Υπόθεση T-201/04 R

Microsoft Corp.

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Παρέμβαση»

Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 26ης Ιουλίου 2004  

Περίληψη της διατάξεως

1.     Διαδικασία – Παρέμβαση – Προϋποθέσεις παραδεκτού – Άμεσο και ενεστώς συμφέρον

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρα 40, εδ. 2, και 53, εδ. 1)

2.     Διαδικασία – Παρέμβαση – Ασφαλιστικά μέτρα – Προϋποθέσεις παραδεκτού – Συμφέρον για την επίλυση της διαφοράς στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων – Εκτίμηση με γνώμονα τις συνέπειες επί της οικονομικής ή νομικής καταστάσεως των αιτούντων την παρέμβαση

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρα 40, εδ. 2, και 53, εδ. 1)

3.     Διαδικασία – Παρέμβαση – Ασφαλιστικά μέτρα – Προϋποθέσεις παραδεκτού – Άμεσο και ενεστώς συμφέρον – Εκτίμηση λαμβάνουσα υπόψη την ιδιομορφία της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων – Ευρεία ερμηνεία

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρα 40, εδ. 2, και 53, εδ. 1)

4.     Διαδικασία – Παρέμβαση – Ενδιαφερόμενοι – Αντιπροσωπευτική ένωση με αντικείμενο την προστασία των μελών της – Παραδεκτό όταν πρόκειται για υποθέσεις στις οποίες ανακύπτουν ζητήματα αρχής ικανά να θίξουν τα εν λόγω μέλη – Προϋποθέσεις – Ευρεία ερμηνεία

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρα 40, εδ. 2, και 53, εδ. 1)

1.     Το κατά την έννοια του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και επί του Πρωτοδικείου, δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς νοείται ως το άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την ευδοκίμηση των αιτημάτων του διαδίκου που ο αιτών την παρέμβαση προτίθεται να υποστηρίξει. Συναφώς, για να επιτραπεί η παρέμβαση, πρέπει να εξεταστεί αν ο παρεμβαίνων θίγεται ευθέως από την προσβαλλόμενη πράξη και αν είναι βέβαιο ότι έχει συμφέρον για την έκβαση της διαφοράς.

(βλ. σκέψη 32)

2.     Οσάκις η αίτηση παρεμβάσεως υποβάλλεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, το συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς πρέπει να νοείται ως συμφέρον προς επίλυση της υποθέσεως των ασφαλιστικών μέτρων. Πράγματι, όπως ακριβώς η επίλυση της υποθέσεως της κύριας δίκης, και η επίλυση της υποθέσεως επί των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να βλάπτει τα συμφέροντα τρίτων ή να τους ευνοεί. Έπεται ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, το συμφέρον των αιτούντων την παρέμβαση πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις συνέπειες από τη χορήγηση του αιτηθέντος προσωρινού μέτρου ή την απόρριψη της αιτήσεώς του επί της οικονομικής ή νομικής καταστάσεώς τους.

(βλ. σκέψη 33)

3.     Ο άμεσος και ενεστώς χαρακτήρας του συμφέροντος προς επίλυση υποθέσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένης υπόψη της ιδιομορφίας της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Πράγματι, στο πλαίσιο υποθέσεως ασφαλιστικών μέτρων, το επικαλούμενο από παρεμβαίνοντα συμφέρον λαμβάνεται υπόψη, ενδεχομένως, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των συμφερόντων. Είναι μάλιστα πιθανό η στάθμιση των διακυβευομένων συμφερόντων να παρίσταται αποφασιστική άπαξ και ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε, στο πλαίσιο της αναλύσεως της αιτήσεως της οποίας επελήφθη, ότι πληρούνται οι αφορώσες το fumus boni juris και το επείγον προϋποθέσεις. Έτσι, η έννοια του συμφέροντος προς επίλυση της διαφοράς πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να λαμβάνεται πρόνοια ώστε να μη προδικάζεται η εκτίμηση των διαφόρων διακυβευομένων συμφερόντων.

(βλ. σκέψη 34)

4.     Επιτρέπεται η παρέμβαση σε αντιπροσωπευτικές ενώσεις, αντικείμενο των οποίων είναι η προστασία των μελών τους, σε υποθέσεις θέτουσες ζητήματα αρχής δυνάμενα να επηρεάσουν τα τελευταία. Ειδικότερα, μπορεί να επιτραπεί σε ένωση να παρέμβει επί υποθέσεως εφόσον η ένωση είναι αντιπροσωπευτική σημαντικού αριθμού δραστηριοποιουμένων στον οικείο τομέα επιχειρήσεων, εφόσον το αντικείμενό της περιλαμβάνει την προστασία των συμφερόντων των μελών της, εφόσον η υπόθεση μπορεί να θέσει ζητήματα αρχής επηρεάζοντα τη λειτουργία του οικείου τομέα και, κατά συνέπεια, εφόσον τα συμφέροντα των μελών της μπορούν να θιγούν σε σημαντικό βαθμό από την απόφαση ή τη διάταξη επί της παρεμβάσεως.

Η υιοθέτηση ευρείας ερμηνείας του δικαιώματος παρεμβάσεως έναντι των ενώσεων στοχεύει στο να καταστήσει εφικτή την καλύτερη εκτίμηση του πλαισίου των υποθέσεων, αποφεύγοντας παράλληλα πληθώρα ατομικών παρεμβάσεων οι οποίες θα διατάρασσαν την αποτελεσματικότητα και την εύρυθμη διεξαγωγή της δίκης.

(βλ. σκέψεις 37-38)




ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ

της 26ης Ιουλίου 2004 (*)

«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Παρέμβαση»

Στην υπόθεση T-201/04 R,

Microsoft Corp., με έδρα το Redmond, Washington (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Bellis, δικηγόρο, και I. S. Forrester, QC,

αιτούσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους R. Wainwright, W. Mölls, F. Castillo de la Torre και P. Hellström, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 4, του άρθρου 5, στοιχεία α΄ έως γ΄, και του άρθρου 6, στοιχείο α΄, της αποφάσεως C(2004)900 τελικό της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 2004, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 82 ΕΚ (Υπόθεση COMP/C-3/37.792 – Microsoft),

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

 Η προσβαλλόμενη απόφαση

1       Η Microsoft Corp. (στο εξής: Microsoft) επινοεί και εμπορεύεται διάφορα λογισμικά, μεταξύ των οποίων λειτουργικά συστήματα για μικροϋπολογιστές και διαμετακομιστές.

2       Η Επιτροπή εξέδωσε στις 24 Μαρτίου 2004 απόφαση σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 82 ΕΚ στην υπόθεση COMP/C‑3/37.792 – Microsoft (στο εξής: Απόφαση). Σύμφωνα με την Απόφαση, η Microsoft παρέβη το άρθρο 82 ΕΚ και το άρθρο 54 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) λόγω καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως σε δύο περιπτώσεις.

3       Η πρώτη διαπιστωθείσα με την Απόφαση περίπτωση καταχρήσεως έγκειται στην άρνηση της Microsoft να παράσχει στους ανταγωνιστές της, για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 1998 έως την ημερομηνία εκδόσεως της Αποφάσεως, τις «αφορώσες τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες», κατά την έννοια του άρθρου 1 της Αποφάσεως, και να επιτρέψει τη χρήση τους για την ανάπτυξη και τη διανομή στην αγορά ανταγωνιστικών προς τα δικά της προϊόντων στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών για ομάδες εργασίας (άρθρο 2, παράγραφος 1, της Αποφάσεως).

4       Η δεύτερη διαπιστωθείσα κατάχρηση συνίσταται, κατά την Απόφαση, στο γεγονός ότι η Microsoft εξήρτησε, όσον αφορά την περίοδο από τον Μάιο 1999 έως την ημερομηνία εκδόσεως της Αποφάσεως, την προμήθεια του λειτουργικού συστήματος του πελάτη Windows για μικροϋπολογιστές από την ταυτόχρονη αγορά του λογισμικού Windows Media Player (άρθρο 2, παράγραφος 2, της Αποφάσεως).

5       Για τις δύο αυτές καταχρήσεις η Επιτροπή επέβαλε ως κυρώσεις πρόστιμο ανερχόμενο σε 497 196 304 ευρώ (άρθρο 3 της Αποφάσεως).

6       Κατά το άρθρο 4 της Αποφάσεως, η Microsoft οφείλει να θέσει τέρμα στις διαπιστωθείσες με το προαναφερθέν άρθρο 2 καταχρήσεις σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στα άρθρα 5 και 6 της Αποφάσεως λεπτομέρειες. Η Microsoft οφείλει επίσης να απόσχει από την τήρηση της αυτής με την αναφερόμενη στο άρθρο 2 συμπεριφοράς, καθώς και οποιασδήποτε συμπεριφοράς με πανομοιότυπο ή ισοδύναμο αντικείμενο ή αποτέλεσμα.

7       Ως μέτρο επανορθώσεως της πρώτης παραβάσεως, το άρθρο 5 της Αποφάσεως εντέλλεται τη Microsoft:

«α)      να μεταδώσει, εντός προθεσμίας 120 ημερών από την κοινοποίηση της Αποφάσεως, σε οποιαδήποτε επιχείρηση έχουσα συμφέρον να αναπτύξει και διανείμει ανταγωνιστικά προς εκείνα της Microsoft προϊόντα στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών για ομάδες εργασίας, “πληροφορίες αφορώσες τη διαλειτουργικότητα” και, υπό εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις, να επιτρέψει τη χρήση τους εκ μέρους των εν λόγω επιχειρήσεων για την ανάπτυξη και διανομή ανταγωνιστικών προς αυτά της Microsoft προϊόντων στην αγορά λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών για ομάδες εργασίας·

β)      να ενεργήσει κατά τρόπο ώστε οι διαδιδόμενες πληροφορίες σχετικά με τη διαλειτουργικότητα να αναπροσαρμόζονται σε μόνιμη βάση και εντός ευλόγων προθεσμιών·

γ)      να προωθήσει, εντός προθεσμίας 120 ημερών από την κοινοποίηση της Αποφάσεως, μηχανισμό αξιολογήσεως επιτρέποντα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να ενημερωθούν κατ’ αποτελεσματικό τρόπο επί της εκτάσεως και των προϋποθέσεων εφαρμογής των “αφορωσών τη διαλειτουργικότητα πληροφοριών”. Η Microsoft μπορεί να θέσει εύλογες και μη εισάγουσες διακρίσεις προϋποθέσεις προκειμένου να διασφαλίσει ότι η παρεχόμενη στο πλαίσιο αυτό πρόσβαση επιτρέπεται μόνο για σκοπούς αξιολογήσεως.» (ελεύθερη μετάφραση)

8       Η κατά το άρθρο 5 της Αποφάσεως καταληκτική προθεσμία των 120 ημερών είναι η 27η Ιουλίου 2004.

9       Ως μέτρο επανορθώσεως της δεύτερης παραβάσεως, το άρθρο 6 της Αποφάσεως εντέλλεται τη Microsoft:

«α)      να διαθέσει, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την κοινοποίηση της Αποφάσεως, άλλη εκδοχή του λειτουργικού συστήματός της Windows για μικροϋπολογιστές, μη ενσωματώνουσα το λογισμικό Windows Media Player. Η Microsoft διατηρεί το δικαίωμα να διαθέτει το λειτουργικό σύστημά της Windows για μικροϋπολογιστές, σε συνδυασμό με το λογισμικό Windows Media Player.

