23.2.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 51/9


Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 18ης Δεκεμβρίου 2007 (αίτηση του Arbetsdomstolen, Σουηδία, για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως) — Laval un Partneri Ltd κατά Svenska Byggnadsarbetareförbundet, Svenska Byggnadsarbetareförbundets avd. 1, Byggettan, Svenska Elektrikerförbundet

(Υπόθεση C-341/05) (1)

(Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Οδηγία 96/71/ΕΚ - Απόσπαση εργαζομένων στον κατασκευαστικό τομέα - Εθνική νομοθεσία καθορίζουσα τους όρους εργασίας και απασχόλησης όσον αφορά τα θέματα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' έως ζ', εξαιρουμένων των ορίων κατωτάτου μισθού - Συλλογική σύμβαση στον οικοδομικό τομέα της οποίας οι ρήτρες καθορίζουν ευνοϊκότερους όρους ή αφορούν άλλα θέματα - Δυνατότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων να επιχειρούν να αναγκάσουν με συλλογικές δράσεις τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εντός άλλων κρατών μελών να διαπραγματεύονται κατά περίπτωση για τον καθορισμό των μισθών που πρέπει να καταβληθούν στους εργαζομένους και να προσχωρούν στη συλλογική σύμβαση του οικοδομικού τομέα)

(2008/C 51/15)

Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική

Αιτούν δικαστήριο

Arbetsdomstolen

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Laval un Partneri Ltd

κατά

Svenska Byggnadsarbetareförbundet, Svenska Byggnadsarbetareförbundets avd. 1, Byggettan, Svenska Elektrikerförbundet

Αντικείμενο της υποθέσεως

Προδικαστική — Arbetsdomstolen — Ερμηνεία των άρθρων 12 και 49 ΕΚ καθώς και των άρθρων 3, παράγραφος 1, 3, παράγραφος 7, 3, παράγραφος 8, 3, παράγραφος 10 και 4, της οδηγίας 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 18, σ. 1) — Συλλογικές αγωγές κατά κατασκευαστικής επιχειρήσεως η οποία μετέθεσε μισθωτούς εργαζομένους σε άλλο κράτος μέλος πλην αυτού στο οποίο βρίσκεται η έδρα της και δεν συνήψε συλλογική σύμβαση στο κράτος αυτό

Διατακτικό της αποφάσεως

1)

Τα άρθρα 49 ΕΚ και 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν, εντός κράτους μέλους στο οποίο οι όροι εργασίας και απασχολήσεως που αφορούν τα θέματα τα οποία διαλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' έως ζ', της οδηγίας αυτής περιλαμβάνονται σε νομοθετικές διατάξεις, εξαιρουμένων των ορίων του κατωτάτου μισθού, το να μπορεί μια συνδικαλιστική οργάνωση να επιχειρεί να αναγκάσει, με συλλογική δράση υπό τη μορφή αποκλεισμού εργοταξίων όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έναν παρέχοντα υπηρεσίες εγκατεστημένο εντός άλλου κράτους μέλους να αρχίζει με αυτή διαπραγματεύσεις σχετικά με τους μισθούς που πρέπει να καταβληθούν στους αποσπασθέντες εργαζομένους, καθώς και να προσχωρήσει σε συλλογική σύμβαση της οποίας οι ρήτρες προβλέπουν, για ορισμένα από τα εν λόγω θέματα όρους ευνοϊκότερους από αυτούς που απορρέουν από τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, ενώ άλλες ρήτρες αφορούν θέματα μη διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας.

2)

Τα άρθρα 49 ΕΚ και 50 ΕΚ απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εξαρτά την απαγόρευση που επιβάλλει στις συνδικαλιστικές οργανώσεις να αναλαμβάνουν συλλογική δράση με σκοπό την κατάργηση ή την τροποποίηση συλλογικής συμβάσεως συναφθείσας από τρίτους από το ότι η δράση αυτή πρέπει να αφορά τους όρους εργασίας και απασχολήσεως στους οποίους ο εθνικός νόμος έχει ευθέως εφαρμογή.


(1)  ΕΕ C 281 της 12.11.2005.