Υπόθεση C-386/03

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

«Παράβαση κράτους μέλους — Αεροδρόμια — Υπηρεσίες εδάφους — Οδηγία 96/67/ΕΚ»

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger της 26ης Μαΐου 2005 

Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 14ης Ιουλίου 2005 

Περίληψη της αποφάσεως

1.     Μεταφορές — Αεροπορικές μεταφορές — Πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους σε αεροδρόμια της Κοινότητας — Εξουσία των κρατών μελών για διασφάλιση κατάλληλου επιπέδου κοινωνικής προστασίας για το προσωπικό των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες εδάφους — Περιορισμοί — Εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο οργανισμός διαχειρίσεως του αεροδρομίου δύναται να απαιτήσει από τον νέο φορέα παροχής υπηρεσιών εδάφους να αναλάβει τους εργαζομένους που απασχολούσε ο προηγούμενος φορέας — Μέτρο ικανό να θέσει σε κίνδυνο το άνοιγμα της αγοράς — Μη συμβατό

(Οδηγία 96/67 του Συμβουλίου, άρθρο 18)

2.     Μεταφορές — Αεροπορικές μεταφορές — Πρόσβαση στην αγορά των υπηρεσιών εδάφους σε αεροδρόμια της Κοινότητας — Είσπραξη τέλους χρήσεως αερολιμενικών εγκαταστάσεων — Προϋποθέσεις — Εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας ο οργανισμός διαχειρίσεως του αεροδρομίου δύναται να εισπράττει αμοιβή προς αντιστάθμιση των δαπανών που προκαλούνται από τη μη ανάληψη εργαζομένων εκ μέρους του νέου φορέα παροχής υπηρεσιών εδάφους — Οικονομική επιβάρυνση μη συνδεδεμένη με το κόστος που συνεπάγεται η διάθεση, εκ μέρους του οργανισμού διαχειρίσεως του αεροδρομίου, των εγκαταστάσεών του — Οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ του εν λόγω οργανισμού — Ασύμβατο με την οδηγία

(Οδηγία 96/67 του Συμβουλίου, άρθρα 16 και 18)

1.     Η εξουσία που διαθέτουν τα κράτη μέλη δυνάμει της οδηγίας 96/67, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στα αεροδρόμια της Κοινότητας, ώστε να διασφαλίζουν κατάλληλο επίπεδο κοινωνικής προστασίας για το προσωπικό των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες εδάφους, δεν συνεπάγεται απεριόριστη κανονιστική αρμοδιότητα και πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να μη θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της ως άνω οδηγίας και τους επιδιωκόμενους με αυτή στόχους.

Εθνική κανονιστική ρύθμιση δυνάμει της οποίας οι οργανισμοί διαχειρίσεως αεροδρομίων σε κράτος μέλος επιτρέπεται να ασκούν πίεση στους παρέχοντες υπηρεσίες εδάφους ή στους χρήστες των υπηρεσιών αυτών, οι οποίοι επιθυμούν να εισέλθουν στη σχετική αγορά, ωθώντας τους να αναλάβουν τους εργαζομένους που απασχολούνται στον τομέα των υπηρεσιών εδάφους, μπορεί να καταστήσει δυσχερέστερη την είσοδο νέων παρεχόντων υπηρεσίες στον οικείο τομέα δραστηριότητας και να τους περιαγάγει σε δυσμενέστερη θέση έναντι των ήδη εγκατεστημένων. Λόγω των οικονομικών της επιπτώσεων, μια τέτοια εθνική ρύθμιση αποτελεί κίνδυνο για την ορθολογική χρήση των αερολιμενικών υποδομών και τη μείωση του κόστους των συναφών υπηρεσιών για τους χρήστες, διακυβεύοντας ως εκ τούτου το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών εδάφους και την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 96/67, και, επομένως, δεν συνάδει προς τις εξουσίες που απονέμει στα κράτη μέλη το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας.

(βλ. σκέψεις 26-30)

2.     Παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 16 και 18 της οδηγίας 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στα αεροδρόμια της Κοινότητας, το κράτος μέλος εκείνο που θεσπίζει εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας μέρος του αντιτίμου που ο οργανισμός διαχειρίσεως αεροδρομίου δικαιούται να απαιτήσει από τους παρέχοντες υπηρεσίες και τους χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων για πρόσβαση, διάθεση και χρήση των εγκαταστάσεών του μπορεί να προορίζεται για την αντιστάθμιση των δαπανών που προκαλούνται από τη μη ανάληψη εργαζομένων κατόπιν του ανοίγματος της αγοράς υπηρεσιών εδάφους.

