ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 27ης Απριλίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-81/05
Anacleto Cordero Alonso
κατά
Fondo de Garantía Salarial (Fogasa)
[αίτηση του Tribunal Superior de Justicia de Castilla y Leon (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Αποζημίωση λόγω παράνομης απολύσεως συμφωνηθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας περί συμβιβασμού – Οδηγία 80/987/ΕΟΚ –Οδηγία 2002/74/ΕΚ – Πεδίο εφαρμογής – Αρχή της ισότητας – Υπεροχή του κοινοτικού δικαίου»
1. Η προκειμένη υπόθεση αφορά τρία προδικαστικά ερωτήματα τα οποία έθεσε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, το ισπανικό Tribunal Superior de Justicia de Castilla y León και τα οποία σχετίζονται με την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ (2) του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη (στο εξής: οδηγία 80/987 ή απλώς οδηγία), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ (3) (στο εξής: οδηγία 2002/74).
2. Με λίγα λόγια, τίθεται για άλλη μια φορά το ερώτημα αν συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, την καταβολή από ταμείο εγγυήσεως των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών (εν προκειμένω της αποζημιώσεως λόγω παράνομης απολύσεως) μόνον εφόσον καθορίζονται από δικαστικές ή διοικητικές αποφάσεις, αποκλείοντας έτσι απαιτήσεις οι οποίες αναγνωρίζονται στο πλαίσιο διαδικασίας περί συμβιβασμού.
I – Νομικό πλαίσιο
Το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο
3. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987 ορίζει ότι «[η] παρούσα οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητος κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1».
4. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας διευκρινίζει ότι «[η] παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών να διατυπώνουν ορισμούς των εννοιών “μισθωτός”, “εργοδότης”, “αμοιβή εργασίας”, “κεκτημένο δικαίωμα” και “δικαίωμα προσδοκίας”».
5. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1:
«[τ]α κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ορισμένοι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών που προέρχονται από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν μίαν ορισμένη ημερομηνία.»
6. Για τους σκοπούς της υπό κρίση υποθέσεως επιβάλλεται επίσης η υπόμνηση της οδηγίας 2002/74 η οποία τροποποίησε την οδηγία 80/987 και αντικατέστησε, καθόσον αφορά εν προκειμένω, το άρθρο 3 με το ακόλουθο κείμενο:
«[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε οι οργανισμοί εγγύησης να εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας περιλαμβανομένης όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία της καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας.»
7. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/74, η οποία άρχισε να ισχύει στις 8 Οκτωβρίου 2002, «τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία πριν από τις 8 Οκτωβρίου 2005». Συναφώς, το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διατάξεως ορίζει:
«[τα κράτη μέλη ε]φαρμόζουν τις διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σε κάθε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός εργοδότη που επήλθε μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των διατάξεων αυτών.»
Το εθνικό δίκαιο
8. Το άρθρο 26 του Estatuto de los Trabajadores (νόμου περί της νομικής καταστάσεως των εργαζομένων, στο εξής: νόμος περί εργαζομένων), όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα 1/1995 της 24ης Μαρτίου 1995 (4), ορίζει:
«1. Θεωρούνται μισθός όλα τα οικονομικά οφέλη, σε χρήμα ή σε είδος, που οι εργαζόμενοι λαμβάνουν ως αντιπαροχή για τις υπηρεσίες που παρέχουν επαγγελματικά για λογαριασμό άλλου, εφόσον τα οφέλη αυτά αμείβουν την πραγματική εργασία, ανεξαρτήτως της μορφής της αμοιβής αυτής, ή τις περιόδους αναπαύσεως που εξομοιώνονται με εργασία […]
2. Δεν εμπίπτουν στην έννοια του μισθού τα ποσά που ο εργαζόμενος λαμβάνει στο πλαίσιο αποδόσεως των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε κατά την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, οι παροχές και αποζημιώσεις κοινωνικής ασφαλίσεως και οι καταβολές που σχετίζονται με μεταθέσεις, παύσεις ή απολύσεις.»
9. Επίσης, το άρθρο 33 του νόμου περί εργαζομένων, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 60/1997 της 19ης Δεκεμβρίου 1997, ορίζει (5):
«1. Το Ταμείο εγγυήσεως των μισθών (στο εξής: Fogasa), αυτοτελής οργανισμός υπαγόμενος στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως, […]καταβάλλει στους εργαζομένους το ποσό των μισθών που τους οφείλονται σε περίπτωση αφερεγγυότητας, αναστολής πληρωμών, πτωχεύσεως ή δικαστικής εξυγιάνσεως των επιχειρηματιών.
