ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 18ης Ιανουαρίου 2005 (1)
Υπόθεση C-519/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 96/34/ΕΚ – Γονική άδεια – Άδεια μητρότητας – Εσφαλμένη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη»
1. Με προσφυγή της 12ης Δεκεμβρίου 2003 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: Επιτροπή) ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 226 ΕΚ, να διαπιστώσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου (στο εξής: Λουξεμβούργο) μετέφερε ορθώς στο εσωτερικό του δίκαιο την οδηγία 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES (στο εξής: οδηγία 96/34 ή απλώς οδηγία) (2).
2. Η Επιτροπή βάλλει ειδικώς κατά της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας με την οποία μεταφέρθηκε η οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη, διότι προβλέπει την υποκατάσταση της γονικής άδειας από την άδεια μητρότητας στην περίπτωση επικαλύψεώς τους, καθώς και τη χορήγηση γονικής άδειας μόνο στους γονείς τα παιδιά των οποίων έχουν γεννηθεί επτά μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας που έχει ταχθεί για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο
3. Με την οδηγία 96/34 ο κοινοτικός νομοθέτης εφάρμοσε τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια που συνήψαν στις 14 Δεκεμβρίου 1995 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα (UNICE, CEEP και CES) (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) (3). Βάσει του άρθρου 2 της οδηγίας, τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση θεσπίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που είναι αναγκαίες για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη και, κατ’ επέκταση, της συμφωνίας που έχει ενσωματωθεί σ’ αυτή, το αργότερο στις 3 Ιουνίου 1998.
4. Για τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας προέχει να υπομνησθεί το σημείο 9 των γενικών εκτιμήσεων της συμφωνίας-πλαισίου, το οποίο προβλέπει ότι η γονική άδεια «διακρίνεται από την άδεια μητρότητας», καθώς και, κυρίως, η ρήτρα 2, παράγραφος 1, κατά την οποία «[…] δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, χορηγείται ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό τουλάχιστον επί τρεις μήνες, μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας, η οποία μπορεί να φθάσει μέχρι τα 8 έτη και προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη ή/και τους κοινωνικούς εταίρους».
Β – Εθνικό δίκαιο
5. Με τον νόμο της 12ης Φεβρουαρίου 1999, για την καθιέρωση γονικής άδειας και άδειας για οικογενειακούς λόγους (στο εξής: νόμος της 12ης Φεβρουαρίου 1999) (4), το Λουξεμβούργο θέλησε να θέσει σε εφαρμογή την οδηγία 96/34.
6. Σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 8 του νόμου αυτού, σε κάθε γονέα μπορεί να χορηγηθεί γονική άδεια διάρκειας έξι μηνών (δυνάμενη να παραταθεί έως δώδεκα μήνες εφόσον συνδυάζεται με εργασία με μειωμένο ωράριο), κατά τη διάρκεια της οποίας ο γονέας λαμβάνει μηνιαία αποζημίωση 272,68 ευρώ (μειωμένη κατά το ήμισυ εφόσον η άδεια συνδυάζεται με εργασία με μειωμένο ωράριο).
7. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ίδιου νόμου προβλέπει ότι, σε περίπτωση εγκυμοσύνης (ή υιοθεσίας τέκνου) λόγω της οποίας θεμελιώνεται δικαίωμα άδειας μητρότητας (ή υιοθεσίας), ενόσω διαρκεί η γονική άδεια, αυτή τερματίζεται και υποκαθίσταται από την άδεια μητρότητας.
8. Το άρθρο 19, πέμπτο εδάφιο, ορίζει ότι μόνον οι γονείς των παιδιών που έχουν γεννηθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1998, ή των οποίων η διαδικασία υιοθεσίας έχει ξεκινήσει ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου μετά την ημερομηνία αυτή, μπορούν να επικαλούνται τις διατάξεις για τη γονική άδεια.
9. Μολονότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ευθέως το άρθρο 3, παράγραφος 4, του εν λόγω νόμου, για τους λόγους που θα εκτεθούν, πρέπει να υπομνησθεί και το άρθρο αυτό, το οποίο προβλέπει ότι ένας από τους δύο γονείς πρέπει να λάβει υποχρεωτικά την πρώτη γονική άδεια αμέσως μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας (ή υιοθεσίας), διότι άλλως χάνει το δικαίωμά του αυτό. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, ο έτερος γονέας μπορεί να ζητήσει τη δεύτερη γονική άδεια μέχρις ότου το παιδί συμπληρώσει το πέμπτο έτος της ηλικίας του.
10. Επιβάλλεται, τέλος, να υπομνησθεί ότι ο νόμος της 12ης Φεβρουαρίου 1999 τροποποιήθηκε με τον νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2002 (5), με τον οποίο, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, προστέθηκε το άρθρο 10, έκτο εδάφιο, το οποίο έχει ως εξής:
«Η οριστική εκ μέρους [της αρμόδιας αρχής] απόρριψη της αιτήσεως χορηγήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 8 αποζημιώσεως δεν προδικάζει την ενδεχόμενη χορήγηση γονικής άδειας από τον εργοδότη υπό τους όρους της οδηγίας 96/34» (6).
11. Με το υπόμνημά του αντικρούσεως, το Λουξεμβούργο αναφέρθηκε επίσης σε σχέδιο νόμου του 2003 που επρόκειτο να εισαγάγει περαιτέρω τροποποιήσεις στη σχετική νομοθεσία, τις οποίες ωστόσο εκτιμώ ότι δεν χρειάζεται να αναφέρω, δεδομένου ότι είναι προφανές ότι δεν εντάσσονται στο κρίσιμο χρονικό πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
II – Ιστορικό και διαδικασία
12. Με έγγραφο οχλήσεως της 16ης Μαΐου 2001, η Επιτροπή ανακοίνωσε στη Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση ότι, κατά την άποψή της, τα άρθρα 7, παράγραφος 2, και 19, πέμπτο εδάφιο, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999 δεν ήταν σύμφωνα με την οδηγία 96/34.
13. Με έγγραφο της 26ης Ιουλίου 2001, το Λουξεμβούργο αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της Επιτροπής.
