Υπόθεση C-27/05
Elfering Export GmbH
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
(αίτηση του Finanzgericht Hamburg για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Επιστροφές κατά την εξαγωγή — Ουσιαστική προϋπόθεση — Κανονισμός (ΕΚ) 800/1999 — Βόειο κρέας — Έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων ως προς την καταγωγή των προϊόντων — Επιβολή κυρώσεων»
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 27ης Απριλίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία — Κοινή οργάνωση των αγορών — Επιστροφές κατά την εξαγωγή
(Κανονισμός 800/1999 της Επιτροπής, άρθρα 5 § 4 και 51 § 2)
Η δήλωση της κοινοτικής καταγωγής του προϊόντος για το οποίο υποβάλλεται αίτηση επιστροφής, η οποία περιέχεται στο έντυπο της διασαφήσεως εξαγωγής, καταλέγεται στα στοιχεία η μη προσκόμιση των οποίων επισύρει κύρωση βάσει των διατάξεων του άρθρου 51, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα.
(βλ. σκέψη 35 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 27ης Απριλίου 2006 (*)
«Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Ουσιαστική προϋπόθεση – Κανονισμός (ΕΚ) 800/1999 – Βόειο κρέας – Έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων ως προς την καταγωγή των προϊόντων – Επιβολή κυρώσεων»
Στην υπόθεση C-27/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) με απόφαση της 5ης Ιανουαρίου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Ιανουαρίου 2005, στο πλαίσιο της δίκης
Elfering Export GmbH
κατά
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, K. Lenaerts, E. Juhász (εισηγητή) και E. Levits, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Ιανουαρίου 2006,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Elfering Export GmbH, εκπροσωπούμενη από τους O. Wenzlaff και U. Schrömbges, Rechtsanwälte,
– το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, εκπροσωπούμενο από τη S. Plenter,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. C. Schieferer,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 5, παράγραφος 4, και 51, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 102, σ. 11, και –διορθωτικό– ΕΕ 1999, L 180, σ. 53, στο εξής: κανονισμός 800/1999).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Elfering Export GmbH (στο εξής: Elfering Export) και του Hauptzollamt Hamburg‑Jonas (Κεντρικού Τελωνείου του Hamburg Jonas, στο εξής: Hauptzollamt), σχετικά με κύρωση που επέβαλε το τελευταίο στην Elfering Export, κατόπιν αιτήσεως περί επιστροφής κατά την εξαγωγή.
Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
3 Η τέταρτη, η δωδέκατη, η εξηκοστή τρίτη και η εξηκοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 800/1999 έχουν ως εξής:
«εκτιμώντας ότι η ημέρα εξαγωγής πρέπει να είναι εκείνη κατά τη διάρκεια της οποίας το τελωνείο αποδέχεται την πράξη με την οποία ο δηλών εκδηλώνει την επιθυμία του να προβεί στην εξαγωγή των προϊόντων για τα οποία έχει ζητήσει να απολαύσει επιστροφής κατά την εξαγωγή· ότι η πράξη αυτή αποσκοπεί στο να επιστήσει την προσοχή, ιδίως των τελωνειακών αρχών, επί του γεγονότος ότι η ενέργεια θεωρείται ότι πραγματοποιείται με την ενίσχυση των κοινοτικών ταμείων προκειμένου να προβούν στους δέοντες ελέγχους· ότι, κατά τη στιγμή της αποδοχής αυτής, τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρι την πραγματική εξαγωγή τους· ότι η ημερομηνία αυτή χρησιμεύει ως αναφορά για να καθοριστεί η ποσότητα, η φύση και τα χαρακτηριστικά του εξαγομένου προϊόντος·
[…]
ότι το πλεονέκτημα του καθεστώτος που προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό μπορεί να χορηγηθεί μόνο για τα προϊόντα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία και, ενδεχομένως, που κατάγονται από την Κοινότητα· [...]
