ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 19ης Μαΐου 2004(1)



Υπόθεση C-27/04



Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως


Προσφυγή ακυρώσεως – Προσφυγή κατά παραλείψεως – Άρθρο 104 ΕΚ – Κανονισμός (ΕΚ) 1467/97 – Σύμφωνο σταθερότητας – Υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα – Αποφάσεις του Συμβουλίου περί μη λήψεως των μέτρων που συνέστησε η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφοι 8 και 9, ΕΚ – Συμπεράσματα του Συμβουλίου με τα οποία αναστέλλεται η λόγω υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος διαδικασία






I – Εισαγωγή

1.       Στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου με προσφυγή της 27ης Ιανουαρίου 2004, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει σειρά μέτρων τα οποία έλαβε το Συμβούλιο στο πλαίσιο των σχετικών με το υπερβολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας και της Γερμανίας διαδικασιών, οι οποίες κινήθηκαν δυνάμει του άρθρου 104 ΕΚ.

2.       Η προσφεύγουσα ζητεί, πρώτον, την ακύρωση των πράξεων που χαρακτηρίζει ως «αποφάσεις» του Συμβουλίου περί μη λήψεως των μέτρων που συνέστησε η Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφοι 8 και 9, ΕΚ, κατά της Γαλλίας και κατά της Γερμανίας, αποφάσεις ληφθείσες κατόπιν της συνόδου του Συμβουλίου «Γενικές Υποθέσεις» της 25ης Νοεμβρίου 2003 (στο εξής: προσβαλλόμενες αρνητικές αποφάσεις).

3.       Δεύτερον, η προσφεύγουσα βάλλει κατά των «συμπερασμάτων» στα οποία κατέληξε το Συμβούλιο κατά την προαναφερθείσα σύνοδο της 25ης Νοεμβρίου 2003, τα οποία αφορούν την αξιολόγηση των δράσεων που ανέλαβε η Γαλλία ως απάντηση στις συστάσεις που διατύπωσε το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ και των αναλόγων «συμπερασμάτων» του Συμβουλίου που αφορούν τη Γερμανία.

4.       Το Συμβούλιο, εκτός του ότι αμφισβητεί το βάσιμο των αιτημάτων της Επιτροπής, επικαλέσθηκε κατ’ αρχάς το απαράδεκτο της προσφυγής, προβάλλοντας δύο σειρές ενστάσεων, οι οποίες πρέπει να εξετασθούν αμέσως.

II – Επί του παραδεκτού της προσφυγής

5.       Οι ενστάσεις του Συμβουλίου αφορούν το παραδεκτό της προσφυγής, τόσο ως προς το κεφάλαιο που έχει ως αντικείμενο τη μη λήψη των μέτρων που συνέστησε η Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφοι 8 και 9, όσο και ως προς το κεφάλαιο που βάλλει κατά των «συμπερασμάτων» της 25ης Νοεμβρίου 2003.

A – Η ένσταση που αφορά τη μη λήψη των μέτρων τα οποία συνέστησε η Επιτροπή

1. Απόψεις των διαδίκων

6.       Η πρώτη ένσταση αφορά το γεγονός ότι η προσφυγή ακυρώσεως της Επιτροπής αποτελεί καταστρατήγηση διαδικασίας διότι στην πραγματικότητα υποκρύπτει απόπειρα παρακάμψεως της προσφυγής κατά παραλείψεως την οποία προβλέπει το άρθρο 232 ΕΚ.

7.       Συγκεκριμένα, κατά το Συμβούλιο, αυτό κατά του οποίου βάλλει η Επιτροπή εν προκειμένω είναι κατ’ ουσίαν η αδράνεια του Συμβουλίου, η οποία οφείλεται στη μη επίτευξη των απαιτούμενων πλειοψηφιών για την έκδοση ορισμένων πράξεων. Τέτοιες καταστάσεις όμως μπορούν να προσβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μόνον κατά τη διαδικασία και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 232 ΕΚ.

8.       Εν προκειμένω, όμως, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, διότι η Επιτροπή δεν όχλησε προηγουμένως το Συμβούλιο· περαιτέρω και προπάντων, το Συμβούλιο δεν υπείχε νομική υποχρέωση προς λήψη των αποφάσεων στις οποίες αναφέρονται οι παράγραφοι 8 και 9 του άρθρου 104 ΕΚ.

9.       Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι συντρέχει παράβαση του Συμβουλίου, δεδομένου ότι το όργανο αυτό προέβη σε ψηφοφορία επί των συστάσεων της Επιτροπής.

10.     Στην πραγματικότητα, το ίδιο το Συμβούλιο εκθέτει την ενδεχόμενη αντίρρηση που θα μπορούσε να αντιταχθεί στη συλλογιστική του βάσει της αποφάσεως Eurocoton  (2) , η οποία κατέληξε στον χαρακτηρισμό της μη εκδόσεως πράξεως την οποία πρότεινε ή συνέστησε η Επιτροπή ως σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως και, συνεπώς, ως πράξεως δυνάμενης να προσβληθεί, υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.

11.     Κατά το Συμβούλιο, όμως, η ως άνω απόφαση δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, διότι η λύση στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο οφείλεται στην πραγματικότητα αποκλειστικώς στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και, συνεπώς, δεν συνιστά κατά τα λοιπά μεταστροφή της παγιωθείσας νομολογίας.

12.     Η προσφεύγουσα αντιτείνει ότι, στο πλαίσιο του συστήματος που καθιερώνει το άρθρο 104 ΕΚ, η ψηφοφορία με την οποία το Συμβούλιο λαμβάνει θέση επί της συστάσεως της Επιτροπής, η οποία σκοπεί στην υιοθέτηση της διαπιστώσεως της παραγράφου 8 ή στην όχληση της παραγράφου 9, αποτελεί εν πάση περιπτώσει απόφαση –θετική ή αρνητική, αναλόγως του αποτελέσματος– και συνεπώς πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, σύμφωνα με την απόφαση Eurocoton.

13.     Το Συμβούλιο, με το υπόμνημά του αντικρούσεως, συντάσσεται εμμέσως με την ερμηνεία αυτή, ισχυριζόμενο ότι η αρνητική ψήφος επί της συστάσεως της Επιτροπής συνεπάγεται την αναστολή της διαδικασίας: αν τούτο συμβαίνει, συνεχίζει η Επιτροπή, τούτο επιβεβαιώνει ότι μια τέτοια πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα.

14.     Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, το Συμβούλιο, αρνούμενο να διαπιστώσει ότι η Γαλλία και η Γερμανία δεν έλαβαν κανένα αποτελεσματικό μέτρο, διαπίστωσε στην πραγματικότητα, έστω και εμμέσως, ότι, κατά τη γνώμη του και αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, οι δύο αυτές χώρες όντως έλαβαν αποτελεσματικά μέτρα. Αν τούτο ίσχυε όμως, είναι προφανές ότι το Συμβούλιο δεν θα είχε την εξουσία να αποφασίσει τη λήψη των μέτρων του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ· επομένως, το Συμβούλιο αποφάνθηκε επί των μέτρων αυτών χωρίς να υπάρχει καμία νομική βάση προς τούτο.

15.     Τέλος και πάντοτε προς υποστήριξη του παρανόμου της αρνητικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, η Επιτροπή προβάλλει ένα συμπληρωματικό επιχείρημα. Συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη της, η αρνητική ψήφος του Συμβουλίου επί του ζητήματος αυτού αποτελεί πράξη παράγουσα νομικά αποτελέσματα και, συνεπώς, πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, κατά το μέτρο που μαρτυρεί την άρνηση του Συμβουλίου να προχωρήσει περαιτέρω στην προβλεπόμενη από τη Συνθήκη διαδικασία, μολονότι πληρούνται οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται το επόμενο στάδιο της διαδικασίας.

2. Εκτίμηση

16.     Θεωρώ πρόδηλο ότι η επίμαχη ένσταση θέτει προπάντων ένα πρόβλημα χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών που υποβάλλονται στην εκτίμηση του Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, πρέπει να προσδιορισθεί αν η μη υιοθέτηση των συστάσεων της Επιτροπής κατ’ άρθρο 104, παράγραφοι 8 και 9, ΕΚ αποτελεί παράλειψη του Συμβουλίου, η οποία, ως τοιαύτη, μπορεί να προσβληθεί στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 232 ΕΚ, ή αν, αντιθέτως, μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή απορριπτική απόφαση και, επομένως, να χαρακτηρισθεί, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, ως πράξη δυνάμενη να προσβληθεί βάσει του άρθρου 230 ΕΚ.

17.     Στην πρώτη περίπτωση, η προσφυγή ακυρώσεως της Επιτροπής θα ήταν φυσικά άνευ αντικειμένου και, συνεπώς, θα έπρεπε να θεωρηθεί προδήλως απαράδεκτη  (3) . Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση, θα λαμβανόταν ως αφετηρία η αντίθετη υπόθεση, ακόμη και αν στη συνέχεια θα έπρεπε να ελεγχθεί αν πληρούνται οι διάφορες προϋποθέσεις παραδεκτού τις οποίες προβλέπει το άρθρο 230 ΕΚ.

18.     Πάντως, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, επί του σημείου αυτού, η Συνθήκη ΕΚ δεν επανέλαβε τον σαφή κανόνα του άρθρου 35, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ  (4) και ότι, εξάλλου, η κοινοτική νομολογία δεν καθιστά δυνατή τη μετά βεβαιότητας επίλυση του προεκτεθέντος προβλήματος χαρακτηρισμού.

19.     Μολονότι είναι αληθές ότι, κατά το παρελθόν, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκ μέρους του Συμβουλίου μη έκδοση πράξεως την οποία πρότεινε η Επιτροπή αποτελεί παράνομη αδράνεια και, συνεπώς, παράλειψη του κοινοτικού οργάνου, δυνάμενη να προσβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 175 της Συνθήκης (νυν άρθρου 232 ΕΚ)  (5) , ωστόσο το συμπέρασμα αυτό μάλλον δεν συμβιβάζεται με την πρόσφατη απόφαση Eurocoton, προπαρατεθείσα, με την οποία το Δικαστήριο χαρακτήρισε τη μη έκδοση πράξεως προταθείσας από την Επιτροπή ως σιωπηρή απορριπτική απόφαση.

20.     Παρά ταύτα, δεν νομίζω, εξάλλου, ότι είναι απαραίτητο να προβώ εν προκειμένω σε ανάλυση της προαναφερθείσας νομολογίας και των ορίων που θέτει στο περιεχόμενο της νομολογίας αυτής η αναμφισβήτητη ιδιαιτερότητα της περιπτώσεως που εξετάστηκε στην υπόθεση Eurocoton, στο μέτρο που, κατά τη γνώμη μου, εν προκειμένω αμφότεροι οι χαρακτηρισμοί της συμπεριφοράς του Συμβουλίου μπορούν να καταλήξουν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στο απαράδεκτο της προσφυγής.

21.     Πράγματι, το απαράδεκτο αυτό θα είναι πασιφανές, όπως εξέθεσα ανωτέρω (σημείο 17), αν γίνει δεκτό ότι η μη έκδοση των αποφάσεων που συνέστησε η Επιτροπή πρέπει να χαρακτηρισθεί ως παράλειψη εκ μέρους του Συμβουλίου.

