ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

M. POIARES MADURO

της 6ης Μαΐου 2004 (1)

Υπόθεση C-72/03

Carbonati Apuani Srl

κατά

Comune di Carrara

[αίτηση της Commissione tributaria provinciale di Massa Carrara (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Φόρος ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό – Φόρος επί των μαρμάρων που εξορύσσονται σε κοινότητα κράτους μέλους και μεταφέρονται εκτός του εδάφους της – Αμιγώς εσωτερική κατάσταση»





1.        Είναι πλέον σύνηθες να ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της εφαρμογής των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας σε εσωτερικές καταστάσεις των κρατών μελών. Επ’ αυτού δεν έχει δοθεί από τη νομολογία σαφής απάντηση στο ερώτημα μέχρι πού εκτείνεται το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και, συνεπώς, μέχρι ποιου σημείου το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντά σε προδικαστικά ερωτήματα που άπτονται τέτοιων καταστάσεων. Φρονώ ότι η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στο Δικαστήριο την αφορμή να εξετάσει εκ νέου το ζήτημα αυτό.

2.        Συγκεκριμένα, με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Commissione tributaria provinciale di Massa Carrara (Ιταλία) ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει αν είναι συμβατός με το κοινοτικό δίκαιο ένας φόρος ο οποίος εισπράττεται κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων εκτός του εδάφους μιας κοινότητας ενός κράτους μέλους και ο οποίος πλήττει κατά τον ίδιο τρόπο τόσο τα εμπορεύματα που εξάγονται σε άλλο κράτος μέλος όσο και τα εμπορεύματα που αποστέλλονται σε άλλες περιοχές του εν λόγω κράτους μέλους (2). Εκ πρώτης όψεως, μπορεί να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των προϊόντων που φορολογούνται λόγω της εξαγωγής τους από την Ιταλία και των προϊόντων που φορολογούνται λόγω της αποστολής τους σε άλλες περιοχές της ιταλικής επικράτειας.

3.        Λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων του Δικαστηρίου Lancry κ.λπ. και Σιμιτζή, η απάντηση στο ερώτημα αυτό φαίνεται απλή (3). Από τη στιγμή που ο φόρος εισπράττεται λόγω της διελεύσεως συνόρων, ακόμη και αν πρόκειται για εσωτερικά σύνορα, μπορεί να έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα προς δασμό. Στην περίπτωση αυτή, είναι άνευ σημασίας το ερώτημα κατά πόσον ο φόρος επηρεάζει μόνον τις ενδοκοινοτικό εμπόριο ή και το εσωτερικό εμπόριο. Από τη στιγμή που υπάρχει διέλευση συνόρων, η κανονιστική ρύθμιση που εισάγει τον φόρο αντιβαίνει, τόσο ως προς τις διατάξεις της που επιβάλλουν τον φόρο όσο και ως προς το σύνολό της, στο άρθρο 25 ΕΚ. Συνεπώς, η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει μια φαινομενικώς απλή και σαφή λύση στο ζήτημα που ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση.

4.        Εντούτοις, φρονώ ότι η λύση αυτή δεν είναι διόλου ικανοποιητική. Μια πάγια νομολογία του Δικαστηρίου καταλήγει, στην πράξη, στην καθιέρωση του αντίθετου κανόνα από εκείνον που ισχύει στον τομέα των φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, οι κανόνες περί της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν εφαρμόζονται σε καταστάσεις που θίγουν μόνον το εσωτερικό εμπόριο κράτους μέλους. Παρεκκλίσεις από τον εν λόγω κανόνα έχουν γίνει δεκτές, πλην όμως κατ’ εξαίρεση, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και, εν πάση περιπτώσει, δίχως να θίγεται η ισχύς του κανόνα ότι οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας δεν εφαρμόζονται σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις (4). Για τον λόγο αυτό, πρέπει να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον η προκριθείσα για τις περιπτώσεις φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος λύση είναι πάντοτε δικαιολογημένη και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, κατά πόσον πρέπει να δοθεί μια πιο συνεκτική λύση η οποία να μπορεί να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα.

I –    Το νομικό πλαίσιο, τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα

5.        Ο επίμαχος εν προκειμένω φόρος συνιστά ιστορική κληρονομία. Μπορεί να ανιχνευθεί στη Notificazione Governatoriale της 14ης Ιουλίου 1846 που εξέδωσε ο Κυβερνήτης της επαρχίας Lunigiana Estense. Κατόπιν της ενοποιήσεως του Βασιλείου της Ιταλίας, εισήχθη υπό τη μορφή διοδίων για τη διέλευση των μαρμάρων από τις οδούς της Carrare, με βασιλικό διάταγμα της 19ης Σεπτεμβρίου 1860. Με τον νόμο 749, της 15ης Ιουλίου 1911, μετατράπηκε σε φόρο επί της μεταφοράς των μαρμάρων που εξορύσσονται στην τοπική κοινότητα.

6.        Σήμερα, ο εν λόγω φόρος στηρίζεται σε περίπλοκες διατάξεις. Το μοναδικό άρθρο του νόμου 749/1911, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, μετά την τροποποίησή του από το νόμο 449, της 27ης Δεκεμβρίου 1997, ορίζει ότι:

«Εισάγεται, υπέρ της κοινότητας της Carrare, φόρος επί των μαρμάρων που εξορύσσονται στην κοινότητα και μεταφέρονται εκτός του εδάφους της. Ο εν λόγω φόρος επιβάλλεται και εισπράττεται από την κοινότητα κατά τη μεταφορά των μαρμάρων εκτός του εδάφους της, δυνάμει ειδικού κανονισμού θεσπιζόμενου από το δημοτικό συμβούλιο, κατόπιν γνωμοδοτήσεως των κοινοτικών εταίρων.