Αφενός, το αντίτιμο που ζητεί ο οργανισμός διαχειρίσεως του αεροδρομίου αποτελεί αντιπαροχή που πρέπει να αντιστοιχεί επακριβώς στο κόστος χρήσεως των αερολιμενικών εγκαταστάσεων και να καθορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/67, λαμβανομένου υπόψη και του συμφέροντος του εν λόγω οργανισμού να πραγματοποιήσει κέρδος. Οι δαπάνες που προκαλούνται από τη μη ανάληψη των εργαζομένων ουδαμώς συνδέονται προς το κόστος που συνεπάγεται η διάθεση, εκ μέρους του εν λόγω οργανισμού, των εγκαταστάσεών του και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκαταλέγονται στα κριτήρια της ως άνω διατάξεως.

Αφετέρου, μια τέτοια οικονομική επιβάρυνση αποτελεί οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ του οργανισμού διαχειρίσεως του αεροδρομίου και αποσκοπεί στην προστασία συμφερόντων που δεν συγκαταλέγονται σε αυτά που απαριθμούνται στο άρθρο 18 της οδηγίας 96/67.

(βλ. σκέψεις 32, 36-37, 39, 41)




ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 14ης Ιουλίου 2005 (*)

«Παράβαση κράτους μέλους – Αερολιμένες – Υπηρεσίες εδάφους – Οδηγία 96/67/ΕΚ»

Στην υπόθεση C-386/03,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 12 Σεπτεμβρίου 2003,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. Huttunen και M. Niejahr, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον W.-D. Plessing και την A. Tiemann,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), C. Gulmann, R. Schintgen, J. Klučka, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Léger

γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 17ης Φεβρουαρίου 2005,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2005,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1       Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας μέτρα αντίθετα προς τα άρθρα 16 και 18 της οδηγίας 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας (ΕΕ L 272, σ. 36), στο πλαίσιο των άρθρων 8, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 3, της κανονιστικής αποφάσεως περί των υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες (Verordnung über Bodenabfertigungsdienste auf Flugplätzen), της 10ης Δεκεμβρίου 1997 (BGBl. 1997 I, σ. 2885, στο εξής: BADV), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το κοινοτικό δίκαιο

2       Η οδηγία 96/67 προβλέπει ένα σύστημα προοδευτικού ανοίγματος της αγοράς υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας.

3       Τα άρθρα 16 και 18 της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνουν διατάξεις που αφορούν, αντιστοίχως, την πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις καθώς και την κοινωνική προστασία και την προστασία του περιβάλλοντος. Τα άρθρα αυτά έχουν ως ακολούθως:

 «Άρθρο 16

 Πρόσβαση στις εγκαταστάσεις

1.      Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις των παρεχόντων υπηρεσίες και των χρηστών που επιθυμούν να εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων, εφόσον απαιτείται για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Εάν ο οργανισμός διαχείρισης του αερολιμένος ή, ενδεχομένως, η δημόσια ή άλλη αρχή που τον ελέγχει επιβάλλει όρους για την πρόσβαση αυτή, οι όροι πρέπει να είναι κατάλληλοι, αντικειμενικοί, διαφανείς και αμερόληπτοι [: μη εισάγοντες διακρίσεις].

2.      Ο χώρος παροχής υπηρεσιών εδάφους στον αερολιμένα πρέπει να κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων παρεχόντων υπηρεσίες και μεταξύ των διαφόρων χρηστών που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων, συμπεριλαμβανομένων των νεοαφικνουμένων [: των νεοεισερχομένων στην αγορά], στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την άσκηση των δικαιωμάτων τους και για τη διασφάλιση ουσιαστικού και θεμιτού ανταγωνισμού, με βάση κατάλληλους, αντικειμενικούς, διαφανείς και αμερόληπτους [: μη εισάγοντες διακρίσεις] κανόνες και κριτήρια.

3.      Όταν η πρόσβαση των παρεχόντων υπηρεσίες και των χρηστών που επιθυμούν να εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων στις εγκαταστάσεις του αερολιμένα συνεπάγεται την καταβολή αντιτίμου, το αντίτιμο καθορίζεται με βάση κατάλληλα, αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα [: μη εισάγοντα διακρίσεις] κριτήρια.»

[…]

 Άρθρο 18

 Κοινωνική προστασία και προστασία του περιβάλλοντος

Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και έχοντας υπόψη τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων και του περιβάλλοντος.»

4       Η οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82, σ. 16), κωδικοποιεί την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977 (ΕΕ ειδ. εκδ. 05/002, σ. 171), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 201, σ. 88).

