Υπόθεση T-447/04 R
Capgemini Nederland BV
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών — Κοινοτική διαδικασία πρόσκλησης για υποβολή προσφορών — Ασφαλιστικά μέτρα — Fumus boni juris — Επείγον»
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 31ης Ιανουαρίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προσωρινά μέτρα — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — «Fumus boni juris» — Σύναψη συμβάσεως κατόπιν προσκλήσεως για υποβολή προσφορών — Σύστημα χρηματοοικονομικής αξιολογήσεως των προσφορών — Μη τήρηση των οδηγιών διοικητικής φύσεως της συγγραφής υποχρεώσεων
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
2. Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προσωρινά μέτρα — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Επείγον — Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία — Απόφαση περί απορρίψεως προσφοράς στο πλαίσιο προσκλήσεως για υποβολή προσφορών — Οικονομική ζημία και ζημία της φήμης της επιχειρήσεως — Ζημίες που δεν μπορούν να θεωρηθούν ανεπανόρθωτες — Δεν συντρέχει επείγον
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 31ης Ιανουαρίου 2005 (*)
«Δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών – Κοινοτική διαδικασία πρόσκλησης για υποβολή προσφορών – Ασφαλιστικά μέτρα – Fumus boni juris – Επείγον»
Στην υπόθεση T-447/04 R,
Capgemini Nederland BV, με έδρα την Ουτρέχτη (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τους Μ. Meulenbelt και H. Speyart, δικηγόρους,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον L. Parpala, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση με την οποία ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση, αφενός, της αποφάσεως της Επιτροπής περί απορρίψεως της προσφοράς που υπέβαλε η αιτούσα στο πλαίσιο της προσκλήσεως για υποβολή προσφορών JAI-C3-2003-01 για την ανάπτυξη και εγκατάσταση του συστήματος πληροφοριών Schengen δεύτερης γενιάς (SIS II) και για την πιθανή ανάπτυξη και εγκατάσταση συστήματος πληροφοριών για τις θεωρήσεις (VIS) στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, καθώς και περί κατακυρώσεως της συμβάσεως σε άλλον διαγωνιζόμενο, και, αφετέρου, της αποφάσεως της Επιτροπής να συνάψει σύμβαση σχετική με τα συστήματα SIS II και VIS με άλλον διαγωνιζόμενο,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1 Με προκήρυξη που δημοσιεύθηκε στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 25 Ιουνίου 2003 (ΕΕ 2003, S 119), η Επιτροπή προκήρυξε, με κλειστή διαδικασία, τον διαγωνισμό JAI-C3-2003-01, για την ανάπτυξη και εγκατάσταση του συστήματος πληροφοριών Schengen δεύτερης γενιάς (SIS II) και για την πιθανή ανάπτυξη και εγκατάσταση συστήματος πληροφοριών για τις θεωρήσεις (VIS) στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων.
2 Η προσφορά της αιτούσας δεν ευδοκίμησε στο πλαίσιο του διαγωνισμού. Η απόφαση της Επιτροπής περί απορρίψεως της προσφοράς της και περί αποδοχής της προσφοράς τρίτης επιχειρήσεως της κοινοποιήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2004 (στο εξής: απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2004). Όπως επισήμανε η Επιτροπή με την απόφαση αυτή, δεν επρόκειτο να συνάψει τη σύμβαση SIS II/VIS (στο εξής: επίδικη σύμβαση) με τον διαγωνιζόμενο που είχε υποβάλει την καλύτερη προσφορά πριν από την παρέλευση δύο εβδομάδων.
3 Με τηλεαντίγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 2004 προς την Επιτροπή, η αιτούσα ζήτησε από το εν λόγω θεσμικό όργανο να διευκρινίσει τους λόγους που το οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2004, σύμφωνα με το άρθρο 100, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1 , στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός). Με το έγγραφο αυτό, η αιτούσα αμφισβήτησε επίσης την πρόθεση της Επιτροπής να μη συνάψει τη σύμβαση πριν από την παρέλευση δύο εβδομάδων και επικαλέστηκε συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-81/98, Alcatel Austria κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I-7671).
4 Με έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 2004, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την πρόθεσή της να αναθέσει τη σύμβαση σε τρίτη επιχείρηση στηριζόμενη στη συνημμένη στο εν λόγω έγγραφο έκθεση που είχε καταρτίσει η επιτροπή αξιολογήσεως τον Αύγουστο του 2004 (στο εξής: έκθεση αξιολογήσεως). Σύμφωνα με την έκθεση αξιολογήσεως, δύο διαγωνιζόμενοι, μεταξύ των οποίων και η αιτούσα, διέβησαν επιτυχώς τα στάδια της τεχνικής αξιολογήσεως και έφθασαν στο στάδιο της χρηματοοικονομικής αξιολογήσεως.
5 Με έγγραφο της 8ης Οκτωβρίου 2004, η αιτούσα ενημέρωσε την Επιτροπή ότι, κατά την άποψή της και λαμβανομένης υπόψη της εκθέσεως αξιολογήσεως, η απόρριψη της προσφοράς της αντέκειτο στο κοινοτικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, ζήτησε από την Επιτροπή να μη συνεχίσει τη διαδικασία και να αναμένει την ανάλυση την οποία δεσμεύτηκε να της διαβιβάσει εντός μιας εβδομάδας.
6 Στις 15 Οκτωβρίου 2004, η αιτούσα κοινοποίησε τα αποτελέσματα της αναλύσεώς της στην Επιτροπή και ζήτησε εξηγήσεις σχετικές με τη μέθοδο υπολογισμού της συνολικής αξίας της προσφοράς της. Η αιτούσα ζήτησε εκ νέου από την Επιτροπή να μη συνεχίσει τη διαδικασία του διαγωνισμού.
7 Στις 22 Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή συνήψε την επίδικη σύμβαση με όμιλο επιχειρήσεων επικεφαλής του οποίου ήταν οι εταιρίες Steria-France και HP-Belgium (στο εξής: απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2004).
8 Στις 26 Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή δημοσίευσε το ανακοινωθέν Τύπου IP/04/1300 με το οποίο ανακοίνωσε τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως με όμιλο επιχειρήσεων επικεφαλής του οποίου ήταν οι εταιρίες Steria-France και HP-Belgium (στο εξής: Steria-HP), για συνολικό προϋπολογισμό 40 εκατομμυρίων ευρώ.
9 Στις 5 Νοεμβρίου 2004, η αιτούσα επισήμανε στην Επιτροπή ότι το ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ που μνημονευόταν στο ανακοινωθέν Τύπου ήταν ανώτερο από το συνολικό ποσό που είχε προτείνει με την προσφορά της. Κάλεσε επίσης την Επιτροπή να απαντήσει στο από 15 Οκτωβρίου 2004 έγγραφό της και να μη συνάψει την επίδικη σύμβαση με τη Steria/HP.
10 Με έγγραφο της 11ης Νοεμβρίου 2004, η Επιτροπή απέρριψε της αντιρρήσεις που είχε διατυπώσει η αιτούσα με τα από 8 και 15 Οκτωβρίου 2004 έγγραφά της.
Διαδικασία
11 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Νοεμβρίου 2004, η αιτούσα άσκησε προσφυγή για την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και, αφετέρου, της αποφάσεως της 22ας Οκτωβρίου 2004.
12 Με χωριστό δικόγραφο, η αιτούσα υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αίτηση ταχείας εκδικάσεως της προσφυγής περί ακυρώσεως.
13 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε αυθημερόν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, η αιτούσα υπέβαλε την παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου:
– να ανασταλεί η εκτέλεση των αποφάσεων της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 22ας Οκτωβρίου 2004 μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της παρούσας αιτήσεως·
– να ανασταλεί η εκτέλεση των ίδιων αποφάσεων μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της προσφυγής·
– εφόσον αποδειχθεί ότι η επίδικη σύμβαση έχει ήδη συναφθεί, να ανασταλεί η εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της προσφυγής·
– να ληφθεί οποιοδήποτε άλλο προσωρινό μέτρο κριθεί πρόσφορο·
– να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
14 Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση που έθεσε στις 17 Νοεμβρίου 2004 ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, η Επιτροπή προσδιόρισε, την επομένη, την ημερομηνία συνάψεως της επίδικης συμβάσεως· επισήμανε επίσης ότι δεν προετίθετο να αναστείλει την εκτέλεση μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.