22.     Πάντως, νομίζω ότι συνάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής ακόμη και αν υιοθετηθεί η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Eurocoton και θεωρηθεί συνεπώς η μη έκδοση των πράξεων που συνέστησε η Επιτροπή ως σιωπηρή απορριπτική απόφαση εκ μέρους του Συμβουλίου.

23.     Συναφώς, παρατηρώ κατ’ αρχάς ότι, με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε να εξομοιώσει απλώς τη μη λήψη αποφάσεως εκ μέρους του Συμβουλίου προς αρνητική απόφαση και, συνεπώς, προς «πράξη» δυνάμενη να προσβληθεί. Μια τέτοια αυτόματη εξομοίωση, προβλεπόμενη –επαναλαμβάνω– από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ (και μάλιστα μετά από ειδική διαδικασία οχλήσεως) και όχι από τη Συνθήκη ΕΚ, θα κατέληγε πράγματι στο να καταστήσει κενή περιεχομένου τη διαδικασία του άρθρου 232 ΕΚ σε περίπτωση παραλείψεως εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων.

24.     Αντιθέτως, το Δικαστήριο προέβη σε μια ακριβέστερη ανάλυση, κατόπιν της οποίας προσδιόρισε ορισμένες αναγκαίες προϋποθέσεις προκειμένου να κριθεί αν και υπό ποιους όρους η μη έκδοση πράξεως εντός της προβλεπομένης προθεσμίας μπορεί να θεωρηθεί όχι ως παράνομη παράλειψη, αλλά ως πράξη δυνάμενη να προσβληθεί.

25.     Ειδικότερα, όπως αντιλαμβάνομαι, προκειμένου να κριθεί αν πρόκειται περί πράξεως δυναμένης να προσβληθεί, πρέπει, κατά το Δικαστήριο, να τεθούν τα ερωτήματα: i) αν το Συμβούλιο έλαβε θέση επί της προτάσεως ή επί της συστάσεως της Επιτροπής (σκέψεις 57 έως 59)· ii) αν αυτή η αρνητική θέση η οποία ελήφθη είναι οριστική (σκέψεις 63 έως 65)· iii) και, τέλος, αν παράγει έννομα αποτελέσματα (σκέψεις 66 έως 67).

26.     Προκειμένου να εφαρμοσθεί το κριτήριο αυτό στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει κατ’ αρχάς να κριθεί αν το Συμβούλιο, με την ψηφοφορία της 25ης Νοεμβρίου 2003, «έλαβε θέση» επί των συστάσεων με τις οποίες η Επιτροπή τού υπέδειξε να προβεί στη διαπίστωση του άρθρου 104, παράγραφος 8, ΕΚ, ως προς τη Γαλλία και τη Γερμανία, και στην όχληση του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ, προς τη Γαλλία και τη Γερμανία.

27.     Νομίζω ότι, οσάκις μια σύσταση της Επιτροπής έχει αναγραφεί στην ημερήσια διάταξη των συνόδων του Συμβουλίου και τίθεται σε ψηφοφορία, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Συμβούλιο όντως «έλαβε θέση» επί της συστάσεως αυτής, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, είτε αυτό καταλήγει στην έκδοση της συσταθείσας πράξεως είτε η σύσταση απορρίπτεται όπως εν προκειμένω  (6) .

28.     Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί εν προκειμένω ότι η ψηφοφορία της 25ης Νοεμβρίου 2003 αποτελεί «λήψη θέσεως» (αρνητικής) εκ μέρους του Συμβουλίου επί των προαναφερθεισών συστάσεων της Επιτροπής.

29.     Πιο δυσχερής είναι η κρίση επί του «οριστικού» χαρακτήρα της λήψεως θέσεως εκ μέρους του Συμβουλίου, διότι ο έλεγχος της προϋποθέσεως αυτής αφορά εν προκειμένω όχι μια «πράξη», αλλά ακριβώς μια αρνητική «λήψη θέσεως», δηλαδή τη μη έκδοση της πράξεως.

30.     Στην πρώτη περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί ότι κατ’ αρχήν ο οριστικός χαρακτήρας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση προς τα εξωτερικά αποτελέσματα της πράξεως και προς την επιρροή τους (η οποία ακριβώς πρέπει να είναι οριστική) επί των νομικών καταστάσεων που αποτελούν το αντικείμενό της.

31.     Στη δεύτερη περίπτωση, δεδομένου ότι προφανώς δεν είναι δυνατό, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της «πράξεως», να ληφθεί ως βάση το ίδιο κριτήριο, ο οριστικός χαρακτήρας της «λήψεως θέσεως» θα πρέπει αντιθέτως να κριθεί επί άλλων βάσεων και, ιδίως, κατά τη γνώμη μου, σε σχέση με τη διαδικασία εντός της οποίας εντάσσεται η πράξη αυτή. Με άλλα λόγια, αυτή η «λήψη θέσεως» μπορεί να θεωρηθεί οριστική αν αποτελεί το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας αυτής, υπό την έννοια ότι, μετά τη λήψη θέσεως, η διαδικασία πρέπει να θεωρείται περατωθείσα και η πράξη δεν μπορεί πλέον να εκδοθεί, εκτός αν η διαδικασία αρχίσει πάλι από την αρχή.

32.     Σε αντίθετη περίπτωση, θα είναι ενδεχομένως δυνατό να επικριθεί το κοινοτικό όργανο λόγω παράνομης παραλείψεως (βεβαίως, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη έπρεπε να έχει εκδοθεί εντός ορισμένης προθεσμίας), αλλά αν διατηρεί ακόμη την εξουσία να εκδόσει εγκύρως και λυσιτελώς την προταθείσα από την Επιτροπή πράξη, αμφιβάλλω αν η «λήψη θέσεως» μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική και, συνεπώς, ως πράξη δυνάμενη να προσβληθεί.

33.     Εξάλλου, νομίζω ότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται, μεταξύ άλλων, από το πασίγνωστο προηγούμενο που αφορά την πολιτική μεταφορών  (7) , όπου το Συμβούλιο όντως «έλαβε θέση», θέτοντας σε ψηφοφορία τις προτάσεις της Επιτροπής που σκοπούσαν στην υλοποίηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αλλά δεν συγκέντρωσε τις απαιτούμενες πλειοψηφίες και, συνεπώς, δεν εξέδωσε τις επίμαχες πράξεις  (8) , μολονότι τα άρθρα 75 επ. της Συνθήκης (νυν άρθρα 71 επ. ΕΚ) καθόριζαν συγκεκριμένες προθεσμίες προς τούτο.

34.     Στην περίπτωση εκείνη, ακριβώς, το Δικαστήριο δεν επέκρινε το Συμβούλιο διότι είχε «λάβει αρνητικές θέσεις» και, συνεπώς, είχε εκδώσει πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης (νυν άρθρου 230 ΕΚ), αλλά λόγω παράνομης παραλείψεως, την οποία το Συμβούλιο έπρεπε να θεραπεύσει εκδίδοντας –όπως έπραξε στη συνέχεια– τις αναγκαίες πράξεις. Τούτο φυσικά διότι είχε διατηρήσει την εξουσία του να λάβει απόφαση συναφώς, ακόμη και μετά τη λήξη της προβλεπόμενης από τη Συνθήκη προθεσμίας  (9) .

35.     Από την άλλη πλευρά, αν η απόφαση Eurocoton εξετασθεί υπό αυτή την οπτική γωνία, προκύπτει ότι η εκτίμηση του Δικαστηρίου επί του οριστικού χαρακτήρα της προσβληθείσας στην υπόθεση εκείνη «λήψεως θέσεως» εκ μέρους του Συμβουλίου (δηλαδή της μη εκδόσεως της πράξεως) συνδεόταν προς το γεγονός ότι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, «μετά τη λήξη της προθεσμίας […] που προβλέπει [το νομοθέτημα], το Συμβούλιο δεν μπορούσε πλέον να υιοθετήσει […] την πρόταση κανονισμού» επί της οποίας είχε μάταια κληθεί να αποφανθεί (σκέψη 64). Πράγματι, στην περίπτωση εκείνη, η ειδική κανονιστική ρύθμιση επί του θέματος αυτού συνεπαγόταν ότι η εκπνοή της ταχθείσας στο Συμβούλιο προθεσμίας προκειμένου να λάβει απόφαση, χωρίς να έχει εκδοθεί πράξη, εξομοιωνόταν προς σιωπηρή απορριπτική απόφαση, συνεπαγόμενη αυτομάτως την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και, συνεπώς, την ανάγκη εκ νέου κινήσεως της όλης διαδικασίας από την αρχή  (10) .

36.     Στη συνέχεια, επισημαίνω ότι και το Πρωτοδικείο έχει διευκρινίσει ότι «η σιωπή απλώς και μόνον ενός θεσμικού οργάνου δεν μπορεί να παραγάγει [δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να την καταστήσουν πράξη δυνάμενη να προσβληθεί], εκτός και αν η συνέπεια αυτή προβλέπεται ρητώς από διάταξη του κοινοτικού δικαίου»  (11) . Πράγματι, μολονότι «το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει, σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, ότι η σιωπή ενός θεσμικού οργάνου ισοδυναμεί με απόφαση οσάκις το όργανο κλήθηκε να λάβει θέση και δεν αποφάνθηκε συναφώς μετά την εκπνοή δεδομένης προθεσμίας, [αντιθέτως], ελλείψει παρομοίων ρητών διατάξεων περί καθορισμού προθεσμίας, μετά τη λήξη της οποίας λογίζεται ότι μεσολαβεί σιωπηρή απόφαση, και περί καθορισμού του περιεχομένου της εν λόγω αποφάσεως, η απραξία του οργάνου δεν μπορεί να εξομοιώνεται με απόφαση, εκτός και αν διακυβεύεται το σύστημα των εγκαθιδρυομένων με τη Συνθήκη ενδίκων μέσων»  (12) .

37.     Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει τώρα να ελεγχθεί αν, μετά τις επίμαχες «λήψεις θέσεως» και μολονότι παρήλθαν οι ταχθείσες με τον κανονισμό 1467/97 προθεσμίες, το Συμβούλιο διατηρεί την εξουσία να εκδώσει λυσιτελώς τις συσταθείσες από την Επιτροπή πράξεις. Πράγματι, αν τούτο συμβαίνει, είναι αμφίβολο αν αυτές οι «λήψεις θέσεως» μπορούν να θεωρηθούν «οριστικές».

38.     Συναφώς, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι το άρθρο 104 ΕΚ απένειμε στο Συμβούλιo την εξουσία να αποφαίνεται επί των συστάσεων της Επιτροπής χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό και ότι ο κανονισμός, επομένως μια πράξη του παραγώγου δικαίου, καθόρισε «προθεσμίες για την εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, ώστε να εξασφαλιστεί η ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή της» (δωδέκατη αιτιολογική σκέψη).

39.     Εξάλλου, ο καθορισμός των εν λόγω προθεσμιών προβλέφθηκε από το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ, το οποίο αποτελεί, από κοινού με τον προαναφερθέντα κανονισμό, το «Σύμφωνο σταθερότητας»  (13) και, συνεπώς, συνιστά τουλάχιστον θεμελιώδες ερμηνευτικό βοήθημα. Το ψήφισμα αυτό διευκρινίζει ακριβώς ότι οι εν λόγω προθεσμίες σκοπούν αποκλειστικώς στην επιτάχυνση της διαδικασίας και περιορίζεται να «καλ[εί]» το Συμβούλιο (και συνεπώς όχι να το υποχρεώνει τυπικώς) να τις τηρεί  (14) .