[…]» (ελεύθερη μετάφραση)

10     Η κατά το άρθρο 6 της Αποφάσεως καταληκτική προθεσμία των 90 ημερών είναι η 28η Ιουνίου 2004.

 Διαδικασία και επιχειρήματα των διαδίκων

11     Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Ιουνίου 2004, η Microsoft άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως της Αποφάσεως ή, επικουρικώς, ακυρώσεως ή σημαντικής μειώσεως του ύψους του επιβληθέντος προστίμου.

12     Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Ιουνίου 2004, η Microsoft υπέβαλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 4, του άρθρου 5, στοιχεία α΄ έως γ΄, και του άρθρου 6, στοιχείο α΄, της Αποφάσεως. Με το αυτό δικόγραφο, η Microsoft ζήτησε, στηριζόμενη στο άρθρο 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, την αναστολή εκτελέσεως των εν λόγω διατάξεων μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.

13     Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής κάλεσε αυθημερόν την Επιτροπή να διευκρινίσει αν είχε την πρόθεση να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση της Αποφάσεως προτού εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.

14     Με έγγραφο που παρελήφθη αυθημερόν από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή ενημέρωσε τον δικάζοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή σχετικά με την απόφασή της να μη χωρήσει στην αναγκαστική εκτέλεση του άρθρου 5, στοιχεία α΄ έως γ΄, και του άρθρου 6, στοιχείο α΄, της Αποφάσεως ενόσω θα εκκρεμοδικεί η υπόθεση επί των ασφαλιστικών μέτρων.

15     Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 25 Ιουνίου 2004, η Novell Inc. (στο εξής: Novell), με έδρα το Waltham, Μασαχουσέτη (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους C. Thomas, M. Levitt, V. Harris, solicitors, και τον A. Müller-Rappard, δικηγόρο, ζήτησε να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

16     Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Ιουνίου 2004, η RealNetworks Inc. (στο εξής: RealNetworks), με έδρα το Seattle, Washington (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους A. Winckler, M. Dolmans και T. Graf, διηγόρους, ζήτησε να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

17     Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 30 Ιουνίου 2004, η Computer & Communications Industry Association (στο εξής: CCIA), με έδρα τη Washington, DC (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τον J. Flynn, QC, και τους D. Paemen και N. Dodoo, δικηγόρους, ζήτησε να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

18     Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Ιουλίου 2004, η Software & Information Industry Association (στο εξής: SIIA), με έδρα τη Washington, DC (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τον C. A. Simpson, solicitor, ζήτησε να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

19     Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Ιουλίου 2004, η The Computing Technology Industry Association Inc. (στο εξής: CompTIA), με έδρα το Oakbrook Terrace, Illinois (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τους G. Van Gerven και T. Franchoo, δικηγόρους, και τον B. Kilpatrick, solicitor, ζήτησε να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

20     Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Ιουλίου 2004, η The Association for Competitive Technology (στο εξής: ACT), με έδρα τη Washington, DC (Ηνωμένες Πολιτείες), εκπροσωπούμενη από τον L. Ruessmann, δικηγόρο, ζήτησε να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

21     Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Ιουλίου 2004, η Digimpro Ltd, με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), η TeamSystem SpA, με έδρα το Pesaro (Ιταλία), η Mamut ASA, με έδρα το Όσλο (Νορβηγία), και η CODA Group Holdings Ltd, με έδρα το Chippenham, Wiltshire (Ηνωμένο Βασίλειο) (στο εξής αποκαλούμενες από κοινού: Digimpro κ.λπ.), εκπροσωπούμενες από τον G. Berrisch, δικηγόρο, ζήτησαν να παρέμβουν προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

22     Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Ιουλίου 2004, η DMDsecure.com BV, με έδρα το Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), η MPS Broadband AB, με έδρα τη Στοκχόλμη (Σουηδία), η Pace Micro Technology plc, με έδρα το Shipley, West Yorkshire (Ηνωμένο Βασίλειο), η Quantel Ltd, με έδρα το Newbury, Berkshire (Ηνωμένο Βασίλειο), και η Tandberg Television Ltd, με έδρα το Southampton, Hampshire (Ηνωμένο Βασίλειο) (στο εξής αποκαλούμενες από κοινού: DMDsecure.com κ.λπ.), εκπροσωπούμενες από τον J. Bourgeois, δικηγόρο, ζήτησαν να παρέμβουν προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

23     Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Ιουλίου 2004, η IDE Nätverkskonsulterna AB, με έδρα τη Στοκχόλμη, η Exor AB, με έδρα την Uppsala (Σουηδία), ο T. Rogerson, κάτοικος Harpenden, Hertfordshire (Ηνωμένο Βασίλειο), ο P. Setka, κάτοικος Sobeslav (Τσεχική Δημοκρατία), ο D. Tomicic, κάτοικος Νυρεμβέργης (Γερμανία), ο M. Valasek, κάτοικος Karlovy Vary (Τσεχική Δημοκρατία), ο R. Rialdi, κάτοικος Γένουας (Ιταλία), και ο B. Nati, κάτοικος Παρισίων (Γαλλία) (στο εξής αποκαλούμενοι από κοινού: IDE Nätverkskonsulterna κ.λπ.), εκπροσωπούμενοι από τους S. Martínez Lage και H. Brokelmann, δικηγόρους, ζήτησαν να παρέμβουν προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

24     Οι ανωτέρω αιτήσεις παρεμβάσεως επιδόθηκαν στην αιτούσα και στην καθής, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

25     Με έγγραφο της 6ης Ιουλίου 2004, το οποίο παρελήφθη αυθημερόν από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, η Microsoft ενημέρωσε το Πρωτοδικείο ότι δεν προέβαλε ενστάσεις έναντι της αιτήσεως παρεμβάσεως της RealNetworks. Με έγγραφο της 7ης Ιουλίου 2004, το οποίο παρελήφθη αυθημερόν από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, η Microsoft κατέθεσε παρατηρήσεις επί της υποβληθείσας από τη Novell αιτήσεως παρεμβάσεως. Η Microsoft δεν κατέθεσε παρατηρήσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας επί των λοιπών αιτήσεων παρεμβάσεως.

26     Έναντι όλων των διαδίκων στους οποίους επετράπη να παρέμβουν, η Microsoft ζήτησε, με έγγραφα της 6ης και 8ης Ιουλίου 2004, την εμπιστευτική αντιμετώπιση των περιλαμβανομένων στην Απόφαση στοιχείων, για τα οποία η Επιτροπή απεδέχθη να μη δημοσιοποιηθούν μέσω της διαθέσιμης ηλεκτρονικής μορφής τους από τον διαδικτυακό της τόπο.

27     Με έγγραφα της 6ης Ιουλίου 2004, τα οποία παρελήφθησαν από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την επόμενη ημέρα, η Επιτροπή ενημέρωσε το Πρωτοδικείο, αφενός, ότι δεν προέβαλε ενστάσεις έναντι των αιτήσεων παρεμβάσεως που υπέβαλαν αντίστοιχα οι Novell, RealNetworks, CCIA και SIIA, και, αφετέρου, ότι δεν ζητούσε εμπιστευτική μεταχείριση. Αντιθέτως, η Επιτροπή έκρινε ότι ήταν απορριπτέα η αίτηση παρεμβάσεως που υπέβαλε η CompTIA.

28     Με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 2004, το οποίο παρελήφθη αυθημερόν από τη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή ενημέρωσε το Πρωτοδικείο ότι δεν προέβαλε ενστάσεις έναντι της αιτήσεως παρεμβάσεως που υπέβαλε η ACT και ότι δεν ζητούσε εμπιστευτική μεταχείριση.

29     Αντιθέτως, με έγγραφο της 13ης Ιουλίου, ακολούθως δε με έγγραφα της 14ης Ιουλίου 2004, η Επιτροπή κατέθεσε παρατηρήσεις επί των αιτήσεων παρεμβάσεως που υπέβαλαν αντίστοιχα οι Digimpro κ.λπ., οι DMDsecure.com κ.λπ. και οι IDE Nätverkskonsulterna κ.λπ.

30     Η Επιτροπή κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 21 Ιουλίου 2004. Οι παρατηρήσεις αυτές επιδόθηκαν στη Microsoft αυθημερόν.

 Επί των αιτήσεων παρεμβάσεως

31     Δυνάμει του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, εφαρμοστέου στο Πρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Οργανισμού, το δικαίωμα παρεμβάσεως ιδιώτη εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος μπορεί να δικαιολογήσει συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς.

32     Το συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς νοείται ως άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την ευδοκίμηση των αιτημάτων του διαδίκου που ο αιτών την παρέμβαση προτίθεται να υποστηρίξει (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 2003, C-186/02 P, Ramondín και Ramondín Cápsulas κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑2415, σκέψη 7). Συναφώς, για να επιτραπεί η παρέμβαση, πρέπει να εξεταστεί αν ο παρεμβαίνων θίγεται ευθέως από την προσβαλλόμενη πράξη και αν είναι βέβαιο ότι έχει συμφέρον για την έκβαση της διαφοράς [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 1997, C-151/97 P(I) και C-157/97 P(I), National Power και PowerGen κατά British Coal και Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I‑3491, σκέψη 53].

33     Οσάκις η αίτηση παρεμβάσεως υποβάλλεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, το συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς πρέπει να νοείται ως συμφέρον προς επίλυση της υποθέσεως των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουλίου 1998, T-65/98 R, Van den Bergh Foods κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-2641, σκέψεις 26 και 27). Πράγματι, όπως ακριβώς η επίλυση της υποθέσεως της κύριας δίκης, και η επίλυση της υποθέσεως επί των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να βλάπτει τα συμφέροντα τρίτων ή να τους ευνοεί. Έπεται ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, το συμφέρον των αιτούντων την παρέμβαση πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις συνέπειες από τη χορήγηση του αιτηθέντος προσωρινού μέτρου ή την απόρριψη της αιτήσεώς του επί της οικονομικής ή νομικής καταστάσεώς τους.

34     Επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι ο άμεσος και ενεστώς χαρακτήρας του συμφέροντος προς επίλυση υποθέσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένης υπόψη της ιδιομορφίας της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Πράγματι, στο πλαίσιο υποθέσεως ασφαλιστικών μέτρων, το επικαλούμενο από παρεμβαίνοντα συμφέρον λαμβάνεται υπόψη, ενδεχομένως, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των συμφερόντων [βλ. υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-329/99 P(R), Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. I‑8343]. Είναι μάλιστα πιθανό η στάθμιση των διακυβευομένων συμφερόντων να παρίσταται αποφασιστική άπαξ και ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε, στο πλαίσιο της αναλύσεως της αιτήσεως της οποίας επελήφθη, ότι πληρούνται οι αφορώσες το fumus boni juris και το επείγον προϋποθέσεις. Έτσι, η έννοια του συμφέροντος προς επίλυση της διαφοράς πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων προκειμένου να λαμβάνεται πρόνοια ώστε να μη προδικάζεται η εκτίμηση των διαφόρων διακυβευομένων συμφερόντων.