Κάθε έτος, κατά την έγκριση του προϋπολογισμού της κοινότητας, το δημοτικό συμβούλιο καθορίζει τον συντελεστή του φόρου για το επόμενο έτος. Εντούτοις, όταν η κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μακροχρόνιες υποχρεώσεις που μπορούν να χρηματοδοτηθούν ή να καλυφθούν από τα έσοδα που προέρχονται από τον φόρο, το δημοτικό συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να καθορίσει εκ των προτέρων τον ελάχιστο συντελεστή του εν λόγω φόρου για περισσότερα έτη.

Η κοινότητα μπορεί να αποφασίσει, κατόπιν αδείας του δημοτικού συμβουλίου, σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπει το δίκαιο περί των κοινοτήτων και των επαρχιών και υπό την επιφύλαξη εγκρίσεως από την Giunta provinciale amministrativa, ότι ένα μέρος των εσόδων από τον φόρο προορίζεται για την κάλυψη των εξόδων και των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η κατασκευή και η εκμετάλλευση του λιμένα της Marina di Carrara, ενδεχομένως με εφαρμογή του νόμου 50, της 12ης Φεβρουαρίου 2003, και ένα μέρος προορίζεται για την κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών των εργατών της βιομηχανίας μαρμάρου στο Cassa nazionale du previdenza operai».

7.        Εν συνεχεία, η εν λόγω διάταξη ερμηνεύθηκε από το νομοθετικό διάταγμα 8, της 26ης Ιανουαρίου 1999, το οποίο, κατόπιν τροποποιήσεως κατέστη ο νόμος 75, της 25ης Μαρτίου 1999, που ορίζει ότι:

«Το μοναδικό άρθρο του νόμου 749/1911 […] ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ο φόρος που εισάγει η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται στο μάρμαρο και τα παράγωγά του και καθορίζεται με βάση τα έξοδα που βαρύνουν τον δήμο και συνδέονται αμέσως ή εμμέσως με τις δραστηριότητες της τοπικής βιομηχανίας του μαρμάρου.»

8.        Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κανονισμός που θεσπίστηκε από την Comune di Carrara (κοινότητα της Carrare) στις 23 Μαρτίου 1999, ο οποίος προβλέπει ότι το δημοτικό συμβούλιο καθορίζει σε ετήσια βάση την κλίμακα του φόρου, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των επιπτώσεων της βιομηχανίας μαρμάρου στο περιβάλλον (5). Αντιθέτως, οι κανονιστικές και νομοθετικές τροποποιήσεις της ανωτέρω νομοθεσίας, οι οποίες επήλθαν κατά τα έτη 2001 και 2004, δεν ασκούν ουδεμία επιρροή στην ανάλυση του Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση, καθόσον είναι μεταγενέστερες των επίμαχων πραγματικών περιστατικών.

9.        Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών συνεπάγεται την απαλλαγή από τον φόρο των μαρμάρων που εξορύσσονται και χρησιμοποιούνται στο έδαφος της κοινότητας Carrare, ενώ τα μάρμαρα που χρησιμοποιούνται και υφίστανται επεξεργασία στις παραμεθόριες κοινότητες μπορεί να απαλλάσσονται από τον φόρο είτε εν μέρει είτε εξ ολοκλήρου.

10.      Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως είναι τα ακόλουθα. Η εταιρία Carbonati Apuani Srl ασκεί δραστηριότητες εξορύξεως και μεταποιήσεως μαρμάρων και εξορύξεως του εδάφους στην κοινότητα της Carrare. Με πράξη επιβολής φόρου που εξέδωσε στις 7 Μαΐου 2001, η κοινότητα της Carrare καταλόγισε στην εν λόγω εταιρία φόρο επί των μαρμάρων για εξαγωγές από την κοινότητα τις οποίες πραγματοποίησε κατά τον Απρίλιο του 2001. Η εταιρία προσέβαλε την πράξη αυτή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η νομοθεσία στην οποία στηρίχθηκε η πράξη επιβολής του φόρου αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο.

11.      Το ερώτημα το οποίο υπέβαλε το δικαστήριο που επιλήφθηκε της διαφοράς αφορά το συμβατό της νομοθεσίας αυτής με τα άρθρα 23 ΕΚ, 81 ΕΚ, 85 ΕΚ και 86 ΕΚ.

II – Οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις

12.      Οι παρατηρήσεις αυτές χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Φρονώ ότι μου παρέχουν τη δυνατότητα να προσδιορίσω το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το υποβληθέν ερώτημα.

 Α –       Επί του παραδεκτού του υποβληθέντος ερωτήματος

13.      Η Επιτροπή, με τις γραπτές της παρατηρήσεις, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του παραδεκτού του υποβληθέντος ερωτήματος. Επομένως, τίθεται ζήτημα κατά πόσον η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως πληροί τις προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες ο εθνικός δικαστής οφείλει να καθορίζει το πραγματικό και το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει (6).