40.     Κατά συνέπεια, μπορεί να υποστηριχθεί επί της βάσεως αυτής ότι ο καθορισμός των εν λόγω προθεσμιών έχει ως μοναδικό σκοπό την επιτάχυνση της διαδικασίας που προβλέπει η Συνθήκη, αλλά όχι την απώλεια της εξουσίας του Συμβουλίου να εκδίδει τις πράξεις που προτείνει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.

41.     Υπάρχουν όμως ακόμη σημαντικότερες ενδείξεις οι οποίες οδηγούν στη σκέψη ότι, ακόμη και μετά την ψηφοφορία της 25ης Νοεμβρίου 2003, εξακολουθεί να υπόκειται στην κρίση του Συμβουλίου το ζήτημα των υπερβολικών ελλειμμάτων της Γαλλίας και της Γερμανίας και το Συμβούλιο μπορεί ακόμη να προβεί, εντός ευλόγου χρόνου, στην έκδοση των πράξεων που συνέστησε η Επιτροπή.

42.     Κατ’ αρχάς, τούτο αναγνωρίσθηκε από την Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και επιβεβαιώνεται επίσης στο σημείο 6 των επίδικων «συμπερασμάτων», στο οποίο, το Συμβούλιο δηλώνει ότι επιθυμεί να αναστείλει τη διαδικασία και να επιφυλαχθεί ως προς το ενδεχόμενο να υιοθετήσει αργότερα τις παραλειφθείσες συστάσεις.

43.     Η εν λόγω ερμηνεία επιβεβαιώνεται προφανώς και από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1467/97, κατά το οποίο το Συμβούλιο «λαμβάνει αμέσως απόφαση» –και, συνεπώς, ακόμη και μετά τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 5– περί οχλήσεως δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ, εφόσον τα μέτρα «τα οποία λαμβάνει το συγκεκριμένο κράτος μέλος, ανταποκρινόμενο στις συστάσεις βάσει του άρθρου [104], παράγραφος 7» δεν εκτελούνται «ή, κατά την κρίση του Συμβουλίου, τα μέτρα του είναι ανεπαρκή».

44.     Εξάλλου, η αντίθετη άποψη αντιβαίνει στον σκοπό τον οποίο ο ίδιος αυτός κανονισμός αναθέτει στον καθορισμό των προθεσμιών και ο οποίος συνίσταται, όπως προεκτέθηκε, στην ανάγκη να διασφαλισθεί «η ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή της» διαδικασίας (δωδέκατη αιτιολογική σκέψη). Πράγματι, κάθε άλλη λύση θα επέβαλλε κατ’ ανάγκη την εκ νέου κίνηση ολόκληρης της διαδικασίας.

45.     Γενικότερα, ένα κριτήριο σχετικό με τη συνοχή του συστήματος συνηγορεί υπέρ της ως άνω ερμηνείας. Πράγματι, θα ήταν παράλογο να θεωρηθεί ότι μια έστω και ελάχιστη καθυστέρηση του Συμβουλίου κατά την έκδοση μιας πράξεως, διότι του είναι αδύνατο να συγκεντρώσει τις προβλεπόμενες πλειοψηφίες, μπορεί να έχει ως συνέπεια την απώλεια της εξουσίας του εκδόσεως της πράξεως αυτής, αν τούτο δεν προβλέπεται ρητώς από τα νομοθετήματα. Είναι προφανές ότι τούτο θα μπορούσε να θίξει σοβαρά το κοινοτικό γίγνεσθαι καθαυτό, διότι το ενδεχόμενο να μην επιτύχει το Συμβούλιο να συγκεντρώσει τις αναγκαίες πλειοψηφίες (χωρίς καν να γίνεται λόγος για τις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται ομοφωνία!) αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, μάλλον μέρος της φυσιολογίας του συστήματος παρά της παθολογίας του.

46.     Όπως έχω εκθέσει, σε τέτοιες περιπτώσεις, οι προϋποθέσεις της παράνομης παραλείψεως εκ μέρους του Συμβουλίου θα πληρούνται ενδεχομένως, αλλά δεν θα μπορεί να του απαγορευθεί η μεταγενέστερη άσκηση της εξουσίας του λήψεως αποφάσεως.

47.     Επομένως, συνάγω εντεύθεν ότι οι βαλλόμενες εν προκειμένω «λήψεις θέσεως» δεν μπορούν να θεωρηθούν «οριστικές» και ότι, κατά συνέπεια, μπορούν ενδεχομένως να προσβληθούν δυνάμει του άρθρου 232 ΕΚ, αλλά όχι δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ. Πράγματι, ακόμη και υπό το πρίσμα της αποφάσεως Eurocoton, δεν πληρούται μια από τις προϋποθέσεις που προσδιόρισε το Δικαστήριο προκειμένου τέτοιες «λήψεις θέσεως» να μπορούν να θεωρηθούν ως «πράξεις» δυνάμενες να προσβληθούν με προσφυγή ακυρώσεως.

48.     Θα ήθελα να προσθέσω ότι το συμπέρασμα αυτό ισχύει και για τις δύο περιπτώσεις που εξετάσθηκαν εν προκειμένω. Με άλλα λόγια, τούτο ισχύει πρώτα για τη διαπίστωση του άρθρου 104, παράγραφος 8, ΕΚ, η οποία προφανώς παραμένει δυνατή για όσο χρόνο το οικείο κράτος μέλος δεν έχει λάβει εθνικά μέτρα ικανά να διασφαλίσουν την τήρηση των συστάσεων του Συμβουλίου δυνάμει της παραγράφου 7 του ίδιου άρθρου.

49.     Τούτο όμως ισχύει επίσης ως προς την όχληση του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ, όπως η ίδια η Επιτροπή –επαναλαμβάνω? αναγνώρισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και όπως προκύπτει και από τα επίδικα «συμπεράσματα» της 25ης Νοεμβρίου 2003 (βλ., ανωτέρω, σημείο 42).

50.     Πράγματι, είτε το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τήρησε τις συστάσεις που διατύπωσε το Συμβούλιο δυνάμει της παραγράφου 7, οπότε δεν υπάρχει λόγος να οχληθεί προκειμένου να λάβει τα μέτρα της παραγράφου 9, είτε το υπερβολικό έλλειμμα εξακολουθεί να υπάρχει και το ενδιαφέρον για τη λήψη των μέτρων αυτών παραμένει προφανώς αμετάβλητο, ακόμη και μετά τη λήξη της προθεσμίας εντός της οποίας το Συμβούλιο όφειλε να αποφανθεί επί των συστάσεων της Επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 9.

51.     Κατά συνέπεια, φρονώ ότι επί της πρώτης ενστάσεως μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το κεφάλαιο το οποίο έχει ως αντικείμενο την παράλειψη πραγματοποιήσεως της διαπιστώσεως του άρθρου 104, παράγραφος 8, ΕΚ, ως προς τη Γαλλία και τη Γερμανία, και κατά το κεφάλαιο το οποίο έχει ως αντικείμενο την παράλειψη οχλήσεως της Γαλλίας και της Γερμανίας δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ.

Β ? Η ένσταση η οποία αφορά τα «συμπεράσματα» της 25ης Νοεμβρίου 2003

1. Απόψεις των διαδίκων

52.     Όπως επισήμανα, κατά το Συμβούλιο, η προσφυγή της Επιτροπής είναι απαράδεκτη και κατά το κεφάλαιο το οποίο θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των «συμπερασμάτων» που υιοθέτησε το Συμβούλιο στις 25 Νοεμβρίου 2003 σε σχέση με τις διαδικασίες που αφορούν τα υπερβολικά ελλείμματα της Γαλλίας και της Γερμανίας.

53.     Συγκεκριμένα, κατά το Συμβούλιο, το απαράδεκτο απορρέει από το γεγονός ότι η προσφυγή έχει στην πραγματικότητα ως αντικείμενο πράξεις αμιγώς πολιτικής φύσεως, τις οποίες αυτό είναι ελεύθερο να υιοθετήσει ή να μην υιοθετήσει.

54.     Εξάλλου, τα «συμπεράσματα» αυτά δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα και, συνεπώς, δεν μπορούν να προσβληθούν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 230 ΕΚ, διότι περιορίζονται στη διαπίστωση του σταδίου εξελίξεως των διαδικασιών που κινήθηκαν λόγω του υπερβολικού ελλείμματος της Γαλλίας και της Γερμανίας, κατόπιν της ψηφοφορίας που διεξήχθη στο πλαίσιο του Συμβουλίου.

55.     Ομοίως, η μνεία περί της αναστολής των διαδικασιών αυτών η οποία περιέχεται στα προαναφερθέντα συμπεράσματα ενέχει κυρίως πολιτικό και όχι νομικό χαρακτήρα: συγκεκριμένα, το Συμβούλιο διαπιστώνει μια αναστολή η οποία, από νομικής απόψεως, απορρέει κατ’ ανάγκην από το αρνητικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας επί των συστάσεων της Επιτροπής.

56.     Εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω αναστολή δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, δεδομένου ότι η αφορώσα τα υπερβολικά ελλείμματα διαδικασία παραμένει εκκρεμής και η Επιτροπή μπορεί ανά πάσα στιγμή να υποβάλει στο Συμβούλιο νέες συστάσεις βάσει του άρθρου 104, παράγραφοι 7, 8 ή 9, ΕΚ.

57.     Η Επιτροπή αντιτείνει ότι αν, όπως φαίνεται να υποστηρίζει το Συμβούλιο, η αναστολή των διαδικασιών που αφορούν τα υπερβολικά ελλείμματα της Γαλλίας και της Γερμανίας ήταν η αυτόματη συνέπεια της μη λήψεως των αποφάσεων που συνέστησε η Επιτροπή, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό γιατί το Συμβούλιο αισθάνθηκε την ανάγκη να αποφασίσει επισήμως την αναστολή αυτή, στο σημείο 6 των συμπερασμάτων, αντί να περιορισθεί στη διαπίστωση μιας τετελεσμένης και αυτόματης αναστολής.

58.     Προπάντων όμως, τα επίμαχα «συμπεράσματα» του Συμβουλίου αποτελούν στην πραγματικότητα sui generis συστάσεις, των οποίων το κύριο έννομο αποτέλεσμα συνίσταται στην απαλλαγή του Συμβουλίου και των ενδιαφερομένων κρατών μελών ?εν προκειμένω της Γαλλίας και της Γερμανίας– από το δεσμευτικό νομικό πλαίσιο που διαμορφώνουν το άρθρο 104 ΕΚ και ο κανονισμός 1467/97, αντικαθιστώντας το με νέες κατευθυντήριες γραμμές περί της εφαρμογής του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ, και με ένα νέο πλαίσιο εποπτείας των υπερβολικών ελλειμμάτων των οικείων κρατών μελών.

59.     Συνεπώς, είναι πρόδηλο ότι τα επίμαχα «συμπεράσματα» παράγουν έννομα αποτελέσματα και, επομένως, αποτελούν πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν, υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.