[…]
ότι η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία προβλέπει τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει μόνον αντικειμενικών κριτηρίων, ιδίως όσον αφορά την ποσότητα, το είδος και τα χαρακτηριστικά του εξαγομένου προϊόντος, καθώς επίσης και τον γεωγραφικό προορισμό του· ότι, βάσει της κτηθείσας εμπειρίας για την καταπολέμηση των παρατυπιών και ιδίως της απάτης, εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, πρέπει να προβλεφθεί η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών καθώς και η επιβολή κυρώσεων κατά τρόπον ώστε να παρακινούνται οι εξαγωγείς να τηρούν την κοινοτική νομοθεσία·
[…]
ότι, για να διασφαλισθεί η ορθή λειτουργία του συστήματος των επιστροφών κατά την εξαγωγή, θα πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις ανεξάρτητα από το υποκειμενικό στοιχείο του πταίσματος· ότι πρέπει, εντούτοις, να αρθεί η επιβολή κυρώσεων σε ορισμένες περιπτώσεις προδήλων λαθών που αναγνωρίζονται από την αρμόδια αρχή και να προβλεφθούν αυστηρότερες κυρώσεις σε περιπτώσεις ενεργειών εκ προθέσεως· ότι τα μέτρα αυτά είναι αναγκαία και θα πρέπει να είναι, ανάλογα, αρκούντως αποτρεπτικά και να εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη».
4 Το άρθρο 5 του ίδιου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«1. Ως ημέρα της εξαγωγής νοείται η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή.
2. Η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό:
α) του ύψους της ισχύουσας επιστροφής, εάν δεν έχει γίνει προκαθορισμός της επιστροφής·
β) των προσαρμογών που πρέπει, κατά περίπτωση, να γίνουν στο ύψος της επιστροφής, εάν υπήρξε προκαθορισμός της επιστροφής·
γ) της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εξαγόμενου προϊόντος.
3. Εξομοιώνεται με την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής οποιαδήποτε άλλη πράξη που έχει τα ίδια έννομα αποτελέσματα με την αποδοχή αυτή.
4. Το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή προκειμένου να χορηγηθεί επιστροφή πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής, και ιδίως:
α) για τα προϊόντα:
– την περιγραφή των προϊόντων, ενδεχομένως απλοποιημένη, σύμφωνα με την ονοματολογία για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή και τον κωδικό της ονοματολογίας των επιστροφών και εφόσον είναι αναγκαίο για τον υπολογισμό της επιστροφής, τη σύνθεση των προϊόντων ή την αναφορά στη σύνθεσή τους,
– την καθαρή μάζα αυτών των προϊόντων ή, ενδεχομένως, την ποσότητα εκφρασμένη στη μονάδα μέτρησης που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της επιστροφής·
β) για τα εμπορεύματα ισχύουν οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1222/94.
[…]»
5 Το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
«1. Η επιστροφή χορηγείται μόνο για τα προϊόντα τα οποία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τελωνειακή κατάσταση των συσκευασιών,
– είτε είναι κοινοτικής καταγωγής και σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα,
– είτε βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα,
– είτε βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα, αλλά με περιορισμό της επιστροφής στο επίπεδο της εισαγωγικής επιβάρυνσης που εισπράχθηκε κατά την εισαγωγή τους.
Οι κανονιστικές διατάξεις για κάθε κοινή οργάνωση αγοράς καθορίζουν την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάθε προϊόν σε σχέση με τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου.
2. Εφόσον η χορήγηση της επιστροφής προϋποθέτει την κοινοτική καταγωγή του προϊόντος, ο εξαγωγέας υποχρεούται να δηλώσει την καταγωγή όπως αυτή καθορίζεται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο, σύμφωνα με τους ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες.