14.      Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη. Τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας διαφοράς δεν εμφανίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες και, μολονότι δεν περιλαμβάνονται με κάθε λεπτομέρεια στη διάταξη περί παραπομπής, εντούτοις η ανάγνωση των γραπτών παρατηρήσεων που κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης παρέχει ευχερώς μια πλήρη περιγραφή τους. Το νομικό πλαίσιο καθορίζεται με σαφήνεια στη διάταξη περί παραπομπής (7). Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν είναι ορθό να απαιτείται από το Δικαστήριο να έχει στη διάθεσή του το σύνολο των στοιχείων τη διαφοράς προκειμένου να εκτιμήσει τη χρησιμότητα της ερμηνείας που του ζητείται. Επιπλέον, το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή ήταν σε θέση να καταστήσει λυσιτελώς γνωστές τις παρατηρήσεις της επί της παρούσας υποθέσεως αποδεικνύει ότι η διάταξη περί παραπομπής ήταν επαρκώς αιτιολογημένη (8). Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί επί του νομικού ζητήματος που τέθηκε.

15.      Όσον αφορά την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, δεν θα ήταν εν πάση περιπτώσει συνετό να επεκταθούν οι λόγοι απαραδέκτου πέραν των περιπτώσεων κατά τις οποίες το αντικείμενο της διαφοράς δεν καθίσταται γνωστό στο Δικαστήριο είτε λόγω ελλείψεως πληροφοριακών στοιχείων (9) είτε, αντιθέτως, λόγω του ότι η αίτηση αποτελεί αμιγώς τεχνητή κατασκευή (10). Φρονώ ότι ο λογικός αυτός κανόνας είναι σύμφωνος τόσο προς τη φύση όσο και προς το πνεύμα της προβλεπόμενης από το άρθρο 234 ΕΚ δικαστικής συνεργασίας, των δικαιοδοσιών, η οποία στηρίζεται στην αναγκαία συνεργασία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ δύο δικαστηρίων προκειμένου προς επίλυση της ίδιας διαφοράς.

 B – Επί του καθορισμού του εφαρμοστέου εν προκειμένω δικαίου

16.      Το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του συμβατού της ιταλικής νομοθεσίας τόσο με το άρθρο 23 ΕΚ, το οποίο αφορά την τελωνειακή ένωση, όσο και με τα άρθρα 81 ΕΚ, 85 ΕΚ και 86 ΕΚ, τα οποία αφορούν τους εφαρμοστέους επί των επιχειρήσεων κανόνες του ανταγωνισμού.

17.      Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του συμβατού εθνικής διατάξεως με το κοινοτικό δίκαιο, στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει κινηθεί δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ. Κατά πάγια νομολογία, με το υποβαλλόμενο στην εκάστοτε περίπτωση ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να του παράσχει όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που άπτονται του κοινοτικού δικαίου και που θα του επιτρέψουν να εκτιμήσει το συμβατό της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας με το κοινοτικό δίκαιο προκειμένου να αποφανθεί επί της ενώπιόν του διαφοράς (11).

18.      Επομένως, το αντικείμενο του αιτήματος πρέπει να περιορισθεί στο πρώτο μέρος του ερωτήματος.

19.      Είναι εμφανές ότι παρέλκει η λεπτομερής ανάλυση του ζητήματος αυτού. Πρώτον, το άρθρο 86 ΕΚ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην παρούσα υπόθεση, διότι το επίμαχο μέτρο δεν αφορά ούτε δημόσιες επιχειρήσεις ούτε την άσκηση ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων που έχουν αναγνωρισθεί σε ορισμένες επιχειρήσεις.

20.      Δεύτερον, ο επίμαχος φόρος συνιστά κρατικό μέτρο και τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ δεν εφαρμόζονται επί κρατικών μέτρων. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι εφαρμοστέοι επί των επιχειρήσεων κανόνες του ανταγωνισμού δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του συμβατού με το κοινοτικό δίκαιο ενός νομοθετικού ή κανονιστικού μέτρου που έχει θεσπίσει κράτος μέλος (12). Βεβαίως, δεν αποκλείεται ένα κρατικό μέτρο να αντιβαίνει στα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΕΚ, εφόσον είναι ικανό να ματαιώσει την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοστέων επί των επιχειρήσεων κανόνων του ανταγωνισμού. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, αυτό συμβαίνει όταν ένα κράτος μέλος είτε επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων που αντιβαίνουν στο άρθρο 81 ΕΚ ή ενισχύει τα αποτελέσματα παρόμοιων συμπράξεων είτε αφαιρεί από τη δική του κανονιστική ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα, αναθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη να λαμβάνουν αποφάσεις περί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα (13). Εντούτοις, πρέπει τουλάχιστον να μπορεί να αποδειχθεί ότι υφίσταται άμεσος σύνδεσμος μεταξύ του επίμαχου μέτρου και της αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς της επιχειρήσεως. Από τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιου συνδέσμου. Εν πάση περιπτώσει, ο προβαλλόμενος από την προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυρισμός ότι ο επίμαχος φόρος απλώς «επιδρά στο παιχνίδι του ελεύθερου ανταγωνισμού» δεν αρκεί για να κριθεί ότι ο φόρος αυτός υπόκειται στους εν λόγω κανόνες.

21.      Δεδομένου ότι τα άρθρα 81 ΕΚ, 85 ΕΚ και 86 ΕΚ δεν εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν, σε περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, τα εν λόγω άρθρα δεν είναι δυνατό να αποτελούν σημεία αναφοράς κατά την εκτίμηση του συμβατού του επίμαχου φόρου με το κοινοτικό δίκαιο.