15 Με διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 2004, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διέταξε, βάσει του άρθρου 105, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, την άμεση αναστολή εκτελέσεως της επίδικης συμβάσεως μέχρι την έκδοση της οριστικής διατάξεως στην παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
16 Η Επιτροπή υπέβαλε τις γραπτές της παρατηρήσεις επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στις 25 Νοεμβρίου 2004.
17 Οι διάδικοι αγόρευσαν ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 2ας Δεκεμβρίου 2004.
18 Στις 8 Δεκεμβρίου 2004, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να δεχθεί την αίτηση της αιτούσας για την εκδίκαση της υποθέσεως με ταχεία διαδικασία.
Σκεπτικό
19 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων, αφενός, των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και, αφετέρου, του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Πρωτοδικείο μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
20 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διευκρινίζονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορρίπτεται εφόσον μια από αυτές απουσιάζει [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4971, σκέψη 30].
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του fumus boni juris
21 Όσον αφορά την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2004, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η προσφορά που υπέβαλε η Steria/HP δεν ήταν σύμφωνη ούτε με τους οικονομικούς όρους ούτε με τις τεχνικές προδιαγραφές του φακέλου της προκηρύξεως.
22 Κατ’ αρχάς, οι οικονομικοί όροι δεν τηρήθηκαν για περισσότερους του ενός λόγους.
23 Πρώτον, η μέθοδος χρηματοοικονομικής αξιολογήσεως που επέλεξε η Επιτροπή ήταν «ασυνήθης», καθόσον δεν στηρίζεται σε καθορισμένη τιμή του σχεδίου ή στο σύνολο των τιμών που προσφέρθηκαν για καθεμία από τις δεκαπέντε διαφορετικές πτυχές του σχεδίου. Στηρίζεται σε αναλογίες τιμών, συγκεκριμένα στον λόγο μεταξύ της τιμής που προσέφερε ο διαγωνιζόμενος και της χαμηλότερης από τις τιμές που προσέφεραν οι λοιποί ευδοκιμήσαντες διαγωνισθέντες για καθεμία από τις δεκαπέντε πτυχές του σχεδίου. Στη συνέχεια, καθοριζόταν μια συνολική αναλογία τιμής, κατόπιν υπολογισμού του μέσου όρου των αναλογιών τιμής των δεκαπέντε πτυχών. Συναφώς, η αιτούσα τονίζει ότι, ναι μεν η επιλογή ενός τέτοιου συστήματος χρηματοοικονομικής αξιολογήσεως ανήκε αδιαμφισβήτητα στην Επιτροπή, το σύστημα αυτό ωστόσο επέφερε άδικα αποτελέσματα, εφόσον η Επιτροπή δεν επαλήθευσε με επιμέλεια αν οι τιμές που είχαν ορίσει οι υποψήφιοι για κάθε πτυχή του σχεδίου ήταν αξιόπιστες και ακριβείς και αν δεν ήταν ασυνήθιστα χαμηλές. Μια εσφαλμένη ανάλυση, ιδίως των λιγότερο σημαντικών πτυχών, θα είχε δυσανάλογο αποτέλεσμα για τις συνολικές αναλογίες τιμής.
24 Η αιτούσα τονίζει ότι, δεδομένου του εν λόγω συστήματος αξιολογήσεως, η πρόσκληση για υποβολή προσφορών επέβαλε στους διαγωνιζομένους την υποχρέωση αναφοράς συγκεκριμένης τιμής για καθεμία από τις δεκαπέντε πτυχές του σχεδίου. Συναφώς, παραπέμπει σε διάφορες διατάξεις της συγγραφής υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και στη ρήτρα 5.4 των οδηγιών διοικητικής φύσεως. Η υποχρέωση αναφοράς συγκεκριμένης τιμής ήταν κατά μείζονα λόγο αναγκαία, δεδομένου ότι η χρηματοοικονομική αξιολόγηση δεν θα στηριζόταν στο συνολικό ποσό των τιμών που είχαν προσφερθεί για τις δεκαπέντε πτυχές του σχεδίου, αλλά σε αναλογίες τιμών υπολογιζομένων για κάθε πτυχή.
25 Εν προκειμένω, από την έκθεση αξιολογήσεως προκύπτει σαφώς ότι η Steria/HP σκοπίμως επέλεξε να μην αναφέρει τιμή ή να αναφέρει μηδενική τιμή για τις πτυχές 6 (προσομοιωτές), 7 (εθνικές διεπαφές) και 11 (επιχειρησιακές λειτουργίες VIS). Αντί να απορρίψει την προσφορά της Steria/HP ως μη συμβατή, η Επιτροπή τη δέχθηκε με τιμή 0,01 ευρώ για καθεμία από τις πτυχές αυτές, με αποτέλεσμα να νοθευτεί σημαντικά η συνολική αναλογία τιμής.
26 Δεύτερον, οι τιμές που πρότεινε η Steria/HP ήταν ασυνήθιστα χαμηλές. Λαμβανομένης υπόψη της μεθόδου χρηματοοικονομικής αξιολογήσεως που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, κατά την οποία καθεμία από τις δεκαπέντε πτυχές επηρέαζε σημαντικά τη συνολική αναλογία τιμής, οι κανόνες σχετικά με τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές εφαρμόστηκαν για καθεμία από τις δεκαπέντε πτυχές. Εν προκειμένω, εκτός από τις πτυχές 6, 7 και 11 της προσφοράς της Steria/HP, για τις οποίες δεν αναφερόταν τιμή, η προσφορά αυτού του ομίλου επιχειρήσεων για τις πτυχές 1 (διαχείριση του σχεδίου) και 2 (αναλυτική σύλληψη) έπρεπε να προβληματίσει την Επιτροπή ως προς το αν επρόκειτο για ασυνήθιστα χαμηλές τιμές. Εντούτοις, από το έγγραφο της Επιτροπής της 11ης Νοεμβρίου 2004 προκύπτει ότι το θεσμικό αυτό όργανο δεν εφάρμοσε εν προκειμένω τους σχετικούς με τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές κανόνες.
27 Τρίτον, η Επιτροπή δεν τήρησε την αρχή της επιλογής της πλέον συμφέρουσας οικονομικώς προσφοράς, την οποία καθιερώνει το άρθρο 138, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού (ΕΕ L 357, σ. 1 , στο εξής: κανονισμός εφαρμογής). Συγκεκριμένα, από το ανακοινωθέν Τύπου που εξέδωσε η Επιτροπή στις 26 Οκτωβρίου 2004 προκύπτει ότι το συνολικό ποσό της προσφοράς που είχε υποβάλει η Steria/HP ήταν σαφώς ανώτερο από εκείνο της προσφοράς της αιτούσας. Όσον αφορά το συνολικό ποσό της προσφοράς της, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη της το εσφαλμένο ποσό που είχε υποβάλει με την αρχική προσφορά της, το οποίο ήταν ανώτερο από το πραγματικό ποσό, καθότι είχε παρανόμως αγνοήσει το διορθωτικό που της είχε αποστείλει στις 26 Μαΐου 2004.
28 Ακολούθως, δεν ελήφθησαν υπόψη οι τεχνικές προδιαγραφές του διαγωνισμού. Κατ’ αρχάς, η προσφορά της Steria/HP δεν περιελάμβανε την ανάπτυξη εθνικών διεπαφών σύμφωνων με τις τεχνικές προδιαγραφές του διαγωνισμού, παρόλο που οι τεχνικές προδιαγραφές προβλέπουν την εγκατάσταση εθνικών διεπαφών σε εθνική κλίμακα. Τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει η αιτούσα αναφέρουν, συγκεκριμένα, ότι η λύση που πρότεινε η Steria/HP δεν συνεπαγόταν την τοποθέτηση εθνικών διεπαφών στις εγκαταστάσεις των χρηστών, ήτοι των κρατών μελών. Από τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία μπορεί εξάλλου να προκύψει ότι η προσφορά της Steria/HP δεν προέβλεπε την ανάπτυξη και την παράδοση εθνικών προσομοιωτών, οι οποίοι ήταν ωστόσο αναγκαίοι για την επαλήθευση της ορθής λειτουργίας των εθνικών διεπαφών.