[…]
2. Στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, το Ταμείο εγγυήσεως των μισθών καταβάλλει τις αποζημιώσεις που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική ή διοικητική απόφαση υπέρ των εργαζομένων λόγω απολύσεως ή λύσεως της συμβάσεως κατά τα άρθρα 50, 51 και 52, στοιχείο c, του παρόντος νόμου, επί ένα κατ’ ανώτατο όριο έτος, υπό τον αυτονόητο όρο ότι το ημερομίσθιο που λαμβάνεται ως βάση του υπολογισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατώτατου διεπαγγελματικού μισθού.»
10. Τέλος, η παράγραφος 8 της ίδιας διατάξεως προβλέπει την υποχρέωση του Fogasa, στην περίπτωση απολύσεων για οικονομικούς λόγους από επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 25 εργαζομένους, να αναλαμβάνει με αποκλειστικώς δικούς του πόρους και ανεξαρτήτως αφερεγγυότητας του εργοδότη, την καταβολή του 40 % της αποζημιώσεως.
II – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
11. Ο Α. Cordero Alonso απολύθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2002 από την εταιρία Transportes San-Gom S.L., στην οποία εργαζόταν, για λόγους που άπτονταν της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως.
12. Κατόπιν δικαστικής προσφυγής του κατά της απολύσεως, συνυπέγραψε με την εταιρία Transportes San-Gom πρακτικό συμβιβασμού, το οποίο στη συνέχεια επικυρώθηκε από το αρμόδιο δικαστήριο και με το οποίο αναγνωρίστηκε η λύση της σχέσεως εργασίας για τους λόγους τους οποίους προέβαλε ο εργοδότης και συμφωνήθηκε η καταβολή στον εργαζόμενο αποζημιώσεως ύψους 5 540,06 ευρώ λόγω απολύσεως.
13. Κατόπιν κηρύξεως της εταιρίας Transportes San-Gom σε κατάσταση αφερεγγυότητας στις 24 Απριλίου 2003, ο Α. Cordero Alonso ζήτησε την εξόφληση της εν λόγω αποζημιώσεως από το Fogasa. Το Ταμείο δέχθηκε να καταβάλει στον εργαζόμενο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 33, παράγραφος 8, του νόμου περί εργαζομένων, το 40 % της οφειλομένης αποζημιώσεως, αλλά αρνήθηκε να καταβάλει το υπόλοιπο 60 % με το επιχείρημα ότι το ποσοστό αυτό δεν οφειλόταν στον εργαζόμενο, εφόσον επρόκειτο για αποζημίωση που είχε αναγνωριστεί με πρακτικό συμβιβασμού και όχι με δικαστική ή διοικητική απόφαση.
14. Με απόφαση της 9ης Ιουλίου 2004, ο Juzgado de lo Social της Παλένθια απέρριψε την προσφυγή του εργαζομένου κατά της αποφάσεως του Fogasa. Ο Α. Cordero Alonso άσκησε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Castilla y León, το οποίο, διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς την ερμηνεία των οδηγιών 80/987 και 2002/74 καθώς και ως προς το περιεχόμενο της γενικής αρχής της ισότητας και της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε, με διάταξη της 28ης Ιανουαρίου 2005, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνεπάγεται η υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη ή που προκύπτουν από τις πράξεις των οργάνων της Κοινότητας (άρθρο 10 ΕΚ), καθώς και η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού δικαίου, αυτοτελώς και χωρίς την ανάγκη υπάρξεως ρητών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, την παροχή στα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα της εξουσίας να μην εφαρμόζουν κάθε είδους κανόνες του εσωτερικού δικαίου που είναι αντίθετοι προς το κοινοτικό δίκαιο, ανεξαρτήτως της βαθμίδας των κανόνων αυτών στην ιεραρχική κλίμακα της νομοθεσίας (κανονιστικών αποφάσεων, νόμων ή ακόμη και του Συντάγματος);
2) α) Όταν τα ισπανικά διοικητικά και δικαστικά όργανα καλούνται να αποφανθούν επί του δικαιώματος εργαζομένου, του οποίου ο εργοδότης αποδείχθηκε αφερέγγυος, να του καταβληθεί από το [Fogasa] η αποζημίωση που του οφείλεται λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας, και της οποίας την καταβολή διασφαλίζει η εθνική νομοθεσία σε περίπτωση αφερεγγυότητας, εφαρμόζουν κοινοτικό δίκαιο παρότι η οδηγία 80/987 δεν προβλέπει ρητώς στα άρθρα της 1 και 3 την αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, δεσμεύονται τα ισπανικά διοικητικά και δικαστικά όργανα, κατά την εφαρμογή της οδηγίας 80/987 και των κανόνων που μεταφέρουν το περιεχόμενό της στο εσωτερικό δίκαιο, από την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου και της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προκύπτουν από το κοινοτικό δίκαιο και με το πεδίο εφαρμογής που έχει καθοριστεί από την ερμηνεία του Δικαστηρίου […], ακόμη και αν αυτή δεν συμπίπτει με την ερμηνεία του ανάλογου θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το ισπανικό Σύνταγμα, όπως έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Tribunal Constitucional espagñol;
