου 157/1992 εξασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας. Παρατηρεί, συγκεκριμένα, ότι η οδηγία αυτή εξαρτά τον καθορισμό της μέγιστης ποσοστώσεως των πτηνών που μπορούν να θηρευθούν από τη μη δεσμευτική, καίτοι υποχρεωτική, γνωμοδότηση του INFS ή άλλων αναγνωρισμένων περιφερειακών ιδρυμάτων, χωρίς να προβλέπει σύστημα δεσμευτικού καθορισμού της ποσοστώσεως αυτής για το σύνολο της εθνικής επικράτειας ούτε κάποιο μηχανισμό για τον καθορισμό του τρόπου κατανομής της εθνικής ποσοστώσεως πτηνών που μπορούν να θηρευθούν σε εθνικό επίπεδο. Τέλος, το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι το σύστημα ελέγχου της συμφωνίας των περιφερειακών μέτρων με τις εθνικές και κοινοτικές ρυθμίσεις είναι υπερβολικά χρονοβόρο και δεν επιτρέπει την ταχύτητα που απαιτείται προκειμένου να αποφεύγεται η παράνομη θήρευση κατά τη διάρκεια της σύντομης περιόδου (40 περίπου ημερών) εφαρμογής της εξαιρέσεως.
16. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Πρέπει η οδηγία 79/409/ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως της εσωτερικής κατανομής των αρμοδιοτήτων που καθιερώνει η εθνική έννομη τάξη μεταξύ κράτους και περιφερειών, οφείλουν να θεσπίζουν εκ των προτέρων διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας οι οποίες να ανταποκρίνονται σε όλες τις καταστάσεις που η ίδια οδηγία θεωρεί άξιες προστασίας, ειδικότερα όσον αφορά την εγγύηση ότι η κατ’ εξαίρεση θήρευση πτηνών δεν θα υπερβαίνει τις μικρές ποσότητες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας;
2) Πρέπει, όσον αφορά ειδικότερα τον αριθμό τις ποσότητες των κατ’ εξαίρεση θηρευομένων πτηνών, η οδηγία 79/409/ΕΚ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο πρέπει να αναφέρεται σε καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί κριτήριο, το οποίο μάλιστα να προσδιορίζεται από αρμόδιους τεχνικούς οργανισμούς, ώστε η κατ’ εξαίρεση θήρευση να πραγματοποιείται βάσει δεικτών που καθορίζουν αντικειμενικά ένα ποσοτικό όριο του οποίου δεν μπορεί να υπάρξει υπέρβαση τόσο σε εθνικό όσο και περιφερειακό επίπεδο, λαμβανομένων υπόψη των υφισταμένων πιθανώς διαφορετικών περιβαλλοντικών συνθηκών;
3) Συνιστά ορθή εφαρμογή του άρθρου 9 της οδηγίας 79/409/ΕΚ η εθνική κανονιστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 19 bis του νόμου 157/92, καθόσον εξαρτά από υποχρεωτική μεν, αλλά όχι δεσμευτική, γνωμοδότηση του INFS τον προσδιορισμό του κριτηρίου αυτού, χωρίς όμως να προβλέπει διαδικασία συνεννοήσεως μεταξύ των περιφερειών που να καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό την κατανομή, για κάθε είδος, του μέγιστου αριθμού των κατ’ εξαίρεση θηρευομένων πτηνών, ο οποίος ορίζεται σε εθνικό επίπεδο ως μικρή ποσότητα;
4) Είναι πρόσφορη για την εξασφάλιση της πραγματικής εφαρμογής της οδηγίας 79/409/ΕΚ η διαδικασία ελέγχου του άρθρου 19 bis του νόμου 157/1992, αφορώσα τη συμφωνία προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση της κατ’ εξαίρεση θηρεύσεως που επιτρέπεται από τις ιταλικές περιφέρειες, κατά το μέτρο που προηγείται της διαδικασίας αυτής μια φάση οχλήσεως και, επομένως, απαιτείται χρόνος για τεχνικούς λόγους, ο οποίος είναι επίσης αναγκαίος για τη θέσπιση και δημοσίευση του μέτρου και κατά τη διάρκεια του οποίου παρέρχεται η σύντομη περίοδος για την οποία έχει επιτραπεί η θήρευση πτηνών;»
Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
17. Η Regione Lombardia και η Associazione migratoristi italiani αμφισβητούν το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων, καθότι το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να αποφανθεί επί της λυσιτέλειας και της νομιμότητας της κατανομής αρμοδιοτήτων στο εσωτερικό της Ιταλικής Δημοκρατίας. Εξάλλου, τα ερωτήματα που τίθενται από το εθνικό δικαστήριο έχουν ως αντικείμενο τη συμφωνία των εθνικών διατάξεων με το άρθρο 9 της οδηγίας.
18. Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, καίτοι είναι αληθές ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της προδικαστικής παραπομπής, δεν μπορεί να αποφαίνεται επί ζητημάτων που εμπίπτουν στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών ούτε επί της συμφωνίας των εθνικών διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί, πάντως, να παράσχει εκείνα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που θα επιτρέψουν στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί του νομικού ζητήματος που εκκρεμεί ενώπιόν του (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1989, C‑150/88, Parfümerie-Fabrik 4711, Συλλογή 1989, σ. I‑3891, σκέψη 12, και της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑124/99, Borawitz, Συλλογή 2000, σ. I‑7293, σκέψη 17).
19. Τούτου δεν θα συνέβαινε σε περίπτωση όπου θα ήταν πρόδηλον ότι η διάταξη του κοινοτικού δικαίου που υποβλήθηκε προς ερμηνεία στο Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει εφαρμογή (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990, C‑297/88 και C‑197/89, Dzodzi, Συλλογή 1990, σ. I‑3763, σκέψη 40). Εν προκειμένω, όμως, η περίπτωση αυτή δεν συντρέχει.
20. Από τη διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων και από το αιτιολογικό της αποφάσεως περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής από τα κράτη μέλη των εξαιρέσεων που προβλέπει η διάταξη αυτή. Το εν λόγω δικαστήριο ζητεί ιδίως να διευκρινιστεί η έκταση του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως υπό το πρίσμα της εφαρμογής της στο πλαίσιο μιας αποκεντρωμένης κρατικής δομής.
21. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι η ερμηνεία αυτή του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας μπορεί να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα αναγκαία στοιχεία που θα του επιτρέψουν να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
22. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τα προδικαστικά ερωτήματα υποβάλλονται παραδεκτώς.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
23. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει, κατ’ ουσίαν, εάν οι εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας, και ιδίως η προϋπόθεση του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, σύμφωνα με την οποία οι ενδεχόμενες εξαιρέσεις στη θήρευση πρέπει να περιορίζονται σε «μικρές ποσότητες» πτηνών, πρέπει να διέπουν το σύνολο των καταστάσεων που υπόκεινται στο καθεστώς προστασίας που προβλέπει η οδηγία αυτή.
24. Συναφώς, επιβάλλεται κατ’ αρχάς η υπόμνηση ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, τα κριτήρια βάσει των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις απαγορεύσεις που προβλέπονται στην οδηγία πρέπει να περιλαμβάνονται σε εθνικές διατάξεις επαρκώς σαφείς και συγκεκριμένες, δεδομένου ότι η ακριβής μεταφορά της οδηγίας έχει πάντως ιδιαίτερη σημασία σε ζητήματα όπου η διαχείριση της κοινής κληρονομιάς έχει ανατεθεί στα κράτη μέλη, όσον αφορά το έδαφος του καθενός από αυτά (βλ. υπ’ αυτή την έννοια, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987, 247/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1987, σ. 3029, σκέψη 9, και της 27ης Απριλίου 1988, 252/85, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1988, σ. 2243, σκέψη 5).