 Το εθνικό δίκαιο

5       Η οδηγία 96/67 μεταφέρθηκε στο γερμανικό εσωτερικό δίκαιο κυρίως με τον νόμο περί των υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες (Gesetz über Bodenabfertigungsdienste auf Flughäfen), της 11ης Νοεμβρίου 1997 (BGBl. 1997 I, σ. 2694), και με την BADV. Τα άρθρα 8 και 9 της εν λόγω κανονιστικής αποφάσεως προβλέπουν τα ακόλουθα:

 «Άρθρο 8

(1)      Οι παρέχοντες υπηρεσίες και οι χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων πληρούν τους “όρους παροχής υπηρεσιών εδάφους” [...]. Στις περιπτώσεις που μνημονεύει το άρθρο 3, παράγραφοι 2 έως 5, οι όροι αυτοί εγγράφονται στο πλαίσιο της προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών και της διαδικασίας επιλογής του άρθρου 7.

(2)      Ο οργανισμός διαχειρίσεως του αερολιμένα μπορεί να απαιτήσει από τον παρέχοντα υπηρεσίες ή τον χρήστη που εξυπηρετείται δι’ ιδίων μέσων να αναλάβει εργαζομένους σε συνάρτηση με τις υπηρεσίες εδάφους που του έχουν παραχωρηθεί. Οι εργαζόμενοι αυτοί επιλέγονται βάσει κατάλληλων κριτηρίων, ειδικότερα ανάλογα με τη δραστηριότητα που ασκούν. Το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, έχει εφαρμογή, με την επιφύλαξη του άρθρου 613a του αστικού κώδικα.

(3)      Εκτός από τις παραγράφους 1 και 2, η αεροναυτική αρχή μπορεί να υπαγάγει την παροχή υπηρεσιών εδάφους στην τήρηση συγγραφής υποχρεώσεων ή τεχνικών προδιαγραφών. Η εν λόγω συγγραφή υποχρεώσεων ή οι τεχνικές αυτές προδιαγραφές καταρτίζονται κατόπιν προηγούμενων διαβουλεύσεων με την επιτροπή χρηστών.

(4)      Οι όροι, τα κριτήρια, η συγγραφή υποχρεώσεων καθώς οι τεχνικές προδιαγραφές, που μνημονεύονται στις παραγράφους 1 έως 3, καταρτίζονται και εφαρμόζονται κατά τρόπο κατάλληλο, αντικειμενικό, διαφανή και μη εισάγοντα διακρίσεις. Κοινοποιούνται εκ των προτέρων από τον οργανισμό διαχειρίσεως του αερολιμένα.

 Άρθρο 9

(1)      Ο οργανισμός διαχειρίσεως του αερολιμένα και ο παρέχων υπηρεσίες ή ο χρήστης που εξυπηρετείται δι’ ιδίων μέσων υποχρεούνται να συνάψουν σύμβαση για τη χρήση του αναγκαίου και διαθέσιμου τμήματος του αερολιμένα και των αερολιμενικών εγκαταστάσεων, καθώς και για τις αμοιβές που πρέπει να καταβάλλονται στον οργανισμό διαχειρίσεως δυνάμει της παρούσας κανονιστικής αποφάσεως, και για τους όρους που πρέπει να πληρούν οι παρέχοντες υπηρεσίες και οι χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων δυνάμει του άρθρου 8.

(2)      Ο οργανισμός διαχειρίσεως του αερολιμένα μεριμνά, ώστε η πρόσβαση των παρεχόντων υπηρεσίες και των χρηστών, τους οποίους αφορά η παρούσα κανονιστική απόφαση, στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις να μην εμποδίζεται άνευ λόγου, στον βαθμό που η πρόσβαση αυτή τους είναι αναγκαία για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Αν ο οργανισμός διαχειρίσεως του αερολιμένα επιβάλλει όρους ως προς αυτή την πρόσβαση, οι εν λόγω όροι πρέπει να είναι κατάλληλοι, αντικειμενικοί, διαφανείς και μη εισάγοντες διακρίσεις.

(3) Ο οργανισμός διαχειρίσεως του αερολιμένα δικαιούται να απαιτεί από τους παρέχοντες υπηρεσίες και τους χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων αμοιβή για την πρόσβαση, τη διάθεση και τη χρήση των εγκαταστάσεών του. Η αμοιβή αυτή καθορίζεται, κατόπιν γνώμης της επιτροπής χρηστών, με βάση κατάλληλα, αντικειμενικά, διαφανή και μη εισάγοντα διακρίσεις κριτήρια· μπορεί, όπως μια εμπορική αμοιβή, να χρησιμεύσει ιδίως στην εξασφάλιση της αυτοχρηματοδοτήσεως του αερολιμένα. Προς τον σκοπό καθορισμού του ποσού αυτής της αμοιβής, ο οργανισμός διαχειρίσεως του αερολιμένα μπορεί να λαμβάνει υπόψη, μέχρις ενός ευλόγου ποσού, τις αναγκαίες δαπάνες που συνεπάγεται η ανάληψη των υπηρεσιών εδάφους από τους παρέχοντες υπηρεσίες ή τους χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων, ειδικότερα δε τις δαπάνες που προκαλούνται από τη μη ανάληψη των εργαζομένων.»