14. Στις 23 Οκτωβρίου 2001, με συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή ανακοίνωσε στο Λουξεμβούργο ότι θεωρούσε επίσης αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο το άρθρο 3, παράγραφος 6, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999, κατά το οποίο, αν αμφότεροι οι γονείς υποβάλουν αίτηση γονικής άδειας, προτεραιότητα δίδεται στη μητέρα.
15. Το Λουξεμβούργο απάντησε, στις 8 Ιανουαρίου 2002, ότι η προαναφερθείσα διάταξη επρόκειτο να τροποποιηθεί ώστε η προτεραιότητα μεταξύ των γονέων να καθορίζεται με την αλφαβητική σειρά των αντίστοιχων επωνύμων τους. Η τροποποίηση αυτή εισήχθη πράγματι με τον νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2002.
16. Στις 15 Νοεμβρίου 2002 η Επιτροπή απέστειλε στο Λουξεμβούργο αιτιολογημένη γνώμη, κατά την έννοια του άρθρου 226, παράγραφος 1, ΕΚ, με την οποία του προσήψε ότι, θεσπίζοντας τα άρθρα 3, παράγραφος 6, 7, παράγραφος 2, και 19 του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα όσον αφορά: i) το κριτήριο της κατά προτεραιότητα χορηγήσεως γονικής άδειας σε έναν από τους γονείς όταν αμφότεροι οι γονείς υποβάλλουν ταυτόχρονα αιτήσεις για τη χορήγησή της, ii) την υποκατάσταση της γονικής άδειας από την άδεια μητρότητας σε περίπτωση επικαλύψεώς τους, iii) τη χορήγηση γονικής άδειας μόνο στους γονείς των οποίων τα παιδιά έχουν γεννηθεί επτά μήνες μετά τη λήξη της προθεσμίας που έχει ταχθεί για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
17. Με την αιτιολογημένη γνώμη το Λουξεμβούργο κλήθηκε να συμμορφώσει τη νομοθεσία του με το κοινοτικό δίκαιο εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της, ήτοι το αργότερο στις 15 Ιανουαρίου 2003.
18. Απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη, το Λουξεμβούργο απέστειλε στην Επιτροπή έγγραφο της 19ης Μαΐου 2003 με το οποίο την ενημέρωσε για τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο νόμος της 21ης Νοεμβρίου 2002 στον επίδικο νόμο του 1999. Η απάντηση αυτή, μολονότι εστάλη πριν από την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής που οδήγησε στην παρούσα διαδικασία (12 Δεκεμβρίου 2003), λόγω σειράς λαθών των υπηρεσιών της Επιτροπής, δεν είχε περιέλθει στη νομική της υπηρεσία μέχρι την ημερομηνία αυτή.
19. Έχοντας ωστόσο λάβει γνώση, έστω και μερικώς, της επερχόμενης τροποποιήσεως του άρθρου 3, παράγραφος 6, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999, η Επιτροπή παραιτήθηκε από την αιτίαση σχετικά με την κατά προτεραιότητα χορήγηση της γονικής άδειας στη μητέρα σε περίπτωση ταυτόχρονων αιτήσεων, εμμένοντας ωστόσο στις δύο άλλες αιτιάσεις.
20. Στο πλαίσιο των επιχειρημάτων που προέβαλε προς στήριξη των εν λόγω αιτιάσεων, η Επιτροπή δήλωσε επιπλέον ότι ο νόμος της 12ης Φεβρουαρίου 1999 συνιστά επίσης παράβαση της οδηγίας λόγω της διατάξεως που ορίζει ότι ένας από τους γονείς υποχρεούται να λάβει τη γονική άδεια άμα τη λήξει της άδειας μητρότητας (ή υιοθεσίας) (άρθρο 3, παράγραφος 4). Απέκλεισε ωστόσο ρητά το ζήτημα αυτό από το αντικείμενο της προσφυγής, καθόσον αυτό δεν είχε εξεταστεί στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
21. Κατόπιν της συνήθους διπλής ανταλλαγής γραπτών υπομνημάτων, οι διάδικοι αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 24ης Νοεμβρίου 2004.
III – Νομική ανάλυση
Α – Επί του παραδεκτού
22. Το Λουξεμβούργο προβάλλει, κατ’ αρχάς, το απαράδεκτο της προσφυγής υποστηρίζοντας ότι αυτή στερείται αντικειμένου, καθότι η ενδεχόμενη παράβαση θεραπεύτηκε με τις τροποποιήσεις που επέφερε στην επίδικη εθνική νομοθεσία ο νόμος της 21ης Νοεμβρίου 2002. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω τροποποιήσεις, μολονότι κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή με καθυστέρηση, θεσπίστηκαν ωστόσο εντός της προθεσμίας (15 Ιανουαρίου 2003) που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη στο Λουξεμβούργο, προκειμένου αυτό να συμμορφωθεί με την οδηγία.
23. Εν πάση περιπτώσει, προσθέτει η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, όταν η Επιτροπή άσκησε την προσφυγή δεν είχε πλέον κανένα λόγο να προσφύγει στο Δικαστήριο, καθότι οι επελθούσες τροποποιήσεις της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας, μολονότι δεν κοινοποιήθηκαν εμπρόθεσμα, έθεσαν ωστόσο εγκαίρως τέρμα στην παράβαση. Αν και η απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη χάθηκε εξαιτίας σφάλματος των υπηρεσιών της, η Επιτροπή προσέφυγε εντούτοις στο Δικαστήριο παρόλο που, στο στάδιο αυτό, το συμφέρον της να ενεργήσει είχε αντικειμενικά εξαφανιστεί. Επομένως, η προσφυγή είναι απαράδεκτη και για τον λόγο αυτό.
24. Τέλος το Λουξεμβούργο, προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου, προσέθεσε με το υπόμνημά του ανταπαντήσεως ότι η προθεσμία των δύο μηνών που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη δεν συνιστά εύλογη προθεσμία, καθότι ήταν αδύνατο να προβεί στις απαιτούμενες από την Επιτροπή νομοθετικές τροποποιήσεις σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
25. Φρονώ, ωστόσο, ότι η Επιτροπή ορθώς αμφισβητεί τις αντιρρήσεις αυτές, προβάλλοντας την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου.
26. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο έχει πράγματι επανειλημμένως κρίνει ότι «η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, και ότι οι επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο» (7). Εν προκειμένω, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η νέα λουξεμβουργιανή νομοθεσία, ναι μεν θεσπίστηκε αλλά δεν κοινοποιήθηκε εγκαίρως στην Επιτροπή, ορθώς η τελευταία έκρινε ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, η «κατάσταση του κράτους μέλους [...]» δεν ήταν σύμφωνη με την αιτιολογημένη γνώμη.
27. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, εξακολουθεί να υφίσταται συμφέρον της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ ακόμη και όταν η προσαπτόμενη παράβαση έχει εξαφανιστεί μετά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (8) (αυτό προφανώς ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, η παράβαση δεν έχει θεραπευτεί).
28. Αληθεύει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, οι καθυστερήσεις και τα σφάλματα κατά τη διαβίβαση της απαντήσεως του Λουξεμβούργου στην αιτιολογημένη γνώμη καθιστούν την κατάσταση περιπλοκότερη. Εντούτοις, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι, όσον αφορά το παραδεκτό προσφυγής λόγω παραβάσεως, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι δεν ελήφθη υπόψη η απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη (9). Συγκεκριμένα, με την απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών έχει κριθεί ότι «ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία κινήθηκε με προσφυγή της Επιτροπής η οποία δεν έλαβε υπόψη ενδεχόμενα νέα στοιχεία, πραγματικά ή νομικά, προβληθέντα από το οικείο κράτος μέλος με την απάντησή του στην αιτιολογημένη γνώμη, τα δικαιώματα άμυνας του κράτους αυτού δεν θίγονται εξ αυτού του λόγου. Πράγματι, [το κράτος] αυτό μπορεί, στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, να επικαλεσθεί πλήρως τα εν λόγω στοιχεία από την πρώτη του ήδη πράξη άμυνας. Στο Δικαστήριο απόκειται να εξετάσει τη λυσιτέλειά τους για την τύχη που θα έχει η προσφυγή λόγω παραβάσεως» (10).
29. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι οι ενστάσεις που προέβαλε το Λουξεμβούργο ως προς το παραδεκτό δεν μπορούν να γίνουν δεκτές.
30. Τέλος, όσον αφορά τις παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου ως προς τη μη τήρηση της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, θα επισημάνω απλώς ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε μόλις με το υπόμνημα ανταπαντήσεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι προβλήθηκε με καθυστέρηση.
31. Εν πάση περιπτώσει, επί της ουσίας πρέπει να σημειωθεί ότι, δεδομένου ότι η Συνθήκη σιωπά επ’ αυτού, η προθεσμία των δύο μηνών είναι η συνήθης προθεσμία που τάσσει η Επιτροπή στα κράτη μέλη με την αιτιολογημένη γνώμη (11). Παρόλο που η εν λόγω προθεσμία φαίνεται ενδεχομένως ανεπαρκής, υπενθυμίζεται ότι σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας στο σύνολό της, και όχι της αιτιολογημένης γνώμης και μόνον, είναι να «δώσει την ευκαιρία στο κράτος μέλος [...] να συμμορφωθεί προτού επιληφθεί το Δικαστήριο» (12). Συγκεκριμένα, η γνώμη αυτή είναι απλώς η πράξη περατώσεως μιας διαδικασίας η οποία, όπως είναι γνωστό, διαρκεί συνήθως επαρκώς ώστε να παράσχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις επιταγές της Επιτροπής.
32. Ακολούθως, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, μπορεί να προστεθεί ότι, εφόσον το Λουξεμβούργο κατάφερε να τροποποιήσει την επίδικη νομοθεσία εντός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, προφανώς η προθεσμία αυτή δεν ήταν τόσο ανεπαρκής όσο ισχυρίζεται η εν λόγω Κυβέρνηση. Το ζήτημα αν, οι επελθούσες τροποποιήσεις καθιστούν πράγματι την παρούσα προσφυγή άνευ αντικειμένου είναι ακριβώς αυτό το οποίο πρέπει να επιλύσει το Δικαστήριο αποφαινόμενο επί της ουσίας της υποθέσεως.
33. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω επομένως να κηρυχθεί η προσφυγή παραδεκτή.
Επί της πρώτης αιτιάσεως της προσφυγής
34. Με την πρώτη αιτίαση η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999, κατά το οποίο σε περίπτωση εγκυμοσύνης (ή υιοθεσίας τέκνου) λόγω της οποίας θεμελιώνεται δικαίωμα άδειας μητρότητας (ή υιοθεσίας), ενόσω διαρκεί η γονική άδεια, η τελευταία τερματίζεται και υποκαθίσταται από την άλλη.
35. Ειδικότερα, κατά την άποψη της Επιτροπής, η διάταξη αυτή είναι αντίθετη με την αρχή που καθιερώνει το σημείο 9 των γενικών εκτιμήσεων της συμφωνίας-πλαισίου που έχει ενσωματωθεί στην οδηγία (βλ., ανωτέρω, σημεία 3 και 4), ήτοι ότι η γονική άδεια διακρίνεται από την άδεια μητρότητας.
36. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη ρήτρα 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας, η γονική άδεια αποτελεί δικαίωμα αμφότερων των εργαζομένων γονέων και παρέχει σ’ έναν από τους δύο τη δυνατότητα να μην εργάζεται για τρεις τουλάχιστον μήνες, μέχρι να φθάσει το παιδί σε ορισμένη ηλικία την οποία προσδιορίζει το κάθε κράτος μέλος χωρίς να μπορεί να υπερβεί τα 8 έτη.
37. Αντιθέτως, σκοπός της άδειας μητρότητας είναι η προστασία «της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας και των ιδιαίτερων σχέσεων μεταξύ αυτής και του παιδιού της κατά τη διάρκεια της περιόδου που έπεται της εγκυμοσύνης και του τοκετού, κατά τρόπο ώστε να μη διαταράσσονται οι σχέσεις αυτές από τη σώρευση των βαρών που προκύπτουν από την ταυτόχρονη άσκηση επαγγέλματος» (13).
38. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, εφόσον οι δύο άδειες εξυπηρετούν διαφορετικές απαιτήσεις, κακώς η λουξεμβουργιανή νομοθεσία προβλέπει ότι η χορήγηση άδειας μητρότητας θέτει τέρμα στη γονική άδεια. Τούτο διότι η γυναίκα της οποίας η γονική άδεια διακόπτεται λόγω της ενάρξεως της άδειας μητρότητας (πριν από τον τοκετό), λόγω νέας εγκυμοσύνης, πρέπει να μπορεί να μεταφέρει στη συνέχεια το τμήμα της γονικής άδειας που δεν χρησιμοποίησε.
39. Το Λουξεμβούργο απαντά ότι προσβολή του δικαιώματος γονικής άδειας συντρέχει μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή του, το άρθρο 3, παράγραφος 4, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999 επιτάσσει ότι ένας από τους γονείς λαμβάνει τη γονική άδεια αμέσως μετά την άδεια μητρότητας. Εφόσον, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, την άδεια αυτή τη λαμβάνει η μητέρα, δεν είναι δυνατό, από βιολογικής απόψεως, να διακοπεί η γονική της άδεια από άδεια μητρότητας χορηγούμενη λόγω επόμενης εγκυμοσύνης. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι στην πράξη επέρχεται νέα εγκυμοσύνη αμέσως μετά τον τοκετό, η προ του τοκετού άδεια μητρότητας για τη νέα αυτή εγκυμοσύνη θα ξεκινήσει αμέσως μετά την περίοδο που προκύπτει από την άθροιση της μετά τον τοκετό άδειας μητρότητας για την πρώτη εγκυμοσύνη και της γονικής άδειας που χορηγήθηκε μετά τη λήξη της άδειας αυτής.
40. Το Λουξεμβούργο δέχεται ότι, αν αντιθέτως ζητήσει ο πατέρας τη χορήγηση γονικής άδειας μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια της γονικής άδειας που θα ελάμβανε ενδεχομένως η μητέρα μεταγενέστερα, οπότε θα χορηγούνταν άδεια μητρότητας που θα έθετε πρόωρα τέλος στη γονική άδεια.
41. Το Λουξεμβούργο θεράπευσε, ωστόσο, αυτό το μάλλον απίθανο ενδεχόμενο, θεσπίζοντας, πριν από τη λήξη της προθεσμίας που του είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, τον νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2002.
42. Με τον τελευταίο αυτό νόμο, όπως αναφέρθηκε, εισήχθη στην προαναφερθείσα νομοθεσία το άρθρο 10, έκτο εδάφιο, κατά το οποίο «η οριστική εκ μέρους [της αρμόδιας αρχής] απόρριψη της αιτήσεως χορηγήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 8 αποζημιώσεως [για τη γονική άδεια] δεν προδικάζει την ενδεχόμενη χορήγηση γονικής άδειας από τον εργοδότη υπό τους όρους της οδηγίας 96/34».
43. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μητέρα της οποίας η γονική άδεια τερματίζεται πρόωρα, λόγω της επικαλύψεώς της με την άδεια μητρότητας, θα μπορέσει εν πάση περιπτώσει να χρησιμοποιήσει μεταγενέστερα το χρονικό διάστημα που υπολείπεται ώστε να συμπληρωθεί η ελάχιστη διάρκεια τριών μηνών που προβλέπει η οδηγία για τη γονική άδεια.
44. Το Λουξεμβούργο προσθέτει ότι, επιπλέον, και μάλιστα πριν από την υπομνησθείσα νομοθετική τροποποίηση, παρέσχε συγκεκριμένες οδηγίες στις αρμόδιες αρχές ώστε να αναγνωρίζεται στη μητέρα που τελεί στην κατάσταση που υποθετικώς προβάλλει η Επιτροπή συμπλήρωμα γονικής άδειας για το χρονικό διάστημα που δεν χρησιμοποίησε, ώστε να συμπληρώνεται συνολική διάρκεια άδειας που να ισούται όχι με την ελάχιστη διάρκεια των τριών μηνών που προβλέπει η οδηγία, αλλά με τους έξι μήνες που ορίζει το άρθρο 2 του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999 (δώδεκα μήνες στην περίπτωση συνδυασμού με εργασία με μειωμένο ωράριο). Επιπλέον, το Λουξεμβούργο καταβάλλει, σε παρόμοιες περιπτώσεις, την προβλεπόμενη στο άρθρο 8 του προαναφερθέντος νόμου αποζημίωση, παρόλο που δεν το επιβάλλει η οδηγία.
45. Κατά την άποψή μου, μολονότι αναγνωρίζω ότι η σχετική με το επίδικο ζήτημα λουξεμβουργιανή νομοθεσία στο σύνολό της είναι αρκετά γενναιόδωρη, δεν μπορώ να συμμεριστώ την επιχειρηματολογία του κράτους αυτού.
46. Κατ’ αρχάς, δεν τη θεωρώ πειστική όσον αφορά τις αιτιάσεις της Επιτροπής σχετικά με τη συμβατότητα προς την οδηγία 96/34 της νομοθεσίας που ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις του 2002 και, ιδίως, του άρθρου 7, παράγραφος 2, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999.
47. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι, στην περίπτωση εγκυμοσύνης λόγω της οποίας θεμελιώνεται δικαίωμα άδειας μητρότητας, ενόσω διαρκεί η γονική άδεια που έχει χορηγηθεί για γεννηθέν τέκνο, η γονική άδεια τερματίζεται και υποκαθίσταται από την άδεια μητρότητας.
48. Αυτό σημαίνει ότι, όπως αναγνωρίζει το ίδιο το Λουξεμβούργο, έστω και στις περιορισμένες περιπτώσεις στις οποίες τυγχάνει εφαρμογής το εν λόγω άρθρο, η εφαρμογή του συνεπάγεται ότι η μητέρα λαμβάνει γονική άδεια διάρκειας μικρότερης των έξι μηνών που προβλέπει κανονικά η λουξεμβουργιανή νομοθεσία με την οποία μεταφέρθηκε η οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη.