29 Κατά πάγια νομολογία, μια προσφορά που δεν πληροί τις ουσιώδεις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζει η προκήρυξη του διαγωνισμού πρέπει να απορρίπτεται. Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώνεται ρητά με το άρθρο 1.3 των τεχνικών προδιαγραφών, δυνάμει του οποίου η Επιτροπή δεσμεύεται από το σύνολο των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο της προκηρύξεως. Αν η Steria/HP είχε προτείνει εναλλακτική τεχνική λύση (παραλλαγή), η Επιτροπή όφειλε να απορρίψει την προσφορά της πάραυτα.
30 Όσον αφορά την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2004, η αιτούσα ισχυρίζεται, κατ’ αρχάς, ότι πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή του δικαιώματος ασκήσεως αποτελεσματικής προσφυγής (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston, Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 18, και της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I-6677, σκέψη 39). Στον τομέα των εθνικών δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, η αρχή αυτή αναπτύχθηκε με την οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33), και καθιερώθηκε από το Δικαστήριο (προπαρατεθείσα απόφαση Alcatel Austria κ.λπ.).
31 Βάσει της αρχής αυτής, η αναθέτουσα αρχή πρέπει να περιμένει την παρέλευση εύλογης προθεσμίας μεταξύ της αναθέσεως και της συνάψεως της συμβάσεως, προκειμένου να παράσχει στους διαγωνιζομένους τη δυνατότητα να υποβάλουν, εντός της εν λόγω προθεσμίας, αίτηση προσωρινών μέτρων κατά της αποφάσεως περί αναθέσεως. Μολονότι ο δημοσιονομικός κανονισμός και ο κανονισμός εφαρμογής δεν περιέχουν διατάξεις σχετικές με την άσκηση προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, ανάλογη υποχρέωση με την απορρέουσα από την οδηγία 89/665 ισχύει εν προκειμένω δυνάμει της γενικής αρχής του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής.
32 Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή αποφάσισε να συνάψει την επίδικη σύμβαση χωρίς να τάξει εύλογη προθεσμία με το από 30 Σεπτεμβρίου 2004 έγγραφό της. Η προθεσμία αυτή θα είχε παράσχει στην αιτούσα τη δυνατότητα να προετοιμάσει αποτελεσματικά την προσφυγή της κατά της αποφάσεως αυτής, υποβάλλοντας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν της ασκήσεως προσφυγής για την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως. Τάσσοντας προθεσμία δύο εβδομάδων η Επιτροπή προσέβαλε de facto το δικαίωμα της αιτούσας να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως και να υποβάλει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 230 ΕΚ προθεσμίας και, κατά συνέπεια, παρέβη τη διάταξη αυτή.
33 Επιπλέον, με την έκδοση της αποφάσεως της 22ας Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 103 του δημοσιονομικού κανονισμού, δυνάμει του οποίου το αναθέτον θεσμικό όργανο έχει την υποχρέωση να αναστείλει τη διαδικασία εφόσον υπάρχει ενδεχόμενο σφάλματος ή παρατυπίας. Από το άρθρο 153, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής προκύπτει επίσης ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 103, πρώτο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού, η ύπαρξη προβλήματος δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο.
34 Η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν πληρούται η σχετική με το fumus boni juris προϋπόθεση.
35 Εκ προοιμίου υπενθυμίζει ότι διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για την αξιολόγηση των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνει υπόψη όταν αποφασίζει να αναθέσει σύμβαση στο πλαίσιο διαγωνισμού. Επιπλέον, η αιτούσα δέχθηκε τη μέθοδο αξιολογήσεως των τιμών, καθότι η ρήτρα 3.1 των οδηγιών διοικητικής φύσεως της συγγραφής υποχρεώσεων προέβλεπε ρητά ότι «η υποβολή προσφοράς συνεπάγεται αμετάκλητη εκ μέρους των διαγωνιζομένων αποδοχή της συμμετοχής τους σε όλες τις προβλεπόμενες από την παρούσα προκήρυξη διαδικασίες αξιολογήσεως».
36 Όσον αφορά τη μη τήρηση των οικονομικών όρων, η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η αιτούσα επικρίνει την προσφορά της Steria/HP για τον λόγο ότι δεν όρισε την τιμή ορισμένων πτυχών του σχεδίου ή όρισε γι’ αυτές μηδενική τιμή, παρόλο που και εκείνη είχε πράξει το ίδιο για διάφορες πτυχές του σχεδίου, μεταξύ των οποίων και η πτυχή 8 (παραδόσεις στους χρήστες).
37 Επιπλέον, κατά την άποψη της Επιτροπής, αν η ρήτρα 2.8 των οδηγιών διοικητικής φύσεως της συγγραφής υποχρεώσεων απαιτούσε πράγματι από τους διαγωνιζομένους να αναφέρουν τιμή για όλες τις πτυχές του σχεδίου, η μηδενική τιμή συνιστά επίσης τιμή που πρέπει να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, συνεχίζει η Επιτροπή, υπήρχε το ενδεχόμενο η αναφορά μηδενικής τιμής για ορισμένες πτυχές του σχεδίου να συνδέεται άμεσα με τη φύση της συμβάσεως και να είναι πλήρως δικαιολογημένη.
38 Η Επιτροπή εκθέτει συναφώς ότι εναπόκειται στους διαγωνιζομένους να προτείνουν τις λύσεις που θεωρούνται προσφορότερες για την επίτευξη των στόχων και των στρατηγικών αναγκών της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Ως εκ τούτου, θα ανέμενε κανείς από τους διαγωνιζομένους να προτείνουν κατάλληλες τεχνικές λύσεις. Η αναφορά μηδενικής τιμής για ορισμένες πτυχές δεν συνιστά, ως εκ τούτου, χειραγώγηση των τιμών.
39 Για την αλλαγή της τιμής στην οποία φέρεται ότι προέβη η Επιτροπή, η τελευταία αναφέρει ότι έλαβε υπόψη της την τιμή του 0,01 ευρώ, με μοναδικό σκοπό να μπορέσει να προβεί σε μαθηματικό υπολογισμό. Η δικαιολογία αυτή περιλαμβάνεται και στην έκθεση αξιολογήσεως και η Επιτροπή έπραξε κατά τον ίδιο τρόπο για όλες τις οικείες πτυχές και για όλους τους διαγωνιζομένους.
40 Δεύτερον, η Επιτροπή εκτιμά ότι ουδόλως αγνόησε τους κανόνες σχετικά με τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές. Συγκεκριμένα, η συνολική αξία των συμβάσεων SIS II και VIS αξιολογήθηκε, σύμφωνα με την προκήρυξη της συμβάσεως, σε ποσό μεταξύ των 28 και των 38 εκατομμυρίων ευρώ. Δεδομένου ότι η αξία της συναφθείσας συμβάσεως ήταν ανώτερη από 37 εκατομμύρια ευρώ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφορά ήταν ασυνήθιστα χαμηλή κατά την έννοια του άρθρου 139 του κανονισμού εφαρμογής.
41 Όσον αφορά, τρίτον, τη μη τήρηση της αρχής της επιλογής της πλέον συμφέρουσας οικονομικώς προσφοράς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αιτούσα δεν υπέβαλε προσφορά συνολικής αξίας κατώτερης από αυτή της Steria/HP και ότι, ναι μεν η αιτούσα είχε αποστείλει διορθωτικό στην Επιτροπή, στις 26 Μαΐου 2004, η Επιτροπή όμως δεν είχε καμία υποχρέωση να το λάβει υπόψη. Συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 148, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να έρθει σε επαφή με τον διαγωνιζόμενο αν πρόκειται για τη διόρθωση πρόδηλων ουσιαστικών σφαλμάτων. Εν προκειμένω, επρόκειτο για σφάλμα πολλαπλασιασμού στο οποίο υπέπεσε η αιτούσα, οπότε η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να επικοινωνήσει μαζί της.
