Υπόθεση C-36/04
Βασίλειο της Ισπανίας
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Κανονισμός (ΕΚ) 1954/2003 — Άρθρα 3, 4 και 6 — Διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας — Κοινοτικές αλιευτικές ζώνες και κοινοτικοί αλιευτικοί πόροι — Πράξη για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών — Αδυναμία διαχωρισμού — Απαράδεκτο»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger της 19ης Ιανουαρίου 2006
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 30ής Μαρτίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Προσφυγή ακυρώσεως — Αντικείμενο — Μερική ακύρωση
(Άρθρο 230 ΕΚ· κανονισμός 1954/2003 του Συμβουλίου, άρθρα 3, 4 και 6)
Η μερική ακύρωση μιας κοινοτικής πράξεως είναι δυνατή μόνον όταν τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση μπορούν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη πράξη. Η πιο πάνω απαίτηση να υπάρχει δυνατότητα διαχωρισμού δεν πληρούται όταν η μερική ακύρωση μιας πράξεως θα είχε ως αποτέλεσμα να μεταβληθεί η ουσία της πράξεως αυτής. Το ζήτημα αν η μερική ακύρωση θα μετέβαλλε την ουσία της προσβαλλομένης πράξεως είναι ένα αντικειμενικό κριτήριο και όχι ένα υποκειμενικό κριτήριο που συνδέεται με την πολιτική βούληση της αρχής η οποία εξέδωσε την επίμαχη πράξη.
Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη η προσφυγή την οποία κράτος μέλος άσκησε για την ακύρωση των άρθρων 3, 4 και 6 του κεφαλαίου II του κανονισμού 1954/2003, για τη διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας όσον αφορά ορισμένες αλιευτικές ζώνες και πόρους της Κοινότητας.
Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές, οι οποίες αποτελούν την ίδια την καρδιά του εν λόγω κανονισμού, περιέχουν τα καθοριστικά στοιχεία της διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας, ενώ οι άλλες διατάξεις του ίδιου κεφαλαίου ΙΙ έχουν τεχνικό χαρακτήρα και η εφαρμογή τους συνδέεται με τα πιο πάνω άρθρα των οποίων ζητείται η ακύρωση. Το κεφάλαιο ΙΙΙ καθιερώνει ένα καθεστώς ελέγχου τού αν γίνεται σεβαστή η διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας, οπότε έχει νόημα μόνον αν προϋπάρχουν οι προσβαλλόμενες διατάξεις.
(βλ. σκέψεις 12-14, 16, 19, 21)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 30ής Μαρτίου 2006 (*)
«Κανονισμός (ΕΚ) 1954/2003 – Άρθρα 3, 4 και 6 – Διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας – Κοινοτικές αλιευτικές ζώνες και κοινοτικοί αλιευτικοί πόροι – Πράξη για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών – Αδυναμία διαχωρισμού – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση C-36/04,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η οποία ασκήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2004,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την N. Díaz Abad, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τους J. Monteiro και F. Florindo Gijón,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον T. van Rijn και την S. Pardo Quintillán, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J. Makarczyk, R. Silva de Lapuerta, P. Kūris (εισηγητή) και Γ. Αρέστη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Σεπτεμβρίου 2005,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή του, το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί την ακύρωση των άρθρων 3, 4 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) 1954/2003 του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, για τη διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας όσον αφορά ορισμένες αλιευτικές ζώνες και πόρους της Κοινότητας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2847/93 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) 685/95 και (ΕΚ) 2027/95 (ΕΕ L 289, σ. 1, στο εξής: επίμαχος κανονισμός).
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 3 του επίμαχου κανονισμού ορίζει:
«1. Εξαιρουμένης της ζώνης που ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη:
α) αξιολογούν τα επίπεδα της αλιευτικής προσπάθειας αλιευτικών σκαφών μήκους τουλάχιστον 15 μέτρων συνολικά, ως ετήσιο μέσο όρο της περιόδου 1998 έως 2002, σε καθεμία από τις ζώνες ICES και τις διαιρέσεις CECAF που αναφέρονται στο άρθρο 1 όσον αφορά τη βενθική αλιεία, εξαιρουμένης της βενθικής αλιείας που καλύπτεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 2347/2002 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση ειδικών απαιτήσεων πρόσβασης και συναφών όρων που εφαρμόζονται στην αλιεία αποθεμάτων βαθέων υδάτων και την αλιεία χτενιών, καβουριών και καβουρομάνων, όπως ορίζεται στο παράρτημα. Για τον υπολογισμό της αλιευτικής προσπάθειας, η αλιευτική ικανότητα του σκάφους μετριέται ως εγκατεστημένη ισχύς εκπεφρασμένη σε κιλοβάτ (kW)·
β) κατανέμουν τα επίπεδα αλιευτικής προσπάθειας που προκύπτουν από την αξιολόγηση σύμφωνα με το στοιχείο α΄ σε κάθε ζώνη ICES ή διαίρεση CECAF, όσον αφορά κάθε τύπο αλιείας που αναφέρεται στο στοιχείο α΄.