γ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, επιβάλλει το θεμελιώδες δικαίωμα στην ισότητα έναντι του νόμου που προκύπτει από το κοινοτικό δίκαιο υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες το δικαίωμα του εργαζομένου σε αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας αναγνωρίζεται με δικαστική απόφαση και των περιπτώσεων στις οποίες η αποζημίωση είναι αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη που έχει συναφθεί ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου και έχει επικυρωθεί από αυτό;
3) α) Σε περίπτωση που κράτος μέλος είχε αναγνωρίσει με την εσωτερική του νομοθεσία πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2002/74 το δικαίωμα του εργαζομένου να καλύπτεται από την προστασία του οργανισμού εγγυήσεως σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη όσον αφορά την αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της εν λόγω οδηγίας, ήτοι από τις 8 Οκτωβρίου 2002, το κράτος μέλος αυτό εφαρμόζει το κοινοτικό δίκαιο, ακόμη και αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, όταν αποφαίνεται επί της καταβολής εκ μέρους του οργανισμού εγγυήσεως της αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας σε περιπτώσεις στις οποίες η αφερεγγυότητα του εργοδότη αναγνωρίστηκε μετά τις 8 Οκτωβρίου 2002;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, δεσμεύονται τα ισπανικά διοικητικά και δικαστικά όργανα, κατά την εφαρμογή της οδηγίας [2002/74] και των κανόνων που μεταφέρουν το περιεχόμενό της στο εσωτερικό δίκαιο, από την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου και της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προκύπτουν από το κοινοτικό δίκαιο και με το πεδίο εφαρμογής που έχει καθοριστεί από την ερμηνεία του Δικαστηρίου […], ακόμη και αν αυτή δεν συμπίπτει με την ερμηνεία του ανάλογου θεμελιώδους δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το ισπανικό Σύνταγμα, όπως έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Tribunal Constitucional espagñol;
γ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, επιβάλλει το θεμελιώδες δικαίωμα στην ισότητα έναντι του νόμου που προκύπτει από το κοινοτικό δίκαιο υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες το δικαίωμα του εργαζομένου σε αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας αναγνωρίζεται με δικαστική απόφαση και των περιπτώσεων στις οποίες η αποζημίωση είναι αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργαζομένου και του εργοδότη που έχει συναφθεί ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου και έχει επικυρωθεί από αυτό;»
15. Στο πλαίσιο της κινηθείσας διαδικασίας, υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις το Fogasa, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
III – Νομική ανάλυση
Επί της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας 80/987
16. Θα εξετάσω πρώτα τα ερωτήματα 2α και 3α, με τα οποία το ισπανικό δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η εξεταζόμενη εθνική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, και συγκεκριμένα της οδηγίας 80/987.
17. Όπως προαναφέρθηκε, το κύριο ερώτημα που τίθεται στο πλαίσιο της εκκρεμούς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς είναι κατά πόσον η μεταχείριση την οποία επιφυλάσσει το άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί εργαζομένων στις αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως οι οποίες έχουν καθοριστεί στο πλαίσιο διαδικασίας περί συμβιβασμού παραβιάζει ή όχι την αρχή της ισότητας (6).
18. Όπως είναι γνωστό, και όπως υπενθυμίζει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σε έλεγχο του σεβασμού των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, όπως η αρχή της ισότητας, υπόκεινται μόνον οι εθνικές ρυθμίσεις που «εμπίπτ[ουν] στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου», και αυτό διότι οι εν λόγω αρχές δεσμεύουν τα κράτη μέλη μόνον όταν «εφαρμόζουν κοινοτικές ρυθμίσεις» (7).
19. Εξ αυτού συνεπώς του λόγου καθίσταται αναγκαίο να δοθεί πρώτα απάντηση στα υπό εξέταση ερωτήματα, δεδομένου ότι χρειάζεται ακριβώς να προσδιοριστεί, πρώτον, κατά πόσον το προαναφερθέν άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί εργαζομένων όντως μεταφέρει κοινοτικές διατάξεις και συνεπώς εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Μόνον αν δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορέσει να κριθεί κατά πόσον η εν λόγω διάταξη συνάδει με την αρχή της ισότητας.