 Γ –       Επί της συλλογιστικής που προτίθεμαι να ακολουθήσω με τις παρούσες προτάσεις

22.      Εκ πρώτης όψεως, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα, όπως έχει οριοθετηθεί, είναι απλή. Ο ισχυρισμός ότι ένας φόρος τέτοιου είδους είναι ασύμβατος με το κοινοτικό δίκαιο είναι συνήθης στη νομολογία του Δικαστηρίου. Η εκτίμηση του ισχυρισμού αυτού μπορεί ευχερώς να στηριχθεί στην εφαρμογή των κανόνων ερμηνείας του άρθρου 25 ΕΚ, τους οποίους έχει θέσει το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Lancry κ.λπ. και Σιμιτζή. Πράγματι, σκοπεύω, κατ’ αρχάς, να ακολουθήσω αυτήν τη συλλογιστική.

23.      Εντούτοις, φρονώ ότι η συλλογιστική αυτή είναι ανεπαρκής. Κατά πάγια νομολογία, οι κανόνες περί της ελεύθερης κυκλοφορίας δεν εφαρμόζονται σε καταστάσεις των οποίων τα στοιχεία και τα αποτελέσματα επικεντρώνονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους (14). Αν το Δικαστήριο όφειλε να εμμείνει στην ερμηνεία που έδωσε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Lancry κ.λπ. και Σιμιτζή, θα υπήρχε ο κίνδυνος να διαταραχθεί η συνοχή των διαφόρων μορφών ελεύθερης κυκλοφορίας. Φρονώ ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν πρέπει ποτέ να ερμηνεύονται κατά τρόπο που διασπά τη συνοχή της κοινοτικής έννομης τάξης, όταν υφίσταται κάποια εναλλακτική ερμηνεία. Για τον λόγο αυτό, θα προτείνω, τελικώς, στο Δικαστήριο την εναλλακτική αυτή ερμηνεία.

III – Η εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου περί των φόρων που έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τον επίμαχο φόρο

 Α –       Η δυνατότητα εφαρμογής της νομολογίας Lancry κ.λπ. και Σιμιτζή

24.      Η παρούσα υπόθεση προσομοιάζει με την προαναφερθείσα υπόθεση Σιμιτζή. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε ένα φόρο που έπληττε ταυτοχρόνως τόσο τα προϊόντα που εισάγονταν σε μια γεωγραφικώς απομονωμένη ελληνική περιοχή, τα Δωδεκάνησα, όσο και τα προϊόντα που εξάγονταν από αυτήν. Στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, το Δικαστήριο, ακολουθώντας τη συλλογιστική την οποία είχε αναπτύξει στις αποφάσεις του Legros κ.λπ. και Lancry κ.λπ., καθιέρωσε την αρχή του ισοδυνάμου μεταξύ, αφενός, ενός εμποδίου που απορρέει από φόρο εισπραττόμενο στα εθνικά σύνορα λόγω της εξαγωγής προϊόντων από το έδαφος κράτους μέλους, λαμβανόμενο ως όλον, και, αφετέρου, ενός εμποδίου που απορρέει από φόρο εισπραττόμενο στα περιφερειακά σύνορα λόγω της αποστολής προϊόντων από μια περιφέρεια κράτους μέλους προς άλλες περιφέρειες του ίδιου κράτους μέλους (15). Δεδομένου ότι οι δύο αυτοί φόροι έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα, πρέπει αμφότεροι να απαγορεύονται.

25.      Βάσει της ανωτέρω αρχής, το ζήτημα που θέτει το παραπέμπον δικαστήριο μπορεί ευχερώς να επιλυθεί, υπό την έννοια ότι ο φόρος που εισπράττεται από μια κοινότητα επί των εμπορευμάτων που εξέρχονται από το έδαφός της συνιστά φόρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εξαγωγικό δασμό, όχι μόνο στο μέτρο που πλήττει τα εμπορεύματα που εξάγονται από το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει η εν λόγω κοινότητα, αλλά, επίσης, στο μέτρο που πλήττει τα εμπορεύματα που εξέρχονται από την κοινότητα με προορισμό άλλες περιοχές του ίδιου κράτους μέλους (16).

26.      Εντούτοις, η κοινότητα της Carrare προβάλλει δύο ενστάσεις κατά της αναλύσεως αυτής. Η πρώτη ένσταση αφορά τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως και της υποθέσεως Σιμιτζή και, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο επίμαχος εν προκειμένω φόρος πλήττει ένα μόνον προϊόν, ήτοι το μάρμαρο της Carrare, και όχι το σύνολο των προϊόντων που εξάγονται από την κοινότητα.

27.      Η πρώτη αυτή ένσταση είναι αβάσιμη. Στις περιπτώσεις φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, δεν υφίσταται ουδεμία απαίτηση ως προς τον αριθμό των προϊόντων που πλήττονται από τον επίμαχο φόρο. Αντιθέτως, από τον ορισμό της διαλαμβανόμενης στο άρθρο 90 ΕΚ έννοιας του «εσωτερικού φόρου» που έχει δώσει το Δικαστήριο προκύπτει ότι στον τομέα αυτό υπάρχει παρόμοια απαίτηση, στο μέτρο που η εν λόγω έννοια αφορά «κατηγορίες προϊόντων» που μπορεί να «υπόκεινται σε ένα γενικό καθεστώς εσωτερικών εισφορών» (17). Εντούτοις, η απαίτηση αυτή δεν ασκεί επιρροή στον τομέα των φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Όσον αφορά τον εν λόγω τομέα, η Συνθήκη ΕΚ στοχεύει στην κατάργηση κάθε δασμού επί των εμπορικών συναλλαγών, ακόμη και αν αφορούν ένα μόνον προϊόν (18).

28.      Η δεύτερη ένσταση έγκειται στο γεγονός ότι η κοινότητα της Carrare έχει περιορισμένη έκταση σε σύγκριση με την περιοχή που αφορούσε η προαναφερθείσα απόφαση Σιμιτζή.