2. Εκτίμηση

60.     Εκτιμώντας τα επιχειρήματα αυτά, πρέπει να υπενθυμίσω κατ’ αρχάς ότι, κατά παγία πλέον νομολογία, η προσφυγή του άρθρου 230 ΕΚ «αποσκοπεί να εξασφαλίσει, σύμφωνα προς τις επιταγές του άρθρου 164 [της Συνθήκης, νυν άρθρου 220 ΕΚ], την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης»  (15) και ότι «θα ήταν αντίθετο προς τον σκοπό αυτό να ερμηνευθούν στενά οι προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής, περιορίζοντας την άσκησή της μόνο στις κατηγορίες πράξεων που αναφέρονται από το άρθρο 189 [της Συνθήκης, νυν άρθρο 249 ΕΚ]»  (16) . Κατά συνέπεια, «η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει, επομένως, να είναι δυνατή εναντίον οποιωνδήποτε πράξεων των κοινοτικών οργάνων, όποια και αν είναι η φύση ή η μορφή τους, οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων»  (17) .

61.     Συνεπώς, ακόμη και ένα άτυπο μέτρο, όπως είναι τα επίμαχα εν προκειμένω «συμπεράσματα», μπορεί να θεωρηθεί πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι παράγει έννομα αποτελέσματα.

62.     Αυτή ακριβώς είναι όμως η εκτίμηση στην οποία πρέπει να προβώ τώρα.

63.     Προς τούτο, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω κατ’ αρχάς, πολύ επιγραμματικά, ότι στα «συμπεράσματά» του το Συμβούλιο: α) υπενθυμίζει τα στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη κατά την αξιολόγηση της δημοσιονομικής καταστάσεως, ιδίως το νέο σχετικό οικονομικό πλαίσιο (σημείο 1)· β) σημειώνει τα μέτρα που έλαβε το οικείο κράτος μέλος κατόπιν της συστάσεως που του απευθύνθηκε δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ (σημείο 2)· γ) χαιρετίζει τη δημόσια δέσμευση του οικείου κράτους μέλους να εξασφαλίσει τη μείωση του ελλείμματος κάτω του ορίου του 3 % του ΑΕΠ το 2005 το αργότερο (σημείο 3)· δ) διατυπώνει συστάσεις σχετικές με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την επίτευξη του σκοπού αυτού (σημείο 4)· ε) γνωστοποιεί ότι αποφάσισε, κατόπιν των συστάσεων αυτών και της μονομερούς δεσμεύσεως του οικείου κράτους μέλους, μνεία της οποίας έγινε στο σημείο 3, να μη λάβει τα μέτρα που πρότεινε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ (σημείο 5)· στ) αποφασίζει να αναστείλει τη διαδικασία που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα, δηλώνοντας συγχρόνως ότι θα είναι έτοιμο να λάβει απόφαση δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ, βάσει της συστάσεως της Επιτροπής, αν από την αξιολόγηση που θα πραγματοποιηθεί βάσει του σημείου 7 προκύψει ότι το οικείο κράτος μέλος δεν τηρεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε (σημείο 6)· ζ) τέλος, καλεί το κράτος αυτό να υποβάλλει τακτικά εκθέσεις , κάθε εξάμηνο, επί της εφαρμογής των εν λόγω δεσμεύσεων (σημείο 7).

64.     Για τον σκοπό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, δεν είναι ανάγκη να εξετασθούν όλα τα προαναφερθέντα σημεία. Αρκεί να αναλυθεί το σημείο 6, όχι όμως το πρώτο τμήμα αυτού, όπου γίνεται ρητή μνεία της αποφάσεως του Συμβουλίου να αναστείλει την επίμαχη διαδικασία («το Συμβούλιο συμφωνεί να διακόψει επί του παρόντος τη διαδικασία»). Πράγματι, δεν είναι βέβαιο, όπως θα εκθέσω κατωτέρω (σημείο 132), ότι το Συμβούλιο είχε την εξουσία να αποφασίσει μια τέτοια αναστολή και ότι πέτυχε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει λόγος να ασχοληθώ με την προβληματική αυτή τώρα.

65.     Αντιθέτως, το χωρίο που θεωρώ αποφασιστικό προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που διατύπωσα είναι το αμέσως επόμενο χωρίο αυτού του σημείου 6.

66.     Πράγματι, στο χωρίο αυτό το Συμβούλι﾿ δηλώνει ότι είναι έτοιμο «να λάβει απόφαση δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, της Συνθήκης, βάσει της σύστασης της Επιτροπής, εφόσον από την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 7 κατωτέρω προκύψει ότι [το οικείο κράτος μέλος] δεν ενήργησε σύμφωνα προς τις δεσμεύσεις που αναφέρονται στα παρόντα συμπεράσματα»  (18) .

67.     Η «δέσμευση» στην οποία αναφέρεται το χωρίο αυτό δεν είναι άλλη από τη μονομερή δέσμευση της οποίας γίνεται μνεία στο σημείο 3 των προσβαλλομένων «συμπερασμάτων» και την οποία η Γαλλία και η Γερμανία ανέλαβαν εκτός του προβλεπομένου από τις συστάσεις του Συμβουλίου πλαισίου.

68.     Επομένως, η εκτίμηση του Συμβουλίου, προς λήψη της αποφάσεως που θα έπρεπε να λάβει δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, δεν θα έχει πλέον ως παράμετρο αναφοράς το περιεχόμενο των συστάσεων του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ, αλλά ακριβώς τη μονομερή δέσμευση του οικείου κράτους μέλους.

69.     Επιπλέον, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτόν, και μάλιστα μέσω πράξεως μη προβλεπόμενης από τη Συνθήκη (δηλαδή ακριβώς με τα προσβαλλόμενα «συμπεράσματα»), το Συμβούλιο τροποποίησε επίσης ουσιωδώς τη σύσταση που είχε διατυπώσει προηγουμένως δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ, υποδεικνύοντας μια νέα και διαφορετική διαδικασία εξυγιάνσεως των δημοσίων λογαριασμών διαμορφωθείσα όχι βάσει των ήδη προβλεφθέντων από τη σύσταση αυτή, αλλά βάσει των προαναφερθεισών μονομερών δεσμεύσεων.

70.     Πράγματι, με τα εν λόγω «συμπεράσματα», το Συμβούλιο μετέθεσε την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από το ανώτατο όριο του 3 % που καθορίζει το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου για τα υπερβολικά ελλείμματα· αφετέρου και κατά συνέπεια, τροποποίησε τη βαρύτητα των αιτηθέντων μέτρων εξυγιάνσεως.

71.     Συγκεκριμένα, στην περίπτωση της Γαλλίας, τα «συμπεράσματα» μεταθέτουν στο οικονομικό έτος 2005 τη λήξη της προθεσμίας που της είχε ταχθεί για τη μείωση του ελλείμματος, προθεσμία η οποία, κατά τη σύσταση που διατύπωσε το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ έληγε, αντιθέτως, το οικονομικό έτος 2004.

72.     Κατά συνέπεια, τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την πραγματοποίηση της εξυγιάνσεως εντός της προθεσμίας αυτής τροποποιήθηκαν επίσης αισθητά. Συγκεκριμένα, τα «συμπεράσματα» συνιστούν να πραγματοποιηθεί το 2004 μια μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος κατά 0,8 % του ΑΕΠ, την οποία πρέπει να ακολουθήσει, το 2005, μια νέα μείωση κατά 0,6 % του ΑΕΠ ή μεγαλύτερη, ενδεχομένως, προκειμένου να μειωθεί το προαναφερθέν έλλειμμα σε ποσοστό χαμηλότερο από το ανώτατο όριο που καθορίζει το πρωτόκολλο. Αντιθέτως, βάσει της συστάσεως που διατύπωσε δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, η Γαλλία έπρεπε να μειώσει το έλλειμμα τουλάχιστον κατά 1 % του ΑΕΠ ήδη από το 2004  (19) .

73.     Ομοίως, όσον αφορά τη Γερμανία, τα «συμπεράσματα» μεταθέτουν στο οικονομικό έτος 2005 τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας για τη μείωση του ελλείμματος, προθεσμία η οποία, κατά τη σύσταση που υιοθέτησε το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ έληγε, αντιθέτως, το οικονομικό έτος 2003 (ή, το αργότερο, το 2004)  (20) , και τροποποιούν κατά συνέπεια σε μεγάλο βαθμό τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την εμπρόθεσμη υλοποίηση της εξυγιάνσεως.

74.     Πράγματι, προκειμένου να τηρήσει τις προηγούμενες συστάσεις του Συμβουλίου, η Γερμανία έπρεπε να μειώσει το έλλειμμά της κατά 1,2 % στο τέλος του 2003 το αργότερο, δηλαδή εντός διαστήματος λίγο μεγαλύτερου του μήνα από τη σύνοδο του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2003  (21) . Τα υιοθετηθέντα την ίδια ημερομηνία «συμπεράσματα» συνιστούν αντιθέτως στη Γερμανία να πραγματοποιήσει το 2004 μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος κατά ποσοστό 0,6 % του ΑΕΠ, ακολουθούμενη, το 2005, από περαιτέρω μείωση κατά ποσοστό 0,5 % του ΑΕΠ ή μεγαλύτερη, ενδεχομένως, ώστε το προαναφερθέν ποσοστό του ελλείμματος να μειωθεί κάτω από το όριο που καθόρισε το πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος.

75.     Μπορεί βεβαίως να υποστηριχθεί, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, ότι οι προαναφερθείσες τροποποιήσεις αποτέλεσαν αναπόφευκτη συνέπεια της μη λήψεως αποφάσεως επί των συστάσεων της Επιτροπής και ότι το Συμβούλιο, στο στάδιο αυτό, δεν είχε άλλη επιλογή. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία, ανεξαρτήτως της επί της ουσίας εκτιμήσεως των τροποποιήσεων αυτών, είναι ότι ουδόλως αυτές μπορούν να εξομοιωθούν με απλές πολιτικές εκτιμήσεις, ούτε μπορεί να λεχθεί ότι δεν συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα.

76.     Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η προσφυγή της Επιτροπής, ως προς το κεφάλαιο που βάλλει κατά των «συμπερασμάτων» του Συμβουλίου, πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

III – Επί της ουσίας

Α – Α – Εξέταση των αρνητικών λήψεων θέσεως

77.     Θα εξετάσω τώρα την προσφυγή της Επιτροπής επί της ουσίας.

78.     Θα ήθελα να διευκρινίσω αμέσως, συναφώς, ότι παρά τα αποτελέσματα της προηγούμενης αναλύσεως και του συμπεράσματος περί του απαραδέκτου του πρώτου κεφαλαίου της προσφυγής, κρίνω σκόπιμο, για το ενδεχόμενο να μην ακολουθήσει το Δικαστήριο την άποψή μου, να εξετάσω όλες τις αιτιάσεις της Επιτροπής.