20. Συναφώς, η διάταξη περί παραπομπής εκφράζει ορισμένες αμφιβολίες όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής στην υπόθεση η οποία αποτελεί αντικείμενο της κυρίας δίκης της οδηγίας 80/987, τόσο ως είχε αρχικώς όσο και μετά την τροποποίησή της. Αφενός, η διάταξη περί παραπομπής θέτει το ερώτημα κατά πόσον οι αποζημιώσεις λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας, όπως η επίδικη, μπορούν να θεωρηθούν «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας (στην αρχική εκδοχή της) και συνεπώς κατά πόσον εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποχρεώσεως εγγυήσεως την οποία θεσπίζει το εν λόγω άρθρο και, αφετέρου, κατά πόσον μπορεί να εφαρμοστεί, εναλλακτικά, το άρθρο 3, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74, το οποίο αναφέρει ρητώς την καταβολή «αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας».
21. Σχολιάζοντας αυτό το ενδεχόμενο, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει ιδίως το γεγονός ότι, αν και η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας δεν είχε ακόμα παρέλθει κατά την εποχή των επίδικων πραγματικών περιστατικών, το ισπανικό δίκαιο προέβλεπε ήδη, στο άρθρο 33 του νόμου περί εργαζομένων, την κάλυψη των αποζημιώσεων λόγω παράνομης απολύσεως από το Fogasa. Θα μπορούσε συνεπώς να θεωρηθεί ότι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος της τροποποιητικής οδηγίας (η οποία προηγήθηκε της απολύσεως του προσφεύγοντος και της κηρύξεως της καθής σε κατάσταση αφερεγγυότητας), το προαναφερθέν άρθρο 33 του νόμου περί εργαζομένων επείχε ήδη θέση μέτρου μεταφοράς του νέου άρθρου 3 της οδηγίας 2002/74.
22. Στα ερωτήματα αυτά οι διάδικοι δίνουν διιστάμενες απαντήσεις.
23. Πράγματι, το Fogasa και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι οι επίδικες αποζημιώσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για δύο λόγους. Πρώτον, δεν τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω οι τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε η οδηγία 2002/74, εφόσον η προθεσμία η οποία είχε οριστεί για τη μεταφορά της δεν είχε παρέλθει ακόμα κατά τον χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών. Δεύτερον, δεν μπορεί να γίνει λόγος, σε σχέση με τις συναφείς αποζημιώσεις, για «αμοιβή» κατά την έννοια της οδηγίας 80/987 ως είχε αρχικώς, εφόσον το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο (εν προκειμένω, το άρθρο 26, παράγραφος 2, του νόμου περί εργαζομένων (8)), στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2 της οδηγίας για τον ορισμό της εν λόγω έννοιας, αποκλείει ρητώς το ενδεχόμενο οι αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως να αποτελούν αμοιβή.
24. Αντιθέτως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ιδίως ότι, ανεξαρτήτως του ότι ο ορισμός της έννοιας «αμοιβή» επαφίεται στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται πάντοτε και εν πάση περιπτώσει να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο κατά τρόπο που να συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, όπως η οδηγία 2002/74, η οποία είχε ήδη αρχίσει να ισχύει κατά τον χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών, χωρίς όμως να έχει ακόμα παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο (9). Εν προκειμένω –συνεχίζει η Επιτροπή– αυτό σημαίνει ότι το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να ερμηνεύσει τις επίμαχες διατάξεις του νόμου περί εργαζομένων κατά τρόπο που να συνάδει με το γράμμα και με το πνεύμα των τροποποιήσεων τις οποίες επέφερε η οδηγία 2002/74, υποχρεούται να περιλάβει μεταξύ των απαιτήσεων που διασφαλίζονται από τον οργανισμό εγγυήσεως κατ’ εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου τις αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως.
25. Κατ’ αρχάς, επισημαίνω ότι η οδηγία 2002/74 περιλαμβάνει δύο διατάξεις που θα μπορούσαν να αποδειχθούν εξαιρετικά λυσιτελείς για τους σκοπούς της υπό κρίση υποθέσεως.