6       Το άρθρο 613a του αστικού κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch), το οποίο μνημονεύεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, της BADV, ορίζει:

«(1)      Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από εργασιακές σχέσεις υφιστάμενες κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, με νομική πράξη, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα. Τα εν λόγω δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, εάν ρυθμίζονται από συλλογική σύμβαση ή συμφωνία σε επίπεδο επιχειρήσεως, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εργασιακής σχέσεως μεταξύ του νέου εργοδότη και του εργαζομένου και δεν μπορούν να μεταβληθούν εις βάρος του τελευταίου επί ένα έτος από την ημερομηνία της μεταβιβάσεως. Η δεύτερη περίοδος δεν έχει εφαρμογή εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις ρυθμίζονται, όσον αφορά τον νέο εργοδότη, από άλλη συλλογική σύμβαση ή άλλη συμφωνία σε επίπεδο επιχειρήσεως. Πριν από τη λήξη της προθεσμίας που μνημονεύεται στη δεύτερη περίοδο, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μπορούν να μεταβληθούν εάν η συλλογική σύμβαση ή η συμφωνία σε επίπεδο επιχειρήσεως έπαυσε να ισχύει ή, ελλείψει αμφίπλευρης δεσμεύσεως από συλλογική σύμβαση, στο πλαίσιο νέας συλλογικής συμβάσεως της οποίας η εφαρμογή συμφωνήθηκε μεταξύ του νέου εργοδότη και του εργαζομένου.

(2)      Ο πρώην εργοδότης και ο νέος εργοδότης ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ως προς τις υποχρεώσεις που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, σε περίπτωση που αυτές γεννήθηκαν πριν από την ημερομηνία της μεταβιβάσεως και καθίστανται ληξιπρόθεσμες πριν από την πάροδο ενός έτους από την ημερομηνία αυτή. Σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά τη μεταβίβαση, ο πρώην εργοδότης ευθύνεται μόνον κατ’ αναλογία του μέρους της περιόδου αναφοράς των εν λόγω υποχρεώσεων το οποίο είχε συμπληρωθεί κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.

[…]»

 Η προ της ασκήσεως προσφυγή διαδικασία

7       Κατόπιν εξετάσεως της γερμανικής ρυθμίσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι με αυτή δεν είχαν μεταφερθεί ορθώς στο εσωτερικό δίκαιο τα άρθρα 16 και 18 της οδηγίας 96/67. Ως εκ τούτου, απηύθυνε, στις 28 Φεβρουαρίου 2000, έγγραφο οχλήσεως προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καλώντας το εν λόγω κράτος μέλος να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.

8       Με την από 16 Μαΐου 2000 απάντησή της, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμφισβήτησε την προσαπτόμενη παράβαση.

9       Η Επιτροπή, μη πεισθείσα από τις παρασχεθείσες διευκρινίσεις, απηύθυνε, με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 2002, αιτιολογημένη γνώμη προς το εν λόγω κράτος μέλος και το κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως προς τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από την ως άνω οδηγία, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση αυτής της αιτιολογημένης γνώμης.

10     Κρίνοντας ότι η απάντηση στην ως άνω αιτιολογημένη γνώμη δεν ήταν ικανοποιητική, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.

 Επί της προσφυγής

 Επιχειρήματα των διαδίκων

11     Η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα μέτρα, τα οποία λαμβάνονται στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που απονέμει το άρθρο 18 της οδηγίας 96/67 στα κράτη μέλη, δεν δύνανται να διακυβεύουν την προοδευτική επίτευξη της ελεύθερης προσβάσεως στην αγορά των υπηρεσιών εδάφους που μνημονεύεται στα άρθρα 6 και 7 της ίδιας οδηγίας. Κατά συνέπεια, τα εθνικά μέτρα που θεσπίζονται για τη ρύθμιση των συνθηκών εργασίας σε αυτόν τον τομέα δεν δύνανται να εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των παρεχόντων υπηρεσίες και των χρηστών που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων, ούτε να στρεβλώνουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό.