35     Εν πάση περιπτώσει, η εκ μέρους του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων εκτίμηση του συμφέροντος προς επίλυση της ενώπιόν του φερομένης υποθέσεως δεν προδικάζει εκείνη του Πρωτοδικείου, οσάκις τούτο επιλαμβάνεται αιτήσεως παρεμβάσεως επί της υποθέσεως στην κύρια δίκη.

36     Οι υποβληθείσες από ενώσεις επιχειρήσεων αιτήσεις παρεμβάσεως, καθώς και οι υποβληθείσες ιδίω ονόματι αιτήσεις, ιδίως από εταιρίες, εξετάζονται αλληλοδιαδόχως.

 Επί των αιτήσεων που υπέβαλαν ενώσεις επιχειρήσεων

37     Κατά πάγια νομολογία, επιτρέπεται η παρέμβαση σε αντιπροσωπευτικές ενώσεις, αντικείμενο των οποίων είναι η προστασία των μελών τους σε υποθέσεις θέτουσες ζητήματα αρχής δυνάμενα να επηρεάσουν τα τελευταία [προαναφερθείσα στη σκέψη 32 ανωτέρω διάταξη National Power και PowerGen κατά British Coal και Επιτροπής, σκέψη 66, και διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 28ης Σεπτεμβρίου 1998, C-151/98 P, Pharos κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑5441, σκέψη 6· διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1999, T-13/99 R, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. II‑1961, σκέψη 15, και της 28ης Μαΐου 2001, T-53/01 R, Poste Italiane κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑1479, σκέψη 51]. Ειδικότερα, μπορεί να επιτραπεί σε ένωση να παρέμβει επί υποθέσεως εφόσον η ένωση είναι αντιπροσωπευτική σημαντικού αριθμού δραστηριοποιουμένων στον οικείο τομέα επιχειρήσεων, εφόσον το αντικείμενό της περιλαμβάνει την προστασία των συμφερόντων των μελών της, εφόσον η υπόθεση μπορεί να θέσει ζητήματα αρχής επηρεάζοντα τη λειτουργία του οικείου τομέα και, κατά συνέπεια, εφόσον τα συμφέροντα των μελών της μπορούν να θιγούν σε σημαντικό βαθμό από την απόφαση ή τη διάταξη επί της παρεμβάσεως (βλ. υπό την έννοια αυτή, διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Δεκεμβρίου 1993, T-87/92, Kruidvat κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1375, σκέψη 14).

38     Επιπλέον, πρέπει να υπομνηστεί ότι η υιοθέτηση ευρείας ερμηνείας του δικαιώματος παρεμβάσεως έναντι των ενώσεων στοχεύει στο να καταστήσει εφικτή την καλύτερη εκτίμηση του πλαισίου των υποθέσεων, αποφεύγοντας παράλληλα πληθώρα ατομικών παρεμβάσεων οι οποίες θα διατάρασσαν την αποτελεσματικότητα και την εύρυθμη διεξαγωγή της δίκης (προαναφερθείσα στη σκέψη 32 διάταξη National Power και PowerGen κατά British Coal και Επιτροπής, σκέψη 66).

39     Υπό το φως των προϋποθέσεων και σκέψεων που προηγήθηκαν επιβάλλεται να αναλυθεί αν πρέπει να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις των CCIA, SIIA, CompTIA και ACT.

 Επί της αιτήσεως της CCIA

40     Η CCIA είναι ένωση επιχειρήσεων δραστηριοποιουμένων στους τομείς της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών. Η CCIA ζητεί να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Αναφέρει συναφώς ότι έχει νομική προσωπικότητα, το αντικείμενο και οι δραστηριότητές της περιλαμβάνουν την εκπροσώπηση των μελών της και την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, ότι αντιπροσωπεύει σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων δραστηριοποιουμένων στους συναφείς τομείς δραστηριοτήτων και ότι η παρούσα υπόθεση εγείρει ζητήματα αρχής δυνάμενα να θίξουν τα μέλη της.

41     Η CCIA διευκρινίζει ότι τα μέλη της θίγονται ποικιλοτρόπτως από την κύρια προσφυγή και από την παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Αναφέρει ειδικότερα ότι, αφενός, ορισμένα μέλη της παράγουν λειτουργικά συστήματα διαμετακομιστών για ομάδες εργασίας και ότι, αφετέρου, ορισμένα άλλα μέλη παράγουν λογισμικά τελούντα σε ανταγωνισμό με το λογισμικό Windows Media Player. Γενικότερα, ορισμένα μέλη της CCIA δραστηριοποιούνται στις αγορές όπου η Microsoft εφαρμόζει στρατηγικές αλληλένδετων πωλήσεων και αρνήσεως πωλήσεως, ανάλογες προς τις διαλαμβανόμενες στην Απόφαση. Τέλος, σχεδόν όλα τα μέλη της CCIA είναι σημαντικοί χρήστες λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών για ομάδες εργασίας και ως εκ τούτου επηρεάζονται από τη συμπεριφορά της Microsoft. Η CCIA υποστηρίζει επίσης ότι τα μέλη της θίγονται όχι μόνο από την έκβαση της κύριας προσφυγής αλλά και από την ημερομηνία επιλύσεως της διαφοράς στον βαθμό κατά τον οποίο οι διαπιστωθείσες με την Απόφαση καταχρήσεις είχαν ήδη σοβαρές επιπτώσεις επί της αγοράς.

42     Τέλος, η CCIA προσθέτει ότι διαδραμάτισε ενεργό ρόλο κατά τη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της Αποφάσεως.

43     Η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν προβάλλει αντιρρήσεις έναντι της υποβληθείσας από τη CCIA αιτήσεως. Στο μέτρο που την αφορά, η Microsoft δεν κατέθεσε παρατηρήσεις.

44     Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής εκτιμά ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως της CCIA.

45     Πράγματι, πρώτον, η CCIA διευκρίνισε, χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού από την αιτούσα ούτε από το καθού όργανο, ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα επιχειρήσεων δραστηριοποιουμένων στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας, μεταξύ των οποίων καταλέγονται μεγάλες επιχειρήσεις, ευθέως ανταγωνιστικές της Microsoft σε ορισμένες αγορές στις οποίες αναφέρεται η Απόφαση. Επομένως, η CCIA πρέπει να θεωρηθεί ως αρκούντως αντιπροσωπευτική επιχειρήσεων δραστηριοποιουμένων στον οικείο τομέα.

46     Δεύτερον, κατά το άρθρο 2, σημείο Α, των καταστατικών πράξεων της CCIA, η τελευταία έχει μεταξύ άλλων ως αντικείμενο την προώθηση, αφενός, των συμφερόντων των τομέων της πληροφορικής και των επικοινωνιών και, αφετέρου, των συμφερόντων των μελών της. Το άρθρο 1, τμήμα 2, των καταστατικών πράξεων της CCIA διευκρινίζει εξάλλου ότι αποστολή της CCIA είναι μεταξύ άλλων η συνειδητοποίηση εκ μέρους των κυβερνητικών αρχών και του ευρέως εν γένει κοινού της σημασίας ενός «πλήρους, έντιμου και ανοικτού ανταγωνισμού» στους εν λόγω τομείς. Το άρθρο 1, τμήμα 2, των καταστατικών πράξεων της CCIA αναφέρει επίσης ότι η CCIA μπορεί να προβεί στη λήψη «οποιουδήποτε […] πρόσφορου για την εκπλήρωση της αποστολής της νομικού […] μέτρου». Άρα η CCIA πρέπει να θεωρηθεί ως έχουσα ιδίως ως αντικείμενο την προστασία των συμφερόντων των μελών της.

47     Τρίτον, η παρούσα υπόθεση εγείρει, ιδίως, το ζήτημα υπό ποιες περιστάσεις ένας κατασκευαστής λογισμικών, τελών σε κατάσταση δεσπόζουσας θέσεως, οφείλει ενδεχομένως να παρέχει σε τρίτους πληροφορίες καλυπτόμενες από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, προκειμένου να επιτρέπει τη διαλειτουργικότητα των προϊόντων των εν λόγω τρίτων με τα προϊόντα του ιδίου. Η παρούσα υπόθεση εγείρει επίσης το ζήτημα υπό ποιες περιστάσεις αντίκειται ενδεχομένως στο άρθρο 82 ΕΚ, το ένας κατασκευαστής λογισμικών ή πληροφορικού υλικού, ο οποίος τελεί σε κατάσταση δεσπόζουσας θέσεως, να ενσωματώνει σε ήδη υπάρχον προϊόν νέα προϊόντα ή νέες λειτουργικότητες. Η θέση που θα υιοθετούσε ενδεχομένως ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων σε σχέση με τα εν λόγω ζητήματα αρχής είναι ικανή να επηρεάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες δρουν οι δραστηριοποιούμενες στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας επιχειρήσεις.

48     Τέταρτον, δεδομένου ότι τα μέλη της CCIA δραστηριοποιούνται στον οικείο τομέα, τα συμφέροντά τους ενδέχεται να θίγονται από τη λήψη θέσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.

49     Επιπλέον δε, η CCIA συμμετέσχε στη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της Αποφάσεως.

50     Κατόπιν αυτού, πρέπει να επιτραπεί στη CCIA η παρέμβασή της στην παρούσα υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων.

 Επί της αιτήσεως της SIIA

51     Η SIIA είναι ένωση κατασκευαστών λογισμικών, περιλαμβάνουσα πέραν των 600 μελών. Ζητεί να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.

52     Η SIIA υποστηρίζει ότι της επετράπη να παρέμβει ιδίω ονόματι κατά τη διοικητική διαδικασία, όπως ακριβώς οι Time Warner Inc., Novell και RealNetworks, οι οποίες είναι τρία από τα μέλη της. Επιπλέον, η SIIA διευκρινίζει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου επί της κύριας δίκης, στα πλαίσια της παρούσας υποθέσεως, πρόκειται να έχει επιπτώσεις επί της δυνατότητας των μελών της να ανταγωνίζονται τη Microsoft και ότι, εξάλλου, η εμπορική βιωσιμότητα ορισμένων εξ αυτών απειλείται σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα εφαρμόζονταν τα προβλεπόμενα με την Απόφαση μέτρα επανορθώσεως. Τέλος, η SIIA υπογραμμίζει ότι, παραμένοντας σε ισχύ, η Απόφαση θα επέτρεπε στα μέλη της να αφιερώσουν συμπληρωματικούς πόρους στην έρευνα και την ανάπτυξη.

53     Η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν προβάλλει αντιρρήσεις έναντι της αιτήσεως που υπέβαλε η SIIA. Η Microsoft δεν κατέθεσε παρατηρήσεις.

54     Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι επιβάλλεται να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως της SIIA.

55     Πράγματι, πρώτον, η SIIA διευκρινίζει, χωρίς να αντικρουστεί από τη Microsoft ούτε από την Επιτροπή, ότι αποτελεί την κύρια ένωση δημιουργών λογισμικών και αριθμεί πλέον των 600 ενεργών μελών σε ολόκληρο τον κόσμο. Άρα, η SIIA μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτική σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας.

