ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 29ης Μαρτίου 2007

Υπόθεση T-368/04

Luc Verheyden

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Υπαλληλική υπόθεση – Αίτηση μεταφοράς της ετήσιας αδείας – Ανάγκες της υπηρεσίας – Αναρρωτική άδεια – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης»

Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αίτημα, αφενός, να ακυρωθούν οι από 4, 24 και 27 Φεβρουαρίου αποφάσεις του προϊσταμένου της μονάδας στην οποία υπηρετεί ο προσφεύγων-ενάγων, σχετικά με την αίτησή του να μεταφέρει από το 2003 στο 2004 τις, πλέον των δώδεκα, ημέρες ετήσιας αδείας που δεν έλαβε, καθώς και η κοινοποιηθείσα στις 14 Ιουνίου 2004 απόφαση της διοικήσεως της 1ης Ιουνίου 2004, περί απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει τόσο αποζημίωση για τις 32 μη χρησιμοποιηθείσες ημέρες ετήσιας αδείας για τις οποίες ο προσφεύγων-ενάγων δεν πληρώθηκε, εντόκως, με επιτόκιο 5,25 % από της ημερομηνίας ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής-αγωγής, όσο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και προσβολή της σταδιοδρομίας και της φήμης του προσφεύγοντος-ενάγοντος.

Απόφαση: Ακυρώνεται η από 27 Φεβρουαρίου 2004 απόφαση του προϊσταμένου του προσφεύγοντος-ενάγοντος να μην υπογράψει την αίτησή του μεταφοράς ημερών ετήσιας αδείας από το 2003 στο 2004, στο μέτρο που απορρίφθηκε το αίτημά του να μεταφέρει, πέραν των δώδεκα ημερών που μεταφέρονται αυτοδικαίως, οκτώ ημέρες από την ετήσια άδειά του, στις οποίες αναφέρθηκε ο διευθυντής πόρων του Κοινού Κέντρου Ερευνών με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της 11ης Φεβρουαρίου 2003. Η Επιτροπή υποχρεώνεται να καταβάλει στον προσφεύγοντα-ενάγοντα ποσό που αντιστοιχεί στα οκτώ τριακοστά της μηνιαίας αμοιβής του κατά τον χρόνο της λήξεως των καθηκόντων του, πλέον τόκων υπερημερίας από 13ης Σεπτεμβρίου 2004. Το εφαρμοστέο επιτόκιο για τους τόκους υπερημερίας, πρέπει να υπολογιστεί βάσει του επιτοκίου που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, όπως ίσχυε κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, προσαυξημένου κατά δύο μονάδες. Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και εκείνα του προσφεύγοντος-ενάγοντος.

Περίληψη

1.      Υπάλληλοι – Άδειες – Ετήσια άδεια – Μεταφορά

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 57· παράρτημα V· άρθρο 4)

2.      Υπάλληλοι – Άδειες – Ετήσια άδεια – Οριστική λήξη καθηκόντων – Συμψηφιστική αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 59 § 1, εδ. 1· παράρτημα V, άρθρο 4)

3.      Υπάλληλοι – Άδειες – Ετήσια άδεια – Οριστική λήξη καθηκόντων – Συμψηφιστική αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα V, άρθρο 4)

1.      Εφόσον η διοίκηση εξέτασε αίτηση μεταφοράς ημερών κανονικής αδείας από ένα ημερολογιακό έτος στο επόμενο, η οποία υποβλήθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας που θέτουν συναφώς οι εσωτερικές ρυθμίσεις, δεχόμενη να μη λάβει υπόψη το τυπικό αυτό ελάττωμα κατά τη διοικητική διαδικασία, και ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως που να συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι επ’ ουδενί χωρεί παρέκκλιση από την ως άνω προθεσμία, η συμπεριφορά αυτή είναι σύμφωνη με τις αρχές της αρωγής και της χρηστής διοικήσεως που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις της με το προσωπικό. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο προσφυγής-αγωγής που ασκείται κατά της απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως, η διοίκηση δεν δύναται να αναθεωρήσει τις αποφάσεις που έλαβε στο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ισχυριζόμενη το πρώτον ενώπιον του δικαστή ότι η αίτηση του υπαλλήλου υποβλήθηκε εκπροθέσμως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διοίκηση ζητεί από τον κοινοτικό δικαστή να ελέγξει τη νομιμότητα μιας καταστάσεως επί της οποίας δεν έλαβε θέση με την προσβαλλόμενη απόφασή της και βάλλει κατά μιας καταστάσεως την οποία η ίδια είχε αποδεχθεί.

(βλ. σκέψεις 41 και 42)

2.      Από το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος V του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ) προκύπτει ότι η μεταφορά αδείας μπορεί να υπερβαίνει τις δώδεκα ημέρες μόνον αν ο υπάλληλος δεν έχει εξαντλήσει την ετήσια άδειά του πριν από το τέλος του τρέχοντος ημερολογιακού έτους για λόγους αναγόμενους στις ανάγκες της υπηρεσίας. Ομοίως, το προβλεπόμενο από το άρθρο 4, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος V του ΚΥΚ πλεονέκτημα της συμψηφιστικής αποζημιώσεως παρέχεται στον υπάλληλο που δεν έχει εξαντλήσει την ετήσια άδεια κατά τη λήξη των καθηκόντων αποκλειστικώς και μόνο σε σχέση με τις ημέρες που δεν έλαβε λόγω αναγκών της υπηρεσίας. Ο όρος «ανάγκες της υπηρεσίας» πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά επαγγελματικές δραστηριότητες που εμποδίζουν τον υπάλληλο, λόγω των καθηκόντων που οφείλει να εκπληρώσει, να κάνει χρήση της ετήσιας αδείας την οποία δικαιούται να λάβει.