49. Όπως τόνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ένα κράτος μέλος είναι ασφαλώς ελεύθερο, κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, να χορηγήσει γονική άδεια διάρκειας μεγαλύτερης των τριών μηνών που προβλέπει ως ελάχιστη διάρκεια η οδηγία. Αφ’ ης στιγμής ωστόσο αποφασίσει να χορηγήσει άδεια μεγαλύτερης διάρκειας, οφείλει να τη χορηγήσει επί ίσοις όροις σε όλους όσοι εμπίπτουν στο ratione personae πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και δεν έχει, ως εκ τούτου, την ευχέρεια, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, να διαφοροποιήσει την αντιμετώπισή τους.
50. Θεωρώ ότι το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται λόγω του ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου των οποίων την τήρηση εγγυάται το Δικαστήριο (14) και ότι οι αρχές αυτές «δεσμεύουν [...] τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή κοινοτικών ρυθμίσεων» (15). Κατά συνέπεια, η οδηγία μπορεί να θεωρηθεί ως ορθώς μεταφερθείσα στην εσωτερική έννομη τάξη μόνον εφόσον ο εθνικός νομοθέτης χρησιμοποίησε το περιθώριο εκτιμήσεως που του παρέχεται τηρώντας την προαναφερθείσα αρχή.
51. Συνεπώς, ελλείψει αντικειμενικής αιτιολογίας ή, εν πάση περιπτώσει, εφόσον αυτή δεν προβλήθηκε, το Λουξεμβούργο δεν μπορούσε να χορηγήσει σε ορισμένες μητέρες γονική άδεια που, αν και μεγαλύτερη των τριών μηνών, ήταν εν πάση περιπτώσει μικρότερη από τους έξι μήνες που χορηγεί συνήθως στις περιπτώσεις αυτές.
52. Ακολούθως, όσον αφορά τις διοικητικές οδηγίες που προαναφέρθηκαν (σημείο 44), ασφαλώς είναι χρήσιμες για τον σκοπό που μας ενδιαφέρει, αλλά δεν συνιστούν αφ’ εαυτές αποφασιστικό στοιχείο για να αποκλειστεί η προβαλλόμενη διάκριση και μάλιστα διότι, όπως έχει επανειλημμένως επιβεβαιώσει το Δικαστήριο, «οι απλές διοικητικές πρακτικές, οι οποίες από τη φύση τους μπορούν να τροποποιούνται κατά τη βούληση της διοικήσεως και στερούνται προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορούν να θεωρούνται ως έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη» (16).
53. Κατόπιν τούτου, πρέπει τώρα να εξεταστεί αν το Λουξεμβούργο επέφερε μεταγενέστερα στην επίδικη νομοθεσία τροποποιήσεις ικανές να θέσουν τέρμα στην παράβαση εντός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας (15 Ιανουαρίου 2003). Τούτο επιβάλλεται προκειμένου να ακολουθηθεί η λογική της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών και να μπορέσουν, κατ’ επέκταση, να ληφθούν υπόψη τα μέτρα που ελήφθησαν μεν εντός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, αλλά κοινοποιήθηκαν με καθυστέρηση.
54. Αληθεύει ότι ο νόμος της 21ης Νοεμβρίου 2002 εισήγαγε στον νόμο της 12ης Φεβρουαρίου 1999 διάταξη (άρθρο 10, έκτο εδάφιο) που παρέχει τη δυνατότητα στη μητέρα της οποίας η γονική άδεια τερματίζεται πρόωρα, λόγω της επικαλύψεώς της με άδεια μητρότητας, να λάβει μεταγενέστερα νέα γονική άδεια ώστε να συμπληρωθεί το ελάχιστο χρονικό διάστημα που προβλέπει η οδηγία.
55. Ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, όμως, η λουξεμβουργιανή νομοθεσία εξακολουθεί να μην είναι πλήρως σύμφωνη με την οδηγία και με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση μεταξύ των ενδιαφερομένων.
56. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, λαμβάνουν έξι μήνες γονική άδεια και τη σχετική αποζημίωση όλοι οι πατέρες και οι μητέρες των οποίων η γονική άδεια δεν τερματίζεται πρόωρα λόγω άδειας μητρότητας χορηγούμενης λόγω νέας εγκυμοσύνης. Αντιθέτως, οι μητέρες των οποίων η γονική άδεια τερματίζεται πρόωρα λόγω άδειας μητρότητας χορηγούμενης λόγω νέας εγκυμοσύνης λαμβάνουν άδεια μικρότερης διάρκειας που δεν καλύπτεται εξ ολοκλήρου από την αποζημίωση. Συγκεκριμένα, έχουν δικαίωμα να ανακτήσουν μόνον το τμήμα της γονικής άδειας που υπολείπεται για να συμπληρωθεί η προβλεπόμενη στην οδηγία ελάχιστη διάρκεια των τριών μηνών, χωρίς να λαμβάνουν αποζημίωση κατά τη διάρκεια αυτής της συμπληρωματικής περιόδου.
57. Συνεπώς, ακόμη και αν ήθελε ληφθεί υπόψη η πιο πρόσφατη νομοθεσία, θεωρώ ότι, κατόπιν των προεκτεθεισών εκτιμήσεων επί της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (σημείο 49 επ.), η λουξεμβουργιανή νομοθεσία δεν συνιστά ορθή μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
58. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται ούτε από τον ισχυρισμό που προβάλλει το Λουξεμβούργο, ότι σπάνια άδεια μητρότητας θέτει πρόωρα τέρμα σε γονική άδεια λόγω επικαλύψεώς τους.
59. Αληθεύει ασφαλώς ότι οι υποθετικώς προβαλλόμενες περιπτώσεις δεν εκδηλώνονται συχνά και αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο αν ληφθεί υπόψη ότι, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 4, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999, ένας από τους γονείς είναι υποχρεωμένος να λάβει τη γονική άδεια αμέσως μόλις λήξει η άδεια μητρότητας. Συγκεκριμένα, αν, όπως συμβαίνει συνήθως, λάβει η μητέρα την άδεια αυτή, ο πρόωρος τερματισμός της γονικής της άδειας λόγω της επικαλύψεώς της με άδεια μητρότητας, χορηγούμενη λόγω νέας εγκυμοσύνης, συμβαίνει μόνο στην σπάνια περίπτωση που η νέα αυτή εγκυμοσύνη θα ξεκινήσει πολύ σύντομα μετά τον προηγούμενο τοκετό.