[…]»
3 Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού:
«1. Η αλιευτική προσπάθεια αλιευτικών σκαφών μήκους, συνολικά, δεκαπέντε μέτρων ή ολιγότερο αξιολογείται συνολικά ανά αλιευτικό τομέα και ζώνη ή διαίρεση που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, κατά την περίοδο 1998 έως 2002.
2. Η αλιευτική προσπάθεια αλιευτικών σκαφών μήκους, συνολικά, δέκα μέτρων ή ολιγότερο αξιολογείται συνολικά ανά αλιευτικό τομέα και ζώνη ή διαίρεση που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, κατά την περίοδο 1998 έως 2002.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η αλιευτική προσπάθεια αυτών των σκαφών περιορίζεται στο επίπεδο της αλιευτικής προσπάθειας που αξιολογείται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2.»
4 Το άρθρο 6 του επίμαχου κανονισμού καθιερώνει ένα ειδικό καθεστώς διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας για μια βιολογικώς ευαίσθητη ζώνη που οριοθετείται στα ανοικτά των ιρλανδικών ακτών, για την οποία «τα κράτη μέλη αξιολογούν τα επίπεδα της αλιευτικής προσπάθειας αλιευτικών σκαφών μήκους, συνολικά, δέκα μέτρων ή λιγότερο, ως ετήσιο μέσο όρο της περιόδου 1998 έως 2002, όσον αφορά τη βενθική αλιεία, εξαιρουμένων εκείνων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 2347/2002, και την αλιεία χτενιών, καβουριών και καβουρομανών και κατανέμουν το αξιολογηθέν επίπεδο αλιευτικής προσπάθειας για καθέναν από αυτούς τους τύπους αλιείας».
Τα αιτήματα των διαδίκων
5 Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
– να ακυρώσει τα άρθρα 3, 4 και 6 του επίμαχου κανονισμού (στο εξής: προσβαλλόμενες διατάξεις)·
– να καταδικάσει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στα δικαστικά έξοδα.
6 Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
7 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 2004, επετράπη στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου. Η τελευταία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα. Ζητεί επίσης, στην περίπτωση που γίνει δεκτή η προσφυγή, να διατηρηθούν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ τα διαχρονικά αποτελέσματα των προσβαλλομένων διατάξεων.
Επί της προσφυγής
8 Το Βασίλειο της Ισπανίας προβάλλει στην ουσία δύο λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων. Το πιο πάνω κράτος μέλος θεωρεί ότι το Συμβούλιο, όταν καθόρισε την περίοδο αναφοράς για τον υπολογισμό της αλιευτικής προσπάθειας και όταν εφάρμοσε ένα ειδικό καθεστώς διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας σε μια ζώνη νοτιοδυτικά της Ιρλανδίας, δεν έλαβε υπόψη την απορρέουσα από τους κανόνες της Πράξεως Προσχωρήσεως ειδική κατάσταση του ισπανικού στόλου. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι το Συμβούλιο ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας όταν θέσπισε το άρθρο 6 του επίμαχου κανονισμού, καθόσον ο πραγματικός σκοπός της οριοθετήσεως της βιολογικώς ευαίσθητης ζώνης δεν ήταν η διατήρηση των ιχθυδίων μπακαλιάρου αλλά η παράταση των περιορισμών στους οποίους ήδη υπέκειτο ο ισπανικός στόλος.
9 Το Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του ζητήματος αν η προσφυγή είναι παραδεκτή με γνώμονα τη νομολογία ότι η μερική ακύρωση κοινοτικής πράξεως είναι δυνατή μόνον όταν τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση μπορούν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη πράξη (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-29/99, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I-11221, σκέψεις 45 και 46· της 21ης Ιανουαρίου 2003, C-378/00, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I-937, σκέψη 30· της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-239/01, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I-10333, σκέψη 33, και της 24ης Μαΐου 2005, C-244/03, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2005, σ. I-4021, σκέψη 12).
10 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο ισχυρίστηκε ότι ναι μεν οι προσβαλλόμενες διατάξεις μπορούν να χωριστούν οι μεν από τις δε, πλην όμως δεν ισχύει το ίδιο για αυτές και τις άλλες διατάξεις του επίμαχου κανονισμού και ότι, κατά συνέπεια, οι τελευταίες δεν θα έχουν πλέον νόημα σε περίπτωση ακυρώσεως των προσβαλλομένων διατάξεων. Η ακύρωση αυτή θα δημιουργήσει μια ιδιαιτέρως δύσκολη κατάσταση σχετικά με το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού το οποίο κατήργησε τόσο τον κανονισμό (ΕΚ) 685/95 του Συμβουλίου, της 27ης Μαρτίου 1995, για τη διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας όσον αφορά ορισμένες αλιευτικές ζώνες και αλιευτικούς πόρους της Κοινότητας (EE L 71, σ. 5), όσο και τον κανονισμό (ΕΚ) 2027/95 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1995, για τη θέσπιση καθεστώτος διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας που αφορά ορισμένες αλιευτικές ζώνες και πόρους της Κοινότητας (ΕΕ L 199, σ. 1). Κατά συνέπεια, διατυπώνει αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της προσφυγής.