12     Η Επιτροπή κρίνει ότι η επίμαχη γερμανική ρύθμιση δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές, καθόσον συνεπάγεται διάκριση μεταξύ του οργανισμού διαχειρίσεως του αερολιμένα, αφενός, και των λοιπών παρεχόντων υπηρεσίες και των χρηστών που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων, αφετέρου, παρεμποδίζοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την πρόσβαση των τελευταίων στην αγορά και στρεβλώνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων αυτών κατηγοριών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, ο οργανισμός διαχειρίσεως δικαιούται να μετακυλίει, εν όλω ή, τουλάχιστον, εν μέρει, στις νεοεισερχόμενες στην αγορά επιχειρήσεις το κόστος των εργαζομένων που δεν μπορεί πλέον να απασχολεί κατόπιν της απώλειας μεριδίων αγοράς που είναι σύμφυτη με τη διαδικασία ελευθερώσεως.

13     Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα γενικά μέτρα προστασίας, τα οποία λαμβάνουν τα κράτη μέλη για τη μεταφορά της οδηγίας 2001/23 στο εσωτερικό τους δίκαιο, έχουν εφαρμογή επίσης στον τομέα των υπηρεσιών εδάφους. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών εδάφους κατά την οδηγία 96/67 συνεπάγεται μεταβίβαση εγκαταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή [: του μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της εν λόγω πράξεως, μεταβιβάζονται, με την πράξη αυτή, στον εκδοχέα [: προς ον η μεταβίβαση].

14     Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα μέτρα των άρθρων 8, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 3, της BADV συνεπάγονται δυσμενή διάκριση, στις μη καλυπτόμενες από την οδηγία 2001/23 περιπτώσεις, μεταξύ, αφενός, του οργανισμού διαχειρίσεως του αερολιμένα και, αφετέρου, των λοιπών παρεχόντων υπηρεσίες και των χρηστών που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων, όσον αφορά τις κοινωνικοασφαλιστικές δαπάνες, σε περίπτωση μεταβιβάσεως των υπηρεσιών εδάφους.

15     Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η δυνατότητα μετακυλίσεως ορισμένων κοινωνικοασφαλιστικών δαπανών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της BADV, δεν δικαιολογείται βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/67. Βεβαίως, η τελευταία αυτή διάταξη επιτρέπει στον οργανισμό διαχειρίσεως του αερολιμένα να εισπράττει αντίτιμο για την πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις από τους λοιπούς παρέχοντες υπηρεσίες και από τους χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων. Ωστόσο, το εν λόγω αντίτιμο πρέπει να καθορίζεται με βάση κατάλληλα, αντικειμενικά, διαφανή και μη εισάγοντα διακρίσεις κριτήρια.

16     Η Επιτροπή προβάλλει ότι η έκφραση «αερολιμενικές εγκαταστάσεις» της ως άνω διατάξεως νοείται σε συσχετισμό με τις υποδομές του αερολιμένα και ότι το ύψος του επιβαλλομένου αντιτίμου είναι κατάλληλο και αντικειμενικό μόνον εάν έχει ως βάση τις δαπάνες, στις οποίες προβαίνει ο οργανισμός διαχειρίσεως του αερολιμένα προκειμένου να διασφαλίσει στους λοιπούς παρέχοντες υπηρεσίες και στους χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων την πρόσβαση στις εν λόγω υποδομές. Κατά συνέπεια, οι δαπάνες, τις οποίες οφείλει να υποστεί ο οργανισμός διαχειρίσεως λόγω της μη αναλήψεως των εργαζομένων, δεν συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών που μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ύψους του αντιτίμου κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/67.

17     Η Γερμανική Κυβέρνηση τονίζει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της BADV, καθιερώνοντας σύστημα που έχει ως βάση τις διαπραγματεύσεις μεταξύ του οργανισμού διαχειρίσεως του αερολιμένα και νεοεισερχόμενης στην αγορά επιχειρήσεως, θεσπίζει μηχανισμό για τη διατήρηση, στο μέτρο του δυνατού, των συμβάσεων εργασίας μαζί με τη μεταβίβαση της δραστηριότητας. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, νεοεισερχόμενη στην αγορά επιχείρηση, η οποία επιθυμεί να παρέχει υπηρεσίες εδάφους προς εαυτήν ή προς τρίτους, πρέπει να προβεί σε διαβουλεύσεις με τον οργανισμό διαχειρίσεως προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ο εν λόγω οργανισμός διαχειρίσεως, μόνον εάν απαίτησε να αναλάβει η νεοεισερχόμενη επιχείρηση τους εργαζομένους του που κατέστησαν υπεράριθμοι και αυτή αρνήθηκε, δικαιούται να κατανείμει τις κοινωνικοασφαλιστικές δαπάνες συνεπεία της αρνήσεως αυτής μεταξύ όλων των παρεχόντων υπηρεσίες εντός της οικείας αγοράς.