1. Απόψεις των διαδίκων

79.     Κατόπιν των προεκτεθέντων, όσον αφορά το πρώτο κεφάλαιο της προσφυγής, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το προσφεύγον θεσμικό όργανο αμφισβητεί τη νομιμότητα των αρνητικών αποφάσεων που απορρέουν από την παράλειψη θεσπίσεως των συσταθέντων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφος 8, μέτρων, ισχυριζόμενο ότι το Συμβούλιο ουδόλως διαθέτει διακριτική εξουσία προκειμένου να αποφασίσει αν θα υιοθετήσει τη διαπίστωση που προβλέπει η εν λόγω διάταξη της Συνθήκης.

80.     Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, το Συμβούλιο έπρεπε να περιοριστεί να διαπιστώσει αν, από αντικειμενικής απόψᄉως, ανελήφθη αποτελεσματική δράση εντός της ταχθείσας προθεσμίας προς εφαρμογή των συστάσεων που διατυπώθηκαν δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7. Αν τούτο δεν συμβαίνει, υποχρεούται να το διαπιστώσει ρητώς.

81.     Ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Συμβούλιο απολαύει συναφώς διακριτικής ευχέρειας, το άρθρο 253 ΕΚ το υποχρεώνει εν πάση περιπτώσει να αιτιολογήσει τις αποφάσεις να μην προβεί στη διαπίστωση του άρθρου 104, παράγραφος 8, όσον αφορά, αντιστοίχως, τη Γαλλία και τη Γερμανία. Εν προκειμένω, προφανώς δεν υπάρχει τέτοια αιτιολογία.

82.     Όσον αφορά τις αρνητικές αποφάσεις περί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ, το Συμβούλιο παραβίασε τη Συνθήκη προβαίνοντας σε ψηφοφορία επί των μέτρων που συνέστησε η Επιτροπή χωρίς να έχει προβεί προηγουμένως στη διαπίστωση της παραγράφου 8 του ίδιου αυτού άρθρου. Επιπλέον, αυτές οι αρνητικές αποφάσεις στερούνται επίσης επαρκούς αιτιολογίας, ικανής να διασφαλίσει την τήρηση του άρθρου 253 ΕΚ.

83.     Το Συμβούλιο ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι, ακόμη και μετά τη λήψη των αποφάσεων του άρθρου 104, παράγραφοι 6 και 7, ΕΚ, η Συνθήκη ουδόλως το υποχρεώνει να υιοθετεί τις προτάσεις που περιέχονται στις συστάσεις της Επιτροπής δυνάμει των παραγράφων 8 και 9 του εν λόγω άρθρου: αντιθέτως, όπως προκύπτει από το γράμμα και από το πνεύμα των διατάξεων αυτών, το Συμβούλιο απολαύει συναφώς ευρείας διακριτικής ευχέρειας.

84.     Το Συμβούλιο αμφισβητεί επιπλέον ότι η λήψη αποφάσεως του άρθρου 104, παράγραφoς 8, ΕΚ αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να ψηφισθεί και να ληφθεί ενδεχομένως μια απόφαση δυνάμει της παραγράφου 9.

85.     Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά τη μη λήψη των αποφάσεων που συνέστησε η Επιτροπή, η υποχρέωση αυτή δεν υφίσταται για τον απλό λόγο ότι το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να ενεργήσει.

86.     Αλλά ακόμη και αν γίνει δεκτή η ύπαρξη υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, το Συμβούλιο αντιτείνει ότι τα συμπεράσματά του της 25ης Νοεμβρίου 2003 αποτελούν επαρκή αιτιολογία για τη μη υιοθέτηση των συστάσεων της Επιτροπής.

2. Εκτίμηση

87.     Θα εξετάσω χωριστά τις αιτιάσεις της Επιτροπής που αφορούν τη μη υιοθέτηση των διαπιστώσεων του άρθρου 104, παράγραφος 8, ΕΚ από αυτές που αφορούν την παράβαση του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ.

α) Το άρθρο 104, παράγραφος 8, ΕΚ

88.     Θα ήθελα να υπενθυμίσω κατ’ αρχάς ότι, κατά το άρθρο 104, παράγραφος 8, ΕΚ, «εάν το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι δεν ανελήφθη αποτελεσματική δράση σε εφαρμογή των συστάσεών του, εντός του καθορισμένου χρονικού διαστήματος, τότε μπορεί να τις ανακοινώσει δημοσία».

89.     Από την ανάγνωση της διατάξεως αυτής μου φαίνεται σαφές ότι διακρίνονται δύο αυτοτελή στάδια.

90.     Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο καλείται κατ’ αρχάς να «διαπιστώσει» αν οι συστάσεις που υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, είχαν ως συνέπεια την ανάληψη αποτελεσματικής δράσεως· περαιτέρω, αν η διαπίστωση είναι αρνητική, πρέπει να αποφασίσει αν θα δημοσιευθεί το περιεχόμενο των συστάσεων, αντιδρώντας κατά τον τρόπο αυτό στην αδράνεια του οικείου κράτους μέλους.

91.     Θα ήθελα να διευκρινίσω εξαρχής ότι, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, δεν είναι ανάγκη να τεθεί το ερώτημα αν το Συμβούλιο υποχρεούται να λάβει την απόφαση περί δημοσιεύσεως των συστάσεων, διότι εν προκειμένω η δημοσίευση αυτή δεν συνεστήθη όσον αφορά τη Γαλλία ούτε όσον αφορά τη Γερμανία.

92.     Αντιθέτως, το επίμαχο ζήτημα εν προκειμένω είναι οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η «διαπίστωση» στην οποία αναφέρεται η πρώτη φράση της παραγράφου 8· ειδικότερα, πρέπει να προσδιορισθεί το αντικείμενο της εν λόγω διαπιστώσεως και να διερευνηθεί αν το Συμβούλιο υποχρεούται να προβεί στη διαπίστωση αυτή όταν η Επιτροπή του έχει απευθύνει σύσταση προς τούτο.

93.     Επί του πρώτου σημείου, ομολογώ ότι δεν αντιλαμβάνομαι με μεγάλη σαφήνεια ποιο είναι ακριβώς το αντικείμενο της εξετάσεως του Συμβουλίου, διότι από μια σύγκριση μεταξύ του κειμένου της επίμαχης διατάξεως στις διάφορες γλώσσες είναι δυνατό να γίνουν δεκτές δύο διαφορετικές ερμηνείες.

94.     Σύμφωνα με το γαλλικό κείμενο της παραγράφου 8, το οποίο παρατέθηκε ανωτέρω, αντικείμενο της διαπιστώσεως του Συμβουλίου είναι η έλλειψη κάθε αποτελεσματικής δράσεως  (22) . Αυτή ακριβώς είναι η ερμηνεία την οποία υποστηρίζει το Συμβούλιο στην παρούσα δίκη.

95.     Άλλα κείμενα, αντιθέτως  (23) , δικαιολογούν μάλλον την άποψη περί μιας συνολικής κρίσεως επί των μέτρων που εφαρμόζει το οικείο κράτος μέλος. Με άλλα λόγια, το Συμβούλιο καλείται να διαπιστώσει αν το οικείο κράτος μέλος έλαβε μέτρα τα οποία, στο σύνολό τους, θεωρούνται κατάλληλα για τη διασφάλιση της υλοποιήσεως των στόχων εξυγιάνσεως που καθόρισε η σύσταση η οποία υιοθετήθηκε δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ.

96.     Ομοίως, το αγγλικό  (24) και το πορτογαλικό κείμενο  (25) μάλλον συνάδουν περισσότερο με τη δεύτερη αυτή ερμηνεία, την οποία άλλωστε υιοθέτησε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια των διαδικασιών περί των ελλειμμάτων της Γαλλίας και της Γερμανίας και την οποία υποστήριξε στη συνέχεια κατά τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου.

97.     Οφείλω να ομολογήσω ότι, μολονότι, βάσει του γράμματος, αμφότερες οι ερμηνείες φαίνονται εύλογες, λόγοι συστηματικής φύσεως με ωθούν παρά ταύτα να κλίνω μάλλον προς την ερμηνεία που δέχεται η Επιτροπή.

98.     Ωστόσο, φρονώ ότι δεν πρέπει εν προκειμένω να εμβαθύνω επί του ζητήματος αυτού, διότι νομίζω ότι ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το Συμβούλιο υποχρεούται εν πάση περιπτώσει, αν του το ζητήσει η Επιτροπή, να αποφανθεί σύμφωνα με την παράγραφο 8, προκειμένου να διαπιστώσει αν το οικείο κράτος μέλος έλαβε αποτελεσματικά μέτρα ή αν δεν το έπραξε (εν όλω ή εν μέρει).

99.     Επί της ουσίας, βεβαίως, το Συμβούλιο μπορεί ακόμη και να αποστεί από τη σύσταση της Επιτροπής· αντιθέτως, αυτό το οποίο δεν μπορεί να πράξει, κατά την άποψή μου, είναι να παραλείψει, όπως εν προκειμένω, να αξιολογήσει τα μέτρα που έλαβε το οικείο κράτος μέλος κατά τη λήξη της προβλεπόμενης από τη σύσταση της παραγράφου 7 προθεσμίας.

100.   Και τούτο διότι η εκτίμηση αυτή αποτελεί, στο σύστημα του άρθρου 104 ΕΚ, ένα σημαντικό στάδιο, το οποίο παρέχει στα κοινοτικά όργανα τη δυνατότητα να αντιδρούν ταχέως στην ενδεχόμενη περίπτωση της ανεπαρκείας (ή, ακόμη χειρότερα, της απουσίας) των μέτρων των οποίων η λήψη επιβλήθηκε στο οικείο κράτος μέλος.

101.   Επομένως, η εκ μέρους του Συμβουλίου παράλειψη διαπιστώσεως πρέπει να θεωρηθεί ως παράβαση της υποχρεώσεως που αυτό υπέχει από το άρθρο 104, παράγραφος 8, ΕΚ, σύμφωνα με τους σκοπούς και της επιταγές της διαδικασίας που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα, και ως μη εκπλήρωση του ρόλου που έχει ανατεθεί στο Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαχειρίσεως της διαδικασίας αυτής.

102.   Κατά συνέπεια, επικουρικώς προς την πρότασή μου περί του απαραδέκτου του κεφαλαίου αυτού της προσφυγής, φρονώ ότι η αιτίαση της Επιτροπής που αφορά το άρθρο 104, παράγραφος 8, ΕΚ είναι βάσιμη.

β) Το άρθρο 104, παράγραφος 9, ΕΚ

103.   Όπως έχω επισημάνει, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αρνητική απόφαση η οποία αφορά την παράγραφο αυτή είναι πλημμελής διότι το Συμβούλιο την έλαβε χωρίς προηγουμένως να έχει διαπιστώσει ότι το οικείο κράτος μέλος δεν ανέλαβε καμία «αποτελεσματική δράση», σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 8, ΕΚ.

104.   Συγκεκριμένα, η διαπίστωση αυτή αποτελεί αναγκαίο στάδιο της διαδικασίας που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα, το οποίο σκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων άμυνας του οικείου κράτους μέλους. Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, το κράτος αυτό στερείται τη δυνατότητα, πριν του απευθυνθεί, ενδεχομένως, όχληση κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 9, να προβάλει την άποψή του προκειμένου να αποδείξει ότι τα ληφθέντα μέτρα είναι αποτελεσματικά.

105.   Πάντως, οφείλω να ομολογήσω ότι μια τόσο ανελαστική ερμηνεία της σχέσεως μεταξύ των παραγράφων 8 και 9 του άρθρου 104 δεν με πείθει.