11 Η Επιτροπή συμμερίζεται την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου σημειώνοντας ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αποτελούν την καρδιά του νέου καθεστώτος διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας και ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως των διατάξεων αυτών, κανένα καθεστώς διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας δεν θα ισχύει πια στα δυτικά ύδατα.
12 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 9 της παρούσας αποφάσεως, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η μερική ακύρωση μιας κοινοτικής πράξεως είναι δυνατή μόνον όταν τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση μπορούν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη πράξη.
13 Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ επανάληψη ότι η πιο πάνω απαίτηση να υπάρχει δυνατότητα διαχωρισμού δεν πληρούται όταν η μερική ακύρωση μιας πράξεως θα είχε ως αποτέλεσμα να μεταβληθεί η ουσία της πράξεως αυτής (απόφαση της 31ης Μαρτίου 1998, C-68/94 και C-30/95, Γαλλία κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-1375, σκέψη 257, και προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 46· Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 34, και Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 13).
14 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το ζήτημα αν η μερική ακύρωση θα μετέβαλλε την ουσία της προσβαλλομένης πράξεως είναι ένα αντικειμενικό κριτήριο και όχι ένα υποκειμενικό κριτήριο που συνδέεται με την πολιτική βούληση της αρχής η οποία εξέδωσε την επίμαχη πράξη (προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 37).
15 Στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να εξεταστεί αν η ακύρωση των προσβαλλομένων διατάξεων, ενώ θα διατηρούνταν οι άλλες διατάξεις του επίμαχου κανονισμού, θα μετέβαλλε αντικειμενικώς αυτή ταύτη την ουσία του κανονισμού αυτού.
16 Πάντως, οι προσβαλλόμενες διατάξεις αποτελούν την ίδια την καρδιά του εν λόγω κανονισμού.
17 Συγκεκριμένα, κατά την τέταρτη αιτιολογική του σκέψη, ο επίμαχος κανονισμός σκοπό έχει να καθιερώσει ένα νέο καθεστώς διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας στις οριζόμενες ζώνες προκειμένου «να διασφαλισθεί ότι δεν θα αυξηθούν τα συνολικά επίπεδα της υφιστάμενης αλιευτικής προσπάθειας».
18 Επιπλέον, οι προσβαλλόμενες διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο ΙΙ του επίμαχου κανονισμού το οποίο αφορά το καθεστώς διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας. Έτσι, το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ορίζει τα μέτρα όσον αφορά την αλίευση των βενθικών ειδών και ορισμένων μαλακίων και καρκινοειδών, το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού καθορίζει την αλιευτική προσπάθεια των αλιευτικών σκαφών μήκους 15 μέτρων ή λιγότερο και το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού θέτει τους όρους διαχειρίσεως της προσπάθειας αυτής στις βιολογικώς ευαίσθητες ζώνες.
19 Κατά συνέπεια, οι προσβαλλόμενες διατάξεις περιέχουν τα καθοριστικά στοιχεία της διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας, ενώ οι άλλες διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ του επίμαχου κανονισμού έχουν τεχνικό χαρακτήρα και η εφαρμογή τους συνδέεται με τα άρθρα 3, 4, και 6 του κανονισμού αυτού. Το κεφάλαιο ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού καθιερώνει ένα καθεστώς ελέγχου τού αν γίνεται σεβαστή η διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας, οπότε έχει νόημα μόνον αν προϋπάρχουν οι προσβαλλόμενες διατάξεις.
20 Τέλος, το άρθρο 15 του επίμαχου κανονισμού κατήργησε το αργότερο την 1η Αυγούστου 2004 τους κανονισμούς 685/95 και 2027/95. Οι δύο αυτοί κανονισμοί όριζαν και έθεταν σε εφαρμογή το καθεστώς διαχειρίσεως της αλιευτικής προσπάθειας σχετικά με ορισμένες κοινοτικές αλιευτικές ζώνες και ορισμένους κοινοτικούς αλιευτικούς πόρους. Η ακύρωση των προσβαλλομένων διατάξεων θα είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα νομικό κενό καθόσον, συνεπεία της ακυρώσεως αυτής, καμία ρύθμιση για τη διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας δεν θα ήταν πλέον σε ισχύ.
21 Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις δεν μπορούν να χωριστούν από το υπόλοιπο μέρος του επίμαχου κανονισμού. Έπεται ότι το αίτημα του Βασιλείου της Ισπανίας για μερική ακύρωση του εν λόγω κανονισμού είναι απαράδεκτο, οπότε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.