18     Η εν λόγω κυβέρνηση φρονεί ότι η διάταξη του άρθρου 8, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 9, παράγραφος 3, της BADV καθώς και η απορρέουσα από αυτές δυνατότητα δίκαιης κατανομής, μεταξύ των παρεχόντων υπηρεσίες εδάφους, των κοινωνικοασφαλιστικών δαπανών που συνεπάγονται οι απολύσεις εργαζομένων αποτελούν μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας οι οποίοι δεν εκφεύγουν του πλαισίου που έχει χαράξει το άρθρο 18 της οδηγίας 96/67.

19     Η κυβέρνηση αυτή διευκρινίζει ότι, εφόσον, στο πλαίσιο της ελευθερώσεως των υπηρεσιών εδάφους, η προς νεοεισερχόμενη επιχείρηση μεταβίβαση των δραστηριοτήτων, των εργαζομένων και άλλων στοιχείων του οργανισμού διαχειρίσεως του αερολιμένα συνοδεύεται από μεταβίβαση εκμεταλλεύσεως, οι διατάξεις της οδηγίας 2001/23 υπερισχύουν ούτως ή άλλως. Εξάλλου, προκειμένου περί περιπτώσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτής της οδηγίας, τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 3, της BADV συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον επιδιώκουν την επίτευξη δίκαιης ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της προστασίας των εργαζομένων και, αφετέρου, του σκοπού της ελευθερώσεως των εν λόγω υπηρεσιών.

20     Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, της BADV επιβάλλει στη νεοεισερχόμενη επιχείρηση και στον οργανισμό διαχειρίσεως του αερολιμένα απλώς υποχρέωση διαβουλεύσεως ως προς την ανάληψη των εργαζομένων. Η ρύθμιση αυτή μόνον επικουρικώς προβλέπει ότι ο οργανισμός διαχειρίσεως δύναται να κατανείμει αναλογικώς, μεταξύ των επιχειρήσεων, τις κοινωνικοασφαλιστικές δαπάνες που απορρέουν από την ελευθέρωση της οικείας αγοράς και την άρνηση αναλήψεως των εργαζομένων, και μάλιστα με βάση κατάλληλα, αντικειμενικά, διαφανή και μη εισάγοντα διακρίσεις κριτήρια.

21     Τέλος, κατά την άποψη της ως άνω κυβερνήσεως, το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/67 δεν αποκλείει την επίμαχη εθνική ρύθμιση, καθόσον πρόκειται για διάταξη που ρυθμίζει το δικαίωμα του οργανισμού διαχειρίσεως του αερολιμένα να απαιτήσει αντίτιμο για την πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις. Το άρθρο 9, παράγραφος 3, της BADV δεν αφορά μόνον την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του αερολιμένα, αλλά παρέχει κίνητρο να διαπραγματεύονται οι νεοεισερχόμενες στην αγορά επιχειρήσεις με τον οργανισμό διαχειρίσεως τους όρους αναλήψεως της οικείας δραστηριότητας προς το συμφέρον των εργαζομένων.

22     Συναφώς, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίμαχη γερμανική ρύθμιση δεν αποτελεί μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/67, αλλά στηρίζεται στο άρθρο 18 της ίδιας οδηγίας.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 Επί του αντικειμένου της διαφοράς

23     Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η παρούσα προσφυγή αφορά τη συμβατότητα της επίμαχης γερμανικής ρυθμίσεως προς τα άρθρα 16 και 18 της οδηγίας 96/67 μόνο στις περιπτώσεις που δεν καλύπτει η οδηγία 2001/23. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο Δικαστήριο, οι διάδικοι συμφωνούν, αφενός, ότι η οδηγία 2001/23 έχει εφαρμογή στις μεταβιβάσεις που σχετίζονται με τις υπηρεσίες εδάφους και, αφετέρου, ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την τελευταία αυτή οδηγία ισχύουν πλήρως σε κάθε περίπτωση μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, συνεπεία του ανοίγματος της σχετικής αγοράς.

24     Επίσης δεν αμφισβητείται ότι το πεδίο εφαρμογής της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως είναι ευρύτερο από αυτό της οδηγίας 2001/23 και ότι αυτή αφορά όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οργανισμός διαχειρίσεως αερολιμένα παραιτείται από την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας υπέρ νεοεισερχόμενης επιχειρήσεως. Κατά συνέπεια, πρέπει να διευκρινισθεί εάν τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 3, της BADV συνάδουν προς τα άρθρα 16 και 18 της οδηγίας 96/67.