26. Πρώτον, αντιθέτως προς την πρώτη εκδοχή της, η οποία άφηνε πλήρη ελευθερία στα κράτη μέλη για τον καθορισμό των απαιτήσεων τις οποίες διασφαλίζουν οι οργανισμοί εγγυήσεως, η τροποποιημένη εκδοχή της οδηγίας διευκρινίζει ρητώς ότι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, οι εν λόγω οργανισμοί οφείλουν να εξασφαλίζουν την καταβολή «αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας» «όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία» (νέο άρθρο 3).
27. Στη συνέχεια, όσον αφορά την τασσόμενη προθεσμία για τη θέση σε εφαρμογή των εν λόγω τροποποιήσεων, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 2002/74 προβλέπει ότι η οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή στις 8 Οκτωβρίου 2002, ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι η προθεσμία μεταφοράς της στις εθνικές έννομες τάξεις λήγει στις 8 Οκτωβρίου 2005. Εντούτοις, το ίδιο άρθρο 2, παράγραφος 1, διευκρινίζει στο δεύτερο εδάφιό του ότι τα κράτη μέλη «[ε]φαρμόζουν τις διατάξεις [που απαιτούνται για να συμμορφωθούν προς την οδηγία] σε κάθε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός εργοδότη που επήλθε μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των διατάξεων αυτών».
28. Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση πρόωρης μεταφοράς της οδηγίας, οι εθνικές διατάξεις που συνάδουν με αυτήν πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας που επέρχεται μετά την έναρξη ισχύος των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή και στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας που επήλθε πριν τις 8 Οκτωβρίου 2005. Δεν χρειάζεται καν να υπενθυμιστεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, τα προαναφερθέντα μέτρα, εφόσον εφαρμόζουν κοινοτικές διατάξεις, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
29. Αυτό ακριβώς φρονώ ότι συμβαίνει εν προκειμένω. Πράγματι, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι:
i) ο εργοδότης, η εταιρία Transportes San-Gom, κηρύχθηκε σε κατάσταση αφερεγγυότητας στις 24 Απριλίου 2003, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2002/74 στις 8 Οκτωβρίου 2002·
ii) κατά τον χρόνο κηρύξεως της αφερεγγυότητας, είχε αρχίσει να ισχύει το άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί εργαζομένων, το οποίο προέβλεπε ότι οι αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως διασφαλίζονται από το Fogasa, συνεπώς ήταν απολύτως συμβατό με τις τροποποιήσεις τις οποίες επέφερε η οδηγία 2002/74. Με άλλα λόγια, όπως εξηγεί το αιτούν δικαστήριο, κατά τον χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών μπορούσε να θεωρηθεί ότι το νέο άρθρο 3 της οδηγίας είχε ήδη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο από τις ισχύουσες εθνικές ρυθμίσεις, παρά την ανυπαρξία ad hoc διατάξεως περί μεταφοράς (10). Πράγματι, η κοινοτική νομολογία αναγνωρίζει ρητώς, ως γνωστόν, ότι η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην ειδική νομική διάταξη περί μεταφοράς, ιδίως εφόσον οι εθνικές ρυθμίσεις διασφαλίζουν πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας (11).
30. Ακολουθώντας αυτή τη συλλογιστική, καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή μιας εθνικής ρυθμίσεως όπως το άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί εργαζομένων, υπό συνθήκες ανάλογες με αυτές της επίδικης υποθέσεως, θα μπορούσε να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 80/987, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74.
31. Αλλά και αν ακόμα το Δικαστήριο κρίνει ότι εν προκειμένω δεν είναι εφαρμοστέα η τροποποιημένη εκδοχή της οδηγίας, αλλά η προηγούμενη εκδοχή της, αυτό δεν σημαίνει ότι οι υπό κρίση αποζημιώσεις αποκλείονται κατ’ ανάγκη από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στο μέτρο που δεν μπορούν να θεωρηθούν «αμοιβή» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1.
32. Υπενθυμίζω ότι, με την απόφαση Olaso Valero, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, αν και «εναπόκειται στον εθνικό νομοθέτη να προσδιορίσει την έννοια “αμοιβή” και να καθορίσει το περιεχόμενό της», «το γεγονός ότι η οδηγία 80/987 συναρτά την καταβολή της αμοιβής με περιόδους αναφοράς δεν αποκλείει την εφαρμογή της σε αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως […]», πολλώ μάλλον λαμβανομένου υπόψη ότι η «διαπίστωση αυτή επαληθεύεται» από τις τροποποιήσεις που επέφερε η οδηγία 2002/74, η οποία τότε δεν είχε αρχίσει ακόμα να ισχύει (12). Με άλλα λόγια, πριν από την έναρξη ισχύος της νέας οδηγίας, μπορούσαν να περιληφθούν στην έννοια της «αμοιβής», εκτός από απαιτήσεις για μισθούς που αφορούν την αμοιβή για μια συγκεκριμένη περίοδο, και απαιτήσεις διαφορετικής φύσεως, όπως οι αποζημιώσεις λόγω λύσεως της σχέσεως εργασίας.