106.   Πρώτον, μπορεί να υπάρχουν καταστάσεις στις οποίες το στάδιο της παραγράφου 8 είναι προδήλως περιττό. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση κράτους μέλους το οποίο, αφού έχει λάβει σύσταση δυνάμει της παραγράφου 7, ανακοινώνει, πριν μάλιστα από τη λήξη της προθεσμίας που του τάχθηκε με τη σύσταση αυτή, ότι δεν είναι σε θέση να λάβει τα συσταθέντα μέτρα ή ανακοινώνει μέτρα σαφώς ακατάλληλα προς μείωση του ελλείμματος εντός των προβλεφθέντων ορίων.

107.   Για τις περιπτώσεις αυτές, τη λύση δίνει ο ίδιος ο κανονισμός 1467/97, δεδομένου ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, αυτού επιτρέπει στο Συμβούλιο να λαμβάνει «αμέσως» και, συνεπώς, χωρίς να προηγηθεί η διαπίστωση της παραγράφου 8, τα μέτρα της παραγράφου 9. Ομοίως, αν η μη τήρηση [των συστάσεων του Συμβουλίου] ήταν πράγματι «εσκεμμένη», η τελευταία φράση του άρθρου 7 του προπαρατεθέντος κανονισμού προβλέπει «[ταχεία] διαδικασία», πράγμα το οποίο συνεπάγεται βεβαίως τη συντόμευση των προθεσμιών, αλλά, κατ’ εμέ, και την παράλειψη ορισμένων σταδίων της διαδικασίας.

108.   Πράγματι, σε κάθε περίπτωση, δεδομένου επίσης ότι οι συστάσεις που διατυπώνονται κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 7 δημοσιεύονται πλέον ανεξαρτήτως αποφάσεως του Συμβουλίου, η διαπίστωση την οποία επιβάλλει η παράγραφος 8 θα αποτελούσε απλώς και μόνο μια αμιγώς τυπική υποχρέωση, στερούμενη κάθε χρησιμότητας, η οποία θα κατέληγε αποκλειστικώς στην περιττή καθυστέρηση της εξελίξεως της διαδικασίας.

109.   Αμφιβολίες, όμως, όσον αφορά την αναγκαιότητα του σταδίου αυτού θα μπορούσαν να ανακύψουν και σε περιπτώσεις (όπως οι επίμαχες εν προκειμένω, κατά τη γνώμη μου) στις οποίες η εφαρμογή της παραγράφου 8 επιβάλλεται μετά βεβαιότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, η παράλειψη του Συμβουλίου αποτελεί ασφαλώς, όπως επισήμανα προηγουμένως (βλ., ανωτέρω, σημείο 99), παραβίαση της Συνθήκης η οποία μπορεί να κολασθεί δικαστικώς. Εντούτοις, τίθεται το ερώτημα αν η παράλειψη αυτή συνεπάγεται οπωσδήποτε και τον αποκλεισμό των επομένων σταδίων της διαδικασίας που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα.

110.   Κατά τη γνώμη μου, οι υποστηρικτές της καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό πρέπει να αναλογισθούν τις υπερβολικές και παράλογες συνέπειες στις οποίες θα κατέληγε μια τόσο τυπολατρική τήρηση της χρονολογικής συνέχειας, η οποία εξαρτά την εφαρμογή της παραγράφου 9 από το αν προηγήθηκε το στάδιο που προβλέπει η παράγραφος 8. Πράγματι, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι, αν υιοθετηθεί η λύση αυτή, θα επέλθει το παράδοξο αποτέλεσμα να εμποδίζεται εντελώς η εξέλιξη της διαδικασίας που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα, τούτο δε σε μια ουσιώδη στιγμή της διαδικασίας αυτής, δηλαδή στο στάδιο της οχλήσεως δυνάμει της παραγράφου 9.

111.   Μου είναι πραγματικά δύσκολο να υποστηρίξω ότι η λύση αυτή είναι σύμφωνη προς το σύστημα της Συνθήκης. Επαναλαμβάνω ότι δεν αμφισβητώ ότι η τήρηση της παραγράφου 8 αποτελεί υποχρέωση του Συμβουλίου· νομίζω όμως ότι, αν το Συμβούλιο παραβεί την υποχρέωση αυτή, η συνέπεια δεν μπορεί να είναι η παράλυση όλης της διαδικασίας, αλλά, αντιθέτως, η ενδεχόμενη διαπίστωση του ότι η παράλειψη του Συμβουλίου είναι παράνομη.

112.   Εξάλλου, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων όσον αφορά τη δημοσιότητα των συστάσεων, δεν βλέπω να υπάρχουν σοβαροί λόγοι προκειμένου να υποστηριχθεί ότι η παράλειψη του σταδίου της παραγράφου 8 θίγει ουσιωδώς την εύρυθμη εξέλιξη της διαδικασίας. Πράγματι, το μοναδικό πειστικό επιχείρημα που προβλήθηκε προς τούτο δεν μου φαίνεται αδιάσειστο. Το επιχείρημα αυτό αφορά, όπως επισήμανα, τα δικαιώματα άμυνας του οικείου κράτους μέλους και συνίσταται στην αντίρρηση ότι, ελλείψει του σταδίου αυτού, το κράτος μέλος στερείται το δικαίωμα να ακουστεί πριν από τη λήψη αποφάσεως δυνάμει της παραγράφου 9.

113.   Νομίζω ότι, στην πραγματικότητα, η προστασία του δικαιώματος αυτού δεν επιβάλλει οπωσδήποτε την εφαρμογή της παραγράφου 8. Πράγματι, ακόμη και αν το Συμβούλιο εκτιμούσε την αποτελεσματικότητα των εθνικών μέτρων ευθέως βάσει της παραγράφου 9, το οικείο κράτος μέλος θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να υποστηρίξει τα μέτρα αυτά κατά τη διάρκεια της συζητήσεως που προηγείται της οχλήσεως την οποία προβλέπει η εν λόγω παράγραφος.

114.   Τέλος, ωσαύτως δεν μπορεί να προβληθεί κατά της προεκτεθείσας απόψεως το γεγονός ότι η παράγραφος αυτή αφορά την περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος «επιμένει» στη μη τήρηση [των συστάσεων]. Μπορεί να αντιταχθεί ότι η χρησιμοποίηση του ρήματος αυτού προϋποθέτει ότι έχει γίνει προηγουμένως έλεγχος κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 8, διότι μόνο μετά από έναν τέτοιο έλεγχο έχει νόημα να γίνεται λόγος περί «εμμονής» του κράτους μέλους στη μη τήρηση των συστάσεων, ακριβώς σε περίπτωση που αυτή εξακολουθεί.

115.   Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν μου φαίνεται αποφασιστικό. Συγκεκριμένα, είναι σαφές ότι οι συντάκτες του άρθρου αυτού επέλεξαν το εν λόγω ρήμα έχοντας κατά νου τη συνήθη –θα μπορούσαμε να πούμε– περίπτωση κατά την οποία τηρείται το στάδιο της παραγράφου 8. Αν υποτεθεί όμως ότι τα πράγματα έχουν άλλως, αυτό που έχει σημασία για την εφαρμογή της παραγράφου 9 είναι να ελεγχθεί αν το κράτος μέλος εφάρμοσε τις συστάσεις που του απευθύνθηκαν δυνάμει της παραγράφου 7 και όχι το αν η μη εφαρμογή έχει ήδη διαπιστωθεί και, συνεπώς, πρόκειται περί «εμμονής» στη μη εφαρμογή.

116.   Συνεπώς, μπορεί να επιβεβαιωθεί χωρίς αμφιβολία ότι η διαπίστωση την οποία προβλέπει το άρθρο 104, παράγραφος 8, ΕΚ αποτελεί σημαντικό στάδιο του εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων ελέγχου που αφορά την τήρηση των συστάσεων της παραγράφου 7. Ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να απευθυνθεί όχληση προς το οικείο κράτος μέλος, υπό την έννοια του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ.

117.   Εντεύθεν συνάγω, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, ότι το Συμβούλιο μπορούσε να προβεί στην ψηφοφορία επί της συστάσεως της Επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 9, ακόμη και χωρίς να έχει προβεί σε προηγούμενη διαπίστωση δυνάμει της παραγράφου 8.

118.   Συνεπώς, επικουρικώς προς την πρότασή μου περί του απαραδέκτου του κεφαλαίου αυτού της προσφυγής, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει αβάσιμη την προσφυγή της Επιτροπής κατά της αρνητικής αποφάσεως που έλαβε το Συμβούλιο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ.

Β – Β – Επί των «συμπερασμάτων» της 25ης Νοεμβρίου 2003

1. Η άποψη των διαδίκων

119.   Η Επιτροπή ισχυρίζεται κατ’ αρχάς ότι η απόφαση περί αναστολής της διαδικασίας για τα υπερβολικά ελλείμματα, η οποία περιέχεται στα βαλλόμενα «συμπεράσματα», είναι παράνομη λόγω του ότι συνιστά παράβαση του άρθρου 9 του κανονισμού 1467/97. Πράγματι, μόνον οι ρητώς προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή περιπτώσεις αναστολής επιτρέπονται, αλλά αυτές δεν συντρέχουν εν προκειμένω.

120.   Επιπλέον, η απόφαση περί αναστολής των διαδικασιών αυτών δεν περιέχει την αναγκαία αιτιολογία.

121.   Γενικότερα, τα εν λόγω «συμπεράσματα» υιοθετήθηκαν κατά παράβαση των κανόνων περί ψηφοφορίας. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο διαπίστωσε την υιοθέτηση των συμπερασμάτων αυτών βάσει της πλειοψηφίας που απαιτείται για τη λήψη των αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ, ενώ, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου των «συμπερασμάτων» και του σταδίου στο οποίο βρισκόταν η διαδικασία που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα, έπρεπε να ακολουθήσει τη διαδικασία ψηφοφορίας που έχει εφαρμογή στις αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ.

122.   Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο, επιλέγοντας να επέμβει με την έκδοση μιας άτυπης πράξεως, όπως είναι τα προσβαλλόμενα «συμπεράσματα», παραβίασε τη Συνθήκη και ιδίως το άρθρο 104 αυτής.

123.   Μολονότι είναι αληθές ότι το Συμβούλιο μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εκδίδει πράξεις μη προβλεπόμενες ρητώς από τη Συνθήκη, τούτο δεν είναι δυνατόν οσάκις, όπως εν προκειμένω, το Συμβούλιο υποχρεούται νομικώς να εκδώσει απόφαση, δηλαδή μια νομικώς δεσμευτική πράξη.

124.   Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, η διακριτική ευχέρεια της οποίας απολαύει το Συμβούλιο κατ’ άρθρο 104, παράγραφος 9, ΕΚ περιορίζεται στην επιλογή των μέτρων τα οποία ειδοποιείται να λάβει το οικείο κράτος μέλος και στον καθορισμό του χρονικού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να ληφθούν τα μέτρα αυτά. Αντιθέτως, το Συμβούλιο ουδόλως απολαύει διακριτικής ευχέρειας ως προς το μέτρο που πρέπει να χρησιμοποιήσει κατά την επέμβασή του.