25. Επιβάλλεται επίσης η επισήμανση ότι, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που σχετίζονται με την έγκριση εξαιρέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας, οι αρχές των κρατών μελών οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη διάφορα στοιχεία εκτιμήσεως που αφορούν γεωγραφικά, κλιματικά, περιβαλλοντικά και βιολογικά δεδομένα, καθώς και, ιδίως, την κατάσταση όσον αφορά την αναπαραγωγή και τη συνολική ετήσια θνησιμότητα από φυσικά αίτια των διαφόρων ειδών.
26. Όσον αφορά τα εν λόγω στοιχεία εκτιμήσεως, το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις του της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C‑79/03, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2004, σ. I 11619, σκέψη 36), και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑344/03, Επιτροπή κατά Φινλανδίας (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 53), έκρινε ότι, σύμφωνα με το έγγραφο που τιτλοφορείται «Δεύτερη έκθεση [της Επιτροπής] για την εφαρμογή της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών» [COM(93) 572 τελικό, 24 Νοεμβρίου 1993], ως «μικρή ποσότητα» πρέπει να θεωρείται η σύλληψη αριθμού μικρότερου του 1 % της συνολικής ετήσιας θνησιμότητας του σχετικού πληθυσμού (μέση τιμή) για τα είδη των οποίων η θήρα δεν επιτρέπεται και της τάξεως του 1 % για τα είδη των οποίων επιτρέπεται η θήρα. Το Δικαστήριο επισήμανε σχετικώς ότι τα ποσοτικά αυτά στοιχεία βασίζονται στις εργασίες της επιτροπής ORNIS για την προσαρμογή της οδηγίας στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο, που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας και αποτελείται από εκπροσώπους των κρατών μελών.
27. Από τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 41, και Επιτροπή κατά Φινλανδίας, σκέψη 54, προκύπτει επίσης ότι τα ως άνω ποσοστά, καίτοι δεν έχουν νομικώς δεσμευτικό χαρακτήρα, εντούτοις, λόγω του επιστημονικού κύρους που έχουν οι γνώμες της επιτροπής ORNIS και της ελλείψεως οποιασδήποτε αντίθετης επιστημονικής αποδείξεως, μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το Δικαστήριο ως βάση αναφοράς προκειμένου να εκτιμήσει αν μία εξαίρεση που χορηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας είναι σύμφωνη με τη διάταξη αυτή (βλ. κατ’ αναλογία, όσον αφορά το λυσιτελές επιστημονικών δεδομένων στον τομέα της ορνιθολογίας, αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1998, C‑3/96, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1998, σ. I‑3031, σκέψεις 69 και 70, καθώς και της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑374/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2000, σ. I‑10799, σκέψη 25).
28. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως της εσωτερικής κατανομής αρμοδιοτήτων που καθιερώνει η εσωτερική τους έννομη τάξη, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβλέπουν ένα νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο που να εγγυάται ότι η θήρευση πτηνών πραγματοποιείται στο πλαίσιο της τηρήσεως της προϋποθέσεως περί «μικρών ποσοτήτων» που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας και βάσει συγκεκριμένων επιστημονικών στοιχείων, ανεξαρτήτως του είδους για το οποίου πρόκειται.
29. Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως της εσωτερικής κατανομής αρμοδιοτήτων που καθιερώνει η εσωτερική τους έννομη τάξη, να διασφαλίζουν ότι, κατά τη θέσπιση μέτρων μεταφοράς της διατάξεως αυτής, σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπεται από αυτήν και για όλα τα προστατευόμενα είδη, η επιτρεπόμενη θήρευση πτηνών δεν υπερβαίνει ένα όριο σύμφωνο με τον περιορισμό της εν λόγω θηρεύσεως σε μικρές ποσότητες που επιβάλλει η διάταξη αυτή, το οποίο πρέπει να καθορίζεται βάσει συγκεκριμένων επιστημονικών δεδομένων.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
30. Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο διερωτάται κατ’ ουσίαν σχετικά με τον βαθμό ακριβείας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας όσον αφορά τις τεχνικές παραμέτρους βάσει των οποίων μπορεί να καθοριστεί ένα ποσοστό που ανταποκρίνεται στην έννοια των «μικρών ποσοτήτων» πτηνών, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
31. Πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η προϋπόθεση των «μικρών ποσοτήτων» στις οποίες πρέπει να περιορίζονται η κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη θήρευση πτηνών δεν μπορεί να καθορίζεται με ένα απόλυτο κριτήριο, αλλά σε σχέση με το μέγεθος του πληθυσμού του οικείου είδους και τους ετήσιους ρυθμούς αναπαραγωγής και θνησιμότητάς του.