33. Φρονώ ότι μια τέτοια ερμηνεία θα δικαιολογούνταν πολύ περισσότερο σε περίπτωση όπως η κρινομένη, στην οποία η οδηγία 2002/74 είχε ήδη αρχίσει να ισχύει κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών. Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή (όπ.π., σημείο 24), κάτι τέτοιο θα ήταν σύμφωνο τόσο με την προαναφερθείσα υποχρέωση σύμφωνης ερμηνείας (13) όσο και, γενικότερα, με τον σκοπό της προστασίας των εργαζομένων τον οποίον επιδιώκει η κοινοτική ρύθμιση.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της ισότητας
34. Με τα ερωτήματα 2γ και 3γ, το Tribunal Superior de Justicia de Castilla y León ερωτά κατ’ ουσίαν αν, στην περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, η γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει τον περιορισμό της παρεχομένης από το Fogasa εγγυήσεως στις αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως οι οποίες καθορίζονται από δικαστικές ή διοικητικές αποφάσεις, αποκλείοντας έτσι από την προβλεπόμενη προστασία τις αποζημιώσεις οι οποίες προβλέπονται από πρακτικό συμβιβασμού.
35. Σπεύδω να πω ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά μπορεί να συναχθεί ευχερέστατα από την κοινοτική νομολογία. Πράγματι, στις προπαρατεθείσες υποθέσεις Rodríguez Caballero, Olaso Valero και Guerrero Pecino, το Δικαστήριο έχει κρίνει το καθεστώς το οποίο εφαρμόζει η Ισπανία σε απαιτήσεις μισθωτών οι οποίες έχουν αναγνωριστεί στο πλαίσιο διαδικασίας περί συμβιβασμού. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ότι πρόκειται για παραβίαση της αρχής της ισότητας διότι, αφενός, η εθνική ρύθμιση προέβλεπε διαφορετική μεταχείριση των μισθωτών οι οποίοι «τελούν στην ίδια κατάσταση» (14) και, αφετέρου, «δεν διατυπώθηκαν πειστικά επιχειρήματα, βάσει των οποίων να μπορεί να δικαιολογηθεί η διαφοροποίηση μεταξύ, αφενός, των απαιτήσεων σχετικά με τακτικούς μισθούς και των απαιτήσεων [...] που έχουν αναγνωριστεί με δικαστική ή διοικητική απόφαση και, αφετέρου, των απαιτήσεων [...] που έχουν αναγνωριστεί στο πλαίσιο διαδικασίας περί συμβιβασμού» (15).
36. Και στην προκειμένη υπόθεση, εφαρμόζεται διαφορετική μεταχείριση σε μισθωτούς οι οποίοι τελούν στην ίδια κατάσταση, στο μέτρο που απολύονται για οικονομικούς λόγους και για τον λόγο αυτό δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση. Επιπλέον, ούτε το αιτούν δικαστήριο ούτε οι διάδικοι προέβαλαν κάποιο νέο επιχείρημα το οποίο να μην έχει αξιολογήσει το Δικαστήριο όταν εξέδωσε τις προπαρατεθείσες αποφάσεις. Μάλιστα, η Ισπανική Κυβέρνηση και το Fogasa δεν αναφέρθηκαν καν στο σημείο αυτό με τις γραπτές παρατηρήσεις τους.
37. Για τους λόγους αυτούς, εκτιμώ ότι η γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη, η οποία προβλέπει την καταβολή εκ μέρους του εθνικού οργανισμού εγγυήσεως, βάσει της επικουρικής ευθύνης του, των αποζημιώσεων λόγω παράνομης απολύσεως μόνον εφόσον αυτές καθορίζονται από δικαστικές ή διοικητικές αποφάσεις, αποκλείοντας από τον εν λόγω μηχανισμό εγγυήσεως απαιτήσεις που έχουν αναγνωριστεί με πρακτικό συμβιβασμού.
Επί των επιπτώσεων της ερμηνείας που θα δώσει το Δικαστήριο
38. Τέλος, πρέπει να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα 1, 2β και 3β, με τα οποία το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο ποιες έννομες συνέπειες πρέπει να αντλήσει από ενδεχόμενη απόφαση του Δικαστηρίου η οποία θα κηρύξει ασύμβατη μια ρύθμιση όπως η εξεταζόμενη και ειδικότερα αν, κατόπιν μιας τέτοιας αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο θα μπορεί να μην εφαρμόσει την εν λόγω ρύθμιση στο πλαίσιο της κυρίας δίκης.