125.   Το Συμβούλιο αντιτείνει ότι τα «συμπεράσματα» της 25ης Νοεμβρίου είναι πράξεις αμιγώς πολιτικής και όχι νομικής φύσεως τις οποίες, επομένως, είναι ελεύθερο να υιοθετήσει ή να μην υιοθετήσει.

126.   Περαιτέρω, η υιοθέτηση των συμπερασμάτων αυτών ήταν αναγκαία εν προκειμένω διότι οι συστάσεις του Συμβουλίου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφος 7, ήσαν πλέον ξεπερασμένες λόγω του νέου οικονομικού πλαισίου. Υπό τις συνθήκες αυτές και ελλείψει προτάσεως της Επιτροπής σκοπούσας στην τροποποίηση των συστάσεων αυτών, το Συμβούλιο δεν είχε άλλη επιλογή από την προσαρμογή των υποδείξεών του προς τα οικεία κράτη μέλη μέσω της εκδόσεως μιας μη δεσμευτικής πράξεως, ουσιαστικώς πολιτικής φύσεως.

127.   Πράγματι, η σιωπή του Συμβουλίου θα διακύβευε την αξιοπιστία του συμφώνου σταθερότητας και θα δημιουργούσε μια κατάσταση αβεβαιότητας με ολέθριες συνέπειες.

128.   Όσον αφορά τέλος τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 9 του κανονισμού 1467/97, η οποία απορρέει κατά την Επιτροπή από την αναστολή της διαδικασίας που «αποφασίστηκε» με τα προσβαλλόμενα συμπεράσματα, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι η διάταξη αυτή προβλέπει την αναστολή σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις, αλλά δεν αποκλείει απολύτως την αναστολή και σε άλλες περιπτώσεις.

129.   Συνεπώς, εν προκειμένω η αναστολή αποτελεί την αυτόματη συνέπεια της μη εκδόσεως αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ και τα συμπεράσματα απλώς διαπιστώνουν την αναστολή αυτή.

2. Εκτίμηση

130.   Έχω ήδη εξετάσει ορισμένα από τα ζητήματα που μόλις ανέφερα, κατά την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής (βλ. σημεία 64 επ.). Θα επανέλθω τώρα προκειμένω να εμβαθύνω επ’ αυτών στο πλαίσιο των επί της ουσίας αιτιάσεων της Επιτροπής.

131.   Προς τούτο, ανακύπτει κατ’ αρχάς το ερώτημα αν το Συμβούλιο είχε την εξουσία να αναστείλει την επίμαχη διαδικασία και να τροποποιήσει τις συστάσεις που είχαν υιοθετηθεί προηγουμένως βάσει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ, μολονότι η Επιτροπή του είχε συστήσει να ενεργήσει κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 9 του εν λόγω άρθρου.

132.   Επί του πρώτου ζητήματος, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι δεν προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια αν, εν προκειμένω, το Συμβούλιο μπορούσε να αναστείλει τη διαδικασία που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα. Κλίνω μάλλον προς μια καταφατική απάντηση. Μολονότι είναι αληθές ότι ο κανονισμός προβλέπει δύο μόνον περιπτώσεις αναστολής, μου φαίνεται εύλογο να θεωρηθεί ότι τούτο δεν αποκλείει άλλες δυνατότητες αναστολής, αυστηρώς δικαιολογούμενες από επιταγές απρόβλεπτες και σύμφωνες προς τους σκοπούς της Συνθήκης και του κανονισμού.

133.   Αντιθέτως, συμμερίζομαι με μεγαλύτερη πεποίθηση την άποψη του Συμβουλίου ότι έχει την εξουσία να τροποποιεί, στην περίπτωση που περιέγραψα ανωτέρω, τις συστάσεις που διατύπωσε δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ.

134.   Παρατηρώ κατ’ αρχάς ότι, δυνάμει μιας γενικής αρχής, η εξουσία των κοινοτικών οργάνων να εκδίδουν μια συγκεκριμένη πράξη συνεπάγεται οπωσδήποτε την εξουσία να τροποποιούν την πράξη αυτή τηρώντας, βεβαίως, τις διατάξεις που αφορούν την άσκηση της συναφούς αρμοδιότητας.

135.   Το αντίθετο συμπέρασμα επιβάλλεται, κατά την άποψή μου, μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι η πράξη της οποίας η τροποποίηση μελετάται εντάσσεται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας η οποία ρυθμίζεται αυστηρώς και χαρακτηρίζεται από την υποχρέωση του οργάνου που διαθέτει την εξουσία προς ενέργεια να εκδίδει την επόμενη πράξη της διαδικασίας εντός ορισμένης προθεσμίας, της οποίας η παρέλευση συνεπάγεται την απώλεια της εξουσίας του εν λόγω οργάνου προς λήψη αποφάσεως.

136.   Όπως επιχείρησα να αποδείξω ανωτέρω (σημεία 38 επ., 41 επ.), η παρέλευση των προθεσμιών που έχει τάξει ο κανονισμός για τη λήψη των μέτρων τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορά τα υπερβολικά ελλείμματα δεν συνεπάγεται την απώλεια της εξουσίας του Συμβουλίου προς λήψη αποφάσεων.

137.   Εξάλλου, ομοίως δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, άπαξ το Συμβούλιο έχει επιληφθεί μιας συστάσεως της Επιτροπής δυνάμει της παραγράφου 9, υποχρεούται να αποφανθεί επ’ αυτής και δεν μπορεί πλέον, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις, να τροποποιεί τις συστάσεις που έχει υιοθετήσει δυνάμει της παραγράφου 7.

138.   Πράγματι, από την παράγραφο 9 προκύπτει σαφώς ότι το Συμβούλιο ουδόλως υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις συστάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή δυνάμει της εν λόγω παραγράφου και, συνεπώς, να λαμβάνει την απόφαση που αυτή ζητεί, οσάκις το Συμβούλιο –αντιθέτως προς ό,τι συνέβη εν προκειμένω– έχει προβεί στη διαπίστωση της παραγράφου 8.

139.   Η παράγραφος 9, περιοριζόμενη να εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να ασκεί μια εξουσία λήψεως αποφάσεων  (26) , του απονέμει στην πραγματικότητα ευρεία διακριτική ευχέρεια για να αποφασίσει αν και πώς θα την ασκήσει. Τότε ενδεχομένως θα μπορεί να συζητηθεί αν αυτή η διακριτική εξουσία ασκήθηκε εντός των ορίων τα οποία η κοινοτική νομολογία έχει καθορίσει για παρόμοιες περιπτώσεις, αλλά δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την κατ’ αρχήν ύπαρξή της.

140.   Η αντίθετη άποψη θα σήμαινε ότι η διακριτική ευχέρεια επί του ζητήματος αυτού επιφυλάσσεται στην πραγματικότητα αποκλειστικώς στην Επιτροπή και ότι το Συμβούλιο παραμένει περιορισμένο σε ένα ρόλο αμιγώς «συμβολαιογραφικό», διότι πρέπει να περιορίζεται να θέτει τη σφραγίδα του επί των συστάσεων της Επιτροπής. Ένας τέτοιος ισχυρισμός όμως αντιβαίνει προδήλως προς τις θεσμικές ισορροπίες που έχει καθορίσει η Συνθήκη και προς το σύστημα που έχει καθιερωθεί από την επίμαχη ειδική κανονιστική ρύθμιση.

141.   Τέλος, ωσαύτως δεν μπορεί να προβληθεί η αντίρρηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1467/97 προβλέπει ότι, αν τα μέτρα τα οποία λαμβάνει το κράτος σε συμμόρφωση προς τη σύσταση του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ είναι ανεπαρκή, το Συμβούλιο «λαμβάνει αμέσως απόφαση», υπό την έννοια της παραγράφου 9. Πράγματι, είναι πρόδηλο ότι η διάταξη αυτή σκοπεί, όσον αφορά την κατάσταση στην οποία αναφέρεται, στην παράλειψη ορισμένων σταδίων της διαδικασίας τα οποία προηγούνται της αποφάσεως του Συμβουλίου δυνάμει της παραγράφου 9. Πάντως, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, τούτο δεν εμποδίζει τη διατήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται για τη λήψη της αποφάσεως αυτής –όπως επιβεβαιώνει ακριβώς η αναφορά στην παράγραφο 9–, περιλαμβανομένων φυσικά των προϋποθέσεων που αφορούν τις προαναφερθείσες εξουσίες του Συμβουλίου.

142.   Κατά συνέπεια, μολονότι το Συμβούλιο δεν υποχρεούται να δώσει συνέχεια στις συστάσεις της Επιτροπής της παραγράφου 9, πρέπει να συναχθεί εντεύθεν ότι, ακόμη και μετά τη διατύπωση των συστάσεων αυτών, διατηρεί κατ’ αρχήν την εξουσία να τροποποιήσει τις συστάσεις που διατυπώνει το ίδιο δυνάμει της παραγράφου 7.

143.   Βεβαίως, η εξουσία αυτή θα πρέπει πάντως να ασκείται κατά τρόπον ώστε να τηρούνται οι τύποι και οι διαδικασίες που προβλέπει η Συνθήκη συναφώς, οι οποίοι πρέπει –όπως είναι αυτονόητο– να ταυτίζονται προς τις προβλεπόμενες για την έκδοση της πράξεως της οποίας η τροποποίηση μελετάται.

144.   Η εν λόγω πράξη, όπως επισήμανα ανωτέρω (σημεία 69 επ.), είναι η σύσταση που διατυπώθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ· επομένως, σ’ αυτή τη διάταξη πρέπει να γίνεται αναφορά.

145.   Εν προκειμένω, κατά συνέπεια, θα πρέπει πρώτα να υπάρξει σύσταση της Επιτροπής προτείνουσα τη διατύπωση νέας συστάσεως του Συμβουλίου δυνάμει της παραγράφου 7 (βλ. άρθρο 104, παράγραφος 13, ΕΚ).

146.   Δεύτερον, η τροποποίηση που έχει συστηθεί κατά τον τρόπο αυτό θα πρέπει να περιβληθεί τον τύπο της συγκεκριμένης πράξεως την οποία αναφέρουν τα νομοθετήματα, δηλαδή τον τύπο μιας «συστάσεως» του Συμβουλίου.

147.   Τέλος, η τροποποίηση αυτή θα πρέπει να εγκριθεί σύμφωνα με τους κανόνες ψηφοφορίας που έχουν εφαρμογή στην τροποποιούμενη πράξη, δηλαδή με πλειοψηφία των δύο τρίτων των κρατών μελών της Κοινότητας, εκτός των ψήφων του αντιπροσώπου του οικείου κράτους μέλους (άρθρο 104, παράγραφος 13, ΕΚ).

148.   Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, εν προκειμένω, τα «συμπεράσματα» του Συμβουλίου υιοθετήθηκαν χωρίς σύσταση της Επιτροπής και ότι, επιπλέον, δεν είχαν τη μορφή «συστάσεως», αλλά τη μορφή μιας άτυπης πράξεως.

149.   Όσον αφορά τους κανόνες ψηφοφορίας, δεν αμφισβητείται ότι τα «συμπεράσματα» εγκρίθηκαν χωρίς να έχει επιτευχθεί η πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψήφων των κρατών μελών η οποία είναι αναγκαία για τη διατύπωση συστάσεως του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, ΕΚ.