29.      Ούτε αυτή η ένσταση είναι δυνατό να γίνει δεκτή. Αμφότερες οι υποθέσεις αφορούν συνεχή πράξη των αρμόδιων δημόσιων αρχών, η οποία συνίσταται στην επιβολή δασμού επί των εμπορικών συναλλαγών. Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως Σιμιτζή, η εν λόγω πράξη απλώς επαναλαμβανόταν πολλές φορές. Εντούτοις, το κρίσιμο για τον επίμαχο χαρακτηρισμό στοιχείο είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας πράξεως, ήτοι η ύπαρξη εμποδίου οικονομικής φύσεως στις εμπορικές συναλλαγές εντός της κοινής αγοράς, ακόμη και αν το ποσό της επιβαρύνσεως είναι μικρό ή και ελάχιστο (19). Συνεπώς, πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο ο φόρος που επιβάλλεται δυνάμει εθνικού νόμου στο έδαφος μιας ολόκληρης κοινότητας από ένα δημοτικό συμβούλιο, όπως συμβαίνει με τον επίμαχο εν προκειμένω φόρο, και ο φόρος που επιβάλλεται δυνάμει κυβερνητικού διατάγματος χωριστά σε κάθε τμήμα μιας ευρύτερης περιφέρειας από τα κατά τόπον αρμόδια δημοτικά συμβούλια που εδρεύουν στις αντίστοιχες πρωτεύουσες, όπως συνέβαινε με τον φόρο που αφορούσε η προαναφερθείσα απόφαση Σιμιτζή.

 Β –       Η απόρριψη των αμυντικών ισχυρισμών

30.      Ακόμη και αν υποτεθεί ότι γίνεται δεκτή η εφαρμογή της προαναφερθείσας νομολογίας Σιμιτζή στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να εκτιμηθεί το περιεχόμενο των αμυντικών ισχυρισμών που προέβαλε η κοινότητα της Carrare. Οι ισχυρισμοί αυτοί χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες.

31.      Πρώτον, αφορούν τις δυνητικές συνέπειες του επίμαχου φόρου. Η κοινότητα υποστηρίζει ότι ο φόρος αυτός δεν μπορεί να προκαλέσει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά.

32.      Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚ, ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος νοείται κάθε χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται μονομερώς και πλήττει είτε τα εγχώρια είτε τα αλλοδαπά εμπορεύματα λόγω του ότι διέρχονται τα σύνορα, ακόμη και αν η εν λόγω επιβάρυνση δεν εισπράττεται υπέρ του κράτους ούτε γεννά διακρίσεις ή προστατευτικά αποτελέσματα (20). Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν εξαρτάται ούτε από τα αποτελέσματα που μπορεί να έχει ο φόρος επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου ούτε από τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που μπορεί να προκαλεί. Επομένως, καθίσταται άνευ σημασίας το επιχείρημα της κοινότητας της Carrare , σύμφωνα με το οποίο το προϊόν που πλήττει ο επίμαχος φόρος δεν ανταγωνίζεται άλλα προϊόντα προερχόμενα από περιοχές εκτός της κοινότητας αυτής.

33.      Δεύτερον, η επιχειρηματολογία της κοινότητας αυτής στηρίζεται στους επιδιωκόμενους με τον επιβαλλόμενο φόρο σκοπούς. Ο φόρος αυτός αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη διαμόρφωση και την αποκατάσταση των οδικών και λιμενικών υποδομών, στη λήψη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος, στη διατήρηση των πολιτιστικών πρωτοβουλιών και, τέλος, στη χρηματοδότηση των μέτρων κοινωνικής ενισχύσεως των εργατών. Αυτό ήταν το κύριο επιχείρημα που προέβαλε και η Ιταλική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Προσέθεσε δε ότι όλες οι ανωτέρω δραστηριότητες συνδέονται άμεσα με τον τομέα και τις δραστηριότητες της βιομηχανίας του μαρμάρου.

34.      Εντούτοις, από τον γενικό και απόλυτο χαρακτήρα της απαγορεύσεως κάθε δασμού επί των κυκλοφορούντων μεταξύ κρατών μελών εμπορευμάτων προκύπτει ότι οι δασμοί απαγορεύονται ανεξαρτήτως του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκαν και του προορισμού των προερχομένων εξ αυτών εσόδων (21). Συνεπώς, ούτε ο κοινωνικός, περιβαλλοντικός, πολιτιστικός ή άλλος επιδιωκόμενος με τον φόρο σκοπός ούτε το γεγονός ότι τα προερχόμενα από τον φόρο έσοδα προορίζονται για τον τομέα της βιομηχανίας του μαρμάρου εμποδίζουν τον χαρακτηρισμό του επίμαχου φόρου ως φόρου ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, κατά την έννοια των άρθρων 23 ΕΚ και 25 ΕΚ (22).

35.      Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει μία μόνον παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα της απαγορεύσεως των φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει δεχθεί «ότι δεν αποκλείεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, η πραγματική παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας να αποτελεί αντικείμενο ενδεχόμενης αντιπαροχής ανάλογης με την εν λόγω υπηρεσία» (23). Εντούτοις, στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει η υπηρεσία να παρασχέθηκε στην πράξη, το πλεονέκτημα να χορηγήθηκε ατομικώς σε ορισμένους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες και το ποσό της επιβαρύνσεως που επιβλήθηκε να είναι αυστηρώς αναλογικό προς την υπηρεσία που παρασχέθηκε (24). Μόνον αν πληρούνται οι ανωτέρω σωρευτικές προϋποθέσεις, είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η επιβληθείσα επιβάρυνση δεν αποτελεί, απλώς, μέσο προστασίας του οικείου κράτους μέλους.