56     Δεύτερον, το άρθρο II των καταστατικών πράξεων της SIIA αναφέρει ότι πρόκειται για «επαγγελματική ένωση συσταθείσα για την εκπροσώπηση των κοινών συμφερόντων, σε εμπορικά θέματα και θέματα δημόσιας πολιτικής, του τομέα των λογισμικών καθώς και του τομέα των ψηφιακών περιεχομένων». Η ίδια διάταξη αναφέρει ότι η SIIA διαθέτει την ικανότητα να αναλαμβάνει δεσμεύσεις επί «οποιασδήποτε νομικής δραστηριότητας» που θα της επέτρεπαν να εκπληρώσει τους στόχους αυτούς. Άρα, η SIIA μπορεί να θεωρηθεί, στο στάδιο αυτό, ως έχουσα ιδίως αντικείμενο την προστασία των συμφερόντων των μελών της.

57     Τρίτον, για τους παρατιθέμενους στη σκέψη 47 λόγους, η θέση που θα υιοθετούσε ενδεχομένως ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων σε σχέση με τα ζητήματα αρχής που θέτει η παρούσα υπόθεση είναι ικανή να επηρεάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες δρουν οι δραστηριοποιούμενες στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας επιχειρήσεις.

58     Τέταρτον, η SIIA υποστήριξε, χωρίς να αντικρουστεί από τη Microsoft ή την Επιτροπή, ότι εκπροσωπεί ανταγωνιστικές της Microsoft επιχειρήσεις στις εμπλεκόμενες με την Απόφαση αγορές και, ειδικότερα, των δημιουργών λογισμικών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, τα συμφέροντα των μελών της SIIA ενδέχεται να θίγονται από τη λήψη θέσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.

59     Έτι περαιτέρω, η SIIA συμμετέσχε στη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της Αποφάσεως.

60     Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η παρέμβαση της SIIA στην παρούσα υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων.

 Επί της αιτήσεως της CompTIA

61     Η CompTIA είναι ένωση επιχειρήσεων δραστηριοποιουμένων στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας και των επικοινωνιών. Η CompTIA ζητεί να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft.

62     Η CompTIA υποστηρίζει ότι πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία προκειμένου να γίνει δεκτή η παρέμβασή της (προαναφερθείσα στη σκέψη 37 διάταξη Kruidvat κατά Επιτροπής· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 30ής Οκτωβρίου 2003, T-125/03 R και T-253/03 R, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-4771, σκέψη 4).

63     Πρώτον, η CompTIA είναι η μεγαλύτερη επαγγελματική ένωση στον κόσμο του τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας και των τηλεπικοινωνιών, αριθμούσα περισσότερα από 16 000 μέλη σε 89 κράτη.

64     Δεύτερον, η CompTIA έχει ως αποστολή, δυνάμει των καταστατικών πράξεών της, την προστασία των συμφερόντων των μελών της και επιτρέπεται η παρέμβασή της στην παρούσα δίκη στον βαθμό κατά τον οποίο τα εγειρόμενα με αυτή ζητήματα θίγουν ευθέως τα μέλη της.

65     Τρίτον, η Απόφαση εγείρει θεμελιώδη ζητήματα θίγοντα το σύνολο του τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας.

66     Η Επιτροπή εκτιμά ότι η CompTIA δεν έχει επαρκές για την επίλυση της διαφοράς συμφέρον. Η Επιτροπή σημειώνει συναφώς ότι οι καταστατικές πράξεις της CompTIA δεν περιλαμβάνουν την προστασία των συμφερόντων ή την εκπροσώπηση των μελών της. Εξάλλου, η πολιτική δήλωση περί του δικαίου του ανταγωνισμού που επισυνάπτει ως παράρτημα της αιτήσεώς της η CompTIA είναι απλώς σχέδιο κοινής θέσεως, ουδόλως αποτελούν σύσταση ή έγκριση προς την CompTIA να εκδίδει μέτρα προστασίας της εν λόγω θέσεως. Επιπλέον, η αποδοχή της CompTIA ως amicus curiae ενώπιον ορισμένων αμερικανικών δικαστηρίων είναι αλυσιτελής στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως. Τέλος, η αποδοχή της CompTIA ως ενδιαφερόμενου μέρους κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας δεν είναι αφ’ εαυτής αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι το εφαρμοστέο κριτήριο για την αποδοχή καταθέσεως παρατηρήσεων στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας δεν αντιστοιχεί κατ’ ανάγκη προς το οριζόμενο με το άρθρο 40, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου κριτήριο.

67     Η Microsoft δεν κατέθεσε παρατηρήσεις επί της αιτήσεως της CompTIA.

68     Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κάλεσε στις 13 Ιουλίου 2004 την CompTIA να διευκρινίσει, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις των καταστατικών πράξεών της επί των οποίων στηρίχθηκε προκειμένου να υποστηρίξει ότι είχε ως αντικείμενο την προστασία των συμφερόντων των μελών της.

69     Με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2004, η CompTIA διευκρίνισε ότι στηρίχθηκε συναφώς στα άρθρα II και XI των καταστατικών πράξεών της, επί της πολιτικής δηλώσεως περί του δικαίου του ανταγωνισμού που υιοθέτησε το διοικητικό συμβούλιό της καθώς και επί του τμήματος 2 της πιστοποιούσας την ίδρυσή της πράξεως. Η CompTIA υπογράμμισε επίσης το γεγονός των παρεμβάσεών της ενώπιον των αμερικανικών δικαστικών αρχών. Η Επιτροπή κατέθεσε στις 21 Ιουλίου 2004 παρατηρήσεις με τις οποίες εκτιμά ότι η CompTIA μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να θεωρηθεί ως έχουσα αντικείμενο την προώθηση των συμφερόντων των μελών της και όχι την εκπροσώπηση και υπεράσπισή τους. Ο κοινοτικός δικαστής αρνήθηκε ήδη τις αιτήσεις παρεμβάσεως ενώσεων που είναι απλώς επιφορτισμένες με την προώθηση των συλλογικών συμφερόντων των μελών τους (διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Πρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 1999, T-13/99, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 28).

70     Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως της CompTIA.

71     Πράγματι, πρώτον, η CompTIA διευκρίνισε, χωρίς να αντικρουστεί από τη Microsoft ή την Επιτροπή, ότι εκπροσωπεί περισσότερα από 16 000 μέλη εντός περισσοτέρων από 80 κράτη, ενώ 200 από τα εν λόγω μέλη έχουν περαιτέρω την έδρα τους στην Ευρώπη. Τα μέλη αυτά εμπλέκονται σε όλα τα επίπεδα της βιομηχανίας της πληροφορικής και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δημιουργούς λογισμικών, κατασκευαστές πληροφορικού υλικού, επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, διανομείς, λιανοπωλητές και μεταπωλητές. Επομένως, η CompTIA πρέπει να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτική σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων δραστηριοποιουμένων στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας.

72     Δεύτερον, όσον αφορά το αντικείμενο της CompTIA, το τμήμα 2 της πιστοποιούσας την ίδρυσή της πράξεως αναφέρει ότι έχει ως αντικείμενο «οποιαδήποτε νόμιμη ενέργεια ή δραστηριότητα […] για τις οποίες μπορούν να ιδρύονται εταιρίες κατ’ εφαρμογήν του νόμου, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, περί των εταιριών στις οποίες δεν είναι μέτοχος η πολιτεία του Connecticut». Το ίδιο τμήμα διευκρινίζει ότι, «υπό την επιφύλαξη των προεκτεθέντων», η CompTIA ιδρύεται «με σκοπό την προώθηση και ενθάρρυνση των υψηλοτέρων προτύπων επαγγελματικής και εμπορικής ικανότητας και δεοντολογίας μεταξύ των μελών της και στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας εν γένει». Το άρθρο II των καταστατικών πράξεων της CompTIA επαναλαμβάνει τις διαφορετικές αυτές αποστολές και διευκρινίζει περαιτέρω ότι, προκειμένου να τις φέρει αισίως σε πέρας, η CompTIA «καταβάλλει προσπάθεια […] να καταρτίσει πρόγραμμα με σκοπό την έκφραση των συλλογικών απόψεων των μελών της προς τη βιομηχανία της πληροφορικής, τις κυβερνητικές αρχές και το ευρύ κοινό». Η CompTIA διευκρινίζει επίσης ότι παρενέβη ενώπιον των αμερικανικών δικαστικών αρχών, καθώς και στο πλαίσιο της ενώπιον της Επιτροπής διοικητικής διαδικασίας, προκειμένου να συμμορφωθεί προς την πολιτική δήλωση περί του δικαίου του ανταγωνισμού που ενέκρινε το διοικητικό συμβούλιό της. Ενόψει των στοιχείων αυτών, η CompTIA μπορεί να θεωρηθεί ως έχουσα ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την προστασία των συμφερόντων των μελών της.

73     Τρίτον, για τους παρατιθέμενους ανωτέρω στη σκέψη 47 λόγους, η θέση που θα υιοθετούσε ενδεχομένως ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων σε σχέση με τα ζητήματα αρχής που θέτει η παρούσα υπόθεση είναι ικανή να επηρεάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες δρουν οι δραστηριοποιούμενες στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας επιχειρήσεις.

74     Τέταρτον, δεδομένου ότι η CompTIA εκπροσωπεί πολλές επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες στις οικείες αγορές και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δημιουργούς λογισμικών, τα συμφέροντά τους δύνανται να θιγούν από τη λήψη θέσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.

75     Έτι περαιτέρω, η CompTIA συμμετέσχε στη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της Αποφάσεως.

76     Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως της CompTIA στην παρούσα υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων.

 Επί της αιτήσεως της ACT

77     Η ACT είναι επαγγελματική ένωση περιλαμβάνουσα περί τις 3 000 επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες στην ανάπτυξη λογισμικών, την ενσωμάτωση συστημάτων, την παροχή συμβουλών και την κατάρτιση σε θέματα πληροφορικής καθώς και το ηλεκτρονικό εμπόριο. Η ACT ζητεί να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft.

78     Η ACT θεωρεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία προκειμένου να γίνονται δεκτές οι υποβαλλόμενες από ενώσεις αιτήσεις παρεμβάσεως (προαναφερθείσα στη σκέψη 37 διάταξη Kruidvat κατά Επιτροπής). Η ACT διευκρινίζει κατ’ αρχάς ότι έγινε δεκτή να συμμετάσχει στη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της Αποφάσεως. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η ασκηθείσα από τη Microsoft προσφυγή θέτει ζητήματα αρχής που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις επί της λειτουργίας του συνόλου του τομέα της πληροφορικής και, ειδικότερα, επί των δραστηριοτήτων των μελών της. Η ACT έχει ιδιαίτερο συμφέρον για τη σύγκλιση και τη σταθερότητα της νομικής αντιμετωπίσεως των προηγμένης μορφής λογισμικών στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

79     Τα μέλη της ACT ασκούν περαιτέρω σημαντικές δραστηριότητες εντός του ΕΟΧ και επηρεάζονται αρνητικά στην περίπτωση μη ευδοκιμήσεως της προσφυγής επί της κύριας υποθέσεως και άμεσης εκτελέσεως της Αποφάσεως. Συγκεκριμένα, από την εκτέλεση αυτή θα προέκυπτε μείωση της αξίας των χαρτοφυλακίων τους δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και πτώση των επενδύσεων στις δραστηριοποιούμενες στον τομέα της πληροφορικής εταιρίες. Η δημοσιοποίηση των πρωτοκόλλων επικοινωνίας του συστήματος Windows συνιστά επίσης προηγούμενο ικανό να προκαλέσει, αφενός, έντονη αστάθεια των λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών και, αφετέρου, ορισμένους κινδύνους δυσλειτουργίας. Το επιβαλλόμενο στην εμπορία του συστήματος Windows μέτρο επανορθώσεως χωρίς το λογισμικό Windows Media Player στερεί τα μέλη της ACT από τη δυνατότητα να προσφεύγουν σε ορισμένες διεπαφές προγραμματιστή εφαρμογών (API) και αποθαρρύνουν επίσης την παραγωγή και τη διατήρηση ασφαλούς προηγμένης μορφής βάσεως.