Για τη χορήγηση της επιστροφής, τα προϊόντα είναι κοινοτικής καταγωγής εφόσον έχουν εξ ολοκλήρου παραχθεί εντός της Κοινότητας ή εφόσον έχουν υποστεί την τελευταία ουσιαστική μεταποίηση ή επεξεργασία εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 ή του άρθρου 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, δεν πληρούν τους όρους για την επιστροφή τα προϊόντα που έχουν παραχθεί από:
– ύλες καταγωγής της Κοινότητας και
– γεωργικές ύλες που καλύπτονται από τους κανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 1 εισαχθείσες από τρίτες χώρες και δεν έχουν υποστεί ουσιαστική μεταποίηση εντός της Κοινότητας.
[…]
4. Οι δηλώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 επαληθεύονται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και τα λοιπά στοιχεία της διασάφησης εξαγωγής.
[…]»
6 Το άρθρο 51 του κανονισμού 800/1999 έχει ως εξής:
«1. Όταν διαπιστωθεί ότι, για τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή, ένας εξαγωγέας έχει ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη, η οφειλόμενη επιστροφή για τις σχετικές εξαγωγές θα αντιστοιχεί στην επιστροφή που εφαρμόζεται για το προϊόν που εξήχθη πράγματι, μειωμένη κατά ποσό που αντιστοιχεί:
α) στο ήμισυ της διαφοράς μεταξύ της ζητηθείσας επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται στο πραγματικώς εξαχθέν προϊόν·
β) στο διπλάσιο της διαφοράς μεταξύ της ζητηθείσας επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται, εφόσον ο εξαγωγέας παρέσχε εκ προθέσεως ψευδή στοιχεία.
2. Ως ζητηθείσα επιστροφή θεωρείται το ποσό που υπολογίζεται συναρτήσει των στοιχείων που παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 ή του άρθρου 26, παράγραφος 2. Όταν το ποσό της επιστροφής ποικίλλει ανάλογα με τον προορισμό, το διαφοροποιημένο μέρος της επιστροφής υπολογίζεται βάσει των στοιχείων που αφορούν την ποιότητα, το βάρος και τον προορισμό και παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 49.
3. Η κύρωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α΄, δεν εφαρμόζεται:
α) σε περίπτωση ανωτέρας βίας·
β) σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου ο εξαγωγέας διαπιστώνει ότι το ποσό της αιτούμενης επιστροφής είναι πολύ υψηλό και ενημερώνει με δική του πρωτοβουλία αμέσως και εγγράφως τις αρμόδιες αρχές, εκτός και αν αυτές έχουν ήδη κοινοποιήσει στον εξαγωγέα την πρόθεσή τους να εξετάσουν την αίτησή του ή αν αυτός έλαβε γνώση της πρόθεσης τους με άλλο τρόπο και αν οι αρμόδιες αρχές έχουν ήδη διαπιστώσει την παρατυπία των αιτουμένων επιστροφών·
γ) σε περιπτώσεις προδήλου λάθους ως προς την αιτούμενη επιστροφή, το οποίο αναγνωρίζεται από την αρμόδια αρχή·
δ) σε περιπτώσεις όπου η αίτηση για επιστροφή είναι σύμφωνη με τον κανονισμό (ΕΚ) 1222/94, και ιδίως το άρθρο 3, παράγραφος 2, και έχει υπολογισθεί βάσει του μέσου όρου των ποσοτήτων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου·
ε) σε περίπτωση προσαρμογής του βάρους, εφόσον η διαφορά βάρους οφείλεται σε διαφορετική μέθοδο ζύγισης.
4. Εφόσον από τη μείωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχεία α΄ ή β΄, προκύψει αρνητικό ποσό, ο εξαγωγέας καταβάλλει το εν λόγω αρνητικό ποσό.