 Επί της αιτιάσεως που αντλείται από την υποχρέωση αναλήψεως των εργαζομένων

25     Η αιτίαση της Επιτροπής αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 2, της BADV, δυνάμει του οποίου ο οργανισμός διαχειρίσεως του αερολιμένα μπορεί να απαιτήσει από παρέχοντα υπηρεσίες ή από χρήστη που εξυπηρετείται δι’ ιδίων μέσων την ανάληψη των εργαζομένων ανάλογα με τις υπηρεσίες εδάφους που του έχουν παραχωρηθεί.

26     Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, ακόμη και εάν ευσταθούσε η άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η ως άνω διάταξη δεν επιβάλλει απόλυτη υποχρέωση αναλήψεως των εργαζομένων σε όλες τις περιπτώσεις ανοίγματος της αγοράς των υπηρεσιών εδάφους υπέρ νεοεισερχόμενων παρεχόντων υπηρεσίες ή χρηστών, είναι αληθές ότι η διάταξη αυτή, εκ μόνου του γεγονότος της υπάρξεώς της, επιτρέπει στους οργανισμούς διαχειρίσεως αερολιμένων στη Γερμανία να ασκούν πίεση επί των επιχειρήσεων ή των χρηστών που επιθυμούν να εισέλθουν σε αυτήν την αγορά, ωθώντας τους να αναλάβουν τους εργαζομένους που απασχολούνται στον τομέα των υπηρεσιών εδάφους.

27     Ως εκ τούτου, η διάταξη αυτή μπορεί να καταστήσει δυσχερέστερη την είσοδο νέων παρεχόντων υπηρεσίες στον οικείο τομέα δραστηριότητας και να τους περιαγάγει σε δυσμενέστερη θέση έναντι των ήδη εγκατεστημένων επιχειρήσεων.

28     Επί του ζητήματος εάν η ρύθμιση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί δυνάμει του άρθρου 18 της οδηγίας 96/67, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, μολονότι τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία να διασφαλίζουν κατάλληλο επίπεδο κοινωνικής προστασίας για το προσωπικό των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες εδάφους, η εν λόγω εξουσία δεν συνεπάγεται απεριόριστη κανονιστική αρμοδιότητα και πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να μη θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της ως άνω οδηγίας και τους επιδιωκόμενους με αυτή στόχους (βλ. την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C-460/02, Επιτροπή κατά Ιταλίας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 31 και 32).

29     Επιβάλλεται η επισήμανση ότι υπάρχει κίνδυνος η επίμαχη εθνική ρύθμιση να θέσει υπό αμφισβήτηση, λόγω των οικονομικών της επιπτώσεων, την ορθολογική χρήση των αερολιμενικών υποδομών και τη μείωση του κόστους των συναφών υπηρεσιών για τους χρήστες, διακυβεύοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών εδάφους και την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 96/67 (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψεις 33 και 34).

30     Κατά συνέπεια, το άρθρο 8, παράγραφος 2, της BADV δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάδει προς τις εξουσίες που απονέμει στα κράτη μέλη το άρθρο 18 της οδηγίας 96/67.

31     Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι είναι βάσιμη η αιτίαση που αντλείται από την υποχρέωση αναλήψεως των εργαζομένων.

 Επί της αιτιάσεως που αντλείται από τον τρόπο καθορισμού του αντιτίμου για την πρόσβαση, τη διάθεση και τη χρήση των αερολιμενικών εγκαταστάσεων

32     Η αιτίαση της Επιτροπής αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της BADV, που έχει ως αντικείμενο τον τρόπο καθορισμού του αντιτίμου το οποίο ο οργανισμός διαχειρίσεως αερολιμένα δικαιούται να απαιτήσει από τους παρέχοντες υπηρεσίες και τους χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων για την πρόσβαση, τη διάθεση και τη χρήση των εγκαταστάσεών του.

33     Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η εν λόγω διάταξη αποτελεί τη νομική βάση που επιτρέπει στον οργανισμό διαχειρίσεως να επιβάλει σειρά οικονομικών επιβαρύνσεων στις ως άνω επιχειρήσεις.

34     Επί του ζητήματος εάν η δυνατότητα επιβολής αντιτίμου συνάδει προς την οδηγία 96/67 επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, η μνεία των εγκαταστάσεων αφορά προδήλως την υποδομή και τον εξοπλισμό που ο αερολιμένας έχει διαθέσει προς χρήση (βλ. την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2003, C-363/01, Flughafen Hannover-Langenhagen, Συλλογή 2003, σ. I‑11893, σκέψη 40).