80     Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν προβάλλει αντιρρήσεις έναντι της υποβληθείσας από την ACT αιτήσεως. Η Microsoft δεν κατέθεσε παρατηρήσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

81     Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι επιβάλλεται η αποδοχή της αιτήσεως παρεμβάσεως της ACT.

82     Πράγματι, πρώτον, η ACT διευκρινίζει, χωρίς να αντικρουστεί από τη Microsoft ή την Επιτροπή, ότι είναι επαγγελματική ένωση εκπροσωπούσα περί τις 3 000 επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες στη δημιουργία λογισμικών, την ενσωμάτωση συστημάτων, την παροχή συμβουλών και την κατάρτιση στον τομέα της πληροφορικής καθώς και στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Η ACT διευκρινίζει επίσης, αφενός, ότι τα μέλη της εδρεύουν σε όλο τον κόσμο, ιδίως εντός του ΕΟΧ, και, αφετέρου, ότι αριθμεί μεταξύ των μελών της επιχειρήσεις διαφόρων μεγεθών. Η ACT μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτική σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας.

83     Δεύτερον, κατά το άρθρο II, στοιχείο d, των καταστατικών πράξεών της, η ACT, έχει μεταξύ άλλων ως αντικείμενο την «προστασία των δικαιωμάτων και προνομίων» των μελών της. Το άρθρο II, στοιχείο f, των καταστατικών πράξεων της ACT διευκρινίζεται περαιτέρω ότι η ένωση έχει ως αντικείμενο «τη βελτίωση του ανταγωνισμού εντός των τεχνολογικών βιομηχανιών και την προστασία των προϊόντων, επιχειρήσεων και τεχνολογικών βιομηχανιών έναντι μιας αδικαιολόγητης ρυθμίσεως ή παρεμβάσεων που θα επηρέαζαν αρνητικά τον ελεύθερο και ανοικτό ανταγωνισμό μεταξύ των εν λόγω προϊόντων, επιχειρήσεων και βιομηχανιών». Επομένως, η ACT έχει, μεταξύ άλλων, ως αντικείμενο την προστασία των συμφερόντων των μελών της.

84     Τρίτον, για τους παρατιθέμενους ανωτέρω στη σκέψη 47 λόγους, η θέση που θα υιοθετούσε ενδεχομένως ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων σε σχέση με τα ζητήματα αρχής που θέτει η παρούσα υπόθεση είναι ικανή να επηρεάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες δρουν οι δραστηριοποιούμενες στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας επιχειρήσεις.

85     Τέταρτον, δεδομένου ότι η ACT περιλαμβάνει μεταξύ άλλων επιχειρήσεις ειδικευμένες στη δημιουργία λογισμικών, τα συμφέροντά τους δύνανται να θιγούν από τη λήψη θέσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων.

86     Έτι περαιτέρω, η ACT συμμετέσχε στη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της Αποφάσεως.

87     Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως της ACT στην παρούσα υπόθεση ασφαλιστικών μέτρων.

 Επί των υποβληθεισών ιδίω ονόματι αιτήσεων

 Επί της αιτήσεως της Novell

88     Η Novell και οι θυγατρικές της δρουν σε διάφορες αγορές λογισμικών. Η Novell δραστηριοποιείται στον τομέα των πληροφορικών δικτύων αφότου ανέπτυξε και διέθεσε στο εμπόριο το λογισμικό NetWare το 1983. Προς στήριξη της αιτήσεώς της παρεμβάσεως υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής, η Novell ισχυρίζεται ότι το συμφέρον της προς επίλυση της υποθέσεως των ασφαλιστικών μέτρων προκύπτει από διάφορα στοιχεία. Πρώτον, η συμμετοχή της στη διοικητική διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της Αποφάσεως υπήρξε πολύ ενεργός εξ αρχής και της παρέσχε τη δυνατότητα να επηρεάσει την ανάλυση των πραγματικών και νομικών περιστατικών εκ μέρους της Επιτροπής. Δεύτερον, η Novell, ως κύριος ανταγωνιστής της Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών για ομάδες εργασίας, εθίγη από την άρνηση της Microsoft να της παράσχει τις αφορώσες τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες. Η ανταγωνιστική θέση της Novell εξασθένισε ταχέως, όπως διαπιστώνει η Επιτροπή με την Απόφαση (σημεία 590, 593 και 594 της Αποφάσεως). Τρίτον, προκειμένου να εκτιμήσει ότι η άρνηση της Microsoft να παράσχει τα αφορώντα τη διαλειτουργικότητα πληροφοριακά στοιχεία ενέπιπτε σε γενικευμένη στάση συμπεριφοράς της Microsoft, η Επιτροπή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στη συνέχεια που δόθηκε στις υποβληθείσες συναφώς από τη Novell αιτήσεις (σημείο 573 της Αποφάσεως). Τέταρτον, η Novell εννοεί να τύχει των μέτρων επανορθώσεως που διατάσσονται με το άρθρο 5 της Αποφάσεως, εφόσον είναι «επιχείρηση έχουσα συμφέρον για την ανάπτυξη και διανομή των ανταγωνιστικών προς εκείνα της Microsoft προϊόντων στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών για ομάδες εργασίας» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου.

89     Ενώ η Επιτροπή δεν προέβαλε αντιρρήσεις έναντι της υποβληθείσας από τη Novell αιτήσεως, η Microsoft υπέβαλε πλείονες παρατηρήσεις. Κατ’ αρχάς, ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με το σημείο 573 της Αποφάσεως, η Novell δεν ζήτησε από τη Microsoft να της κοινοποιήσει τα πρωτόκολλά της επικοινωνίας, αλλά απλώς της ζήτησε να δυνηθεί να αντικαταστήσει ένα ευρετήριο του λειτουργικού συστήματος Windows με άλλο ευρετήριο του συστήματος NetWare. Ακολούθως, η Microsoft τονίζει ότι η Novell δεν ζήτησε να λάβει άδεια σχετικά με τα πρωτόκολλα επικοινωνίας πελάτη-διαμετακομιστή, σύμφωνα με τον φιλικό διακανονισμό που συνήφθη μεταξύ των αμερικανικών αρχών και της Microsoft. Επομένως, η Microsoft θέτει το ζήτημα αν μπορεί να υποστηριχθεί, όπως υποστηρίζει η Novell, ότι είναι «ευθέως δικαιούχος» του μέτρου επανορθώσεως που επέβαλε η Επιτροπή. Το επείγον της προσβάσεως στην τεχνολογία της Microsoft διαψεύδεται από τη διαλειτουργικότητα των λειτουργικών συστημάτων NetWare με το λειτουργικό σύστημα Windows και από τη μη υποβολή αιτήσεως αδείας αφορώσας τα πρωτόκολλα επικοινωνίας της Microsoft.

90     Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως της Novell υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής.

91     Πράγματι, στον βαθμό κατά τον οποίο η Απόφαση διαπιστώνει ότι η Microsoft κατεχράσθη της δεσπόζουσας θέσεώς της αρνούμενη να παράσχει τις αφορώσες τη διαλειτουργικότητα πληροφορίες και να επιτρέψει τη χρήση τους για την ανάπτυξη και τη διανομή ανταγωνιστικών προς τα δικά της προϊόντων στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών για ομάδες εργασίας, πρέπει να εκτιμηθεί ότι η Novell, ως ανταγωνιστική της Microsoft επιχείρηση, έχει συμφέρον για την άμεση παύση της διαπιστωθείσας καταχρήσεως. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Απόφαση αναφέρει ότι το μερίδιο της Microsoft στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών για ομάδες εργασίας «αυξήθηκε από την είσοδό της στην αγορά και συνεχίζει να αυξάνει κατά τρόπον ώστε ο κύριος ανταγωνιστής της στην εν λόγω αγορά, ήτοι η Novell, υποβιβάστηκε εντός μερικών μόλις ετών από πρωτοκαθεδρία στη θέση δευτερεύοντος παράγοντα» (σημείο 590) και ότι «τα στοιχεία που συνέλεξε η Επιτροπή αποδεικνύουν ότι υφίσταται κίνδυνος εξαλείψεως του ανταγωνισμού στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων διαμετακομιστών για ομάδες» (σημείο 781).

92     Επιπλέον, η Novell συμμετέσχε πολύ ενεργά στην ενώπιον της Επιτροπής διοικητική διαδικασία. Όπως προκύπτει από την Απόφαση, οι παρατηρήσεις που κατέθεσε η Novell υπό την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου τρίτου μέρους, κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), ελήφθησαν δεόντως υπόψη από την Επιτροπή.

93     Τέλος, η Novell έχει άμεσο συμφέρον προς απόρριψη της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 5 της Αποφάσεως υπό την ιδιότητά της ως επιχειρήσεως εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.

 Επί της αιτήσεως της RealNetworks

94     Με την αίτησή της παρεμβάσεως προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής, η RealNetworks υπογραμμίζει, αφενός, ότι δραστηριοποιείται στις θιγόμενες από τη συμπεριφορά της Microsoft αγορές, συμπεριφορά συνιστάμενη στην εξάρτηση του λογισμικού Windows Media Player από εκείνη του λειτουργικού συστήματος Windows για μικροϋπολογιστές, και, αφετέρου, ότι συμμετέσχε, ως ενδιαφερόμενο τρίτο μέρος, ενεργά στην ενώπιον της Επιτροπής διοικητική διαδικασία.

95     Η Microsoft και η Επιτροπή δεν προέβαλαν αντιρρήσεις έναντι της υποβληθείσας από τη RealNetworks αιτήσεως παρεμβάσεως.

96     Η RealNetworks είναι εκδότης λογισμικών ειδικευμένος στην παροχή ψηφιακών υπηρεσιών για τα πολυμέσα παρεχομένων μέσω των πληροφορικών δικτύων και τεχνολογιών που επιτρέπουν τη δημιουργία, διανομή και κατανάλωση του ψηφιακού περιεχομένου πολυμέσων. Ενόψει των επικληθέντων από τη RealNetworks στοιχείων προς στήριξη της αιτήσεώς της παρεμβάσεως, τα οποία επιβεβαιώνονται εν προκειμένω με την Απόφαση (ειδικότερα, σημεία 112 έως 118, 125 έως 134, 812, 855 και 856), ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι η RealNetworks δικαιολογεί επαρκές συμφέρον προς απόρριψη της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.

 Επί της αιτήσεως των Digimpro κ.λπ.

