Υπόθεση T-184/04

Sulvida — Companhia de alienação de terrenos, Lda

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Προδήλως απαράδεκτο — Προσφυγή κατά παραλείψεως — Πρόταση οδηγίας — Αδυναμία εκπροσωπήσεως της προσφεύγουσας από δικηγόρο που δεν είναι τρίτος»

Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 13ης Ιανουαρίου 2005 

Περίληψη της διάταξης

Διαδικασία — Εισαγωγικό δικόγραφο — Τυπικά στοιχεία του δικογράφου — Προϋποθέσεις που αφορούν τον υπογράφοντα — Ιδιότητα τρίτου σε σχέση με τους διαδίκους — Εταιρία εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου — Απαράδεκτο

(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρα 19, εδ. 3, και 53, εδ. 1)

Για να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ένας διάδικος κατά την έννοια του άρθρου 19, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου που εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου βάσει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω οργανισμού, πρέπει να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου το οποίο έχει δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ή κράτους συμβαλλομένου στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Διαφορετικά η προσφυγή είναι απαράδεκτη.

Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τρίτος και συνεπώς δεν μπορεί να υπογράψει το εισαγωγικό δικόγραφο στο όνομα μιας εταιρίας ένας δικηγόρος που είναι και διαχειριστής της, ασκεί δηλαδή καθήκοντα διευθυντικού οργάνου της.

(βλ. σκέψεις 8, 10 έως 12)




ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 13ης Ιανουαρίου 2005 (*)

«Προδήλως απαράδεκτο – Προσφυγή κατά παραλείψεως – Πρόταση οδηγίας – Αδυναμία εκπροσωπήσεως της προσφεύγουσας από δικηγόρο που δεν είναι τρίτος»

Στην υπόθεση T-184/04,

Sulvida - Companhia de alienação de terrenos, Lda, με έδρα τη Lagoa (Πορτογαλία), εκπροσωπούμενη από τον N. Buchbinder, δικηγόρο,

προσφεύγουσα,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο να υποχρεωθεί η Επιτροπή να προτείνει οδηγία σχετικά με τη διασυνοριακή μεταφορά της καταστατικής έδρας των προσωπικών και κεφαλαιουχικών εταιριών,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τον M. Jaeger, πρόεδρο, τον J. Azizi και την E. Cremona, δικαστές,

γραμματέας: H. Jung

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

 Διαδικασία

1       Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 26 Μαΐου 2004 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή κατά παραλείψεως βάσει του άρθρου 232 ΕΚ κατά της Επιτροπής. Ζητεί από το Πρωτοδικείο να κρίνει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να θεσπίσει έναντι των κρατών μελών ρύθμιση που θα επιτρέπει και θα καθιστά δυνατή τη διασυνοριακή μεταφορά της καταστατικής έδρας των κεφαλαιουχικών και των προσωπικών εταιριών χωρίς οι έννομες τάξεις των κρατών μελών να έχουν τη δυνατότητα να καθιστούν δυσχερέστερη ή αδύνατη τη μεταφορά αυτή και ειδικότερα να μετατρέψει σε οδηγία την «πρόταση δέκατης τέταρτης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διασυνοριακή μεταφορά της καταστατικής έδρας των εταιριών με αλλαγή του δικαίου που τις διέπει».

2       Η προσφεύγουσα είναι εταιρία πορτογαλικού δικαίου που εκπροσωπείται από τον διαχειριστή της N. Buchbinder. Ως εντολοδόχο ad litem όρισε την εταιρία Pro-Videntia Rechtsanwaltsaktiengesellschaft, εκπροσωπούμενη από τον διευθυντή της, N. Buchbinder, δικηγόρο και μόνο πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να εκπροσωπεί την εταιρία αυτή, που είναι το ίδιο πρόσωπο με τον διαχειριστή της προσφεύγουσας. Το δικόγραφο της προσφυγής υπογράφεται από τον Buchbinder ως δικηγόρο και ως διευθυντή της Pro-Videntia Rechtsanwaltsaktiengesellschaft.

 Σκεπτικό

3       Βάσει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, όταν το Πρωτοδικείο είναι προδήλως αναρμόδιο να εκδικάσει προσφυγή ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσεως, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.

4       Εν προκειμένω το Πρωτοδικείο φρονεί ότι διαθέτει επαρκή στοιχεία από τη δικογραφία και αποφασίζει λόγω του αθεραπεύτου τυπικού ελαττώματος που ενέχει η προσφυγή να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

5       Κατά το άρθρο 19, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου που ισχύει και για το Πρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου 53 αυτού:

«Οι [...] διάδικοι να εκπροσωπούνται από δικηγόρο.

Μόνον ο δικηγόρος που έχει δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ή άλλου κράτους συμβαλλομένου στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο δικαιούται να εκπροσωπεί ή να επικουρεί διάδικο ενώπιον του Δικαστηρίου.»

6       Το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει εξάλλου:

«Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται κατόπιν προσφυγής που κατατίθεται στον γραμματέα. Το έγγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το όνομα και την κατοικία του προσφεύγοντος και την ιδιότητα του υπογράφοντος [...].»

7       Τέλος, κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας:

«Το πρωτότυπο κάθε διαδικαστικού εγγράφου πρέπει να υπογράφεται από τον εκπρόσωπο ή τον δικηγόρο του διαδίκου.»

