ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (μονομελούς)
της 8ης Ιουλίου 2004
Υπόθεση T-136/03
Robert Charles Schochaert
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Υπάλληλοι – Αγωγή αποζημιώσεως – Άρνηση προαγωγής – Ηθική παρενόχληση – Καθήκον αρωγής»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως με σκοπό την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που φέρεται ότι υπέστη ο προσφεύγων λόγω της επανειλημμένης αρνήσεως του Συμβουλίου να τον προαγάγει στον βαθμό B 1 και λόγω ηθικής παρενοχλήσεως.
Απόφαση: Η αγωγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως – Αυτονομία σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως – Όρια
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως – Ακύρωση της προσβαλλομένης παράνομης πράξεως – Προσήκουσα ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
3. Υπάλληλοι – Υποχρέωση αρωγής που υπέχει η διοίκηση – Περιεχόμενο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 24)
1. Δεδομένου ότι τα άρθρα 90 και 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ) ουδόλως διακρίνουν μεταξύ της προσφυγής ακυρώσεως και της αγωγής αποζημιώσεως, όσον αφορά τόσο την προ της ασκήσεώς τους διοικητική διαδικασία όσο και τη διαδικασία εκδικάσεώς τους, ο ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα, λόγω της αυτοτελείας των διαφόρων μέσων ένδικης προστασίας, να επιλέξει είτε μία από τις δύο είτε και τις δύο μαζί, υπό την προϋπόθεση ότι θα προσφύγει ενώπιον του Πρωτοδικείου εντός της προθεσμίας των τριών μηνών από της απορρίψεως της διοικητικής του ενστάσεως.
Υπάρχει μία εξαίρεση από την αρχή της αυτοτελείας των μέσων ένδικης προστασίας, οσάκις η αγωγή αποζημιώσεως συνδέεται στενά με την προσφυγή ακυρώσεως. Μολονότι ένας διάδικος μπορεί να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως χωρίς να είναι υποχρεωμένος να επιδιώξει την ακύρωση της παράνομης πράξεως που του προξένησε ζημία, δεν μπορεί να καταστρατηγήσει με τον τρόπο αυτό το απαράδεκτο αιτήματος που αφορά την ίδια παρανομία και έχει το ίδιο χρηματικό αντικείμενο.
Συνεπώς, δεν είναι αυτοτελής η αγωγή αποζημιώσεως που έχει ως μοναδικό αντικείμενο την αποκατάσταση υλικής ζημίας, όπως είναι η απώλεια των προσθέτων εισοδημάτων που θα είχε πραγματοποιήσει ο ενδιαφερόμενος αν είχε προαχθεί, την οποία δεν θα είχε εξάλλου υποστεί, αν είχε ευδοκιμήσει εμπροθέσμως ασκηθείσα προσφυγή ακυρώσεως. Συναφώς, ο ενδιαφερόμενος ο οποίος παρέλειψε να προσβάλει τις βλαπτικές γι’ αυτόν πράξεις, με την εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγή ακυρώσεως, δεν μπορεί, προκειμένου να διορθώσει την παράλειψη αυτή, να δημιουργήσει υπέρ αυτού νέα προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, ασκώντας αγωγή αποζημιώσεως.
(βλ. σκέψεις 24 έως 26)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 15 Δεκεμβρίου 1966, 59/65, Schreckenberg κατά Επιτροπής ΕΚAΕ, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 477· ΔΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 1967, 4/67, Collignon κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 621· ΔΕΚ, 22 Οκτωβρίου 1975, 9/75, Meyer-Burckhardt κατά Επιτροπή, Συλλογή τόμος 1975, σ. 363, σκέψεις 10 και 11· ΠΕΚ, 24 Ιανουαρίου 1991, T-27/90, Latham κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II-35, σκέψεις 36 και 37· ΠΕΚ, 27 Ιουνίου 1991, T-156/89, Valverde Mordh κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1991, σ. II-407, σκέψη 144· ΠΕΚ, 13 Ιουλίου 1993, T-20/92, Moat κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-799, σκέψη 46· ΠΕΚ, 28 Μαΐου 1997, T-59/96, Burban κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-109 και II-331, σκέψεις 25, 26 και 27· ΠΕΚ, 19 Σεπτεμβρίου 2000, T-101/98 και T-200/98, Stodtmeister κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-177 και II-807, σκέψη 38
2. Η ακύρωση πράξεως της διοικήσεως προσβαλλομένης από υπάλληλο συνιστά αφ’ εαυτής πρόσφορη, κατ’ αρχήν δε –εφόσον δηλαδή η εν λόγω πράξη δεν περιέχει καμία ρητώς αρνητική κρίση για τις ικανότητες του προσφεύγοντος δυνάμενη να τον θίξει προσωπικώς– και επαρκή αποκατάσταση της όποιας ηθικής βλάβης ενδεχομένως υπέστη αυτός λόγω της ακυρουμένης πράξεως.
(βλ. σκέψη 34)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 26 Ιανουαρίου 1995, T-60/94, Pierrat κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I-A-23 και II-77, σκέψη 62· ΠΕΚ, 21 Ιανουαρίου 2004, T-328/01, Robinson κατά Κοινοβουλίου, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 79
3. Δυνάμει της υποχρεώσεως αρωγής που υπέχει από το άρθρο 24 του ΚΥΚ, η διοίκηση οφείλει, ενόψει επεισοδίου απάδοντος προς την τάξη και τη γαλήνη της υπηρεσίας, να παρέμβει με όλη την αναγκαία δραστικότητα και να ανταποκριθεί με την ταχύτητα και τη μέριμνα που απαιτούν οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως για να εξακριβώσει τα περιστατικά, εν πλήρει επιγνώσει, και να μπορέσει επομένως να συναγάγει τις δέουσες συνέπειες. Για τον σκοπό αυτό, αρκεί ο υπάλληλος που ζητεί προστασία από το θεσμικό όργανο στο οποίο εργάζεται να προσκομίσει αρχή αποδείξεως της αλήθειας των επιθέσεων που ισχυρίζεται ότι υφίσταται. Εφόσον υπάρχουν τέτοια στοιχεία, εναπόκειται στο οικείο θεσμικό όργανο να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, ιδίως προβαίνοντας σε έρευνα, προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην καταγγελία, σε συνεργασία με τον καταγγέλλοντα.
(βλ. σκέψη 49)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 26 Ιανουαρίου 1989, 224/87, Koutchoumoff κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 99, σκέψεις 15 και 16· ΠΕΚ, 21 Απριλίου 1993, T-5/92, Tallarico κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II-477, σκέψη 31· ΠΕΚ, 5 Δεκεμβρίου 2000, T-136/98, Campogrande κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-267 και II-1225, σκέψη 42