ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ

της 10ης Φεβρουαρίου 2004

Υπόθεση T-394/03

Flavia Angeletti

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ─ Επείγον ─ Δεν συντρέχει»

Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000

Αντικείμενο:         Αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 17ης Οκτωβρίου 2003, όπως διορθώθηκε στις 27 Οκτωβρίου 2003.

Απόφαση:         Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίπτεται. Ο πρόεδρος επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Περίληψη

1.     Ασφαλιστικά μέτρα ─ Αναστολή εκτελέσεως ─ Προϋποθέσεις χορηγήσεως ─ Επείγον ─ «Fumus bοni juris» ─ Σωρευτικός χαρακτήρας

(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Καvοvισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)

2.     Ασφαλιστικά μέτρα ─ Αναστολή εκτελέσεως ─ Προϋποθέσεις χορηγήσεως ─ Σοβαρή και αvεπαvόρθωτη ζημία ─ Βάρος αποδείξεως ─ Ζημία αποκλειστικώς οικονομικής φύσεως

(Άρθρο 242· Καvοvισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)

1.     Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, και, ως εκ τούτου, η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορρίπτεται όταν δεν πληρούται μία από αυτές.

(βλ. σκέψη 23)

Παραπομπή: ΔΕΚ, 10 Φεβρουαρίου 1999, T-211/98 R, Willeme κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-15 και II-57, σκέψη 18.

2.     Ο επείγων χαρακτήρας μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη που υφίσταται για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου. Στον διάδικο που ζητεί το εν λόγω μέτρο εμπίπτει το βάρος της αποδείξεως ότι δεν μπορεί να αναμείνει το πέρας της διαδικασίας της κύριας προσφυγής χωρίς να έχει προηγουμένως υποστεί τέτοιας φύσεως ζημία.

Η αμιγώς χρηματικής φύσεως ζημία δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο μεταγενέστερης οικονομικής αντισταθμίσεως..

Πάντως, εναπόκειται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να κρίνει, σε συνάρτηση με τις ειδικές περιστάσεις κάθε περιπτώσεως, αν η άμεση εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να επιφέρει στον αιτούντα σοβαρή και άμεση βλάβη, την οποία δεν θα μπορούσε να αποκαταστήσει ούτε η ακύρωση της αποφάσεως αυτής κατά την περάτωση της κύριας δίκης.

Για να πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις αποδείξεως του επείγοντος δεν αρκεί ο ισχυρισμός ότι η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως θα έχει σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι τα αποτελέσματα της πράξεως αυτής συνιστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Για τον σκοπό αυτό οι προβαλλόμενες πληροφορίες πρέπει να στηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία ώστε να καταστεί δυνατό στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να σχηματίσει ακριβή εικόνα της καταστάσεως στην οποία βρίσκεται ο αιτών.

(βλ. σκέψεις 26, 27, 29 και 31)

Παραπομπή: ΔΕΚ, 30 Νοεμβρίου 1993, T-549/93 R, D κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-1347, σκέψη 45· Willeme κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 36 και 37· ΔΕΚ 31 Ιανουαρίου 2001, T-373/00 R, Tralli κατά ΕΚΤ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-19 και II-83, σκέψη 26.