39. Κατά τη διατύπωση του εν λόγω ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει ιδίως το γεγονός ότι η ισπανική έννομη τάξη δεν του επιτρέπει να μην εφαρμόσει ρύθμιση η οποία έχει ισχύ νόμου, όπως ο νόμος περί εργαζομένων, καθώς και το ότι η ερμηνεία της αρχής της ισότητας εκ μέρους του Δικαστηρίου με τις αποφάσεις Rodríguez Caballero και Olaso Valero δεν συνάδει με την ερμηνεία την οποία αποδίδουν στη συνταγματική αρχή της «ισότητας έναντι του νόμου», που θεσπίζει το άρθρο 14 του ισπανικού Συντάγματος, διάφορα εθνικά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου του συνταγματικού δικαστηρίου (16).
40. Σε σχέση με το σημείο αυτό, οφείλω πάντως να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο έχει απαντήσει το ερώτημα αυτό κατά απολύτως ομόφωνο τρόπο. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, τα εθνικά δικαστήρια «έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων τα οποία αναγνωρίζει στους ιδιώτες, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας […] χωρίς να υποχρεούνται να ζητήσουν ή να αναμείνουν την προηγούμενη κατάργησή τους είτε διά της νομοθετικής οδού είτε διά οιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας» (17).
41. Εξάλλου, το Δικαστήριο πρόσφατα έκρινε ad hoc, με την απόφαση Rodríguez Caballero, ότι «το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόζει κάθε εθνική διάταξη συνεπαγόμενη διακρίσεις [που δεν συνάδουν με την αρχή της ισότητας] [...] και να εφαρμόζει στα μέλη της ομάδας που τυγχάνει δυσμενούς μεταχειρίσεως το ίδιο καθεστώς που ισχύει για τους λοιπούς εργαζομένους» (18).
42. Φρονώ συνεπώς ότι δύναμαι να προτείνω να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να απόσχει από την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως η επίδικη στην κυρία δίκη, η οποία αποκλείει, κατά παραβίαση της αρχής της ισότητας, από την εγγύηση καταβολής την οποία προβλέπει, τις αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως οι οποίες καθορίζονται με πρακτικό συμβιβασμού.
IV – Πρόταση
43. Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία έθεσε το Tribunal Superior de Justicia de Castilla y León ως εξής:
«1) Η εφαρμογή μιας εθνικής ρυθμίσεως όπως το άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου περί εργαζομένων, υπό συνθήκες ανάλογες με αυτές της επίδικης υποθέσεως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
2) Η γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, η οποία προβλέπει την καταβολή εκ μέρους του εθνικού οργανισμού εγγυήσεως, βάσει της επικουρικής ευθύνης του, των αποζημιώσεων λόγω παράνομης απολύσεως μόνον εφόσον καθορίζονται από δικαστικές ή διοικητικές αποφάσεις, αποκλείοντας από τον εν λόγω μηχανισμό εγγυήσεως απαιτήσεις οι οποίες έχουν αναγνωριστεί με πρακτικό συμβιβασμού.
3) Το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να απόσχει από την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως, όπως η επίδικη στην κυρία δίκη, η οποία αποκλείει, κατά παραβίαση της αρχής της ισότητας, από την εγγύηση καταβολής την οποία προβλέπει, τις αποζημιώσεις λόγω παράνομης απολύσεως οι οποίες καθορίζονται με πρακτικό συμβιβασμού.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2–
ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35.
3 – Οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ 2002, L 270, σ. 10).
4 – BOE [Επίσημη Εφημερίδα του Βασιλείου της Ισπανίας] αριθ. 75 της 29ης Μαρτίου 1995, σ. 9654.
5 – BOE αριθ. 304 της 20ής Δεκεμβρίου 1997, σ. 37453.
6 – Αρχή η οποία, ως γνωστόν, «απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο ανάλογες καταστάσεις, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς». Βλ., αντί πολλών, απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2002, C-507/99, Denkavit (Συλλογή 2002, σ. I-169, σκέψη 44), της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑442/00, Rodríguez Caballero (Συλλογή 2002, σ. I-11915, σκέψη 32), της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C‑520/03, Olaso Valero (Συλλογή 2004, σ. I-12065, σκέψη 34) και διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C-177/05, Guerrero Pecino (Συλλογή 2005, σ. I-10887, σκέψη 26).