5. Εφόσον οι αρμόδιες αρχές αποδείξουν ότι η αιτούμενη επιστροφή δεν ήταν σωστή και η εξαγωγή δεν έχει πραγματοποιηθεί και κατά συνέπεια δεν είναι δυνατή η μείωση της επιστροφής, ο εξαγωγέας καταβάλλει το ποσό που αντιστοιχεί στην κύρωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α΄ ή β΄. Εάν το ποσοστό της επιστροφής κυμαίνεται ανάλογα με τον προορισμό, το χαμηλότερο θετικό ποσοστό ή, εφόσον είναι υψηλότερο, το ποσοστό που προκύπτει από την ένδειξη του προορισμού σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, ή το άρθρο 26, παράγραφος 4, λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό της αιτούμενης επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται, με εξαίρεση την περίπτωση του υποχρεωτικού προορισμού.
6. Η πληρωμή που αναφέρεται στις παραγράφους 4 και 5 πραγματοποιείται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης πληρωμής. Εάν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή, ο εξαγωγέας καταβάλλει τόκους για την περίοδο η οποία αρχίζει 30 ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης πληρωμής και λήγει την προηγούμενη της πληρωμής του ποσού για το οποίο υποβλήθηκε αίτηση με το επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 52, παράγραφος 1.
7. Οι κυρώσεις δεν επιβάλλονται μόνον όταν η ζητούμενη επιστροφή είναι μεγαλύτερη από την επιστροφή που εφαρμόζεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του άρθρου 18, παράγραφος 3, του άρθρου 35, παράγραφος 2 και/ή του άρθρου 50.
8. Οι κυρώσεις επιβάλλονται με την επιφύλαξη των επιπρόσθετων κυρώσεων που προβλέπονται σε εθνικό επίπεδο.
9. Τα κράτη μέλη μπορούν να παραιτηθούν από την εφαρμογή κυρώσεων ύψους 60 ευρώ ή λιγότερο ανά διασάφηση εξαγωγής.
10. Στην περίπτωση κατά την οποία το προϊόν που αναφέρεται στη διασάφηση εξαγωγής ή στη δήλωση πληρωμής δεν καλύπτεται από το πιστοποιητικό, δεν οφείλεται καμία επιστροφή και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1.
11. Στην περίπτωση κατά την οποία έγινε προκαθορισμός της επιστροφής, ο υπολογισμός της κύρωσης βασίζεται στα ποσά επιστροφής που ισχύουν κατά την ημέρα κατά την οποία υποβλήθηκε η αίτηση πιστοποιητικού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η απώλεια της επιστροφής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, ή η μείωση της επιστροφής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, ή του άρθρου 18, παράγραφος 3. Εφόσον παρίσταται ανάγκη, τα ποσά αυτά προσαρμόζονται κατά την ημέρα της αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής ή της δήλωσης πληρωμής.»
7 Το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΚ) 1254/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 160, σ. 21), ορίζει τα εξής:
«[…]
6. Επιστροφές χορηγούνται μόνον κατόπιν αιτήσεως και με την προσκόμιση του σχετικού πιστοποιητικού εξαγωγής.
[…]
9. Η επιστροφή καταβάλλεται κατόπιν προσκομίσεως απόδειξης ότι τα προϊόντα:
– είναι κοινοτικής καταγωγής [και]
– έχουν εξαχθεί από την Κοινότητα.
[…]
10. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 9, πρώτη περίπτωση, ελλείψει παρέκκλισης που παρέχεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, ουδεμία επιστροφή χορηγείται κατά την εξαγωγή προϊόντων που εισάγονται από τρίτες χώρες και επανεξάγονται προς τρίτες χώρες.
[…]»
Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8 Με την από 30 Αυγούστου 2000 διασάφηση εξαγωγής η Elfering Export δήλωσε στο Hauptzollamt Münster –Zollamt Coesfeld– 6 090,5 Kg κατεψυγμένου βοείου κρέατος, προς εξαγωγή στη Ρωσία, για τα οποία ζήτησε τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή. Με τη διασάφηση εξαγωγής η Elfering Export προσκόμισε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία τα εμπορεύματα για τα οποία ζητήθηκε επιστροφή κατά την εξαγωγή ήταν καταγωγής Γερμανίας.