36.      Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να αποφανθεί αν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις αυτές. Εντούτοις, πρέπει να γίνει μνεία των κύριων ερμηνευτικών στοιχείων τα οποία μπορούν να αποδειχθούν κρίσιμα κατά την εκτίμηση του εθνικού δικαστή, διότι προκύπτουν από στοιχεία της δικογραφίας των οποίων έλαβε γνώση το Δικαστήριο. Η κοινότητα της Carrare, μολονότι επικαλείται την ανωτέρω παρέκκλιση προς όφελός της, εντούτοις, αναγνωρίζει ότι από τον νόμο 75/1999, ο οποίος ερμηνεύει αυθεντικά τον νόμο που εισήγαγε τον επίμαχο φόρο, προκύπτει ότι οι επιχειρηματίες του οικείου τομέα δεν είναι οι «άμεσοι αποδέκτες των εσόδων που προέρχονται από τον φόρο» (25). Εμμέσως, ο φόρος εξυπηρετεί το συμφέρον του συνόλου των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στον οικείο τομέα. Κατ’ αρχάς, πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι τα έσοδα από τον επίμαχο φόρο προορίζονται όντως για την κάλυψη εξόδων που συνδέονται με τη βιομηχανία μαρμάρου. Εντούτοις, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτό ισχύει, το υποτιθέμενο πλεονέκτημα από τον φόρο εξυπηρετεί, εν πάση περιπτώσει, το γενικό συμφέρον των εξαγωγέων και δεν συνιστά μια πραγματικά και ατομικά παρεχόμενη υπηρεσία (26). Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι η επιβάρυνση που υφίστανται οι εξαγωγείς καθορίζεται αποκλειστικώς με βάση την ποσότητα του εξαγόμενου μαρμάρου. Εντεύθεν προκύπτει ότι η επιβάρυνση, στην πράξη, δεν έχει σχέση με το πραγματικό κόστος μιας ατομικά παρεχόμενης υπηρεσίας (27).

37.      Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι ουδείς εκ των αμυντικών ισχυρισμών της κοινότητας της Carrare μπορεί να γίνει δεκτός.

 Γ –       Η απόρριψη του χαρακτηρισμού του φόρου ως εσωτερικού φόρου

38.      Σε τελική ανάλυση, η κοινότητα της Carrare προτείνει να χαρακτηρισθεί ο επίμαχος φόρος ως εσωτερικός φόρος, κατά την έννοια του άρθρου 90 ΕΚ. Η κοινότητα στηρίζεται, κυρίως, στο γεγονός ότι δεν υφίσταται, τουλάχιστον σε σημαντική ποσότητα, παραγωγή μαρμάρου η οποία να παραμένει στο έδαφός της. Εντεύθεν προκύπτει, λογικώς, ότι ο φόρος αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως εσωτερική εισφορά γενικής εφαρμογής, συνοδευόμενη, απλώς, από μία εξαίρεση για το μάρμαρο που προορίζεται να παραμείνει εντός της κοινότητας αυτής. Επιπλέον, η εν λόγω εισφορά επιβάλλεται κατά τον ίδιο τρόπο και στο ίδιο στάδιο της διαδικασίας παραγωγής τόσο επί των μαρμάρων που παραμένουν στο ιταλικό έδαφος όσο και επί των μαρμάρων που εξάγονται από το ιταλικό έδαφος. Δεδομένου ότι το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις, πρέπει να κριθεί σύμφωνο προς τους κανόνες της Συνθήκης.

39.      Η συλλογιστική αυτή δεν είναι πειστική. Αφενός, δεν έχει γίνει δεκτό από τους διαδίκους ότι η τοπική παραγωγή μαρμάρου που προορίζεται να παραμένει στο έδαφος της κοινότητας της Carrare είναι, στην πράξη, αμελητέα. Αφετέρου, ο ισχυρισμός ότι κάτι τέτοιο ισχύει δεν ασκεί επιρροή στον χαρακτηρισμό του επίμαχου φόρου. Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 90 ΕΚ αφορά τις χρηματικές επιβαρύνσεις που ανάγονται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών εισφορών, στο οποίο εμπίπτουν συστηματικώς τόσο τα εγχώρια όσο και τα αλλοδαπά προϊόντα σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια (28). Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι τα εμπορεύματα που παράγονται και παραμένουν στο έδαφος της κοινότητας της Carrare δεν πλήττονται από τον επίμαχο φόρο. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς που προέβαλαν η κοινότητα της Carrare και η Ιταλική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προορισμός των προϊόντων αποτελεί κριτήριο αποφασιστικής σημασίας για την επιβολή του φόρου. Προκειμένου να επιβληθεί η επίμαχη επιβάρυνση, δεν αρκεί το μάρμαρο να εξορύσσεται στην κοινότητα αυτή. Επιπλέον, το μάρμαρο πρέπει, στην πρωτογενή ή σε παράγωγη μορφή του, να μεταφέρεται εκτός του εδάφους της εν λόγω κοινότητας. Συνεπώς, από τη διατύπωση της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως προκύπτει με σαφήνεια ότι η διέλευση των ορίων της κοινότητας αποτελεί το γενεσιουργό της επιβολής του φόρου γεγονός. Επομένως, ο φορολογικός αυτός μηχανισμός τέθηκε σε εφαρμογή κατά τρόπο που θίγει, συγκεκριμένα, τις αποστολές και τις εξαγωγές προϊόντων. Το αντικειμενικό αυτό κριτήριο αποτελεί τη βάση του εν λόγω μηχανισμού. Το γεγονός ότι τα προϊόντα που δεν προορίζονται για εξαγωγή είναι περιορισμένα σε ποσότητα ουδόλως μεταβάλλει τον χαρακτήρα του φορολογικού καθεστώτος, ο οποίος συνιστά το μοναδικό κρίσιμο για τον επίμαχο χαρακτηρισμό στοιχείο.