8       Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, και ειδικότερα από τη χρήση του όρου «εκπροσωπούνται» στο άρθρο 19, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ότι για να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου ένας «διάδικος», κατά την έννοια του άρθρου αυτού πρέπει να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου το οποίο έχει δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ή κράτους συμβαλλομένου στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (διάταξη του Δικαστηρίου της 5ης Δεκεμβρίου 1996, C-174/96 P, Lopes κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1996, σ. I-6401, σκέψη 11· διάταξη του Πρωτοδικείου της 29ης Νοεμβρίου 1999, T-131/99, Shaw κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 11).

9       Η απαίτηση αυτή χρησιμοποιήσεως τρίτου ανταποκρίνεται στην αντίληψη περί του ρόλου του δικηγόρου ως συμβάλλοντος στην απονομή της δικαιοσύνης και καλουμένου να παράσχει, με κάθε ανεξαρτησία και χάριν του προέχοντος συμφέροντος αυτής, τη νομική προστασία που χρειάζεται ο πελάτης. Η αντίληψη αυτή ανταποκρίνεται στην κοινή στα κράτη μέλη νομική παράδοση και απαντά επίσης στην κοινοτική έννομη τάξη, όπως προκύπτει, ακριβώς, από το άρθρο 19 του Οργανισμού (απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1982, 155/79, AM & S κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1575, σκέψη 24, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Δεκεμβρίου 1999, T-79/99, Euro-Lex κατά ΓΕΕΑ (EU-LEX), Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3555, σκέψη 28).

10     Κατά συνέπεια ο Buchbinder, δικηγόρος που εκπροσωπεί την προσφεύγουσα, δεν μπορεί να θεωρηθεί στο πλαίσιο της παρούσας δίκης ως «τρίτος», κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διάταξης Lopes κατά Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η προσφυγή ασκήθηκε στο όνομα της προσφεύγουσας από τον Buchbinder ως δικηγόρο. Όπως προκύπτει όμως από την εταιρική απόφαση (Gesellschafterbeschluss), της 17ης Φεβρουαρίου 2003, της προσφεύγουσας, ο Buchbinder είναι επίσης ο διαχειριστής της εταιρίας αυτής και συνεπώς ασκεί καθήκοντα «διευθυντικού οργάνου» της. Υπό τις συνθήκες αυτές ο Buchbinder δεν δικαιούται να εκπροσωπήσει την προσφεύγουσα στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.

11     Δεδομένου ότι το εισαγωγικό δικόγραφο υπογράφεται από τον Buchbinder, η παρούσα προσφυγή δεν ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 19, τρίτο και τέταρτο εδάφιο και το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του οργανισμού του Δικαστηρίου ούτε σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

12     Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.

13     Ως εκ περισσού η προσφυγή είναι επίσης προδήλως απαράδεκτη, στο μέτρο που η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο να διατάξει την Επιτροπή να υποβάλει στα κράτη μέλη πρόταση νομοθετήματος με συγκεκριμένο περιεχόμενο σχετικά με τη διασυνοριακή μεταφορά της καταστατικής έδρας των κεφαλαιουχικών και προσωπικών εταιριών. Κατά πάγια νομολογία, ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί, να απευθύνει διαταγές στα όργανα να υποκαθίσταται σ’ αυτά (βλ. μεταξύ άλλων αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T-374/94, T-375/94, T-384/94 και T‑388/94, European Night Services κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑3141, σκέψη 53και της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, T-127/98, UPS Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑2633, σκέψη 50).

14     Εξ άλλου, μια απλή πρόταση οδηγίας όπως τη ζητεί η προσφεύγουσα από την Επιτροπή, σχετικά με τη διασυνοριακή μεταφορά της καταστατικής έδρας των κεφαλαιουχικών και προσωπικών εταιριών δεν θα αποτελούσε πράξη παράγουσα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα για τους τρίτους, αλλά καθαρά ενδιάμεσο και προπαρασκευαστικό μέτρο. Τέτοιου είδους μέτρο όμως δεν υπόκειται σε προσφυγή ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 230 και η παράλειψη εκδόσεώς του δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με προσφυγή κατά παραλείψεως, κατά την έννοια του άρθρου 232 ΕΚ (απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1979, 90/78, Granaria κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σκέψεις 12 επ.· διατάξεις του Πρωτοδικείου της 26ης Νοεμβρίου 1996, T-167/95, Kuchlenz-Winter κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. II‑1607, σκέψεις 20 επ.· της 15ης Μαΐου 1997, T-175/96, Berthu κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑811, σκέψεις 18 επ.· και της 1ης Δεκεμβρίου 1999, T-198/99, Buchbinder και Nöcker κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 11).

15     Υπενθυμίζεται επίσης ότι μια προσφυγή ακυρώσεως που ασκείται από ιδιώτη δεν είναι παραδεκτή όταν στρέφεται κατά της αρνήσεως εκδόσεως κανονισμού γενικής ισχύος (διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Δεκεμβρίου 1998, T-22/98, Scottish Soft Fruit Growers κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑4219, σκέψη 41). Αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και εν προκειμένω στο μέτρο που η οδηγία που η προσφεύγουσα ζητεί να διαταχθεί η Επιτροπή να προτείνει είναι επίσης ουσιαστικά νομοθετικής φύσεως, γενικής εφαρμογής. Συνεπώς η προσφυγή κατά παραλείψεως που ασκείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο και με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε να προτείνει την έκδοση οδηγίας είναι επίσης απαράδεκτη.

16     Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη και παρέλκει η κοινοποίησή της στην καθής.

 Επί των δικαστικών εξόδων

17     Βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας η προσφεύγουσα πρέπει να φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)

διατάσσει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη.

2)      Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά της έξοδα.

Λουξεμβούργο, 13 Ιανουαρίου 2005.

Ο Γραμματέας

 

       Ο Πρόεδρος

H. Jung

 

       M. Jaeger


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.