Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-438/03, C-439/03, C-509/03 και C-2/04
Antonio Cannito κ.λπ.
κατά
Fondiaria Assicurazioni SpA κ.λπ.
(αιτήσεις του Giudice di pace di Bitonto για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως – Απαράδεκτο»
Περίληψη της διατάξεως
Προδικαστικά ερωτήματα – Παραδεκτό – Ερωτήματα υποβληθέντα χωρίς επαρκείς διευκρινίσεις ως προς το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο – Ερώτημα που απλώς παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν με δικαστικές αποφάσεις και αποφάσεις άλλων εθνικών αρχών
(Άρθρο 234 ΕΚ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 23)
Λόγω της ανάγκης να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι λυσιτελής για το εθνικό δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό πρέπει να καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις πραγματικές καταστάσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Η επιταγή αυτή ισχύει όλως ιδιαιτέρως στον τομέα του ανταγωνισμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις. Περαιτέρω, είναι απαραίτητο ο εθνικός δικαστής να παρέχει ορισμένες τουλάχιστον εξηγήσεις για τους λόγους που τον οδήγησαν στην επιλογή των κοινοτικών διατάξεων των οποίων ζητεί την ερμηνεία και για τη σχέση που θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοζόμενης στην επίδικη διαφορά εθνικής νομοθεσίας.
Τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία δεν χρησιμεύουν μόνο στο να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει λυσιτελείς απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους λοιπούς ενδιαφερομένους να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
Κατά συνέπεια, είναι προδήλως απαράδεκτη η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που απλώς παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν με άλλες δικαστικές αποφάσεις ή με απόφαση της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχής, καθόσον δεν παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να δώσει λυσιτελείς απαντήσεις και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών να υποβάλουν παρατηρήσεις.
(βλ. σκέψεις 6-8, 12)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 11ης Φεβρουαρίου 2004 (*)
«Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως – Απαράδεκτο»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-438/03, C-439/03, C-509/03 και C-2/04,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Giudice di pace di Bitonto (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Antonio Cannito
και
Fondiaria Assicurazioni SpA (C-438/03),
και μεταξύ
Pasqualina Murgolo
και
Assitalia Assicurazioni SpA (C-439/03),
και μεταξύ
Vincenzo Manfredi
και
Lloyd Adriatico Assicurazioni SpA (C-509/03),
και μεταξύ
Nicolò Tricarico
και
Assitalia Assicurazioni SpA (C-2/04),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία, μεταξύ άλλων, των άρθρων 81 EK και 82 ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, S. von Bahr (εισηγητή) και R. Silva de Lapuerta, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με διατάξεις:
– της 6ης Οκτωβρίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Οκτωβρίου 2003 (C‑438/03 και C‑439/03),
– της 21ης Νοεμβρίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Δεκεμβρίου 2003 (C‑509/03),
– και της 20ής Δεκεμβρίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιανουαρίου 2004 (C‑2/04),
ο Giudice di pace di Bitonto (ειρηνοδίκης του Bitonto) υπέβαλε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, σειρά προδικαστικών ερωτημάτων ως προς την ερμηνεία, μεταξύ άλλων, των άρθρων 81 EK και 82 ΕΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο αγωγών αποζημιώσεως που άσκησαν οι Α. Cannito, P. Murgolo, V. Manfredi και N. Tricarico κατά, αντιστοίχως, των ασφαλιστικών εταιριών Fondiaria Assicurazioni SpA, Assitalia Assicurazioni SpA, Lloyd Adriatico Assicurazioni SpA και Assitalia Assicurazioni SpA, οι οποίες, κατά την Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato (αρμόδια για τον ανταγωνισμό ιταλική αρχή, στο εξής: AGCM), συμμετείχαν σε σύμπραξη στον τομέα των ασφαλίσεων.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
3 Από τις διατάξεις περί παραπομπής προκύπτει ότι η AGCM εξέδωσε απόφαση αφορώσα σύμπραξη μεταξύ διαφόρων ασφαλιστικών εταιριών στον τομέα της αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα. Κατόπιν ασκήσεως προσφυγών κατά της αποφάσεως αυτής από τις οικείες επιχειρήσεις, της υποθέσεως επιλήφθηκαν το Τribunale amministrativo regionale del Lazio (Ιταλία) (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο του Λατίου), το οποίο εξέδωσε απόφαση στις 5 Ιουλίου 2001, και το ιταλικό Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας), το οποίο εξέδωσε απόφαση στις 23 Απριλίου 2002.