40.      Εντούτοις, αν υποτεθεί ότι το γεγονός ότι το μάρμαρο δεν χρησιμοποιείται και δεν καταναλώνεται τοπικώς ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της αναλύσεως αυτής, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίχθηκε προηγουμένως, ισχυρίζεται ορθώς η κοινότητα ότι το γεγονός αυτό προσδίδει στον επίμαχο φόρο τον χαρακτήρα εσωτερικού φόρου;

41.      Φρονώ ότι η ορθότητα του ισχυρισμού αυτού πρέπει οπωσδήποτε να αμφισβητηθεί. Βεβαίως, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, στην περίπτωση επιβαρύνσεως πλήττουσας προϊόν εισαγόμενο από άλλο κράτος μέλος, η έλλειψη ομοίου ή παρεμφερούς εγχώριου προϊόντος δεν αναιρεί την υπαγωγή της εν λόγω επιβαρύνσεως στο καθεστώς του άρθρου 90 ΕΚ, εφόσον η επίμαχη επιβάρυνση ανάγεται πράγματι σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών εισφορών (29). Αντιθέτως, σε παρόμοιες περιπτώσεις, η επιβάρυνση χαρακτηρίζεται ως φόρος ισοδυνάμου αποτελέσματος αν προκύπτει ότι προορίζεται να πλήξει, στην πράξη, τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα προϊόντα (30). Εν προκειμένω, από την εξέταση της δομής του φόρου δεν ανακύπτουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αντικείμενό του και την πρόθεση του νομοθέτη που τον θέσπισε (31). Παρόμοιος φόρος πλήττει, συγκεκριμένα, τα εξαγόμενα προϊόντα. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί ως εσωτερικός φόρος, κατά την έννοια του άρθρου 90 ΕΚ.

42.      Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν ασκεί επιρροή ο ισχυρισμός ότι ο φόρος πλήττει κατά τον ίδιο τρόπο και στο ίδιο στάδιο της διαδικασίας παραγωγής τόσο τα ιταλικά όσο και τα εξαγόμενα προϊόντα. Από τη στιγμή που γίνεται δεκτό ότι το άρθρο 25 ΕΚ εφαρμόζεται σε δασμούς εισπραττόμενους επί εμπορευμάτων κατά τη διέλευσή τους από κοινοτικά σύνορα που βρίσκονται στο εσωτερικό κράτους μέλους, η σύγκριση πρέπει πλέον να γίνεται μεταξύ των προϊόντων που προορίζονται να παραμένουν εντός μιας περιοχής του ιταλικού εδάφους και των προϊόντων που εξέρχονται από αυτήν, και όχι μεταξύ των ιταλικών προϊόντων και των εξαγόμενων προϊόντων. Από την άποψη αυτή, ο φόρος επί των μαρμάρων που μεταφέρονται εκτός της εν λόγω κοινότητας θίγει προδήλως την ενότητα του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους και συνιστά παράβαση του άρθρου 25 ΕΚ.

43.      Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο επίμαχος φόρος εμπίπτει στην κατηγορία των φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, δίχως να λαμβάνεται υπόψη το αν πλήττει το εσωτερικό ή το κοινοτικό εμπόριο. Συνεπώς, ο επίμαχος φόρος δεν εξαιρείται από τον κανόνα της απαγορεύσεως παρόμοιων επιβαρύνσεων που καθιερώνει η Συνθήκη.

IV – Μια διαφορετική προσέγγιση

 Α –       Τα μειονεκτήματα της «λύσεως Lancry»

44.      Η προεκτεθείσα λύση, η οποία στηρίζεται στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου και, ιδίως, στην προαναφερθείσα υπόθεση Lancry κ.λπ., εμφανίζει το πλεονέκτημα ότι διασφαλίζει, ταυτοχρόνως, τόσο την ενότητα του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους όσο και την ομοιογένεια στην εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης περί της τελωνειακής ενώσεως. Πράγματι, όπως τόνισε ο Γενικός Εισαγγελέας Tesauro με τις προτάσεις του στην υπόθεση Lancry κ.λπ., θα ήταν παράδοξο το φαινόμενο μιας ενιαία αγοράς στην οποία «απαγορεύονται τα εμπόδια στις συναλλαγές μεταξύ Πορτογαλίας και Δανίας, ενώ δεν ενδιαφέρουν τα εμπόδια στις συναλλαγές μεταξύ Νεαπόλεως και νήσου Κάπρι» (32). Εντούτοις, η λύση αυτή χαρακτηρίζεται επίσης από σημαντικά μειονεκτήματα. Φρονώ ότι τα τρία κύρια μειονεκτήματα είναι τα εξής.

45.      Πρώτον, τα θεμέλια της νομολογίας αυτής παραμένουν ασταθή. Προς απόδειξη αυτού αρκεί μια ανάγνωση των διατάξεων της Συνθήκης στις οποίες στηρίζεται η εν λόγω νομολογία. Με τα άρθρα 23 ΕΚ και 25 ΕΚ, η Συνθήκη στοχεύει στην κατάργηση των εμποδίων στις μεταξύ κρατών μελών εμπορικές συναλλαγές. Συνεπώς, φαίνεται ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να εφαρμόζονται στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ περιοχών ευρισκομένων εντός του ίδιου κράτους μέλους.