9 Το Hauptzollamt, με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2001, αρνήθηκε να χορηγήσει τις επιστροφές που ζητήθηκαν, για τον λόγο ότι τα εξαχθέντα εμπορεύματα δεν ήσαν «υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας» κατά την έννοια του άρθρου 21, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999. Συγκεκριμένα, το τελωνειακό ίδρυμα ελέγχου και εκπαιδεύσεως της Oberfinanzdirektion (περιφερειακής οικονομικής διευθύνσεως) του Αμβούργου διαπίστωσε σε δείγματα των δηλωθέντων εμπορευμάτων εμφανείς αλλοιώσεις λόγω της καταψύξεως.
10 Με άλλη απόφαση της 20ής Μαρτίου 2001, το Hauptzollamt επέβαλε στην Elfering Export κύρωση συνιστάμενη στην υποχρέωση καταβολής 1 910,41 DEM (γερμανικών μάρκων) βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 800/1999, για τον λόγο ότι η εταιρία αυτή είχε ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη.
11 Η Elfering Export, μετά την απόρριψη της διοικητικής της ενστάσεως, άσκησε στις 13 Μαρτίου 2003 ένδικη προσφυγή, με αίτημα υποχρεωθεί το Hauptzollamt να της χορηγήσει την επιστροφή και να ακυρωθεί η απόφαση της 20ής Μαρτίου 2001 με την οποία της επιβλήθηκε κύρωση.
12 Στο πλαίσιο της δίκης, το Hauptzollamt ισχυρίστηκε ότι το γεγονός ότι η Elfering Export δεν απέδειξε την κοινοτική καταγωγή των εμπορευμάτων για τα οποία υπέβαλε αίτηση επιστροφής κατά την εξαγωγή συνιστούσε επίσης εμπόδιο για την ικανοποίηση της αιτήσεώς της. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε στις 20 Δεκεμβρίου 2004 να εκδικάσει χωριστά τις υποθέσεις.
13 Στο πλαίσιο της πρώτης υποθέσεως, η προσφυγή απορρίφθηκε, καθόσον απέβλεπε στο να υποχρεωθεί το Hauptzollamt να χορηγήσει επιστροφές κατά την εξαγωγή. Το αιτούν δικαστήριο, με την από 20 Δεκεμβρίου 2004 απόφασή του, έκρινε ότι, ναι μεν η διαπίστωση αλλοιώσεων σε δείγματα των δηλωθέντων εμπορευμάτων λόγω της καταψύξεως δεν εμποδίζει την ικανοποίηση της αιτήσεως επιστροφής κατά την εξαγωγή, στο μέτρο που η διαπίστωση αυτή δεν συνεπάγεται εν προκειμένω ότι τα επίδικα εμπορεύματα δεν ήσαν «[υγιούς], ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας», ωστόσο η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, για τον λόγο ότι η Elfering Export δεν απέδειξε ότι τα εξαχθέντα προϊόντα ήταν κοινοτικής καταγωγής.
14 Όσον αφορά τη δεύτερη, σχετική με την κύρωση, υπόθεση, η οποία ακόμη εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Elfering Export ζητεί την ακύρωση την εν λόγω αποφάσεως περί επιβολής κυρώσεως, ενώ το Hauptzollamt ζητεί την απόρριψη της προσφυγής.