42 Σχετικά με τη μη τήρηση των τεχνικών προδιαγραφών, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ως προς τις εθνικές διεπαφές, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του τμήματος του συστήματος που αφορά την επικοινωνία και, αφετέρου, του τμήματος που αφορά τη λογική του συστήματος. Μόνον το τμήμα που αφορά την επικοινωνία, το οποίο δεν περιλαμβανόταν στην προκήρυξη, πρέπει να τοποθετηθεί στις εγκαταστάσεις των κρατών μελών, ενώ το τμήμα που αφορά τη λογική του συστήματος μπορεί να εγκατασταθεί σε κεντρικό επίπεδο. Ο ορισμός που δίδει η προκήρυξη για την εθνική διεπαφή δεν διευκρινίζει αν αυτή έπρεπε να εγκατασταθεί, με όλες τις συνιστώσες της, σε κεντρικό ή σε εθνικό επίπεδο, αλλά αναφέρει σαφώς ότι η εθνική διεπαφή εξακολουθεί να υπόκειται στην ευθύνη του κεντρικού τομέα. Η δυνατότητα εγκαταστάσεως του λογισμικού μιας εθνικής διεπαφής σε κεντρικό επίπεδο βεβαιώνεται με τη μελέτη που πραγματοποίησε η Επιτροπή μέσω του γραφείου Deloitte & Touche και η οποία είχε επισυναφθεί στην προκήρυξη μεταξύ των τεχνικών εγγράφων. Η μελέτη αυτή εξετάζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται με την εγκατάσταση του λογισμικού της εθνικής διεπαφής σε κεντρικό και σε εθνικό επίπεδο. Αν η εγκατάσταση συνιστωσών της εθνικής διεπαφής στα κράτη μέλη είχε θεωρηθεί υποχρεωτική, δεν θα είχε νόημα η επισύναψη της μελέτης στα τεχνικά έγγραφα.
43 Περαιτέρω, απαντώντας σε επιχείρημα της αιτούσας, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η προσφορά της Steria/HP κάλυπτε πράγματι τους προσομοιωτές (πτυχή 6), αλλά ότι η πτυχή αυτή περιλαμβανόταν στην πτυχή 5 (κεντρικός τομέας).
44 Σχετικά με τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν για να στηρίξουν τον παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως της 22ας Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ουδόλως αγνόησε την αρχή του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής, καθότι η οδηγία 89/665 και η προπαρατεθείσα απόφαση Alcatel Austria κ.λπ. δεν ασκούσαν εν προκειμένω επιρροή. Επιπλέον, η απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και το έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 2004 προς την αιτούσα ικανοποιούν πλήρως τις υποχρεώσεις αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή από το άρθρο 100, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού εφαρμογής. Συγκεκριμένα, η αιτιολογία του εγγράφου της 30ής Σεπτεμβρίου 2004 παρέχει σαφώς στην αιτούσα την ικανότητα διαδίκου.
45 Το άρθρο 103 του δημοσιονομικού κανονισμού, το οποίο επικαλείται η αιτούσα, δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής.
Επί του επείγοντος
46 Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, αν δεν ληφθούν τα ζητούμενα προσωρινά μέτρα, κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
47 Η ζημία που ενδέχεται να υποστεί είναι σοβαρή, διότι, δεδομένου ότι οι μοναδικές προσφορές που ελήφθησαν υπόψη κατά το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας του διαγωνισμού ήταν η δική της και η προσφορά της Steria/HP, αν είχε απορριφθεί η προσφορά της Steria/HP θα της είχε ανατεθεί η σύμβαση.
48 Επιπλέον, δεδομένου ότι το σχέδιο SIS II/VIS έχει μεγάλη εμβέλεια, η απώλεια αυτού του πλεονεκτήματος ως προς τη φήμη της καθώς και η απώλεια της ευκαιρίας να αποδειχθεί η ικανότητά της να αναπτύξει συστήματα πληροφορικής σε διεθνή κλίμακα θα αύξανε τη ζημία της.
49 Συναφώς, η αιτούσα προσθέτει ότι οι εταιρίες που θα μετάσχουν στην υλοποίηση του σχεδίου είναι σε πολύ πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους κατά τους επόμενους διαγωνισμούς που θα προκηρύξει είτε η Επιτροπή για τα συστήματα SIS II και VIS, ιδίως όσον αφορά την επέκταση του συστήματος σε άλλα κράτη μέλη, είτε τα κράτη μέλη και οι αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης των χωρών Schengen, για την ενημέρωση παραδείγματος χάριν των εθνικών τους συστημάτων πληροφόρησης. Το συνολικό ποσό των προσθέτων αυτών συμβάσεων ενδέχεται να είναι αισθητά ανώτερο από την αξία του «κεντρικού συστήματος» για το οποίο η Επιτροπή προκήρυξε εν προκειμένω μειοδοτικό διαγωνισμό.
50 Η ζημία που ενδέχεται να υποστεί θα είναι επίσης ανεπανόρθωτη. Εν προκειμένω, η ανάθεση της συμβάσεως και, κατά μείζονα λόγο, η εκτέλεση και η εφαρμογή της, ακόμα και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, συνιστούν γεγονότα που μπορούν να εμποδίσουν την Επιτροπή να αναθεωρήσει τις αποφάσεις που έλαβε. Επομένως, προκειμένου να μη βρεθεί η αιτούσα προ τετελεσμένου γεγονότος, είναι αναγκαίο να ανασταλεί άμεσα η εκτέλεση των αποφάσεων αυτών. Η έλλειψη οποιουδήποτε προσωρινού μέτρου θα στερούσε από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα ενδεχόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου επί προσφυγής ακυρώσεως. Όπως αναγνωρίζει ο κοινοτικός δικαστής, μεταγενέστερη απόφαση επί της ουσίας εκδιδόμενη μετά την εκτέλεση της συμβάσεως δεν μπορεί να απαλείψει την προσβολή της κοινοτικής έννομης τάξεως ούτε να εξαφανίσει τη ζημία όλων εκείνων οι οποίοι υπέβαλαν ανεπιτυχώς προσφορά (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 22ας Απριλίου 1994, C‑87/94 R, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1994, σ. I‑1395, σκέψη 31). Συνεπώς, η χορήγηση αποζημιώσεως δεν συνιστά πρόσφορη αποκατάσταση.
51 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η αιτούσα υποστήριξε ότι η παρούσα απόφαση διακρίνεται από τις αποφάσεις στις υποθέσεις που οδήγησαν στην έκδοση των διατάξεων του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουλίου 2004, T-148/04 R, TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II-3027), και της 10ης Νοεμβρίου 2004, T-303/04 R, European Dynamics κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. ΙΙ-3889), στο μέτρο που, σε αντίθεση με τις επίδικες στις υποθέσεις αυτές αγορές, η αγορά στην υπό κρίση υπόθεση είναι πολύ περιορισμένη, λόγω της μοναδικότητάς της για την Ευρώπη και, ενδεχομένως, για ολόκληρο τον κόσμο. Η πρόσβαση στην εν λόγω αγορά είναι δυνατή μόνο μέσω της συνάψεως της συμβάσεως στο πλαίσιο του επίδικου διαγωνισμού.
52 Η Επιτροπή τονίζει ότι η αιτούσα δεν έχει κανένα δικαίωμα να της ανατεθεί η σύμβαση, ακόμη και στην περίπτωση ακυρώσεως των αποφάσεων της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 22ας Οκτωβρίου 2004. Επισημαίνει, εξάλλου, ότι, αν το Πρωτοδικείο διαπιστώσει σφάλμα κατά τη χρηματοοικονομική αξιολόγηση, το ίδιο σφάλμα πλήττει και την προσφορά της αιτούσας, καθότι και εκείνη ανέφερε μηδενική τιμή για ορισμένες πτυχές του σχεδίου.
53 Κατά πάγια νομολογία, η απώλεια του πλεονεκτήματος ως προς τη φήμη της ή της ευκαιρίας να αποδείξει τις ικανότητές της σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν αιτία ζημίας που να δικαιολογεί τη λήψη προσωρινών μέτρων. Ειδικότερα, η απώλεια τέτοιου πλεονεκτήματος δεν παρακωλύει την ενδεχομένως επιτυχή συμμετοχή της αιτούσας σε μεταγενέστερους διαγωνισμούς. Επιπλέον, ζημία εξαρτώμενη από μελλοντικά και αβέβαια γεγονότα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη λήψη των αιτουμένων προσωρινών μέτρων λόγω του υποθετικού της χαρακτήρα.