97     Οι Digimpro κ.λπ. ζήτησαν να παρέμβουν προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft με σκοπό τη χορήγηση αναστολής εκτελέσεως των διατάξεων της Αποφάσεως που υποχρεώνουν τη Microsoft να διαθέσει εκδοχή του λειτουργικού συστήματος της Windows για μικροϋπολογιστές μη ενσωματώνουσα το λογισμικό Windows Media Player, ούτε τον κωδικό που εξασφαλίζει τη λειτουργικότητά του. Καθένας από τους οικείους αιτούντες εκτιμά ότι έχει άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 2, του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 6 της Αποφάσεως, στον βαθμό κατά τον οποίο η άμεση εκτέλεση των εν λόγω διατάξεων τους προξενεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη.

98     Οι αιτούμενοι την παρέμβαση παράγουν ή αναπτύσσουν λογισμικά και εφαρμογές υπό το λειτουργικό σύστημα Windows και υπό την έννοια αυτή δηλώνουν ότι εξαρτώνται, άμεσα ή έμμεσα, από τη λειτουργικότητα του λογισμικού Windows Media Player, σε συνδυασμό με το εν λόγω λειτουργικό σύστημα.

99     Πρώτον, ορισμένοι από τους αιτούντες ανέπτυξαν και διέθεσαν στο εμπόριο ή αναπτύσσουν σήμερα προϊόντα που λειτουργούν με το λογισμικό Windows Media Player του λειτουργικού συστήματος Windows για μικροϋπολογιστές. Επομένως, η Απόφαση έχει ως αποτέλεσμα να τους εξαναγκάσει να τροποποιήσουν τα προϊόντα τους προκειμένου να συμπεριλάβουν σ’ αυτά λειτουργικότητα με στόχο την ανίχνευση του αν το εγκατεστημένο στους υπολογιστές των πελατών τους λειτουργικό σύστημα περιλαμβάνει το λογισμικό Windows Media Player και, σε αρνητική περίπτωση, να τους υποδείξουν τις αναγκαίες ενέργειες για την εγκατάσταση του λογισμικού Windows Media Player. Εναλλακτικώς, θα μπορούσαν να τροποποιήσουν τα προϊόντα τους αντιγράφοντας τον κωδικό του λογισμικού Windows Media Player. Εντούτοις, οι παρεμβάσεις του είδους είναι δαπανηρές από απόψεως χρόνου και χρήματος.

100   Δεύτερον, υποστηρίζουν ότι ορισμένοι εξ αυτών οφείλουν να παρέχουν ενημερωμένο λογισμικό στους πελάτες που χρησιμοποιούν τις παρούσες ή προγενέστερες των προϊόντων τους εκδοχές στον βαθμό κατά τον οποίο οι πελάτες αυτοί ενδέχεται να κάνουν χρήση των προϊόντων τους επί υπολογιστή εξοπλισμένου με λειτουργικό σύστημα Windows και μη διαθέτοντος το λογισμικό Windows Media Player. Η διάθεση ενός τέτοιου διορθωτικού μέτρου προκαλεί αυξημένα έξοδα και προσκρούει σε αριθμό πρακτικών δυσχερειών.

101   Τρίτον, ο διαχωρισμός του λογισμικού Windows Media Player από το λειτουργικό σύστημα Windows για μικροϋπολογιστές μπορεί να διαταράξει τη λειτουργία των προϊόντων των αιτούντων, ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία ο πελάτης θα είχε εγκαταστήσει ο ίδιος το λογισμικό Windows Media Player στον μικροϋπολογιστή του. Η αναζήτηση μέσων θεραπείας παρόμοιων δυσλειτουργιών συνεπάγεται συμπληρωματικά έξοδα για τους αιτούντες.

102   Τέταρτον, οι αιτούντες διατυπώνουν φόβους ότι η Απόφαση είναι το πρώτο στάδιο του κατακερματισμού του λειτουργικού συστήματος Windows για μικροϋπολογιστές και, κατά συνέπεια, η αιτία μεγάλης εμπορικής αβεβαιότητας.

103   Πέμπτον, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι οι επελθούσες από τη Microsoft βελτιώσεις του λειτουργικού συστήματός της Windows τους εξωθεί και να βελτιώσουν τα ίδια προϊόντα τους ή να προσφέρουν νέα. Οι παράγωγες αυτές βελτιώσεις δεν θα ήσαν πλέον εφικτές αν η Microsoft παρεμποδιζόταν να μεριμνήσει για την εξέλιξη του λειτουργικού συστήματός της.

104   Η Microsoft απέσχε από την κατάθεση παρατηρήσεων εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

105   Εξάλλου, η Επιτροπή διατύπωσε σοβαρές αμφιβολίες ως προς το συμφέρον των Digimpro κ.λπ. να παρέμβουν. Η Επιτροπή τονίζει ότι το συμφέρον των αιτούντων, οι οποίοι ανήκουν προφανώς στην ευρεία κατηγορία των ανεξαρτήτων πωλητών λογισμικών, δεν είναι ούτε άμεσο, ούτε ενεστώς, ούτε βέβαιο.

106   Κατ’ αρχάς, εκτιμά ότι τα αφορώντα μέλλουσες διαφορές ή τη μέλλουσα ανάπτυξη του λειτουργικού συστήματος Windows επιχειρήματα δεν μπορούν να εκληφθούν ως χαρακτηριστικά ενός τέτοιου συμφέροντος προς επίλυση της διαφοράς.

107   Η Επιτροπή είναι επίσης της γνώμης ότι τα προβαλλόμενα με την αίτηση παρεμβάσεως επιχειρήματα καταδεικνύουν περαιτέρω ότι οι ανεξάρτητοι πωλητές εξωθούνται να αναπτύξουν εφαρμογές ενσωματώνουσες το λογισμικό Windows Media Player επειδή γνωρίζουν ότι το λογισμικό αυτό ενσωματώνεται στο λειτουργικό σύστημα Windows και ότι κατά συνέπεια οι αγοραστές του συστήματος το έχουν αυτομάτως στη διάθεσή τους. Πάντως, η Επιτροπή εμμένει στο ότι η Απόφαση δεν επιβάλλει στους αιτούντες την υποχρέωση να τροποποιήσουν τα προϊόντα τους. Έχει ως συνέπεια να επιτρέπει στους καταναλωτές να επιλέγουν την αγορά της εκδοχής του λειτουργικού συστήματος που ενσωματώνει ή όχι το λογισμικό Windows Media Player, η δε συγκεκριμένη επιλογή συνδέεται με την αξία του προτεινόμενου προϊόντος και όχι με το απλό γεγονός ότι συνδυάζεται με το λειτουργικό σύστημα Windows. Άρα, οι πωλητές λογισμικών θα έπρεπε να προσαρμόζονται στην επιλογή του καταναλωτή και να οργανώνουν τη δραστηριότητά τους αναλόγως. Παρέχεται πάντοτε η δυνατότητα να δημιουργούνται προϊόντα αποκλειστικά για το λογισμικό Windows Media Player και να πείθονται στη συνέχεια οι καταναλωτές, με βάση τα θετικά στοιχεία των προϊόντων και υπηρεσιών τους, να τάσσονται υπέρ της εκδοχής του λειτουργικού συστήματος Windows που ενσωματώνει το λογισμικό Windows Media Player. Επομένως, δεν υφίσταται κανένας λόγος να διατυπώνεται η άποψη ότι οι αιτούντες θα υποβάλλονται σε έξοδα ή θα υφίστανται ζημία ως άμεση απόρροια της Αποφάσεως. Δεδομένου ότι το τυχόν κόστος που θα έπρεπε να φέρουν εξαρτάται από τη λήψη αποφάσεων στο μέλλον, το συμφέρον των αιτούντων προς επίλυση της διαφοράς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές (διάταξη του Πρωτοδικείου της 23ης Μαρτίου 1998, T-18/97, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-589, σκέψη 14). Ως προς τον ισχυρισμό των αιτούντων ότι τα προϊόντα τους ενδέχεται να μη λειτουργούν πλέον ορθώς, είναι αποκαλυπτικός του υποθετικού χαρακτήρα ενός συμφέροντος προς επίλυση της διαφοράς συναφώς.

108   Όσον αφορά ειδικότερα τα προβαλλόμενα από καθένα χωριστά των αιτούντων συμφέροντα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Digimpro Ltd δεν δραστηριοποιείται σήμερα σε καμία αγορά, ότι η προβαλλόμενη από την TeamSystem SpA ζημία μπορεί να επέλθει μόνο στο μέτρο που οι καταναλωτές αποφασίζουν να κάνουν χρήση της εκδοχής του λειτουργικού συστήματος Windows χωρίς το λογισμικό Windows Media Player –ενεστώσα ήδη πιθανολογουμένως κατάσταση– και ότι η εταιρία Mamut ASA επικαλείται προβλήματα συμβατότητας μεταξύ των προϊόντων της και εκείνων της Microsoft που είναι ελάχιστα αξιόπιστα, λαμβανομένων υπόψη των στενών σχέσεων που διατηρούν οι δύο αυτές εταιρίες. Ως προς το συμφέρον της CODA Group Holdings Ltd προς επίλυση της διαφοράς, τούτο δεν είναι ούτε βέβαιο ούτε άμεσο, δεδομένου ότι τα προϊόντα της δεν στηρίζονται ευθέως στο λογισμικό Windows Media Player του λειτουργικού συστήματος Windows.

109   Η Επιτροπή προσθέτει ότι η αναγνώριση της επιχειρηματολογίας των αιτούντων οδηγεί στη δυνάμει αποδοχή αναγκαστικά όλων των δημιουργών λογισμικών του κόσμου.

110   Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων υπογραμμίζει ότι η εκτέλεση της Αποφάσεως θα συνεπαγόταν την υποχρέωση της Microsoft να προτείνει προς πώληση δύο εκδοχές του λειτουργικού συστήματός της για μικροϋπολογιστές και συγκεκριμένα μιας εκδοχής χωρίς το λογισμικό Windows Media Player και μιας δεύτερης που να το ενσωματώνει. Ως συνέπεια της νέας αυτής καταστάσεως, δεν θα επιτρεπόταν πλέον στους δημιουργούς λογισμικών να μπορούν να υπολογίζουν στην ύπαρξη των διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών (API) για τα πολυμέσα σε όλους τους υπολογιστές που είναι εξοπλισμένοι με το λειτουργικό σύστημα Windows. Η παρεπόμενη προσαρμογή των προϊόντων τους και η επιφόρτιση με συμπληρωματικές τεχνολογίες που αυτή συνεπάγεται θα μπορούσε να προκαλέσει επιπλέον σημαντικό κόστος για τους οικείους δημιουργούς· αντιστρόφως, η μη προσαρμογή των προϊόντων τους στη νέα κατάσταση της αγοράς, απόρροια της εκτελέσεως της Αποφάσεως, θα μπορούσε να τις παρεμποδίσει από την προεξοφλούμενη προσέλκυση πελατείας.