15 Το Finanzgericht Hamburg, εκτιμώντας ότι για την επίλυση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί είναι αναγκαία η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Περιλαμβάνεται η δήλωση σχετικά με την κοινοτική καταγωγή του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο επιστροφής λόγω εξαγωγής, η οποία γίνεται με τη διασάφηση εξαγωγής, στα στοιχεία των οποίων η μη αναγραφή επισύρει κυρώσεις βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
16 Από το γράμμα του άρθρου 11 του κανονισμού 800/1999 και του άρθρου 33, παράγραφος 9, του κανονισμού 1254/1999 προκύπτει ότι, στο τομέα του βόειου κρέατος, η κοινοτική καταγωγή συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
17 Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει, επίσης, από τη συστηματική ανάλυση του κανονισμού 800/1999, καθότι το άρθρο του 11 περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο I του τίτλου II του κανονισμού αυτού, που τιτλοφορείται «Δικαίωμα επιστροφής». Το κεφάλαιο αυτό καθορίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του δικαιώματος επιστροφής.
18 Για την πλήρωση της ουσιαστικής αυτής προϋποθέσεως, η κοινοτική προέλευση πρέπει να δηλώνεται και να αποδεικνύεται. Σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 9, του κανονισμού 1254/1999, η επιστροφή καταβάλλεται εφόσον αποδειχθεί ότι τα προϊόντα είναι κοινοτικής καταγωγής. Όπως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο, το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72), όπως αυτός τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1633/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998 (EE L 210, σ. 17), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει στο πλαίσιο του κανονισμού 1254/1999, ο οποίος, σύμφωνα με την τριακοστή όγδοη αιτιολογική του σκέψη και το άρθρο του 49, κωδικοποιεί και καταργεί τον κανονισμό 805/68, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, δεν γεννά αμφιβολία ότι την απόδειξη αυτή πρέπει να την προσκομίσει ο εξαγωγέας (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2005, C-309/04, Fleisch-Winter, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σ. 26).
19 Η προβλεπόμενη στο άρθρο 11, παράγραφος 4, του κανονισμού 800/1999 διαδικασία εξετάσεως των διασαφήσεων εξαγωγής από τις εθνικές αρχές δεν απαλλάσσει τον εξαγωγέα από την υποχρέωση αποδείξεως της κοινοτικής καταγωγής των προϊόντων. Αντιθέτως, η διαδικασία αυτή καταδεικνύει, σε γενικές γραμμές, την ανάγκη προσκομίσεως της αποδείξεως από τον εξαγωγέα.
20 Δεδομένου ότι η υποχρέωση του εξαγωγέα να αποδείξει την κοινοτική καταγωγή των εμπορευμάτων είναι σαφής και μονοσήμαντη, πρέπει να εξεταστεί αν η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής επισύρει την προβλεπόμενη στο άρθρο 51 του κανονισμού 800/1999 κύρωση.
21 Δεν αμφισβητείται ότι η Elfering Export επισήμανε ότι τα εμπορεύματα για τα οποία ζητήθηκε η χορήγηση επιστροφής κατάγονταν από τη Γερμανία και ότι το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε, με χωριστή απόφαση, ότι η Elfering Export δεν απέδειξε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα κατάγονταν πράγματι από αυτό το κράτος μέλος ή ότι ήταν κοινοτικής καταγωγής.
22 Κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999, επιβάλλεται κύρωση στον εξαγωγέα αν «έχει ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη». Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, «[ω]ς ζητηθείσα επιστροφή θεωρείται το ποσό που υπολογίζεται συναρτήσει των στοιχείων που παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 ή του άρθρου 26, παράγραφος 2».
23 Ένα από τα κύρια επιχειρήματα της Elfering Export συνίσταται στον ισχυρισμό ότι το άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού 800/1999 παραπέμπει μόνο στο άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι το άρθρο 26 δεν ασκεί επιρροή για την υπόθεση της κύριας δίκης, και όχι στο άρθρο 11 που προβλέπει υποχρεώσεις σχετικές με την καταγωγή του προϊόντος για το οποίο ζητήθηκε η χορήγηση της επιστροφής. Υποστηρίζει την άποψη ότι μόνον οι ανακρίβειες των αριθμητικών ενδείξεων που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού ή, εν πάση περιπτώσει, μόνον οι ανακρίβειες των στοιχείων που αφορούν τα φυσικά χαρακτηριστικά του προϊόντος μπορούν να επισύρουν κύρωση και όχι η εσφαλμένη πληροφόρηση σχετικά με την καταγωγή του προϊόντος.