54 Όσον αφορά την αδυναμία αποκαταστάσεως της ζημίας, η Επιτροπή τονίζει εκ προοιμίου ότι η προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Βελγίου ουδόλως ασκεί εν προκειμένω επιρροή, στο μέτρο που το άρθρο 226 ΕΚ και το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς. Ειδικότερα, ένας από τους λόγους για τους οποίους εξετάστηκε το ενδεχόμενο λήψεως προσωρινού μέτρου στην υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας διατάξεως Επιτροπή κατά Βελγίου, ήταν η απουσία οποιουδήποτε άλλου μέτρου προστασίας των συμφερόντων των διαγωνιζομένων.
55 Επιπλέον, μια ζημία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη ή ακόμη και ως δυσχερώς επανορθώσιμη, αν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης οικονομικής αντισταθμίσεως δυνάμει του άρθρου 288 ΕΚ.
56 Τέλος δεν αποδείχθηκαν η έκταση και το υποστατό της ζημίας που υπέστη η αιτούσα λόγω της απορρίψεως της προσφοράς της, ούτε ο σοβαρός και ανεπανόρθωτος χαρακτήρας της. Εξάλλου, η αιτούσα δεν απέδειξε ότι διακυβευόταν η ίδια η ύπαρξή της ή ότι θα επηρεαζόταν ανεπανόρθωτα η θέση της στην αγορά.
57 Κατά πάγια νομολογία του Πρωτοδικείου, το γεγονός ότι η εκτέλεση της επίδικης συμβάσεως είχε αρχίσει πριν από την έκδοση της αποφάσεως της κύριας δίκης δεν συνιστά βάσιμο επιχείρημα που να αποδεικνύει το επείγον (προπαρατεθείσα διάταξη TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής, σκέψη 55). Συγκεκριμένα, αν αποδεικνυόταν ότι η απόρριψη της προσφοράς της αιτούσας ήταν αδικαιολόγητη, υπήρχε δυνατότητα επανορθώσεως· μπορούσε να αποτιμηθεί το κόστος της συμμετοχής της στον διαγωνισμό και να χορηγηθεί σχετική αποζημίωση, ενώ μπορούσε να εξεταστεί και το ενδεχόμενο χορηγήσεως χρηματικής αντισταθμίσεως και η αιτούσα θα ήταν εντελώς ελεύθερη να μετάσχει σε νέους διαγωνισμούς. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή εξέθεσε συναφώς ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως αποφάσεως, εναπόκειται στο οικείο θεσμικό όργανο, δυνάμει του άρθρου 233 ΕΚ, να αντλήσει τις σχετικές συνέπειες τηρώντας ωστόσο το διατακτικό της αποφάσεως. Εντούτοις, ούτε οι ισχύοντες κανόνες ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου προβλέπουν τις συνέπειες που πρέπει να αντληθούν όταν η σύμβαση έχει συναφθεί και έχει ξεκινήσει η εκτέλεσή της. Εν προκειμένω, πρόκειται για έγκυρη σύμβαση δυνάμει του βελγικού αστικού δικαίου. Επιπλέον, η ακύρωση της επίδικης συμβάσεως θα επέφερε σημαντικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση του σχεδίου SIS II/VIS, γεγονός που θα ζημίωνε τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης (άρθρο 2 ΕΕ).
Επί της σταθμίσεως των διακυβευομένων συμφερόντων
58 Η αιτούσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί δημοσίων συμβάσεων και η ζημία που υπέστη λόγω αυτής της προσβολής της κοινοτικής έννομης τάξεως και των δικαιωμάτων των λοιπών διαγωνιζομένων συνιστούν, αφ’ εαυτών, συμφέρον που πρέπει να προστατεύεται από τα κοινοτικά δικαστήρια (προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Βελγίου).
59 Δεύτερον, υποστηρίζει ότι μια μικρή καθυστέρηση στην εκτέλεση του σχεδίου SIS II/VIS δεν θα ζημιώσει δυσανάλογα τα συμφέροντα της Επιτροπής και των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, δεν είναι αναγκαίο το ισχύον σύστημα πληροφοριών Schengen να αντικατασταθεί από το μελλοντικό σύστημα πριν από τα τέλη του 2007 ούτε το σύστημα SIS II να γίνει προσωρινώς αποδεκτό πριν από τις 31 Μαρτίου 2007. Ουδόλως προκύπτει ότι μια μικρή καθυστέρηση θα προκαλούσε σημαντικότατη ζημία ούτε ότι η ζημία αυτή δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, επιταχύνοντας ελαφρά τον ρυθμό εκτελέσεως της συμβάσεως. Αντιθέτως, η εκτέλεση της επίδικης συμβάσεως θα ισοδυναμούσε με τετελεσμένο γεγονός που θα επέφερε σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία τόσο στην αιτούσα όσο και στην κοινοτική έννομη τάξη.
60 Τρίτον, η απόρριψη της προσφοράς της Steria/HP και η ανάθεση της συμβάσεως στην αιτούσα μπορούν να πραγματοποιηθούν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Επίσης, μπορούν να ληφθούν και άλλα μέτρα προς αποκατάσταση των παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου, όπως το να επιτραπεί στην αιτούσα να υποβάλει προσφορά βάσει των κριτηρίων που προφανώς χρησιμοποιήθηκαν για την ανάθεση της συμβάσεως στη Steria/HP ή να υποβάλει το σχέδιο σε νέο διαγωνισμό.
61 Τέταρτον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αναστολή εκτελέσεως των αποφάσεων της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 22ας Οκτωβρίου 2004 προκαλούν ζημία στην Επιτροπή ή στα κράτη μέλη, η ίδια η Επιτροπή προκάλεσε τη ζημία αυτή. Η αιτούσα ενήργησε πάντοτε με μεγάλη επιμέλεια, στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τη στάθμιση των συμφερόντων (προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 34).
62 Πέμπτον, η αιτούσα ισχυρίστηκε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής σχετικά με το χρονοδιάγραμμα υλοποιήσεως του σχεδίου δεν ήταν καθόλου πειστικοί. Περαιτέρω, έρχονται σε αντίθεση με το από 23 Νοεμβρίου 2001 έγγραφο του Συμβουλίου, που αντηλλάγη μεταξύ των αρμόδιων για την εφαρμογή του συστήματος SIS αντιπροσωπειών των κρατών μελών, από το οποίο προκύπτει ότι είναι δυνατή η συνέχιση εφαρμογής του ισχύοντος συστήματος SIS, ακόμη και με 30 κράτη μέλη.
63 Έκτον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η αιτούσα ανέφερε επίσης ότι το Συμβούλιο είχε αναθέσει στην Επιτροπή την ανάπτυξη του συστήματος SIS II από το 2001. Επιπλέον, η αιτούσα υποστήριξε ότι η έναρξη αναπτύξεως του σχεδίου SIS II/VIS είχε αρχικώς προβλεφθεί για τον Ιανουάριο του 2004. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή μπορεί να οργανώσει τον διαγωνισμό με καθυστέρηση και να υποστηρίζει παράλληλα ότι συντρέχουν επείγουσες περιστάσεις ώστε να πρέπει να αποκλειστεί η χορήγηση προσωρινών μέτρων.
64 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η χορήγηση προσωρινών μέτρων θα προκαλούσε ζημία στην Κοινότητα, στην Επιτροπή, στα κράτη μέλη, σε τρεις τρίτες χώρες, καθώς εξάλλου και στον αντισυμβαλλόμενο, και ότι μια τέτοια ζημία υπερβαίνει την προκληθείσα ενδεχομένως στην αιτούσα λόγω της απορρίψεως της αιτήσεώς της.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
Επί του fumus boni juris
65 Πρέπει να σημειωθεί ότι, με την αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα διακρίνει, αφενός, τους λόγους ακυρώσεως της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 (βλ. σκέψεις 21 έως 29 ανωτέρω) και, αφετέρου, του λόγους ακυρώσεως της αποφάσεως της 22ας Οκτωβρίου 2004 (βλ. σκέψεις 30 έως 33 ανωτέρω).
66 Ως προς το ζήτημα αυτό, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων θεωρεί ότι η ενδεχόμενη ακύρωση της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2004, περί απορρίψεως της προσφοράς της αιτούσας και περί επιλογής της προσφοράς τρίτης επιχειρήσεως, στερεί την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2004 από τη νομική της βάση. Επομένως, η τελευταία αυτή απόφαση είναι παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί.