111   Ενόψει των στοιχείων αυτών, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εμπορία του λειτουργικού συστήματος Windows για μικροϋπολογιστές το οποίο δεν ενσωματώνει το λογισμικό Windows Media Player υπάρχει κίνδυνος να θίγει σημαντικά τη δραστηριότητα των οικείων δημιουργών λογισμικών, οπότε αποδεικνύεται το συμφέρον τους προς αναστολή εκτελέσεως της Αποφάσεως. Τα εκτιθέμενα με την αίτησή τους στοιχεία επιτρέπουν να συναχθεί ότι πρέπει να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις των TeamSystem SpA και Mamut ASA προς στήριξη των αιτημάτων της Microsoft στην υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων.

112   Αντιθέτως, ενόψει της αναπτυσσόμενης με την αίτηση παρεμβάσεως επιχειρηματολογίας, δεν μπορεί να κριθεί ότι η Digimpro Ltd απέδειξε ότι έχει ενεστώς συμφέρον προς επίλυση της υποθέσεως των ασφαλιστικών μέτρων. Όπως προκύπτει από την αίτησή της, το κύριο προϊόν της εταιρίας αυτής δεν έχει ακόμη διατεθεί στο εμπόριο, η ίδια δε διευκρινίζει, χωρίς να μνημονεύει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την προώθησή του, ότι το προϊόν αυτό «θα είναι» λογισμικό παρέχον στους χρήστες τη δυνατότητα να κινούνται παραλλήλως με την απομνημονευμένη ακουστική πληροφορία και ότι «θα λειτουργήσει» ως εξάρτημα του λογισμικού Windows Media Player.

113   Ενόψει των παρασχεθεισών με την αίτηση παρεμβάσεως πληροφοριών, επιβάλλεται επίσης η απόρριψη της αιτήσεως που υπέβαλε η CODA Group Holdings Ltd. Πράγματι, ο κίνδυνος η αποσύζευξη του λογισμικού Windows Media Player από το λειτουργικό σύστημα Windows να επηρεάζει ενδεχομένως την εύρυθμη λειτουργία ορισμένων από τις εφαρμογές του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής για να καταδείξει ότι η εν λόγω εταιρία έχει συμφέρον να παρέμβει, εφόσον, όπως προκύπτει από την αίτηση, οι εν λόγω εφαρμογές έχουν ήδη διατεθεί στους πελάτες της επί περισσοτέρων βάσεων εκτός της βάσεως Windows, όπως οι IBM AS/400 και Unix και ότι τα προϊόντα που δημιουργεί δεν στηρίζονται ευθέως στον κωδικό του λογισμικού Windows Media Player του λειτουργικού συστήματος Windows.

114   Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως των TeamSystem SpA και Mamut ASA, και να απορριφθεί εκείνη των Digimpro Ltd και CODA Group Holdings Ltd.

 Επί της αιτήσεως των DMDsecure.com κ.λπ.

115   Οι DMDsecure.com κ.λπ., εταιρίες δραστηριοποιούμενες στους τομείς των πολυμέσων, της ψυχαγωγίας και διασκεδάσεως, καθώς και των τηλεπικοινωνιών, ζητούν να παρέμβουν προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft. Η DMDsecure.com BV εμπορεύεται συστήματα, ηλεκτρονικά εξαρτήματα και λύσεις σε θέματα διαχειρίσεως ψηφιακών δικαιωμάτων, καθώς και προστασίας και προσβάσεως περιεχομένου για διαμετακομιστές. Η MPS Broadband AB μεταδίδει διεθνή τηλεοπτικά προϊόντα με βάση το πρωτόκολλο Internet. Η Pace Micro Technology plc δραστηριοποιείται κυρίως σε θέματα τεχνολογίας της ψηφιακής τηλεοράσεως με ενιαίο περίβλημα. Η Quantel Ltd προμηθεύει πληροφορικό υλικό στους τομείς της τηλεοράσεως και του κινηματογράφου. Τέλος, η Tandberg Television Ltd εμπορεύεται προϊόντα και συστήματα μαγνητοσκοπίου απ’ ευθείας και κατόπιν παραγγελίας σε διάφορα δίκτυα.

116   Ισχυρίζονται ότι έχουν άμεσο και ειδικό συμφέρον να επιτύχουν την αναστολή εκτελέσεως της Αποφάσεως, δεδομένου ότι οι δραστηριότητές τους θίγονται ενδεχομένως ευθέως και ουσιωδώς από την επίλυση της διαφοράς των ασφαλιστικών μέτρων και της κύριας δίκης (προαναφερθείσα ανωτέρω στη σκέψη 37 διάταξη Kruidvat κατά Επιτροπής, σκέψη 10). Συγκεκριμένα, η επιβαλλόμενη στη Microsoft υποχρέωση να αναπτύξει και να διαθέσει εκδοχή του λειτουργικού συστήματός της χωρίς το λογισμικό Windows Media Player αφορά τις αιτούσες στο μέτρο που τα προϊόντα τους λειτουργούν με το συγκεκριμένο λογισμικό. Επομένως, θα όφειλαν να τροποποιήσουν τα προϊόντα τους προκειμένου να καταστεί δυνατή η λειτουργία με άλλα λογισμικά. Η τροποποίηση αυτή είναι δαπανηρή, από τεχνική άποψη λεπτή και έχει επιπτώσεις επί των παρεχομένων υπηρεσιών σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα.

117   Η μεν Microsoft δεν κατέθεσε παρατηρήσεις επί της αιτήσεως παρεμβάσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η δε Επιτροπή διατύπωσε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το συμφέρον παρεμβάσεως των αιτουσών.

118   Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι αιτούσες δεν απέδειξαν άμεσο, ενεστώς και βέβαιο συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς των ασφαλιστικών μέτρων. Τα επιχειρήματα των αιτουσών αποδεικνύουν τη φυσική τάση τους να ευνοούν ενιαία τεχνολογία, ενώ η απόφασή τους να βασίζονται στο λογισμικό Windows Media Player είναι απόρροια του γεγονότος ότι γνωρίζουν ότι το εν λόγω λογισμικό συνδέεται με το λειτουργικό σύστημα Windows, οπότε αποκτάται αυτομάτως από τους καταναλωτές.

119   Σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζουν οι αιτούσες, η Απόφαση δεν τις υποχρεώνει σε καμία περίπτωση να τροποποιήσουν τα προϊόντα τους. Επιτρέπει απλώς στους καταναλωτές να επιλέγουν την αγορά της εκδοχής που ενσωματώνει ή μη το Windows Media Player, επιλογή συνδεόμενη προς την αξία του προτεινόμενου προϊόντος και όχι με το γεγονός ότι συνδυάζεται με το λειτουργικό σύστημα Windows. Οι εταιρίες, ειδικότερα εκείνες που στηρίζονται στο γεγονός ότι το λογισμικό Windows Media Player είναι πανταχού παρόν, θα όφειλαν συνεπώς να προσαρμοστούν στην επιλογή του καταναλωτή και να οργανώσουν τις δραστηριότητές τους αναλόγως. Οι εν λόγω εταιρίες θα έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να στηρίζονται αποκλειστικά στο λογισμικό Windows Media Player και να πείθουν ακολούθως τους καταναλωτές, με βάση την αξία των προϊόντων τους και υπηρεσιών, να επιλέγουν την εκδοχή του λειτουργικού συστήματος Windows που ενσωματώνει το λογισμικό Windows Media Player. Επομένως, ουδείς λόγος υφίσταται για να γίνει πιστευτό ότι οι αιτούσες θα υποβληθούν σε έξοδα ή θα υποστούν ζημία, άμεση απόρροια της Αποφάσεως. Το τυχόν κόστος που θα πρέπει να φέρουν είναι ανεξάρτητο τυχόν αποφάσεων που πρόκειται να λάβουν στο μέλλον οι ίδιες, άλλες εταιρίες και οι πελάτες τους, οπότε το συμφέρον των αιτουσών προς επίλυση της διαφοράς δεν μπορεί να εκληφθεί ως επαρκές (προαναφερθείσα ανωτέρω στη σκέψη 107 διάταξη Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 14).

120   Η Επιτροπή προσθέτει ότι το να επιτραπεί η παρέμβαση των αιτουσών θα οδηγούσε στην εν δυνάμει αποδοχή όλων των δημιουργών λογισμικών του κόσμου ως εκ του ότι οι αιτούσες ανήκουν σε ετερόκλητη ομάδα εταιριών.

121   Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά, υπό το φως των στοιχείων τα οποία παρατίθενται στην αίτησή τους παρεμβάσεως, ότι οι DMDsecure.com κ.λπ. έχουν άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την αναστολή εκτελέσεως της Αποφάσεως καθόσον οι τεχνολογίες που χρησιμοποιούν έχουν επινοηθεί για να λειτουργούν σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, με τη βάση του λειτουργικού συστήματος Windows που ενσωματώνει το λογισμικό Windows Media Player. Επομένως, η εκτέλεση της Αποφάσεως θα υπήρχε κίνδυνος να θίξει σημαντικά τις δραστηριότητές τους όχι μόνον καθιστώντας αναγκαία την προσαρμογή στη συγκεκριμένη αλλαγή περιστάσεων λόγω της τροποποιήσεως των χρησιμοποιουμένων τεχνολογιών, αλλά και επιβάλλοντάς τους την υποχρέωση να φέρουν εξ αρχής το κόστος της εν λόγω τροποποιήσεως.

122   Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η παρέμβαση των DMDsecure.com κ.λπ. προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft.

 Επί της αιτήσεως των IDE Nätverkskonsulterna κ.λπ.

123   Οι IDE Nätverkskonsulterna κ.λπ. ζητούν να παρέμβουν προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft. Παρέχουν υπηρεσίες στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας, όπως είναι η εγκατάσταση, η ενσωμάτωση και η μετακίνηση δεδομένων και συστημάτων, η υποστήριξη και η υπεργολαβία, καθώς και η σύνταξη ιστοσελίδων στο Διαδίκτυο και η ανάπτυξη λογισμικών. Οι υπηρεσίες τους εξαρτώνται από την τεχνολογία που αναπτύσσει η Microsoft. Η βαθιά γνώση των αιτούντων σχετικά με τα προϊόντα που αναπτύσσει η Microsoft έχει αναγνωριστεί και από την ίδια, η οποία τους απένειμε τον τίτλο των «Microsoft Most Valuable Professionals». Μόνον οι IDE Nätverkskonsulterna AB και Exor AB δεν έλαβαν τον τίτλο αυτό.

124   Επικαλούμενοι ως έρεισμα τη νομολογία του Δικαστηρίου (διάταξη του Δικαστηρίου της 24ης Οκτωβρίου 1962, 16/62 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits και légumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Rec. 1962, σ. 937), οι IDE Nätverkskonsulterna κ.λπ. εκτιμούν ότι έχουν άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την αναστολή του άρθρου 4 και του άρθρου 6, στοιχείο α΄, της εν λόγω Αποφάσεως, όπως ζήτησε η Microsoft δεδομένου ότι η εκτέλεση της Αποφάσεως θίγει σημαντικά τη νομική ή οικονομική κατάστασή τους.

125   Οι αρνητικές συνέπειες του μέτρου επανορθώσεως, οι οποίες συνίστανται στην αποδέσμευση του λογισμικού Windows Media Player από το λειτουργικό σύστημα Windows, ποικίλλουν ανάλογα με τη δραστηριότητα των αιτούντων.