24 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
25 Επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, η διαπίστωση, στην οποία προέβησαν το αιτούν δικαστήριο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ότι η απαρίθμηση των στοιχείων στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 800/1999 δεν είναι περιοριστική. Στην ίδια διαπίστωση προέβη και το Δικαστήριο στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει για την εφαρμογή του κανονισμού 800/1999, που αντικατέστησε και κατάργησε τον κανονισμό 3665/87 (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Fleisch-Winter, σκέψη 29).
26 Το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 800/1999 επιβάλλει στον εξαγωγέα την υποχρέωση να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής, η δε έκφραση «και ιδίως» σημαίνει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης απαριθμεί ρητώς ορισμένα μόνον από τα στοιχεία αυτά. Το περιεχόμενο της εκφράσεως «όλα τα στοιχεία» δεν πρέπει να περιορίζεται στα φυσικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που αφορούν τις σχετικές με τη χορήγηση της επιστροφής κατά την εξαγωγή προϋποθέσεις.
27 Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, τα στοιχεία που αναφέρει η διάταξη αυτή δεν χρησιμεύουν αποκλειστικά για να υπολογιστεί μαθηματικά το ακριβές ποσό της επιστροφής, αλλά μάλλον, και κυρίως, για να αποδειχθεί αν υφίσταται δικαίωμα τέτοιας επιστροφής. Συναφώς, το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999, κατά το οποίο επιβάλλεται κύρωση όταν «ένας εξαγωγέας έχει ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο εξαγωγέας αυτός θεωρείται ότι ζήτησε επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη όχι μόνο στην περίπτωση στην οποία από τον συνυπολογισμό των προσκομισθέντων στοιχείων προκύπτει μη οφειλόμενο υπόλοιπο, αλλά και στην περίπτωση στην οποία αποδεικνύεται ότι δεν υφίσταται δικαίωμα επιστροφής, ήτοι ότι το ποσό της επιστροφής ισούται με το μηδέν.
28 Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 4, του κανονισμού 800/1999, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού δηλώσεις, ιδίως δε η δήλωση περί κοινοτικής καταγωγής, εξετάζονται όπως και τα λοιπά στοιχεία της διασαφήσεως εξαγωγής. Η διάταξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η δήλωση περί κοινοτικής καταγωγής υπάγεται στο ίδιο νομικό καθεστώς με τα εν λόγω στοιχεία και ότι, κατά συνέπεια, η παράβαση του καθήκοντος ενημερώσεως επί της κοινοτικής καταγωγής του επίδικου προϊόντος επισύρει τις ίδιες κυρώσεις όπως και η παράβαση του καθήκοντος αυτού σε σχέση με ένα από τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.
29 Κακώς η Elfering Export αναφέρεται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 21 του κανονισμού 800/1999 απαίτηση «υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη» ποιότητας, σημειώνοντας ότι η μη τήρησή της δεν συνεπάγεται την επιβολή κυρώσεως. Συγκεκριμένα, η απαίτηση αυτή, όπως και η σχετική με την απόδειξη της κοινοτικής καταγωγής του προϊόντος έχουν παρόμοιο ρόλο στο σύστημα του κανονισμού 800/1999 και η μη τήρησή τους έχει, σε γενικές γραμμές, τις ίδιες συνέπειες τόσο όσον αφορά το δικαίωμα επιστροφής όσο και την επιβολή της κυρώσεως.