32. Συναφώς, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν μπορούν να χορηγηθούν εξαιρέσεις δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας παρά μόνον εάν υπάρχει εγγύηση ότι ο πληθυσμός των συγκεκριμένων ειδών θα διατηρηθεί σε ικανοποιητικό επίπεδο. Αν δεν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, η θήρευση των πτηνών δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ως ορθολογική και, επομένως, ως επιτρεπτή εκμετάλλευση κατά την έννοια της ενδέκατης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C‑182/02, Ligue pour la protection des oiseaux κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I‑12105, σκέψη 17).
33. Υπ’ αυτές τις συνθήκες και προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να κάνουν χρήση των εξαιρέσεων του άρθρου 9 της οδηγίας μόνον κατά τρόπο σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο, το εθνικό νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να είναι τέτοιο ώστε η εφαρμογή των περιλαμβανόμενων σε αυτό εξαιρετικών διατάξεων να ανταποκρίνονται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.
34. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Μαρτίου 1996, C‑118/94, Associazione italiana per il WWF κ.λπ., (Συλλογή 1996, σ. I‑1223, σκέψεις 23, 25 και 26), η σχετική εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία οφείλει να καθορίζει τα κριτήρια εξαιρέσεως κατά τρόπο σαφή και ακριβή και να υποχρεώνει τις επιφορτισμένες με την εφαρμογή τους αρχές να τα λαμβάνουν υπόψη. Στην περίπτωση καθεστώτος εξαιρέσεως, το οποίο πρέ πει να εφαρμόζεται στενά και να προβλέπει ότι το βάρος αποδείξεως της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων για κάθε εξαίρεση φέρει η αρχή που λαμβάνει τη σχετική απόφαση, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε επέμβαση που θίγει τα προστατευόμενα είδη επιτρέπεται μόνο βάσει αποφάσεων που περιέχουν ακριβή και επαρκή αιτιολογία, μνημονεύουσα τους λόγους, τις προϋποθέσεις και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 9 της οδηγίας.
35. Εξάλλου, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι υπάρχουν σημαντικές ποσοτικές διακυμάνσεις μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών πτηνών, παρότι κάθε απόφαση που εισάγει εξαίρεση από το καθεστώς προστασίας που επιβάλλει η οδηγία πρέπει να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση του είδους για το οποίο πρόκειται.
36. Επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι εθνικές διατάξεις περί μεταφοράς της οδηγίας που σχετίζονται με την έννοια των «μικρών ποσοτήτων», στην οποία αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, πρέπει να παρέχουν στις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση άδειας κατ’ εξαίρεση θηρεύσεως πτηνών συγκεκριμένου είδους τη δυνατότητα να στηρίζονται σε δείκτες επαρκώς ακριβείς όσον αφορά τα ποσοτικά όρια που πρέπει να τηρούνται.
Επί του τρίτου ερωτήματος
37. Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι, κατά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, δεν σημειώνεται υπέρβαση του μέγιστου αριθμού πτηνών ενός είδους που μπορούν να θηρευθούν στο σύνολο της εθνικής επικράτειας. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει εάν η εν λόγω οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει υποχρέωση συνεννοήσεως μεταξύ των περιφερειών που είναι αρμόδιες για την έγκριση της κατ’ εξαίρεση θηρεύσεως, προκειμένου να καθοριστεί κατά τρόπο δεσμευτικό η κατανομή των ποσοτήτων πτηνών που μπορούν να θηρευθούν στο σύνολο των περιφερειών αυτών.
38. Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο στον τομέα της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, τα κριτήρια βάσει των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις απαγορεύσεις που θέτει η οδηγία πρέπει να επαναλαμβάνονται σε σαφείς εθνικές διατάξεις (βλ. μεταξύ άλλων απόφαση της 15ης Μαρτίου 1990, C-339/87, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1990, σ. Ι-851, σκέψη 28).
39. Επιπλέον, από την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1991, C‑157/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1991, σ. I‑57, σκέψεις 16 και 17), συνάγεται ότι μία κατάσταση στην οποία οι εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της οδηγίας δεν εγγυώνται ότι οι περιφερειακές αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τα εν λόγω κριτήρια θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
40. Κατά συνέπεια, όταν η εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας ανατίθεται στις περιφέρειες, το εφαρμοστέο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο πρέπει να εγγυάται ότι το σύνολο της θηρεύσεως πτηνών που μπορεί να εγκριθεί από τις περιφέρειες αυτές δεν υπερβαίνει τα όρια των «μικρών ποσοτήτων» που επιβάλλει το εν λόγω άρθρο.
41. Κατόπιν των ανωτέρω, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατά τη μεταφορά του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι, ανεξαρτήτως του αριθμού και της ταυτότητας των αρχών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής στο έδαφός τους, το σύνολο της θηρεύσεως που επιτρέπεται για κάθε προστατευόμενο είδος από καθεμιά από τις εν λόγω αρχές δεν υπερβαίνει το όριο των «μικρών ποσοτήτων» που έχει καθοριστεί για το ίδιο αυτό είδος, για το σύνολο της εθνικής επικράτειας.
Επί του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
42. Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επί της ενδεχόμενης υπάρξεως ανώτατων χρονικών ορίων εντός των οποίων θα έπρεπε να εκδίδονται οι διοικητικές αποφάσεις που συνδέονται με τον έλεγχο της εγκρίσεως θηρεύσεως και της τηρήσεως των προϋποθέσεων της. Ειδικότερα, το εν λόγω δικαστήριο ζητεί να μάθει εάν το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει τις διαδικασίες ελέγχου των διοικητικών αποφάσεων που επιτρέπουν την κατ’ εξαίρεση θήρευση πτηνών που προβλέπουν προηγούμενο στάδιο οχλήσεως και που υπόκεινται σε προθεσμίες τεχνικής φύσεως, στη διάρκεια των οποίων παρέρχεται η σύντομη περίοδος για την οποία έχει επιτραπεί η θήρευση αυτή.
43. Επιβάλλεται συναφώς η υπόμνηση ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 28 της προπαρατεθείσας αποφάσεως της 27ης Απριλίου 1988, Επιτροπή κατά Γαλλίας, η εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας πρέπει να εξασφαλίζει ότι η θήρευση πτηνών πραγματοποιείται κατά τρόπο αυστηρά ελεγχόμενο και επιλεκτικό. Αυτό προϋποθέτει τη διεξαγωγή αποτελεσματικού ελέγχου κατά τη διάρκεια των περιόδων τις οποίες αφορούν οι αποφάσεις περί εξαιρέσεων από το καθεστώς προστασίας που προβλέπει η οδηγία.
44. Κατά συνέπεια, το διαδικαστικό εθνικό πλαίσιο που έχει εφαρμογή σχετικώς πρέπει να διασφαλίζει όχι μόνον τη δυνατότητα έγκαιρης επαληθεύσεως της νομιμότητας των αποφάσεων περί εξαιρέσεων από το καθεστώς προστασίας που προβλέπει η οδηγία, αλλά και την τήρηση των προϋποθέσεων από τις οποίες συνοδεύονται οι εν λόγω αποφάσεις.