60. Εκτός όμως από το ότι αμφισβητείται η συμβατότητα της εν λόγω διατάξεως με την οδηγία και ότι η διάταξη αυτή δεν εξετάζεται στην υπό κρίση υπόθεση απλώς και μόνον επειδή δεν αμφισβητήθηκε κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία (βλ., ανωτέρω, σημείο 20), πρέπει να επισημάνω ότι όλα αυτά δεν ασκούν επιρροή στην ύπαρξη της προβαλλομένης από την Επιτροπή παραβάσεως, αλλά μόνο στο περιεχόμενό της.
61. Όπως το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει, η ένταση των αποτελεσμάτων μιας παραβάσεως δεν έχει μεγάλη σημασία ως προς τη διαπίστωσή της: «ακόμη και αν αποδειχθεί η έλλειψη ζημίας, προέχει να υπομνησθεί ότι η μη τήρηση υποχρεώσεως η οποία επιβάλλεται από κανόνα του κοινοτικού δικαίου συνιστά αφ’ εαυτής παράβαση, η δε εκτίμηση ότι η μη τήρηση της υποχρεώσεως δεν είχε αρνητικές συνέπειες δεν ασκεί επιρροή» (17).
62. Μπορώ, ως εκ τούτου, να καταλήξω συναφώς ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999 δεν συνιστά ορθή μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη και ότι ο νόμος της 21ης Νοεμβρίου 2002 δεν θεράπευσε την παράβαση αυτή. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την πρώτη αιτίαση της προσφυγής.
Γ – Επί της δεύτερης αιτιάσεως της προσφυγής
63. Με τη δεύτερη αιτίαση η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 19, πέμπτο εδάφιο, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999, κατά το οποίο η γονική άδεια χορηγείται μόνο στους γονείς των παιδιών που έχουν γεννηθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1998 (ή για τα οποία η διαδικασία υιοθεσίας έχει ξεκινήσει ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου μετά την ημερομηνία αυτή), συνιστά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας που ορίζει την 3η Ιουνίου 1998 ως προθεσμία για τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη.
64. Οφείλω να επισημάνω ευθύς εξαρχής ότι η αιτίαση της Επιτροπής δεν αφορά τόσο το γεγονός ότι το Λουξεμβούργο επέλεξε για τη θέσπιση του δικαιώματος γονικής άδειας ημερομηνία διαφορετική από την προβλεπόμενη στην οδηγία (την 31η Δεκεμβρίου 1998 αντί της 3ης Ιουνίου 1998). Αντιθέτως, αφορά κυρίως το κριτήριο που προεπιλέχθηκε όσον αφορά την απόκτηση του δικαιώματος αυτού, ήτοι το γεγονός ότι το Λουξεμβούργο χορηγεί τη γονική άδεια μόνο στους γονείς των παιδιών που έχουν γεννηθεί μετά την ημερομηνία αυτή.
65. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η οδηγία επιβάλλει την αναγνώριση του προαναφερθέντος δικαιώματος στους γονείς όλων των ανηλίκων ορισμένης ηλικίας (την οποία τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να προσδιορίσουν με ανώτατο όριο τα οκτώ έτη και την οποία το Λουξεμβούργο όρισε στα πέντε έτη), ανεξαρτήτως του αν τα παιδιά αυτά έχουν γεννηθεί πριν από ή μετά την ημερομηνία που προβλέπει η οδηγία για τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη. Επομένως, το Λουξεμβούργο οφείλει επίσης να χορηγήσει τη γονική άδεια σε όλους τους γονείς των παιδιών που έχουν γεννηθεί πριν από τις 3 Ιουνίου 1998 αλλά δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει το πέμπτο έτος της ηλικίας τους τη στιγμή υποβολής της αιτήσεως γονικής άδειας.
66. Το Λουξεμβούργο απαντά, πρώτον, ότι το δικαίωμα γονικής άδειας δεν θεμελιώνεται βάσει της ηλικίας του παιδιού αλλά βάσει ακριβώς της γεννήσεώς του, όπως, κατά τα λεγόμενά του, προκύπτει σαφώς από το αγγλικό και γερμανικό κείμενο της ρήτρας 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου (18).
67. Αφετέρου, προσθέτει το Λουξεμβούργο, η άποψη της Επιτροπής συνεπάγεται την εφαρμογή της οδηγίας στους γονείς των παιδιών που έχουν γεννηθεί πριν από την ημερομηνία που έχει προβλεφθεί για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη προσδίδοντάς της αναδρομική ισχύ. Αυτό είναι παράνομο, διότι, κατά τη νομολογία, οι κοινοτικές διατάξεις δεν έχουν τέτοιο αποτέλεσμα, εκτός από τις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες προκύπτει σαφώς από το κείμενο της διατάξεως ότι αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη (19).
68. Στην υπό κρίση υπόθεση η πρόθεση του νομοθέτη ήταν διαφορετική, όπως αποδεικνύεται από διάφορα στοιχεία του κειμένου της συμφωνίας-πλαισίου και της οδηγίας και, ειδικότερα, από τη δέκατη «αιτιολογική σκέψη» της, κατά την οποία «[η] συμφωνία-πλαίσιο προβλέπει τις ελάχιστες διατάξεις περί γονικής αδείας [...] και [παραπέμπει] στα κράτη μέλη και στους κοινωνικούς εταίρους για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων εφαρμογής της γονικής αδείας, ώστε να ληφθεί υπ’ όψιν η επικρατούσα σε κάθε κράτος μέλος κατάσταση, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης της οικογενειακής πολιτικής, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις χορήγησης γονικής αδείας και άσκησης του δικαιώματος γονικής αδείας».
69. Αυτό εξηγεί, επίσης, τη «σταδιακή» εισαγωγή της γονικής άδειας στο Λουξεμβούργο. Συγκεκριμένα, αν η γονική άδεια είχε χορηγηθεί και στους γονείς των παιδιών που έχουν γεννηθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1998 (στην πραγματικότητα, όπως αναφέρθηκε στα σημεία 63 και 64, πριν από τις 3 Ιουνίου 1998), θα ανέκυπταν διάφορες δυσκολίες πρακτικής φύσεως για την εφαρμογή της οδηγίας, καθότι θα έπρεπε να αποδεικνύεται για κάθε μεμονωμένη περίπτωση αν οι γονείς αυτοί είχαν λάβει στο παρελθόν για το ίδιο παιδί άλλου είδους άδειες από τις τότε προβλεπόμενες.