67 Επομένως, αρκεί κατ’ αρχάς να εξεταστεί αν οι λόγοι ακυρώσεως της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2004, όπως εκτίθενται στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, είναι εκ πρώτης όψεως βάσιμοι.
68 Εκ προοιμίου πρέπει, κατ’ αρχάς, να σημειωθεί ότι το άρθρο 89, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι όλες οι δημόσιες συμβάσεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από τον κοινοτικό προϋπολογισμό πρέπει να τηρούν τις αρχές της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ακολούθως, το άρθρο 97, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι τα κριτήρια αναθέσεως που επιτρέπουν να αξιολογηθεί το περιεχόμενο των προσφορών καθορίζονται και διευκρινίζονται εκ των προτέρων στα έγγραφα της πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Τέλος, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, δυνάμει των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της διαφάνειας, τα κριτήρια αναθέσεως πρέπει να διατυπώνονται, στη συγγραφή υποχρεώσεων ή στην προκήρυξη του διαγωνισμού, κατά τρόπο που να επιτρέπει σε όλους τους προσφέροντες οι οποίοι είναι καλώς πληροφορημένοι και επιμελείς να τα ερμηνεύουν κατά τον ίδιο τρόπο (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2001, C‑19/00, SIAC Construction, Συλλογή 2001, σ. I-7725, σκέψη 42).
69 Πρέπει επίσης να σημειωθεί, πάντοτε προκαταρκτικώς, ότι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή διαθέτει σημαντική εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να ληφθεί απόφαση συνάψεως συμβάσεως βάσει προσκλήσεως υποβολής προσφορών και ότι ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή πρέπει να περιορίζεται στο αν υφίσταται σοβαρή και πρόδηλη πλάνη (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1978, 56/77, Agence européenne d’ interims κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 679, σκέψη 20, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Μαΐου 1996, T-19/95, Adia interim κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-321, σκέψη 49).
70 Κατόπιν των προκαταρκτικών αυτών παρατηρήσεων, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι δύο από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η αιτούσα είναι σοβαροί.
71 Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά τη χρηματοοικονομική αξιολόγηση της προσφοράς της Steria/HP, απορρέουσα από το γεγονός ότι η εν λόγω επιχείρηση δεν όρισε τιμή για καθεμία από τις δεκαπέντε πτυχές της προσφοράς της.
72 Εν προκειμένω, το ζήτημα είναι αν η αιτούσα προσκόμισε στοιχεία βάσει των οποίων να μην μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να αποκλειστεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, στο μέτρο που εφάρμοσε το προβλεπόμενο στην προκήρυξη του διαγωνισμού σύστημα χρηματοοικονομικής αξιολογήσεως κατά τρόπο που οι χρηματικές προσφορές δεν αντανακλούσαν την ορθή σχετική τους αξία.
73 Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Επιτροπή υποστήριξε, αφενός, ότι βάσει της ρήτρας 2.8 των οδηγιών διοικητικής φύσεως της συγγραφής υποχρεώσεων οι διαγωνιζόμενοι όφειλαν να αναφέρουν τιμή για καθεμία από τις πτυχές του σχεδίου και, αφετέρου, ότι η υποχρέωση αυτή εκπληρωνόταν με τη μνεία μηδενικής τιμής. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσφορά της Steria/HP δεν όριζε τιμή ή όριζε μηδενική τιμή για τις πτυχές 6 (προσομοιωτές), 7 (εθνικές διεπαφές) και 11 (επιχειρησιακές λειτουργίες VIS), αλλά ότι οι τιμές που αντιστοιχούσαν σε καθεμία από τις πτυχές περιλαμβάνονταν στην αξιολόγηση του ποσού άλλων, τεχνικά αδιαχώριστων, πτυχών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι τιμές για τις πτυχές 6, 7 και 11 περιλαμβάνονταν αντιστοίχως στις τιμές των πτυχών 4 (κεντρικό σύστημα), 3 (περιβάλλον του συστήματος) και 2 (αναλυτική σύλληψη).
74 Το ζήτημα είναι αν το γεγονός ότι η Επιτροπή δέχθηκε ως συμβατή με τη συγγραφή υποχρεώσεων την απουσία αναφοράς τιμής ή την αναφορά μηδενικής τιμής για μία ή περισσότερες πτυχές της προσφοράς, εφόσον η λύση που είχε προταθεί για την ή τις εν λόγω πτυχές και οι σχετικές τιμές περιλαμβάνονται σε μία ή περισσότερες άλλες πτυχές της προσφοράς αυτής μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να συνιστά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
75 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η ρήτρα 2.8 των οδηγιών διοικητικής φύσεως της συγγραφής υποχρεώσεων προέβλεπε ότι, για τη χρηματοοικονομική αξιολόγηση, οι διαγωνιζόμενοι έπρεπε να ορίσουν τις τιμές όλων των πτυχών και ότι, για το δημοσιονομικό δελτίο, όλες οι τιμές έπρεπε να εκφράζονται σε ευρώ, να μνημονεύονται σαφώς και, ενδεχομένως, να περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία υπολογισμού των τιμών για το σύνολο των πτυχών και υπο-πτυχών.
76 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η τιμή έπρεπε να αναφέρεται για κάθε πτυχή προτεινόμενη στην προσφορά και ότι δεν μπορούσε να περιλαμβάνεται σε άλλη πτυχή.
77 Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τον σκοπό του συστήματος χρηματοοικονομικής αξιολογήσεως που εφαρμόστηκε στο πλαίσιο του επίδικου διαγωνισμού.
78 Συναφώς, η ρήτρα 5.4 των οδηγιών διοικητικής φύσεως της συγγραφής υποχρεώσεων, με τίτλο «χρηματοοικονομική αξιολόγηση» αναφερόταν σε σύστημα στηριζόμενο σε δεκαπέντε διαφορετικές πτυχές. Συνεπώς, για τη χρηματοοικονομική αξιολόγηση, οι προσφορές δεν αξιολογούνταν βάσει του συνολικού ποσού των τιμών που είχαν προσφερθεί για τις δεκαπέντε διαφορετικές πτυχές, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις αναλογίες τιμών υπολογιζόμενες για κάθε πτυχή χωριστά. Συγκεκριμένα, για κάθε πτυχή, η μέθοδος αξιολογήσεως που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στηριζόταν στο σύνολο των βαθμών που συγκέντρωνε κάθε διαγωνιζόμενος βάσει του λόγου μεταξύ, αφενός, της τιμής που είχε προτείνει και, αφετέρου, της χαμηλότερης προσφερθείσας τιμής από τους λοιπούς διαγωνιζομένους στο πλαίσιο της χρηματοοικονομικής αξιολογήσεως. Ως εκ τούτου, όπως τονίζει η αιτούσα χωρίς να την αντικρούει η Επιτροπή, αναγνωριζόταν η ίδια αξία στο σύνολο των βαθμών για κάθε πτυχή και, μάλιστα, ανεξαρτήτως του περιεχομένου και της περιπλοκότητας των διαφόρων πτυχών.
79 Επομένως, αν γινόταν δεκτή η θέση της Επιτροπής και μπορούσε να αναφέρεται μηδενική τιμή για πτυχή ανταποκρινόμενη πράγματι σε τεχνική λύση, θα σήμαινε ότι ο προσφέρων μπορεί να βελτιώσει τη συνολική αναλογία τιμής τεχνητά και, λόγω αυτού, να επιτύχει την καλύτερη συνολική αναλογία τιμής, χωρίς ωστόσο η συνολική αξία της προσφοράς του να είναι η χαμηλότερη. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς παρατήρησε η αιτούσα, το εν λόγω σύστημα παρέχει στον προσφέροντα τη δυνατότητα να βελτιώνει τεχνητά τη συνολική αναλογία τιμής που προσφέρει, για παράδειγμα αφαιρώντας 500 000 ευρώ από δύο πτυχές αξίας ενός εκατομμυρίου ευρώ η καθεμία και προσθέτοντας τα ποσά αυτά σε μια πτυχή αξίας 10 εκατομμυρίων ευρώ. Ένας διαγωνιζόμενος μπορούσε επίσης να επιτύχει πολύ ενδιαφέρουσα συνολική αναλογία τιμής, προσφέροντας τεχνητή τιμή κατώτερη από το ήμισυ της τιμής του ανταγωνιστή του για πέντε ή έξι μικρότερου ενδιαφέροντος πτυχές. Επομένως, μπορούσε να επιτύχει καλύτερη συνολική αναλογία τιμής, μολονότι η συνολική αξία της προσφοράς ήταν προδήλως ανώτερη από αυτή όλων των λοιπών προσφορών. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο οι όροι εφαρμογής του συστήματος χρηματοοικονομικής αξιολογήσεως που εφάρμοσε εν προκειμένω παρείχαν δυνατότητα αποφυγής του κινδύνου αυτού.