45. Ωστόσο, ένας μηχανισμός ελέγχου στο πλαίσιο του οποίου μόνον κατά τη λήξη της περιόδου που προβλέπεται για την κατ’ εξαίρεση θήρευση θα μπορούσε να ακυρωθεί μία απόφαση που επιτρέπει τη θήρευση αυτή και που έχει εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 9 της οδηγίας ή θα μπορούσε να διαπιστωθεί παράβαση των προϋποθέσεων από τις οποίες συνοδεύονται οι αποφάσεις που επιτρέπουν τέτοιου είδους θήρευση θα στερούσε από το χρήσιμο αποτέλεσμά του το σύστημα προστασίας που καθιερώνει η οδηγία.
46. Πράγματι, όπως ορθώς παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 62 των προτάσεών του, η δυνατότητα έγκαιρης και αποτελεσματικής επεμβάσεως, όταν οι αποφάσεις των αρμόδιων αρχών οδηγούν ή απειλείται να οδηγήσουν σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας εμπίπτει στη διασφάλιση της τηρήσεως του ανωτάτου ορίου θηρεύσεως πτηνών που απορρέει από το καθεστώς εξαιρέσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.
47. Επομένως, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν ότι η θήρευση πτηνών δεν υπερβαίνει τις «μικρές ποσότητες», σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, προϋποθέτει ότι οι προβλεπόμενες διοικητικές διαδικασίες είναι οργανωμένες κατά τέτοιον τρόπον ώστε τόσο οι αποφάσεις των αρμόδιων αρχών που επιτρέπουν την κατ’ εξαίρεση θήρευση πτηνών όσο και ο τρόπος εφαρμογής των αποφάσεων αυτών υπόκεινται σε αποτελεσματικό και έγκαιρο έλεγχο.
Επί των δικαστικών εξόδων
48. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, υποχρεώνει τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως της εσωτερικής κατανομής αρμοδιοτήτων που καθιερώνει η εσωτερική τους έννομη τάξη, να διασφαλίζουν ότι, κατά τη θέσπιση μέτρων μεταφοράς της διατάξεως αυτής, σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπεται από αυτήν και για όλα τα προστατευόμενα είδη, η επιτρεπόμενη θήρευση πτηνών δεν υπερβαίνει ένα όριο σύμφωνο με τον περιορισμό της εν λόγω θηρεύσεως σε μικρές ποσότητες που επιβάλλει η διάταξη αυτή, το οποίο πρέπει να καθορίζεται βάσει συγκεκριμένων επιστημονικών δεδομένων.
2) Οι εθνικές διατάξεις περί μεταφοράς της οδηγίας που σχετίζονται με την έννοια των «μικρών ποσοτήτων», στην οποία αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, πρέπει να παρέχουν στις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση άδειας κατ’ εξαίρεση θηρεύσεως πτηνών συγκεκριμένου είδους τη δυνατότητα να στηρίζονται σε δείκτες επαρκώς ακριβείς όσον αφορά τα ποσοτικά όρια που πρέπει να τηρούνται.
3) Κατά τη μεταφορά του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι, ανεξαρτήτως του αριθμού και της ταυτότητας των αρχών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής στο έδαφός τους, το σύνολο της θηρεύσεως που επιτρέπεται για κάθε προστατευόμενο είδος από καθεμιά από τις εν λόγω αρχές δεν υπερβαίνει το όριο των «μικρών ποσοτήτων» που έχει καθοριστεί για το ίδιο αυτό είδος, για το σύνολο της εθνικής επικράτειας.
4) Η υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν ότι η θήρευση πτηνών δεν υπερβαίνει τις «μικρές ποσότητες», σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, προϋποθέτει ότι οι προβλεπόμενες διοικητικές διαδικασίες είναι οργανωμένες κατά τέτοιον τρόπον ώστε τόσο οι αποφάσεις των αρμόδιων αρχών που επιτρέπουν την κατ’ εξαίρεση θήρευση πτηνών όσο και ο τρόπος εφαρμογής των αποφάσεων αυτών υπόκεινται σε αποτελεσματικό και έγκαιρο έλεγχο.