7 – Προπαρατεθείσα απόφαση Rodríguez Caballero, σκέψεις 30 έως 32. Για άλλες περιπτώσεις συμβατότητας με τη γενική αρχή της ισότητας εθνικών διατάξεως που θεσπίζονται για την εφαρμογή κοινοτικών πράξεων βλ. τις αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1986, 201/85 και 202/85, Klensch (Συλλογή 1986, σ. 3477, σκέψεις 9 και 10), της 14ης Ιουλίου 1994, C-351/92, Graff (Συλλογή 1994, σ. I-3361, σκέψεις 15 έως 17) και της 17ης Απριλίου 1997, C-15/95, EARL de Kerlast (Συλλογή 1997, σ. I-1961, σκέψεις 35 έως 40).
8 – Όπ.π., σημείο 8.
9 – Συναφώς, η Επιτροπή παραπέμπει ιδίως στην απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1987, C-80/86, Kolpinghuis Nijmegen (Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψη 15) καθώς και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 20ής Μαΐου 1992 στην υπόθεση C‑295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, Συλλογή 1992, σ. I-4193, σημείο 43) και του γενικού εισαγγελέα Darmon της 17ης Νοεμβρίου 1993 στην υπόθεση C-236/92, Regione Lombardia (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, Συλλογή 1994, σ. I-483, σημείο 27).
10 – Η ερμηνεία αυτή φαίνεται να επιρρωννύεται και από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει, η Ισπανία δεν έχει θεσπίσει μέχρι σήμερα κάποια ειδική διάταξη περί μεταφοράς.
11 – Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1985, 29/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1985, σ. 1661, σκέψη 23), της 9ης Απριλίου 1987, 363/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1733, σκέψη 7), της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-214/98, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2000, σ. I-9601, σκέψη 49) και της 10ης Μαΐου 2001, C-144/99, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2001, σ. Ι-3541, σκέψη 17).
12 – Προπαρατεθείσα απόφαση Olaso Valero, σκέψεις 31 και 32. Πράγματι, στην υπόθεση εκείνη το αιτούν δικαστήριο υποστήριζε ότι η αναφορά που γίνεται στην οδηγία σε αμοιβή για περίοδο πριν μια συγκεκριμένη ημερομηνία «δεν συνάδ[ει] με την έννοια της αποζημιώσεως» (όπ.π., σκέψη 26).
13 – Για την ύπαρξη ανάλογης υποχρεώσεως και σε σχέση με οδηγίες οι οποίες έχουν τεθεί σε ισχύ, αλλά των οποίων δεν έχει ακόμη λήξει η προθεσμία μεταφοράς, βλ. π.χ. προπαρατεθείσα απόφαση Kolpinghuis Nijmegen, σκέψεις 15 και 16. Με το ίδιο πνεύμα, βλ. και προτάσεις μου της 30ής Ιουνίου 2005, C-144/04, Mangold (που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σημεία 115 έως 120).
14 – Προπαρατεθείσα απόφαση Rodríguez Caballero, σκέψη 33.
15 – Προπαρατεθείσα απόφαση Olaso Valero, σκέψη 37. Βλ. επίσης προπαρατεθείσα απόφαση Rodríguez Caballero, σκέψεις 34 έως 39, και προπαρατεθείσα διάταξη Guerriero Pecino, σκέψεις 28 και 29.
16 – Στη διάταξη περί παραπομπής, το δικαστήριο μνημονεύει την απόφαση αριθ. 306/1993 του Tribunal Constitucional της 25ης Οκτωβρίου 1993, με την οποία το συνταγματικό δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 33 του νόμου περί εργαζομένων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου.
17 – Βλ. με αυτό το πνεύμα την περίφημη απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 629, σκέψεις 21 και 24). Βλ. επίσης, μεταξύ πολλών, τις αποφάσεις της 19ης Ιουνίου 1990, C‑213/89, Factortame (Συλλογή 1990, σ. I-2433, σκέψη 20), της 19ης Νοεμβρίου 1991, C‑6/90 και C‑9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357, σκέψη 32), της 8ης Ιουνίου 2000, C‑258/98, Carra κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑4217, σκέψη 16), της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑416/00, Morellato (Συλλογή 2003, σ. I‑9343, σκέψεις 43 και 44) και της 3ης Μαΐου 2005, C-387/02, C-391/02 και C-403/02, Berlusconi κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. Ι-3565, σκέψη 72).
18 – Προπαρατεθείσα απόφαση Rodríguez Caballero, σκέψη 43, και νομολογία στην οποία παραπέμπει. Βλ. και προπαρατεθείσα απόφαση Olaso Valero, σκέψη 38, και προπαρατεθείσα διάταξη Guerrero Pecino, σκέψη 30.