80 Η εκτίμηση αυτή ουδόλως επηρεάζεται από το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο δεν σκόπευε να στερήσει τους προσφέροντες από τη δυνατότητα να προτείνουν ελεύθερα τεχνικές λύσεις. Εκτός του ότι η επιχειρηματολογία αυτή αφορά την τεχνική και όχι τη χρηματοοικονομική αξιολόγηση, ούτε καν αναφέρει ότι δεν ήταν δυνατό να ζητηθεί από τους προσφέροντες να αναφέρουν κατά προσέγγιση τιμή για κάθε πτυχή της προσφοράς, ακόμη και όταν η τεχνική λύση περιλαμβανόταν σε άλλη πτυχή.
81 Επομένως, αν γίνει δεκτή η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία των οικονομικών οδηγιών της συγγραφής υποχρεώσεων, ουδεμία εγγύηση υπάρχει ότι επελέγη η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς προσφορά, σε αντίθεση με την αρχή της επιλογής της πλέον συμφέρουσας οικονομικώς προσφοράς, η οποία τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής (σημείο IV.2 της προκηρύξεως).
82 Υπό τις συνθήκες αυτές, εκ πρώτης όψεως προκύπτει ότι η Επιτροπή, αποδεχόμενη την απουσία αναφοράς τιμής ή την αναφορά μηδενικής τιμής για ορισμένες πτυχές της προσφοράς της Steria/HP, ενώ πρέπει να γίνει δεκτό ότι όφειλε να απορρίψει την προσφορά καθότι δεν πληρούσε τους όρους της προκηρύξεως, παρέβη τη συγγραφή υποχρεώσεων και υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
83 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως τον οποίο θεώρησε σοβαρό ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων αφορά τη μη τήρηση της τεχνικής προδιαγραφής σχετικά με τις εθνικές διεπαφές (πτυχή 7). Συγκεκριμένα, η αιτούσα επικρίνει τη λύση που πρότεινε η Steria/HP, καθόσον δεν περιελάμβανε την τοποθέτηση εθνικών διεπαφών στις εγκαταστάσεις των χρηστών, ήτοι των κρατών μελών, μολονότι το απαιτούσε η προκήρυξη.
84 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διευκρινίσεις της προκηρύξεως επιβεβαιώνουν, εκ πρώτης όψεως, την ανάλυση ότι οι εθνικές διεπαφές πρέπει να τοποθετηθούν στις εγκαταστάσεις των χρηστών (σημείο 2.2 της ενότητας SIS II , σημεία 2.1.2, 4.1 και 4.3 των κοινών προδιαγραφών, σημείο 2.5.2 των οδηγιών διοικητικής φύσεως). Ειδικότερα, από το σημείο 4.1 των κοινών προδιαγραφών προκύπτει ότι οι εθνικές διεπαφές «πρέπει να τοποθετηθούν στις εγκαταστάσεις των χρηστών». Το σημείο 2.5.2 των οδηγιών διοικητικής φύσεως προέβλεπε ότι «οι τόποι παραδόσεως των προβλεπομένων στη σύμβαση παροχών που προορίζονται για τους χρήστες (ήτοι οι εθνικές διεπαφές) ορίζονται κατά τη σύναψη της συμβάσεως».
85 Επιπλέον, τόσο με την αίτησή της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η αιτούσα εξήγησε αναλυτικότερα τους λόγους για τους οποίους είναι σημαντική η εγκατάσταση εθνικών διεπαφών σε εθνικό επίπεδο.
86 Στο στάδιο αυτό, οι απαντήσεις της Επιτροπής στα εν λόγω επιχειρήματα δεν μπορούν να εξαφανίσουν τις ανακρίβειες των τεχνικών διευκρινίσεων σχετικά με τον τόπο εγκαταστάσεως των εθνικών διεπαφών.
87 Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται η αιτούσα να ερμήνευσε ορθώς τις τεχνικές διευκρινίσεις και, ως εκ τούτου, η προσφορά της Steria/HP να ήταν αντίθετη με τις τεχνικές διευκρινίσεις της προκηρύξεως.
88 Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι πληρούται η σχετική με το fumus boni juris προϋπόθεση.
Επί του επείγοντος
89 Όπως έχει κριθεί με τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 1999, C-65/99 P(R), Willeme κατά Επιτροπής [Συλλογή 1999, σ. I‑1857], σκοπός της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι να εξασφαλιστεί η αποκατάσταση μιας ζημίας, αλλά να κατοχυρωθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της αποφάσεως επί της ουσίας. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, πρέπει τα ζητούμενα μέτρα να είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κύριας δίκης (σκέψη 62). Στον διάδικο ο οποίος ζητεί το προσωρινό μέτρο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης, χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 20ής Ιουλίου 2000, T-169/00 R, Esedra κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-2951, σκέψη 43).
90 Εν προκειμένω, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η ζημία που υπέστη, λόγω του ότι δεν της ανατέθηκε η επίδικη σύμβαση, είναι ανεπανόρθωτη, στο μέτρο που η ακύρωση των αποφάσεων της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 22ας Οκτωβρίου 2004 δεν θα έχουν καμία πρακτική αποτελεσματικότητα, αν δεν ληφθεί κάποιο προσωρινό μέτρο.
91 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
92 Κατ’ αρχάς, ακόμη και αν το Πρωτοδικείο ακυρώσει τις εν λόγω αποφάσεις, ουδόλως αποδεικνύεται, σε αντίθεση προς ό,τι υποστηρίζει η αιτούσα, ότι θα της ανατεθεί η σύμβαση. Συναφώς, όπως και η εταιρία στην οποία ανατέθηκε η σύμβαση, η αιτούσα πρότεινε μηδενική τιμή για μια πτυχή του σχεδίου, ήτοι για την πτυχή 8. Επομένως, η προσφορά της αιτούσας είναι πλημμελής, εκ πρώτης όψεως, λόγω κενού αναλόγου με εκείνα από τα οποία πάσχει η προσφορά του μειοδότη.
93 Ακολούθως, δεν μπορεί να συναχθεί, όπως υποστηρίζει η αιτούσα, ότι τα συμφέροντά της δεν προστατεύονται καταλλήλως σε περίπτωση ακυρώσεως, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, των αποφάσεων της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 22ας Οκτωβρίου 2004.
94 Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η αποζημίωση συνιστά τον μοναδικό τρόπο εκτελέσεως μιας αποφάσεως περί ακυρώσεως.
95 Όπως προκύπτει από το άρθρο 233 ΕΚ, εναπόκειται στο όργανο του οποίου η πράξη κηρύχθηκε άκυρη να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Συνεπώς, αφενός ο δικαστής που ακύρωσε την απόφαση δεν είναι αρμόδιος να επισημάνει στο θεσμικό όργανο του οποίου η πράξη κηρύχθηκε άκυρη τους τρόπους εκτελέσεως της δικαστικής αποφάσεως (διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-199/94 P και C-200/94 P, Pevasa και Inpesca κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I‑3709, σκέψη 24) και, αφετέρου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να προδικάσει τα μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν κατόπιν της ενδεχόμενης αποφάσεως περί ακυρώσεως. Οι τρόποι εκτελέσεως μιας αποφάσεως περί ακυρώσεως δεν εξαρτώνται μόνον από τη διάταξη που ακυρώνεται και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, το οποίο εκτιμάται σε σχέση με την αιτιολογία της (απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 1988, 97/86, 193/86, 99/86 και 215/86, Αστέρις κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2181, σκέψη 27, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Απριλίου 1999, T-305/94 έως T-307/94, T-313/94 έως T-316/94, T-318/94, T-325/94, T-328/94, T-329/94 και T-335/94, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-931, σκέψη 184), αλλά και από τις περιστάσεις της εκάστοτε υποθέσεως, όπως το χρονικό διάστημα εντός του οποίου επέρχεται η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως ή τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων τρίτων.
