Λέξεις κλειδιά
Περίληψη

Λέξεις κλειδιά

1. Αναίρεση — Λόγοι — Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών — Απαράδεκτο — Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτίμησης των αποδεικτικών στοιχείων — Αποκλείεται εκτός από την περίπτωση της παραμόρφωσης του περιεχομένου τους

(Άρθρο 225 § 1 ΕΚ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1)

2. Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό

(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)

3. Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων — Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό

(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)

4. Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό

(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)

5. Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό

(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)

6. Ανταγωνισμός — Συμπράξεις — Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό

(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ)

Περίληψη

1. Από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Όταν το Πρωτοδικείο έχει εξακριβώσει ή εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ, έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει το Πρωτοδικείο.

Το Δικαστήριο δεν είναι επομένως αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον δηλαδή η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και το βάρος αποδείξεως, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί. Επομένως η ως άνω εκτίμηση δεν αποτελεί νομικό ζήτημα, υποκείμενο συνεπώς στον έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει παραμόρφωση του περιεχομένου των στοιχείων αυτών.

Η παραμόρφωση αυτή πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας και να μη χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων.

(βλ. σκέψεις 51-52, 54)

2. Μια συμφωνία μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει περιοριστικό αντικείμενο ακόμη και αν δεν έχει ως αποκλειστικό στόχο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά επιδιώκει και άλλους, θεμιτούς, σκοπούς.

(βλ. σκέψη 64)

3. Για να εξακριβωθεί αν μια συμφωνία έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο η διατύπωσή της, αλλά και άλλοι παράγοντες, όπως είναι οι σκοποί που επιδιώκονται με τη συμφωνία καθαυτή, υπό το φως μάλιστα του όλου οικονομικού και νομικού πλαισίου.

(βλ. σκέψη 66)

4. Μια συμφωνία διανομής έχει περιοριστικό σκοπό κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, αν εκφράζει σαφώς τη βούληση μεταχείρισης των πωλήσεων προς εξαγωγή με λιγότερο ευνοϊκό τρόπο από ό,τι των εγχώριων πωλήσεων και οδηγεί έτσι σε στεγανοποίηση της σχετικής αγοράς.

Ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί όχι μόνο μέσω άμεσων περιορισμών των εξαγωγών, αλλά και μέσω έμμεσων μέτρων, όπως είναι η εφαρμογή από έναν προμηθευτή αυτοκινήτων οχημάτων, στο πλαίσιο συμβάσεων αντιπροσωπείας, πολιτικής αποκλεισμού των προς εξαγωγή πωλήσεων από το σύστημα των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αντιπροσώπους, εφόσον τα μέτρα αυτά επηρεάζουν τους οικονομικούς όρους των σχετικών πράξεων.

(βλ. σκέψεις 67-68)

5. Για να εξακριβωθεί αν μια συμφωνία πρέπει να θεωρηθεί ως απαγορευόμενη λόγω του ότι έχει ως αποτέλεσμα την αλλοίωση του ανταγωνισμού, πρέπει να εξεταστεί η λειτουργία του ανταγωνισμού εντός του πραγματικού πλαισίου όπου θα διεξαγόταν, αν δεν υπήρχε η επίμαχη συμφωνία.

Κατά συνέπεια, σε μια περίπτωση όπως είναι η εφαρμογή από έναν προμηθευτή αυτοκινήτων οχημάτων, στο πλαίσιο συμβάσεων αντιπροσωπείας, πολιτικής αποκλεισμού των προς εξαγωγή πωλήσεων από το σύστημα των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στους αντιπροσώπους, πρέπει να εξεταστεί πώς θα είχαν συμπεριφερθεί οι αντιπρόσωποι αυτοί και πώς θα είχε διαμορφωθεί ο ανταγωνισμός στην υπό εξέταση αγορά, εάν δεν είχαν αποκλειστεί από την πολιτική πριμοδοτήσεων οι πωλήσεις προς εξαγωγή.

(βλ. σκέψεις 72-73)

6. Η απόδειξη του ότι τα μέρη μιας συμφωνίας είχαν την πρόθεση περιορισμού του ανταγωνισμού δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της εξακριβώσεως του αν η συμφωνία αυτή αποσκοπεί σε τέτοιο περιορισμό.

Αντίθετα, έστω και αν η πρόθεση των μερών δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της εξακριβώσεως του περιοριστικού χαρακτήρα μιας συμφωνίας, τίποτε δεν εμποδίζει την Επιτροπή ή τα κοινοτικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη την πρόθεση αυτή.

(βλ. σκέψεις 77-78)