30 Με την προπαρατεθείσα απόφαση Fleisch-Winter, το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα του δικαιώματος επιστροφής σε συνδυασμό με αυτό της επιβολής κυρώσεως, όσον αφορά την απαίτηση «υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη» ποιότητας και κατέληξε σε συμπεράσματα που ισχύουν για αμφότερα τα ζητήματα αυτά. Μολονότι, στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο δεν κλήθηκε να κρίνει το βάσιμο ενός συγκεκριμένου δικαιώματος επιστροφής ή μιας επιβληθείσας κυρώσεως, η απόφασή του πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, αν ο εξαγωγέας δεν έχει δικαίωμα επιστροφής λόγω της μη τηρήσεως της απαιτήσεως «υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη» ποιότητας, του επιβάλλεται κύρωση, εκτός αν η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει περιπτώσεις απαλλαγής.
31 Τέλος, για να αξιολογηθεί το περιεχόμενο των εν λόγω διατάξεων, ο σκοπός του κανονισμού 800/1999 είναι πρωταρχικής σημασίας. Σύμφωνα με την εξηκοστή τρίτη αιτιολογική του σκέψη, οι εν λόγω διατάξεις αποβλέπουν στην καταπολέμηση των παρατυπιών και ιδίως της απάτης, εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, οι δε κυρώσεις αποβλέπουν στο να παρακινούνται οι εξαγωγείς να τηρούν την κοινοτική νομοθεσία.
32 Πρέπει να σημειωθεί ότι οι σχετικοί με την επιβολή κυρώσεων κανόνες έχουν ως σκοπό την τήρηση της «κοινοτικής νομοθεσίας» γενικώς και όχι μόνο μέρους ή ορισμένων ειδικών διατάξεών της.
33 Οι κυρώσεις που πρέπει να επιβληθούν για ανυπαίτια ή υπαίτια συμπεριφορά του εξαγωγέα ορίζονται από κοινού στο άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 800/1999. Τούτο σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη κατά την οποία οι εκ μέρους του εξαγωγέα παραβάσεις των επιταγών του κοινοτικού δικαίου που δεν προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 800/1999, αλλά απορρέουν από τα άρθρα 11 (μη κοινοτική καταγωγή) ή 21 (έλλειψη υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη ποιότητας) του κανονισμού αυτού δεν συνεπάγονται την εφαρμογή του άρθρου 51 του εν λόγω κανονισμού, καθότι τούτο θα σήμαινε ότι, ακόμη και αν η ενέργεια του εξαγωγέα ήταν υπαίτια, δεν θα επέσυρε ουδεμία κύρωση, συμπέρασμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, μια άποψη κατά την οποία επισύρει κύρωση μόνον η ανακρίβεια των στοιχείων που απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 800/1999, ενώ τούτο δεν συμβαίνει όταν δεν τηρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του κεφαλαίου I του τίτλου II του κανονισμού αυτού, δεν λαμβάνει υπόψη τον σκοπό του εν λόγω κανονισμού και θίγει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής. Αν γινόταν δεκτή η άποψη αυτή, θα παρέμεναν ατιμώρητες στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου όχι μόνον ορισμένες παρατυπίες αλλά και ορισμένες απάτες.
35 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι η δήλωση της κοινοτικής καταγωγής του προϊόντος για το οποίο υποβάλλεται αίτηση επιστροφής, η οποία περιέχεται στο έντυπο της διασαφήσεως εξαγωγής, καταλέγεται στα στοιχεία η μη προσκόμιση των οποίων επισύρει κύρωση βάσει των διατάξεων του άρθρου 51, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 800/1999.
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Η δήλωση της κοινοτικής καταγωγής του προϊόντος για το οποίο υποβάλλεται αίτηση επιστροφής, η οποία περιέχεται στο έντυπο της διασαφήσεως εξαγωγής, καταλέγεται στα στοιχεία η μη προσκόμιση των οποίων επισύρει κύρωση βάσει των διατάξεων του άρθρου 51, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής για τα γεωργικά προϊόντα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.