70. Επισημαίνω, ευθύς εξαρχής, ότι δεν μπορώ να συμμεριστώ αυτό το επιχείρημα του Λουξεμβούργου. Συγκεκριμένα, όπως είναι γνωστό, οι «δυσκολίες εφαρμογής που ανακύπτουν κατά τη φάση της εκτελέσεως μιας κοινοτικής πράξεως δεν είναι δυνατό να απαλλάσσουν μονομερώς ένα κράτος μέλος από την τήρηση των υποχρεώσεών του» (20). Κατά συνέπεια, ακόμη και αν θεωρηθεί αληθής, η προβαλλόμενη περιπλοκότητα των αναγκαίων επαληθεύσεων για την εφαρμογή της οδηγίας (βλ. προηγούμενο σημείο) δεν μπορεί να απαλλάξει το Λουξεμβούργο από τις ευθύνες του.
71. Κατόπιν της ως άνω διευκρινίσεως, θα προσεγγίσω το βασικό σημείο της διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ήτοι αν το δικαίωμα γονικής άδειας χορηγείται λόγω της γέννησης του ατόμου ή λόγω της μικρής ηλικίας του παιδιού και της απορρέουσας από αυτή ανάγκης αρωγής.
72. Όπως τονίζει το Λουξεμβούργο, δεν αμφισβητείται ότι από το κείμενο της συμφωνίας-πλαισίου που έχει ενσωματωθεί στην οδηγία προκύπτει ότι το δικαίωμα γονικής άδειας χορηγείται «λόγω της γέννησης» ενός παιδιού. Εξάλλου δύσκολα θα μπορούσε να ισχύσει το αντίθετο, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό υφίσταται αφ’ ης στιγμής γεννηθεί ένα παιδί. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, αυτό δεν σημαίνει ότι βάση του δικαιώματος αυτού είναι το γεγονός της γεννήσεως αυτό καθ’ εαυτό. Αντιθέτως, είναι προφανές και προκύπτει σαφώς από τη ρήτρα 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας-πλαισίου που έχει ενσωματωθεί στην οδηγία, ότι βάση του δικαιώματος συνιστά η ανάγκη εξασφαλίσεως αρωγής στα παιδιά μικρής ηλικίας και, κατ’ επέκταση, η πρόθεση παροχής στους γονείς της δυνατότητας να αφιερωθούν στο παιδί, προφανώς αφότου αυτό γεννηθεί και για το χρονικό διάστημα που θεωρείται αναγκαίο για τον σκοπό αυτό.
73. Ωστόσο, αν αυτό ισχύει, προκύπτει επίσης ότι η άποψη της Επιτροπής ουδόλως παρέχει αναδρομική ισχύ στην οδηγία, αλλά εφαρμόζεται κατά τρόπο απολύτως σύμφωνο με την αρχή που καθιερώνει το Δικαστήριο, με τη γνωστή του νομολογία, ότι «ένας νέος κανόνας εφαρμόζεται πάραυτα στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως γεννηθείσας υπό το κράτος παλαιότερου κανόνα» (21), ήτοι εφαρμόζεται «στις τρέχουσες καταστάσεις» (22) που, εν προκειμένω, καθορίζονται βάσει της μικρής ηλικίας του παιδιού και, κατ’ επέκταση, της διαρκούς ανάγκης αρωγής του.
74. Επομένως, θεωρώ ότι μεταξύ των δύο υπό εξέταση θέσεων, η προσέγγιση της Επιτροπής σέβεται πληρέστερα τον σκοπό της οδηγίας. Αυτό φαίνεται να πιστεύουν και τα λοιπά κράτη μέλη, αν αληθεύει, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ότι συμμερίστηκαν την άποψη αυτή.
75. Ωστόσο, το Λουξεμβούργο προβάλλει και άλλες αντιρρήσεις κατά της προσφυγής. Κατ’ αρχάς, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το άρθρο 3, παράγραφος 4, του νόμου της νόμος της 12ης Φεβρουαρίου 1999 (ο οποίος, υπενθυμίζω, δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεως στην υπό κρίση υπόθεση: βλ., ανωτέρω, σημεία 20 και 60), που προβλέπει ότι ένας από τους γονείς είναι υποχρεωμένος –διότι άλλως χάνει το δικαίωμά του– να ζητήσει τη γονική άδεια αμέσως μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας.
76. Κατά τα λεγόμενα της Λουξεμβουργιανής Κυβερνήσεως, η διάταξη αυτή συνεπάγεται την αδυναμία χορηγήσεως γονικής άδειας σε γονείς παιδιών που έχουν γεννηθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1998 (ήτοι πριν από την ημερομηνία που προβλέπει το άρθρο 19, πέμπτο εδάφιο, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999). Συγκεκριμένα, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως αυτής, ένας από τους γονείς ενός παιδιού που έχει γεννηθεί, για παράδειγμα, την 1η Ιανουαρίου 1998 πρέπει να ζητήσει τη γονική άδεια την άνοιξη του έτους αυτού, αμέσως μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Αν δεν το πράξει, χάνει ανεπιστρεπτί το δικαίωμά του.
77. Εντούτοις, πρέπει να επισημάνω ότι, λαμβανομένης υπόψη της επιλογής του λουξεμβουργιανού νομοθέτη, η γονική άδεια δεν πρέπει να χορηγείται ούτε στον γονέα που τη ζητάει δεύτερος και που, ως εκ τούτου, μπορεί να τη ζητήσει οποτεδήποτε, εφόσον το παιδί δεν έχει συμπληρώσει το πέμπτο έτος της ηλικίας του. Συνεπώς, ανεξαρτήτως της αμφίβολης συμβατότητας του άρθρου 3, παράγραφος 4, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999 με την οδηγία, το Λουξεμβούργο διέπραξε συναφώς παράβαση, καθόσον, αν το παιδί έχει γεννηθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1998 (ακριβέστερα πριν από τις 3 Ιουνίου 1998), δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα γονικής άδειας ούτε στον γονέα που δεν δεσμεύεται από τη διάταξη αυτή.