4 Ο Guidice di pace di Bitontο, κρίνοντας ότι για την επίλυση των ενώπιόν του διαφορών απαιτείται ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ιδίως δε των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
– Στις υποθέσεις C‑438/03 και C‑439/03:
«1) Στοιχειοθετούν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ], τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν οριστικά με την απόφαση του Consiglio di Stato υπ’ αριθ. 2199, της 23ης Απριλίου 2002, και με την απόφαση υπ’ αριθ. 6139 του Τribunale amministrativo regionale del Lazio, της 5ης Ιουλίου 2001, των οποίων το πλήρες κείμενο λογίζεται ενσωματωθέν στην παρούσα;
2) Συνεπάγεται η παράβαση των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] την υποχρέωση των παραβατών να αποζημιώσουν τους τελικούς καταναλωτές και όλους όσους αποδεικνύουν ότι υπέστησαν κάποια ζημία;
3) Κατά τον υπολογισμό του ύψους της ζημίας, οφείλει το εθνικό δικαστήριο (κατ’ εφαρμογήν πάντα του κοινοτικού δικαίου) να υποχρεώσει αυτούς που συνήψαν την απαγορευμένη συμφωνία ή εκμεταλλεύθηκαν καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση όχι μόνο να επιστρέψουν τα ποσά που εισέπραξαν κατά παράβαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, αλλά και να καταβάλουν στον ζημιωθέντα ως ποινή ορισμένο ποσό;
4) Πρέπει κατά το κοινοτικό δίκαιο να διαταχθεί επίσης η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης;
5) Πρέπει κατά το κοινοτικό δίκαιο να επιδικάσει το δικαστήριο, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, αφενός το ποσό που έχει τον χαρακτήρα ποινής και αφετέρου χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη;
6) Αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, ως υπερβολικά σύντομη, η προβλεπόμενη από την εθνική ιταλική νομοθεσία ενιαύσια προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως που γεννώνται λόγω της παραβάσεως των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ];
7) Πρέπει, κατά το κοινοτικό δίκαιο, να θεωρηθεί ως ημερομηνία ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής της αξιώσεως η ημερομηνία τελέσεως της παραβάσεως των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] ή η ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε η εν λόγω παράβαση;
8) Επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που αντιβαίνουν σ’ αυτό ή τουλάχιστον να τις ερμηνεύουν σύμφωνα μ’ αυτό;»
– Στις υποθέσεις C-509/03 και C-2/04:
«1) Στοιχειοθετούν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 ΕΚ, τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν οριστικά με την απόφαση του Consiglio di Stato υπ’ αριθ. 2199, της 23ης Απριλίου 2002, και με την απόφαση υπ’ αριθ. 6139 του [Τribunale amministrativo regionale del Lazio], της 5ης Ιουλίου 2001, των οποίων το πλήρες κείμενο λογίζεται ενσωματωθέν στην παρούσα, καθώς και η απόφαση της AGCM, στην οποία παραπέμπουν οι δικαστικές αυτές αποφάσεις και η οποία αφορά σύμπραξη μεταξύ διαφόρων ασφαλιστικών εταιριών ως προς την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων;
2) Συνεπάγεται η παράβαση των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 ΕΚ την υποχρέωση των παραβατών να αποζημιώσουν τους τελικούς καταναλωτές και όλους όσους, ως τρίτοι σε σχέση με τη συμφωνία ή την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, αποδεικνύουν ότι υπέστησαν κάποια ζημία;
3) Κατά τον υπολογισμό του ύψους της ζημίας, οφείλει το εθνικό δικαστήριο (κατ’ εφαρμογήν πάντα του κοινοτικού δικαίου) να υποχρεώσει αυτούς που συνήψαν την απαγορευμένη συμφωνία ή εκμεταλλεύθηκαν καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση όχι μόνο να επιστρέψουν τα ποσά που εισέπραξαν κατά παράβαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, αλλά και να καταβάλουν στον ζημιωθέντα ως ποινή ορισμένο ποσό;
4) Πρέπει κατά το κοινοτικό δίκαιο να διαταχθεί επίσης η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης;
5) Πρέπει κατά το κοινοτικό δίκαιο να επιδικάσει το δικαστήριο, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, αφενός το ποσό που έχει τον χαρακτήρα ποινής και αφετέρου χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη;
6) Αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, ως υπερβολικά σύντομη, η προβλεπόμενη από την εθνική ιταλική νομοθεσία ενιαύσια προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως που γεννώνται λόγω της παραβάσεως των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 ΕΚ;
7) Πρέπει, κατά το κοινοτικό δίκαιο, να θεωρηθεί ως ημερομηνία ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής της αξιώσεως η ημερομηνία τελέσεως της παραβάσεως των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] ή η ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε η εν λόγω παράβαση;
8) Αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού και/ή στις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου (και ειδικότερα στο άρθρο 6, παράγραφος 1, και στο άρθρο 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) η εθνική ρύθμιση που έχει περιεχόμενο ανάλογο προς το περιεχόμενο του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 3 του ιταλικού νόμου 287, της 10ης Οκτωβρίου 1990, που υποχρεώνει τον καταναλωτή ή οποιονδήποτε τρίτο που έχει υποστεί ζημία από παράνομη συμφωνία που είναι άκυρη κατά το άρθρο 81 ΕΚ ή από παράνομη πρακτική που συνίστατο σε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, υπό την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ, να ασκήσει την αγωγή αποζημιώσεως σε άλλο δικαστήριο από αυτό που θα ήταν καθ’ ύλη, κατ’ αξία και κατά τόπο αρμόδιο κατ’ εφαρμογήν των συνήθων εθνικών κανόνων περί αρμοδιότητας, οπότε το άρθρο 33 του νόμου 287/90 έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δικαστικής δαπάνης και της διάρκειας της δίκης, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει σε περίπτωση εφαρμογής των συνήθων εθνικών κανόνων περί αρμοδιότητας κατά τόπο, καθ’ ύλη και κατ’ αξία;
9) Αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού και/ή στις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου (και ειδικότερα στο άρθρο 6 και στο άρθρο 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) η εθνική ρύθμιση που υποχρεώνει τον καταναλωτή ή οποιονδήποτε τρίτο που έχει υποστεί ζημία από παράνομη συμφωνία που είναι άκυρη κατά το άρθρο 81 ΕΚ ή από παράνομη πρακτική που συνίστατο σε καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, υπό την έννοια του άρθρου 82 ΕΚ, να ασκήσει την αγωγή αποζημιώσεως σε άλλο δικαστήριο από αυτό που θα ήταν κατά τόπο αρμόδιο βάσει της έδρας του υποκαταστήματος της ασφαλιστικής εταιρίας στην περιφέρεια της κατοικίας του ζημιωθέντος, αν μάλιστα ληφθούν υπόψη τα διαφορετικά δικαστικά έξοδα που συνεπάγεται καθεμία από αυτές τις δύο λύσεις;
10) Επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν τις εθνικές διατάξεις που αντιβαίνουν σ’ αυτό ή τουλάχιστον να τις ερμηνεύουν σύμφωνα μ’ αυτό;»
Επί της συνεκδικάσεως
5 Δεδομένου ότι οι υποθέσεις C-438/03, C-439/03, C-509/03 και C-2/04 έχουν συναφές αντικείμενο, πρέπει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43 του Κανονισμού Διαδικασίας, να συνεκδικασθούν προς έκδοση της παρούσας διατάξεως.
Επί του παραδεκτού
6 Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, λόγω της ανάγκης να δοθεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι λυσιτελής για το εθνικό δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό πρέπει να καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγεί τις πραγματικές καταστάσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6· διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero, Συλλογή 1993, σ. I-1085, σκέψη 4· της 30ής Απριλίου 1998, C-128/97 και C-137/97, Testa και Modesti, Συλλογή 1998, σ. I-2181, σκέψη 5· της 8ης Ιουλίου 1998, C-9/98, Agostini, Συλλογή 1998, σ. I-4261, σκέψη 4· της 2ας Μαρτίου 1999, C-422/98, Colonia Versicherung κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-1279, σκέψη 4· απόφαση της 13ης Απριλίου 2000, C-176/96, Lehtonen και Castors Braine, Συλλογή 2000, σ. I-2681, σκέψη 22, και διάταξη της 28ης Ιουνίου 2000, C-116/00, Laguillaumie, Συλλογή 2000, σ. I-4979, σκέψη 15). Η επιταγή αυτή ισχύει όλως ιδιαιτέρως στον τομέα του ανταγωνισμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις (προαναφερθείσα διάταξη Banchero, σκέψη 5· προαναφερθείσα απόφαση Lehtonen και Castors Braine, σκέψη 22, και προαναφερθείσα διάταξη Laguillaumie, σκέψη 19).