126   Πρώτον, ορισμένοι από τους αιτούντες προβαίνουν στην εγκατάσταση των λειτουργικών συστημάτων και των λογισμικών εφαρμογής επί των μικροϋπολογιστών, εξασφαλίζουν τις υπηρεσίες ενσωματώσεως, ιδίως, διαφόρων εφαρμογών και υποστήριξεως όπως είναι οι περιοδικές ενημερώσεις λογισμικών. Στο μέτρο που τους αφορά, η ύπαρξη δύο εκδοχών του λειτουργικού συστήματος Windows προκαλεί επιπρόσθετο κόστος συνδεόμενο με την ανάγκη προσαρμογής των παρεχομένων υπηρεσιών με γνώμονα την εκδοχή του λειτουργικού συστήματος Windows του πελάτη και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εκδοχής η οποία δεν ενσωματώνει το λογισμικό Windows Media Player.

127   Δεύτερον, οι αιτούντες που παρέχουν υπηρεσίες συντάξεως ιστοσελίδων στο Διαδίκτυο χρησιμοποιούν την τεχνολογία που αναπτύσσει η Microsoft. Για να είναι προσπελάσιμο στους χρήστες υπολογιστή μη διαθέτοντος το λογισμικό Windows Media Player, το οπτικοακουστικό περιεχόμενο των διαδικτυακών τόπων που εγκαθιστούν, οι αιτούντες υποχρεώνονται να υποστούν δαπάνες αναπτύξεως και υποστηρίξεως.

128   Τρίτον, οι αιτούντες οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες καταρτίσεως για τα προϊόντα της Microsoft υποχρεούνται να προσαρμόσουν τα επιμορφωτικά προγράμματά τους στον συγκεκριμένο τύπο κάθε χρήστη.

129   Τέλος, ορισμένοι αιτούντες παρέχουν υπηρεσίες αναπτύξεως των λογισμικών χρησιμοποιώντας τη λειτουργία ήχου και εικόνας του λογισμικού Windows Media Player. Λόγω της Αποφάσεως, οι δραστηριότητές τους θα περιορίζονταν στους πελάτες που επέλεξαν το εξοπλισμένο με το λογισμικό Windows Media Player λειτουργικό σύστημα Windows ή, για τους πελάτες εκείνους που δεν το επέλεξαν, οι σχετικές δραστηριότητες θα απαιτούσαν τροποποίηση του περιεχομένου των προϊόντων τους.

130   Η Microsoft δεν κατέθεσε παρατηρήσεις επί της αιτήσεως παρεμβάσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

131   Η Επιτροπή διατύπωσε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το συμφέρον των αιτούντων να παρέμβουν. Δεδομένου ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι ανάλογη με την αναπτυχθείσα σε απάντηση της αιτήσεως των DMDsecure.com κ.λπ., επιβάλλεται η αναπομπή στις σκέψεις 118 έως 120 ανωτέρω.

132   Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι η κατατεθείσα από τους IDE Nätverkskonsulterna AB αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

133   Όσον αφορά τη συγκεκριμένη εταιρία, η άμεση εκτέλεση της Αποφάσεως θα μπορούσε ασφαλώς να οδηγήσει την οικεία εταιρία σε προσαρμογή των υπηρεσιών που θέτει στη διάθεση της πελατείας, ήτοι την παροχή συμβουλών και υπεργολαβίας. Η αποσύνδεση του λογισμικού Windows Media Player από το λειτουργικό σύστημα Windows θα μπορούσε έτσι να την οδηγήσει στο να λάβει υπόψη την εξέλιξη αυτή και να προσαρμόσει αναλόγως τις παρεχόμενες υπηρεσίες της. Εντούτοις, η προσαρμογή των επιδίκων παρεχομένων υπηρεσιών δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της Αποφάσεως, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ως εξαρτώμενη, κυρίως, από την επιλογή των πελατών να κλίνουν υπέρ του λειτουργικού συστήματος Windows το οποίο δεν ενσωματώνει το λογισμικό Windows Media Player και να ζητήσουν την παροχή αναλόγων υπηρεσιών. Επίσης το συμφέρον της οικείας εταιρίας με βάση τις παρασχεθείσες με την αίτηση παρεμβάσεως πληροφορίες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεσο και ενεστώς κατά την έννοια της προμνησθείσας νομολογίας.

134   Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτή η παρέμβαση της εταιρίας Exor προς υποστήριξη των αιτημάτων της Microsoft. Πράγματι, όπως προκύπτει από την αίτηση παρεμβάσεως, η εταιρία Exor συντάσσει ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο και αναπτύσσει εφαρμογές σε σημαντική κλίμακα δοθέντος ότι μεταξύ των πελατών της καταλέγεται το σημαντικότερο μετά το σουηδικό γραφείο απασχολήσεως σουηδικό γραφείο προσλήψεων και οι τεχνολογίες που χρησιμοποιεί για τη σύνταξη των ιστοσελίδων αυτών στο Διαδίκτυο έχουν επινοηθεί για να λειτουργούν αποκλειστικά με τη βάση του λειτουργικού συστήματος Windows που ενσωματώνει το λογισμικό Windows Media Player. Επομένως, η εκτέλεση της Αποφάσεως υπάρχει περίπτωση να θίξει σημαντικά τις δραστηριότητές της όχι μόνον καθιστώντας αναγκαία την προσαρμογή στη συγκεκριμένη αλλαγή περιστάσεων λόγω της τροποποιήσεως των χρησιμοποιουμένων τεχνολογιών αλλ’ επίσης υποχρεώνοντάς την να φέρει εξ αρχής το κόστος της τροποποιήσεως αυτής. Άρα, το άμεσο και ενεστώς συμφέρον της πρέπει να θεωρηθεί ως αρκούντως αποδεδειγμένο στην παρούσα φάση.

135   Όσον αφορά τους λοιπούς αιτούντες, το συμφέρον τους προς επίλυση της υποθέσεως των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αρκούντως αποδεδειγμένο με βάση τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αίτηση.

136   Πράγματι, δεδομένου ότι οι διατυπούμενοι με την αίτηση παρεμβάσεως ισχυρισμοί δεν έχουν αποδειχθεί, δεν είναι εφικτό να συναχθεί ότι οι δραστηριότητες των συγκεκριμένων αιτούντων θίγονται κατά τρόπο αρκούντως σημαντικό σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Όσον αφορά ειδικότερα τους Rogerson, Tomicic, Valasek και Nati, με την αίτηση ουδαμώς διευκρινίζεται το τμήμα των δραστηριοτήτων τους που είναι αφιερωμένο στην ανάπτυξη λογισμικών.

137   Επιπλέον, πρέπει να προστεθεί ότι η προσαρμογή των υπηρεσιών πληροφορικής υποστηρίξεως (Rogerson, Setka και Tomicic), πληροφορικής καταρτίσεως (Setka) και παροχής συμβουλών (Tomicic) δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της Αποφάσεως, αλλά πρέπει να εκληφθεί ως εξαρτώμενη, κυρίως, από την επιλογή των πελατών να στραφούν σε λειτουργικό σύστημα Windows μη ενσωματώνον το λογισμικό Windows Media Player και να ζητήσουν την παροχή αναλόγων υπηρεσιών (βλ. ανωτέρω σκέψη 133).

138   Όσον αφορά το φερόμενο συμφέρον του R. Rialdi, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεσο, δεδομένου ότι η απόρριψη της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων δεν υπάρχει κίνδυνος να τον θίξει παρά μόνον ως συμμετέχοντα στα αποτελέσματα της εταιρίας της οποίας είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου και αντιπρόεδρος του τμήματος δραστηριότητας, επιφορτισμένου με νέες τεχνολογίες.

139   Ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει να συναχθεί ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως των IDE Nätverkskonsulterna κ.λπ., καθόσον αφορά την Exor AB, αλλά πρέπει να απορριφθεί, καθόσον αφορά τους λοιπούς αιτούντες.

 Επί του αιτήματος εμπιστευτικής μεταχειρίσεως

140   Η Microsoft ζήτησε το εμπιστευτικό τμήμα της Αποφάσεως να μην περιέλθει σε γνώση των αιτούντων την παρέμβαση.

141   Δεδομένου ότι οι παρεμβάσεις επιτρέπονται υπό τις προβλεπόμενες στο άρθρο 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προϋποθέσεις, η κοινοποίηση των επιδιδομένων στους διαδίκους δικογράφων πρέπει στην παρούσα φάση να περιοριστεί στη μη εμπιστευτική εκδοχή που προσκόμισε η Microsoft. Απόφαση επί του βασίμου της αιτήσεως περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρόκειται να ληφθεί, ενδεχομένως, μεταγενέστερα ενόψει των ενστάσεων που ενδέχεται να προβληθούν συναφώς.

Για τους λόγους αυτούς,

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ

διατάσσει:

1)      Γίνεται δεκτή η παρέμβαση της Computer & Communications Industry Association στην υπόθεση T-201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της καθής.

2)      Γίνεται δεκτή η παρέμβαση της Software & Information Industry Association στην υπόθεση T-201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της καθής.

3)      Γίνεται δεκτή η παρέμβαση της The Computing Technology Industry Association Inc. στην υπόθεση T-201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της αιτούσας.

4)      Γίνεται δεκτή η παρέμβαση της The Association for Competitive Technology στην υπόθεση T-201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της αιτούσας.

5)      Γίνεται δεκτή η παρέμβαση της Novell Inc. στην υπόθεση T-201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της καθής.

6)      Γίνεται δεκτή η παρέμβαση της RealNetworks Inc. στην υπόθεση T‑201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της καθής.

7)      Γίνονται δεκτές οι παρεμβάσεις των TeamSystem SpA και Mamut ASA στην υπόθεση T-201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της αιτούσας.

8)      Απορρίπτεται η αίτηση των Digimpro Ltd και CODA Group Holdings Ltd στην υπόθεση T-201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της αιτούσας.

9)      Γίνονται δεκτές οι παρεμβάσεις των DMDsecure.com BV, MPS Broadband AB, Pace Micro Technology plc, Quantel Ltd και Tandberg Television Ltd στην υπόθεση T-201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της αιτούσας.

10)    Απορρίπτεται η αίτηση των IDE Nätverkskonsulterna AB, T. Rogerson, P. Setka, D. Tomicic, M. Valasek, R. Rialdi και B. Nati στην υπόθεση T‑201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της αιτούσας.

11)    Γίνεται δεκτή η αίτηση της Exor AB στην υπόθεση T-201/04 R προς υποστήριξη των αιτημάτων της αιτούσας.

12)    Ο Γραμματέας θα κοινοποιήσει στους παρεμβαίνοντες τη μη εμπιστευτική εκδοχή των δικογράφων.

13)    Θα οριστεί προθεσμία προκειμένου οι παρεμβαίνοντες να υποβάλουν τυχόν παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως. Επιφυλάσσεται σχετικά με την έκδοση αποφάσεως επί του βασίμου της εν λόγω αιτήσεως.

14)    Θα οριστεί προθεσμία προκειμένου οι παρεμβαίνοντες να καταθέσουν υπόμνημα παρεμβάσεως, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας συμπληρώσεώς του μεταγενεστέρως, ενδεχομένως μετά την έκδοση αποφάσεως επί του βασίμου της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.

Λουξεμβούργο, 26 Ιουλίου 2004.

Ο Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος

H. Jung

 

      B. Vesterdorf


* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.