Ο όρος αυτός δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει την περίπτωση κατά την οποία ο υπάλληλος βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια, ακόμη και αν πρόκειται για παρατεταμένη ασθένεια. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 59, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, κατά τις οποίες ο υπάλληλος μπορεί να απολαύει αναρρωτικής αδείας μόνον εφόσον «αποδεικνύει ότι κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του», σε μια τέτοια κατάσταση ο υπάλληλος απαλλάσσεται εξ ορισμού από την άσκηση των καθηκόντων του και, επομένως, δεν τελεί σε ενεργό υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος V του ΚΥΚ.

Εξάλλου, ο υπάλληλος δεν μπορεί, για να δικαιολογήσει αίτηση μεταφοράς αδείας, να επικαλεστεί τον φόρτο εργασίας του, εφόσον η διοίκηση έχει εκτιμήσει ότι τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί δεν τον εμποδίζουν να λάβει την άδειά του. Συγκεκριμένα, δεν απόκειται στον υπάλληλο να κρίνει αν το συμφέρον της υπηρεσίας απαιτεί να μην κάνει αυτός χρήση της άδειάς του προκειμένου να εκπληρώσει ορισμένα καθήκοντα και να μεταφερθούν οι αντίστοιχες ημέρες στο επόμενο έτος, δεδομένου ότι μια τέτοια εκτίμηση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ιεραρχικώς ανωτέρων του. Η διοίκηση διαθέτει συναφώς ευρεία διακριτική ευχέρεια και ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή περιορίζεται στο ζήτημα αν η διοίκηση κινήθηκε εντός ευλόγων ορίων και δεν χρησιμοποίησε την εξουσία της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο, χωρίς ο δικαστής να μπορεί να υποκαταστήσει τη διοίκηση στην εκτίμησή της.

(βλ. σκέψεις 56, 61, 63 και 70 έως 72)

Παραπομπή: ΔΕΚ, 12 Φεβρουαρίου 1987, 233/85, Bonino κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 739, σκέψη 5· ΠΕΚ, 16 Δεκεμβρίου 1999, T‑143/98, Cendrowicz κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑273 και II‑1341, σκέψη 61· ΠΕΚ, 9 Ιουνίου 2005, T‑80/04, Castets κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑161 και II‑729, σκέψεις 28 έως 30 και 33

3.      Η διοίκηση μπορεί κάλλιστα να καθορίσει εκ των προτέρων, κατά τη διάρκεια του έτους, τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να αποφανθεί, άπαξ και παρέλθει το έτος, επί του ζητήματος της υπάρξεως «λόγων αναγόμενων στις ανάγκες της υπηρεσίας», κατά την έννοια του άρθρου 4 του παραρτήματος V του ΚΥΚ, οι οποίοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την υποβολή αιτήσεων μεταφοράς ημερών κανονικής αδείας από το ένα ημερολογιακό έτος στο επόμενο. Η ευχέρεια αυτή, υπό τη μορφή της εκπονήσεως ενός «σχεδίου απορροφήσεως των ημερών αδείας», είναι προδήλως προς το συμφέρον της υπηρεσίας, καθόσον της παρέχει τη δυνατότητα να προειδοποιήσει τον υπάλληλο που διαθέτει υπερβολικό αριθμό ημερών αδείας για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσει τυχόν αιτήσεις μεταφοράς αδείας. Ειδικότερα, τόσο ο υπάλληλος όσο και ο προϊστάμενός του είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων με ασφάλεια ποιος είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος δράσεως για το τρέχον έτος. Ο υπάλληλος, ειδικότερα, μπορεί να κάνει χρήση της αδείας του χωρίς τον φόβο ότι η απουσία του θίγει το συμφέρον της υπηρεσίας, ο δε προϊστάμενός του μπορεί να προετοιμαστεί αποτελεσματικότερα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που συνδέονται με την απουσία ενός εκ των υφισταμένων του.

Επιπροσθέτως, ένα τέτοιο σχέδιο δεν αντιβαίνει ούτε στο συμφέρον της υπηρεσίας ούτε στις εφαρμοστέες διατάξεις του ΚΥΚ. Οι ενδείξεις που περιέχει, όσον αφορά την εκτίμηση της διοικήσεως επί της υπάρξεως «λόγων αναγόμενων στις ανάγκες της υπηρεσίας» για το επόμενο έτος και, συνεπώς, επί του αριθμού των ημερών αδείας που θα μπορούν να μεταφερθούν, συνιστούν συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ικανές να δημιουργήσουν στον αποδέκτη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.

(βλ. σκέψεις 88 έως 90)