35     Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η δυνατότητα του οργανισμού διαχειρίσεως αερολιμένα να εισπράττει τέλος προσβάσεως πέραν του τέλους χρήσεως των αερολιμενικών εγκαταστάσεων όχι μόνον δεν μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση στην οικεία αγορά, αλλά και αντιστρατεύεται τον στόχο της μειώσεως του κόστους εκμεταλλεύσεως των αεροπορικών εταιριών και καταλήγει ακόμη, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε αύξηση αυτού του κόστους (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Flughafen Hannover-Langenhagen, σκέψη 44).

36     Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το εν λόγω αντίτιμο αποτελεί αντιπαροχή που πρέπει να αντιστοιχεί επακριβώς στο κόστος χρήσεως των αερολιμενικών εγκαταστάσεων και να καθορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που θεσπίζει το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/67, λαμβανομένου υπόψη και του συμφέροντος του εν λόγω οργανισμού να πραγματοποιήσει κέρδος (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Flughafen Hannover-Langenhagen, σκέψη 62).

37     Ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση, η επίμαχη εθνική ρύθμιση προβλέπει ότι μέρος του αντιτίμου μπορεί να προορίζεται για την αντιστάθμιση των δαπανών που προκαλούνται από τη μη ανάληψη εργαζομένων κατόπιν του ανοίγματος της αγοράς υπηρεσιών εδάφους.

38     Όπως ορθώς επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 69 των προτάσεών του, η ύπαρξη αυτού του στοιχείου καταδεικνύει ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο προβλεπόμενη στο γερμανικό δίκαιο αμοιβή εξέρχεται του πλαισίου εντός του οποίου την αντελήφθη ο κοινοτικός νομοθέτης, ήτοι αποκλειστικώς ως αντιπαροχή για τη χρήση των αερολιμενικών εγκαταστάσεων από τους παρέχοντες υπηρεσίες ή τους χρήστες που εξυπηρετούνται δι’ ιδίων μέσων.

39     Συγκεκριμένα, οι δαπάνες που προκαλούνται από τη μη ανάληψη των εργαζομένων ουδαμώς συνδέονται προς το κόστος που συνεπάγεται η διάθεση, εκ μέρους του οργανισμού διαχειρίσεως του αερολιμένα, των εγκαταστάσεών του και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκαταλέγονται στα κριτήρια του άρθρου 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/67.

40     Εξάλλου, επί του επιχειρήματος της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της BADV δεν έχει σκοπό να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/67, αλλά συνάδει, στο σύνολό του, προς το άρθρο 18 αυτής, αρκεί η διαπίστωση ότι το εν λόγω άρθρο της BADV προβλέπει αντίτιμο για την πρόσβαση, τη διάθεση και τη χρήση των αερολιμενικών εγκαταστάσεων, ενώ το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/67 αφορά ειδικώς την περίπτωση επιβολής αντιτίμου για την πρόσβαση στις εν λόγω εγκαταστάσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.

41     Επί του αυτού επιχειρήματος της Γερμανικής Κυβερνήσεως επιβάλλεται η προσθήκη, ως εκ περισσού, ότι, όπως ορθώς επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 50 και 51 των προτάσεών του, η οικονομική επιβάρυνση, την οποία ο οργανισμός διαχειρίσεως του αερολιμένα μπορεί να επιβάλει στις νεοεισερχόμενες στην αγορά επιχειρήσεις λόγω μη αναλήψεως εργαζομένων κατά τη μεταβίβαση υπηρεσιών εδάφους, αποτελεί οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ του εν λόγω οργανισμού και αποσκοπεί στην προστασία συμφερόντων που δεν συγκαταλέγονται στα του άρθρου 18 της οδηγίας 96/67.

42     Ως εκ τούτου, η αιτίαση που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 16 της οδηγίας 96/67 είναι επίσης βάσιμη.

43     Κατόπιν των προεκτεθέντων, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη στο σύνολό της.

44     Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας μέτρα αντίθετα προς τα άρθρα 16 και 18 της οδηγίας 96/67, στο πλαίσιο των άρθρων 8, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 3, της BADV, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.

 Επί των δικαστικών εξόδων

45     Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και η τελευταία ηττήθηκε ως προς τους ισχυρισμούς της, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας μέτρα αντίθετα προς τα άρθρα 16 και 18 της οδηγίας 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας, στο πλαίσιο των άρθρων 8, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 3, της κανονιστικής αποφάσεως της 10ης Δεκεμβρίου 1997, περί των υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες (Verordnung über Bodenabfertigungsdienste auf Flugplätzen), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.

2)      Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.