150.   Ομοίως δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός –τον οποίο προέβαλε το Συμβούλιο– ότι, στο στάδιο στο οποίο είχε φθάσει η διαδικασία, η αναγκαία πλειοψηφία ήταν η προβλεπόμενη από την παράγραφο 9, δηλαδή μια πλειοψηφία της οποίας ο τρόπος υπολογισμού αποκλείει τις ψήφους που αναλογούν συνήθως στα κράτη μέλη τα οποία δεν μετέχουν στην τρίτη φάση της οικονομικής και νομισματικής ενώσεως  (27) .

151.   Πράγματι, ένας τέτοιος ισχυρισμός θα αποτελούσε πρόδηλη καταστρατήγηση διαδικασίας, κατά το μέτρο που, όπως έχει προεκτεθεί, το Συμβούλιο, υιοθετώντας τα επίδικα «συμπεράσματα», δεν προέβη στην όχληση της παραγράφου 9, που αφορά τα μέτρα που σκοπούν στη μείωση του ελλείμματος, αλλά επιχείρησε να διορθώσει τις ήδη ισχύουσες δυνάμει της παραγράφου 7 συστάσεις.

152.   Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, θεωρώ πρόδηλο ότι κατά την υιοθέτηση των «συμπερασμάτων» της 25ης Νοεμβρίου 2003 το Συμβούλιο υπέπεσε σε παράβαση ουσιώδους τύπου επιβαλλόμενου από τη Συνθήκη.

153.   Επομένως, συνάγω εντεύθεν ότι η προσφυγή της Επιτροπής, κατά το μέτρο που έχει ως αντικείμενο τα εν λόγω «συμπεράσματα», πρέπει να γίνει δεκτή.

IV – Τελικές σκέψεις

154.   Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, τόσο όσον αφορά την παράλειψη υιοθετήσεως της διαπιστώσεως του άρθρου 104, παράγραφος 8, ΕΚ, ως προς τη Γαλλία και τη Γερμανία, όσο και όσον αφορά την παράλειψη οχλήσεως της Γαλλίας και της Γερμανίας δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ.

155.   Επικουρικώς, η προσφυγή πρέπει να κριθεί βάσιμη όσον αφορά την παράλειψη υιοθετήσεως της διαπιστώσεως της παραγράφου 8 του ως άνω άρθρου και αβάσιμη όσον αφορά την παράλειψη οχλήσεως δυνάμει της παραγράφου 9.

156.   Αντιθέτως, η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή και βάσιμη όσον αφορά τα «συμπεράσματα» της 25ης Νοεμβρίου 2003, τα οποία αφορούν τη Γαλλία και τη Γερμανία.

V – Επί των δικαστικών εξόδων

157.   Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

158.   Δεδομένου ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί εν μέρει απαράδεκτη και εν μέρει παραδεκτή και βάσιμη, φρονώ ότι αμφότερα το Συμβούλιο και η Επιτροπή πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

VI – Πρόταση

159.   Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

«1.    Η προσφυγή της Επιτροπής είναι απαράδεκτη όσον αφορά την παράλειψη υιοθετήσεως της διαπιστώσεως του άρθρου 104, παράγραφος 8, ΕΚ, ως προς τη Γαλλία και τη Γερμανία, και την παράλειψη οχλήσεως της Γαλλίας και της Γερμανίας δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ·

επικουρικώς, η προσφυγή είναι

βάσιμη, όσον αφορά την παράλειψη υιοθετήσεως της διαπιστώσεως της παραγράφου 8 του ως άνω άρθρου και

αβάσιμη όσον αφορά την παράλειψη οχλήσεως δυνάμει της παραγράφου 9.

2.       Η προσφυγή είναι παραδεκτή και βάσιμη όσον αφορά τα “συμπεράσματα” της 25ης Νοεμβρίου 2003, τα οποία αφορούν τη Γαλλία και τη Γερμανία.

Συνεπώς, τα «συμπεράσματα» αυτά πρέπει να ακυρωθούν.

3.      Το Συμβούλιο και η Επιτροπή φέρουν έκαστο τα δικαστικά έξοδά του.»


1
Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2
Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-76/01 P, Eurocoton κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. Ι-10091).


3
Βλ. διάταξη της 21ης Ιουνίου 2000, C-514/99, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-4705, σκέψεις 48 επ.).


4
Σε περίπτωση οχλήσεως, η διάταξη αυτή προέβλεπε ότι, «αν η Ανωτάτη Αρχή εντός δύο μηνών δεν λᆲβει απόφαση ή δεν διατυπώσει σύσταση, είναι δυνατόν εντός μηνός να ασκηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή κατά της σιωπηράς αρνητικής αποφάσεως που θεωρείται ότι προκύπτει από τη σιωπή αυτή» (η υπογράμμιση δική μου).


5
Απόφαση της 22ας Μαΐου 1985, 13/83, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 1513, συγκεκριμένα σκέψεις 68 και 78).


6
Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Eurocoton, σκέψεις 58 και 59, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs επί της ίδιας υποθέσεως, σημείο 75, το οποίο παραθέτω ολόκληρο: «Η κρίση που περιέχεται στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως («μολονότι η υπερψήφιση αποτελεί τη νομική προϋπόθεση βάσει της οποίας εκδίδεται η πράξη, αντιθέτως, η καταψήφιση σημαίνει μόνον το ότι δεν ελήφθη απόφαση») είναι κατά την άποψή μου εσφαλμένη. Το «δεν ελήφθη απόφαση» σημαίνει είτε ότι το Συμβούλιο δεν εξέτασε το ζήτημα είτε ότι, αφού το εξέτασε, δεν μόρφωσε άποψη. Αμφότερες οι περιπτώσεις αυτές αποκλείονται από την ύπαρξη του «αρνητικού αποτελέσματος» που περιγράφεται στο ανακοινωθέν Τύπου […] και από τη διαπίστωση ότι δεν επετεύχθη η αναγκαία πλειοψηφία».


7
Το οποίο κατέληξε στην έκδοση της προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 5 αποφάσεως Επιτροπή κατά Συμβουλίου.


8
Προπαρατεθείσα απόφαση της 22ας Μαΐου 1985, συγκεκριμένα σκέψη 73.


9
Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 22ας Μαΐου 1985, ειδικότερα σκέψεις 70 επ.


10
Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 9, και αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1996, L 56, σ. 1).


11
Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1999, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-190/95 και T-45/96, Sodima κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-3617, σκέψη 31).


12
Όπ.π., σκέψη 32.


13
Κατά το σημείο III του εν λόγω ψηφίσματος, «το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, το οποίο περιέχει και προληπτικές και αποτρεπτικές διατάξεις, αποτελείται από το παρόν ψήφισμα και δύο κανονισμούς του Συμβουλίου, έναν για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και έναν για την επιτάχυνση και διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος».


14
Βλ. το σημείο 2 των πολιτικών κατευθυντηρίων γραμμών τις οποίες απηύθυνε προς Συμβούλιο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Άμστέρνταμ με το ψήφισμα περί του συμφώνου σταθερότητας.


15
Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (AETR) (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψη 40).


16
Προπαρατεθείσα απόφαση AETR, σκέψη 41.


17
Προπαρατεθείσα απόφαση AETR, σκέψη 42.


18
Η υπογράμμιση δική μου.


19
Η διατυπωθείσα δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, σύσταση συνιστά στη Γαλλία τη μείωση του ελλείμματος σε ποσοστό χαμηλότερο του 0,5 % του ΑΕΠ, ή ακόμη λιγότερο εν ανάγκη. Εν προκειμένω, υπό το πρίσμα των νέων οικονομικών συνθηκών, προκειμένου να τηρήσει τη σύσταση αυτή, η Γαλλία θα έπρεπε στην πραγματικότητα να προβεί, εντός του 2004, σε μείωση του ελλείμματος κατά ποσοστό 1,5 % τουΑΕΠ. Βλ. σημείο 2, παράγραφος 6, της αιτιολογικής εκθέσεως της συστάσεως της Επιτροπής για απόφαση του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ [SEC(2003) 1121 τελικό] («η συνολική μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου αποτελέσματος η οποία είναι αναγκαία για τη μείωση του ελλείμματος κάτω από το 3 % του ΑΕΠ το 2004, ανέρχεται, στην περίπτωση αυτή, σε περίπου 1,5 % του ΑΕΠ».


20
Οι διάδικοι, κατά την παρούσα δίκη, αναφέρθηκαν στο οικονομικό έτος 2004. Ωστόσο, από τις εκδοθείσες πράξεις προκύπτει ευθέως μνεία του οικονομικού έτους 2003. Συγκεκριμένα, με τη σύσταση δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 7, συνιστάται στις γερμανικές αρχές να «εφαρμόσουν […] τα δημοσιονομικά τους σχέδια για το 2003, τα οποία […] αποβλέπουν στη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης στο 23/4 % του ΑΕΠ» και ειδικότερα να εφαρμόσουν προς τούτο τα μέτρα που ανακοινώθηκαν, τα οποία ανέρχονταν στο 1 % του ΑΕΠ, και τα λοιπά ενδεχομένως αναγκαία αντισταθμιστικά μέτρα «για να επιτύχει την προγραμματισθείσα μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος το 2003».


21
Συγκεκριμένα, βάσει των διαθέσιμων τον Νοέμβριο του 2003 στοιχείων, η σχέση μεταξύ του ελλείμματος και του ΑΕΠ για τη Γερμανία έφθανε στο 4,2 % [βλ. τη σύσταση της Επιτροπής για απόφαση του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 9, ΕΚ SEC(2003) 1316 τελικό, Αιτιολογική έκθεση, παράγραφος 7, υπό τον τίτλο «Δημοσιονομικές προσαρμογές το 2003»].


22
Το γερμανικό κείμενο της διατάξεως αυτής είναι προφανώς παρεμφερές: «Stellt der Rat fest, daß seine Empfehlungen innerhalb der gesetzten Frist keine wirksamen Maßnahmen ausgelöst haben, so kann er seine Empfehlungen veröffentlichen».


23
Βλ., επί παραδείγματι, το ιταλικό κείμενο: «Il Consiglio, qualora determini che nel periodo prestabilito non sia stato dato seguito effettivo alle sue raccomandazioni, può rendere pubbliche dette raccomandazioni», το ισπανικό κείμενο: «Cuando el Consejo compruebe que no se han seguido efectivamente sus recomendaciones en el plazo fijado, el Consejo podrá hacerlas públicas» και το ολλανδικό κείμενο: «Wanneer de Raad vaststelt dat binnen de voorgeschreven periode geen effectief gevolg aan zijn aanbevelingen is gegeven, kan hij zijn aanbevelingen openbaar maken».


24
«Where it establishes that there has been no effective action in response to its recommendations within the period laid down, the Council may make its recommendations public».


25
«Sempre que verificar que, na sequência das suas recomendações, não foram tomadas medidas eficazes no prazo estabelecido, o Conselho pode tornar públicas as suas recomendações».


26
Ως γνωστό, η διάταξη προβλέπει ότι: «il Consiglio può decidere», «peut décider», «podrá decidir», «pode decidir», «may decide», «kann der Rat beschließen», «kan de Raad besluiten» κ.λπ.


27
Βλ. άρθρο 122, παράγραφοι 3 και 5, ΕΚ.