7 Το Δικαστήριο έχει τονίσει επίσης τη σημασία του να παραθέτει το αιτούν δικαστήριο τους ακριβείς λόγους για τους οποίους έχει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και κρίνει αναγκαία την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (διάταξη της 25ης Ιουνίου 1996, C-101/96, Italia Testa, Συλλογή 1996, σ. I-3081, σκέψη 6· προαναφερθείσες διατάξεις Testa και Modesti, σκέψη 15, και Agostini, σκέψη 6). Συναφώς το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι απαραίτητο ο εθνικός δικαστής να παρέχει ορισμένες τουλάχιστον εξηγήσεις για τους λόγους που τον οδήγησαν στην επιλογή των κοινοτικών διατάξεων των οποίων ζητεί την ερμηνεία και για τη σχέση που θεωρεί ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοζόμενης στην επίδικη διαφορά εθνικής νομοθεσίας (διάταξη της 7ης Απριλίου 1995, C-167/94, Grau Gomis κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-1023, σκέψη 9, και προαναφερθείσα διάταξη Laguillaumie, σκέψη 16).
8 Τέλος, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής δεν χρησιμεύουν μόνο στο να καθιστούν δυνατό στο Δικαστήριο να δίδει λυσιτελείς απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους λοιπούς ενδιαφερομένους να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (προαναφερθείσα διάταξη Colonia Versicherung κ.λπ., σκέψη 5). Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους (απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81 έως 143/81, Holdijk κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6· διάταξη της 13ης Μαρτίου 1996, C-326/95, Banco de Fomento e Exterior, Συλλογή 1996, σ. I-1385, σκέψη 7· προαναφερθείσα απόφαση Lehtonen και Castors Braine, σκέψη 23, και προαναφερθείσα διάταξη Laguillaumie, σκέψη 14).
9 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, οι διατάξεις περί παραπομπής δεν περιέχουν επαρκή πληροφοριακά στοιχεία που να ανταποκρίνονται στις επιταγές αυτές.
10 Πράγματι, οι διατάξεις περί παραπομπής δεν καθορίζουν το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο. Επιπλέον, δεν διευκρινίζουν ούτε τις πραγματικές καταστάσεις επί των οποίων στηρίζονται τα ερωτήματα αυτά. Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει μόνον ότι το αιτούν δικαστήριο κρίνει αναγκαία, προς επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς, την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
11 Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο δεν καθορίζει την ενδεχόμενη σχέση μεταξύ των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ και των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης ή της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας. Δεν διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, σε τι συνίσταται η αντίθετη με το άρθρο 81 ΕΚ σύμπραξη μεταξύ των ασφαλιστικών εταιριών ή η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, της οποίας η νομιμότητα αμφισβητείται από την άποψη του άρθρου 82 ΕΚ. Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο δεν επισημαίνει τις εθνικές διατάξεις, τις οποίες οφείλει, ενδεχομένως, να ερμηνεύσει κατά τρόπο σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο ή να μην εφαρμόσει.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, η απλή παραπομπή στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν με άλλες δικαστικές αποφάσεις ή με απόφαση της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχής δεν παρέχει, εν πάση περιπτώσει, τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να δώσει λυσιτελείς απαντήσεις και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών να υποβάλουν παρατηρήσεις.
13 Κατά συνέπεια, κατά το παρόν ήδη στάδιο της διαδικασίας επιβάλλεται η διαπίστωση, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 92, παράγραφος 1, και 103, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα είναι προδήλως απαράδεκτα.
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Οι υποθέσεις C-438/03, C-439/03, C-509/03 και C-2/04 συνεκδικάζονται προς έκδοση κοινής διατάξεως.
2) Οι αιτήσεις του Giudice di pace di Bitonto για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, οι οποίες υποβλήθηκαν με διατάξεις της 6ης Οκτωβρίου 2003 (C-438/03 και C-439/03), της 21ης Νοεμβρίου 2003 (C-509/03) και της 20ής Δεκεμβρίου 2003 (C-2/04), είναι προδήλως απαράδεκτες.
Λουξεμβούργο, 11 Φεβρουαρίου 2004.
|
Ο Γραμματέας |
Ο Πρόεδρος του πέμπτου τμήματος |
|
R. Grass |
C. Gulmann |
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.