96 Στην υπό κρίση υπόθεση, σε περίπτωση ακυρώσεως των αποφάσεων της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 22ας Οκτωβρίου 2004, θα εναπέκειτο στην Επιτροπή, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως, να λάβει τα μέτρα που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων της αιτούσας (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 2ας Μαΐου 1994, T-108/94 R, Candiotte κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. II-249, σκέψη 27· προπαρατεθείσες διατάξεις Esedra κατά Επιτροπής, σκέψη 51, και TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής, σκέψη 55).
97 Συναφώς, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αιτούσα άσκησε την προσφυγή της κύριας δίκης και υπέβαλε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μετά τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως και ότι, ως εκ τούτου, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν παρέσχε στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων τη δυνατότητα να αποτρέψει τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως, ενώ η αιτούσα μπορούσε να ασκήσει προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2004, σε συνδυασμό με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, εντός των τριών εβδομάδων που παρήλθαν μεταξύ της ημερομηνίας στην οποία η Επιτροπή της κοινοποίησε την έκθεση αξιολογήσεως, ήτοι της 30ής Σεπτεμβρίου 2004, και της ημερομηνίας συνάψεως της συμβάσεως, ήτοι της 22ας Οκτωβρίου 2004. Επισημαίνεται πάντως, αφενός, ότι η αναστολή που διέταξε ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων ως συντηρητικό μέτρο (βλ. σκέψη 15 ανωτέρω) είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης συμβάσεως και, αφετέρου, ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε να εκδικάσει την προσφυγή με ταχεία διαδικασία (βλ. σκέψη 18 ανωτέρω) και ότι, κατά συνέπεια, η απόφαση θα εκδοθεί πολύ σύντομα (βλ., για παρόμοια περίπτωση, απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2002, T-211/02, Tideland Signal κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-3781). Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποκλειστεί ότι η Επιτροπή μπορεί να υποχρεωθεί να θέσει τέρμα στην επίδικη σύμβαση και να οργανώσει νέα διαδικασία συνάψεως της εν λόγω δημόσιας συμβάσεως, στην οποία θα μπορεί να μετάσχει η αιτούσα.
98 Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ακόμα και αν η Επιτροπή αποφάσιζε να χορηγήσει αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η αιτούσα, αυτός ο τρόπος εκτελέσεως μιας ενδεχόμενης αποφάσεως περί ακυρώσεως, μπορεί, κατά πάγια νομολογία, να θεωρηθεί ως επαρκής αποκατάσταση. Κατά συνέπεια, η ενδεχόμενη ζημία της αιτούσας δεν μπορεί κατ’ αρχήν να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης οικονομικής αντισταθμίσεως (βλ. προπαρατεθείσα διάταξη Esedra κατά Επιτροπής, σκέψη 44, καθώς και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και την προπαρατεθείσα διάταξη TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής, σκέψη 43).
99 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και ελλείψει οικειοθελούς αποκαταστάσεως της ζημίας εκ μέρους της Επιτροπής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτούσα μπορεί, ελλείψει αντίθετης ενδείξεως, να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου, εφόσον η απώλεια μιας συμβάσεως συνιστά οικονομική απώλεια που μπορεί να αποκατασταθεί με αγωγή δυνάμει του άρθρου 288 ΕΚ (προπαρατεθείσα διάταξη Esedra κατά Επιτροπής, σκέψη 47· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 2002, T-132/01 R, Euroalliages κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-777, σκέψεις 51 έως 53, και προπαρατεθείσα διάταξη TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής, σκέψη 45).
100 Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατάσταση που οδήγησε στην παρούσα διαφορά είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Βελγίου, την οποία επικαλέστηκε η αιτούσα. Σε αντίθεση προς ό,τι κρίθηκε με την τελευταία αυτή διάταξη, δεν είναι δυνατό να συναχθεί εν προκειμένω ότι μια απόφαση επί της ουσίας, ακόμη και αν εκδοθεί ενόσω διαρκεί η εκτέλεση της συμβάσεως, δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε τόσο για την κοινοτική έννομη τάξη όσο και για την αιτούσα.
101 Κατόπιν των προεκτεθέντων, τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα θα δικαιολογούνταν μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις, ήτοι εφόσον υπήρχε ένδειξη ότι, χωρίς τα μέτρα αυτά, η αιτούσα ενδεχομένως θα περιερχόταν σε κατάσταση που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την υπόστασή της ή να μεταβάλει ανεπανόρθωτα τη θέση της στην αγορά (βλ., κατ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσες διατάξεις Esedra κατά Επιτροπής, σκέψη 45, και TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής, σκέψη 46).
102 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτούσα ναι μεν υποστηρίζει ότι η ανάθεση της συμβάσεως αυτής θα ήταν ευεργετική για την ίδια, αντιθέτως όμως δεν υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου και της 22ας Οκτωβρίου 2004 έχουν τέτοιες οικονομικές συνέπειες ώστε να κινδυνεύει η υπόστασή της. Συγκεκριμένα, η αιτούσα ουδόλως προέβαλε αυτό το επιχείρημα και δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο σχετικό με την οικονομική της κατάσταση που θα μπορούσε να οδηγήσει τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων στο συμπέρασμα ότι η υπόστασή της κινδυνεύει.
103 Επομένως, οι μοναδικές πραγματικές συνέπειες που συνδέει η αιτούσα με την εκτέλεση των αποφάσεων της 13ης Σεπτεμβρίου 2004 και της 22ας Οκτωβρίου 2004 συνίστανται στην απώλεια σημαντικού πλεονεκτήματος ως προς τη φήμη της και στη δυσχέρεια που θα αντιμετώπιζε στο μέλλον για την αποτελεσματική υποβολή προσφορών στο πλαίσιο σχεδίων συνδεομένων με την εν λόγω αγορά. Μολονότι μπορεί να θεωρηθεί ότι οι συνέπειες αυτές μπορούν να θεμελιώσουν το ανεπανόρθωτο της προβαλλόμενης ζημίας, τα στοιχεία της δικογραφίας δεν παρέχουν ωστόσο τη δυνατότητα να εκτιμηθεί η πραγματική τους επίδραση στην κατάσταση της αιτούσας. Ειδικότερα, η αιτούσα δεν απέδειξε ότι το εν λόγω πλεονέκτημα ως προς τη φήμη της ήταν αναγκαίο ούτε ότι θα αντιμετώπιζε στο μέλλον εμπόδια για να εκτελέσει επιτυχώς σχέδια ανάλογης εμβέλειας. Επιπλέον, δεν προσκόμισε στοιχεία από τα οποία να συνάγεται ότι εθίγη κατά τρόπο σοβαρό και ανεπανόρθωτο η φήμη της και, κατά μείζονα λόγο, ότι αυτή η προσβολή θα την εμποδίσει στο μέλλον να μετάσχει σε διαγωνισμούς της Επιτροπής σχετικούς με τα συστήματα SIS II και VIS. Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, κατά πάγια νομολογία, η συμμετοχή σε δημόσιο διαγωνισμό, που από τη φύση του είναι πολύ ανταγωνιστικός, συνεπάγεται οπωσδήποτε κινδύνους για όλους τους συμμετέχοντες, ο δε αποκλεισμός ενός διαγωνιζομένου, βάσει των κανόνων του διαγωνισμού, δεν έχει, αυτός καθ’ εαυτόν, τίποτε το επιζήμιο και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ως προσβολή της φήμης της (βλ. υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 5ης Αυγούστου 1983, 118/83 R, CMC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2583, σκέψη 51, και προπαρατεθείσα διάταξη Esedra κατά Επιτροπής, σκέψη 48).
104 Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η αιτούσα δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί επαρκώς κατά νόμο ότι, αν δεν χορηγηθούν τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα, θα υποστεί βαριά και ανεπανόρθωτη ζημία.
105 Κατόπιν τούτων συνάγεται ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον και ότι, ως εκ τούτου, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 31 Ιανουαρίου 2005.
|
Ο Γραμματέας |
Ο Πρόεδρος |
|
H. Jung |
B. Vesterdorf |
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.