78. Τέλος, το Λουξεμβούργο υποστηρίζει ότι, με την εισαγωγή του άρθρου 10, έκτο εδάφιο, του νόμου της 12ης Φεβρουαρίου 1999 (που θεσπίστηκε με τον νόμο της 21ης Νοεμβρίου 2002 και, επομένως, εντός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας), τερματίστηκε η παράβαση, καθότι με τη διάταξη αυτή το δικαίωμα γονικής άδειας για το ελάχιστο προβλεπόμενο διάστημα αναγνωρίζεται και στους γονείς των παιδιών που έχουν γεννηθεί πριν από την προθεσμία που έχει ταχθεί για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
79. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι η εν λόγω διάταξη περιορίζεται να προβλέψει ότι «η οριστική εκ μέρους [της αρμόδιας αρχής] απόρριψη της αιτήσεως χορηγήσεως της προβλεπόμενης [...] αποζημιώσεως [για τη γονική άδεια] δεν προδικάζει την ενδεχόμενη χορήγηση γονικής άδειας από τον εργοδότη υπό τους όρους της οδηγίας 96/34».
80. Συνεπώς, γονείς παιδιών ηλικίας μικρότερης των πέντε ετών, τα οποία όμως έχουν γεννηθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1998, θα λάβουν γονική άδεια, χωρίς αποζημίωση, διάρκειας τριών μόνο μηνών, ίσης προς την ελάχιστη προβλεπόμενη στην οδηγία διάρκεια, ενώ οι γονείς των παιδιών που δεν έχουν συμπληρώσει το πέμπτο έτος της ηλικίας τους αλλά έχουν γεννηθεί μετά την ημερομηνία αυτή μπορούν να λάβουν γονική άδεια έξι μηνών με αποζημίωση.
81. Επομένως, ισχύουν συναφώς οι εκτιμήσεις ως προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διατυπώθηκαν και ως προς την πρώτη αιτίαση της προσφυγής (βλ., ανωτέρω, σημείο 49 επ.) και που με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η προαναφερθείσα διάταξη της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας δεν συμβάλλει στην ορθή μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη (βλ., ανωτέρω, σημείο 57).
82. Συνεπώς, θεωρώ ότι και η δεύτερη αιτίαση της προσφυγής είναι βάσιμη.
83. Κατόπιν τούτων, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την παρούσα προσφυγή.
IV – Επί των δικαστικών εξόδων
84. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
V – Πρόταση
85. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) να αναγνωρίσει ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, προβλέποντας ότι η άδεια μητρότητας θέτει τέρμα στη γονική άδεια, σε περίπτωση επικαλύψεώς τους, και περιορίζοντας τη χορήγηση γονικής άδειας στους γονείς των οποίων τα παιδιά έχουν γεννηθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1998, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES·
2) να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ L 145, σ. 4.
3 – Το κείμενο της συμφωνίας αυτής έχει ενσωματωθεί στην οδηγία.
4 – Mémorial A, αριθ. 13, της 23ης Φεβρουαρίου 1999, σ. 209.
5 – Mémorial A, αριθ. 135, της 10ης Δεκεμβρίου 2002, σ. 3098.
6 – Ανεπίσημη μετάφραση.
7 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2002, C-152/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σ. Ι-6973, σκέψη 15).
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, C-474/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2002, σ. Ι-5293, σκέψη 25).
9 – Απόφαση της 19ης Μαΐου 1998, C-3/96, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1998, σ. I‑3031, σκέψη 21).
10 – Όπ.π., σκέψη 20.
11 – Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1996, C-473/93, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1996, σ. I‑3207, σκέψη 21).
12 – Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984, 74/82, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1984, σ. 317, σκέψη 13).
13 – Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, C-366/99, Griesmar (Συλλογή 2001, σ. Ι-9383, σκέψη 43, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
14 – Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-422/00, Rodríguez Caballero (Συλλογή 2002, σ. I‑11915, σκέψη 32). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1999, C-149/96, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. Ι-8395, σκέψη 91), και της 12ης Ιουλίου 2001, C-189/01, Jippes κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. Ι-5689, σκέψη 129).
15 – Προπαρατεθείσα απόφαση Rodríguez Caballero, σκέψη 30. Βλ., επιπλέον, αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 1994, C-2/92, Bostock (Συλλογή 1994, σ. I-955, σκέψη 16), και. της 13ης Απριλίου 2000, C-292/97, Karlsson κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. Ι-2737, σκέψη 37).
16 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1999, C-315/98, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. I-8001, σκέψη 10), και της 17ης Ιανουαρίου 2002, C-394/00, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2002, σ. I-581, σκέψη 11).
17 – Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1990, 209/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1990, σ. Ι-4313, σκέψη 14). Αυτό συμβαίνει διότι «η διαπίστωση της παραβάσεως ενός κράτους μέλους δεν συναρτάται προς τη διαπίστωση ζημίας οφειλόμενης στην παράβαση αυτή» (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-263/96, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1997, σ. Ι-7453, σκέψη 30). Συνεπώς, «τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται το γεγονός ότι η μη θέσπιση μέτρων μεταφοράς οδηγίας δεν είχε καμία αρνητική συνέπεια επί της λειτουργίας [...] [της]» (όπ.π.).
18 – Αντιστοίχως, «on the grounds of the birth» και «im Fall der Geburt».
19 – Το Λουξεμβούργο επικαλείται, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, C-368/89, Crispoltoni (Συλλογή 1991, σ. I-3695, σκέψεις 17 και 20).
20 – Απόφαση της 9ης Μαρτίου 2004, C-314/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 2004, s. I-2257, σκέψη 5). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 128/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 183, σκέψη 10), της 19ης Φεβρουαρίου 1991, C-374/89, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. I‑367, σκέψη 10) και της 23ης Μαρτίου 2000, C-327/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2000, σ. I-1851, σκέψη 21).
21 – Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2002, C-162/00, Pokrzeptowicz-Meyer (Συλλογή 2002, σ. I‑1049, σκέψη 50).
22 – Όπ.π., σκέψη 51.