46.      Αναμφιβόλως, η νομολογία Lancry κ.λπ. στηρίζεται στην ιδέα ότι ένας φόρος επιβαλλόμενος λόγω διελεύσεως των συνόρων, εκ φύσεως, θίγει την «ενότητα του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους» (33). Κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει στη θεωρία, πλην όμως, στην πράξη, οδηγεί σε αφόρητες συνέπειες. Το άρθρο 23 ΕΚ συνιστά έκφραση της βουλήσεως των κρατών που ίδρυσαν την Κοινότητα να περιορίσουν εφεξής την άσκηση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών στον τομέα των δασμών. Εντούτοις, τα ιδρυτικά κράτη δεν επιδίωξαν, μέσω της διατάξεως αυτής, να στερήσουν από τα κράτη μέλη την αρμοδιότητά τους να ρυθμίζουν τις καταστάσεις που συνδέονται αποκλειστικώς με το έδαφός τους. Το Δικαστήριο συνήγαγε, στην πράξη, από έναν κανόνα που ρυθμίζει αποκλειστικώς τις διακρατικές καταστάσεις έναν άλλον κανόνα που ρυθμίζει τις διασυνοριακές καταστάσεις, εξομοιώνοντας τα περιφερειακά σύνορα με τα κρατικά σύνορα (34). Εντούτοις, το καθεστώς της τελωνειακής ενώσεως είναι, πρωτίστως, ένα καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας μεταξύ των κρατών μελών, και όχι καθεστώς διελεύσεως εσωτερικών συνόρων. Εξομοιώνοντας τις δύο αυτές έννοιες, το Δικαστήριο οδηγείται στην εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας επί επιβαρύνσεων εισπραττομένων σε καταστάσεις που δεν συνδέονται με κανέναν τρόπο με την εν λόγω αρχή.

47.      Δεύτερον, η προαναφερθείσα απόφαση Lancry κ.λπ. και η στηριζόμενη σε αυτή νομολογία έχουν οδηγήσει το Δικαστήριο σε αντιφατικά συμπεράσματα. Πράγματι, το πεδίο εφαρμογής της «λύσεως Lancry» θα έπρεπε, λογικώς, να εκτείνεται σε όλους τους τομείς που συνδέονται με τις διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας (35). Ουδέν επιχείρημα αντιτίθεται στην επέκταση της συλλογιστικής που εφαρμόσθηκε στην εν λόγω υπόθεση και σε άλλες περιπτώσεις που αφορούν εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές. Στις περιπτώσεις αυτές, αντί της ενότητας του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους, θα μπορούσε να θίγεται η εσωτερική αγορά (36) ή ακόμη και η οικονομική ενότητα που θεσπίστηκε με την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (37). Θεωρητικώς, οι έννοιες αυτές θα μπορούσαν να έχουν τα ίδια πρακτικά αποτελέσματα. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν έχει προκρίνει τη λύση αυτή. Σε όλους τους ανωτέρω τομείς, το Δικαστήριο εμμένει στη διατήρηση της κλασικής αρχής του μη εφαρμοσίμου των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις.

48.      Συνεπώς, εξακολουθεί να υφίσταται μια φαινομενικώς αδικαιολόγητη αντίφαση μεταξύ της προσεγγίσεως που ακολουθεί το Δικαστήριο ως προς τον τομέα των φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος και της προσεγγίσεως που ακολουθεί, γενικώς, ως προς τους άλλους τομείς (38). Αναμφιβόλως, η πρόσφατη νομολογία έχει συντελέσει στη μείωση της αποστάσεως μεταξύ της τελωνειακής ενώσεως και των άλλων καθεστώτων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας. Το Δικαστήριο επιδίωξε προσφάτως να επεκτείνει την αρμοδιότητά του προκειμένου να αποφαίνεται επί της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σε εσωτερικές καταστάσεις που μπορεί να έχουν σχέση με καταστάσεις υποκείμενες στο κοινοτικό δίκαιο (39). Εντούτοις, στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την αρχή του μη εφαρμοσίμου του κοινοτικού δικαίου σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις. Φρονώ ότι η θέληση του Δικαστηρίου να μην αποκλίνει από την εν λόγω αρχή αντανακλά τις δικαιολογημένες επιφυλάξεις του σχετικά με τον κίνδυνο που μπορεί να συνεπάγεται η αυθαίρετη επέκταση του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.

49.      Τέλος, το τελευταίο επιχείρημα το οποίο θα έπρεπε να πείσει το Δικαστήριο να εγκαταλείψει τη «λύση Lancry» είναι ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι που συνηγορούν υπέρ της επιστροφής στην κυριαρχούσα νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Αφενός, η νομολογία αυτή είναι σύμφωνη τόσο προς τη διατύπωση όσο και προς το πνεύμα των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας, οι οποίοι δεν μπορούν να εφαρμόζονται σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις. Αφετέρου, φρονώ ότι ανταποκρίνεται στη γενικότερη επιθυμία του Δικαστηρίου να μην ερμηνεύει τους κανόνες περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων υπό το πρίσμα μιας αρχής που αφορά την ελεύθερη άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας. Ένας εκ των βασικών λόγων που δικαιολογούν τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας στις διακρατικές καταστάσεις συνίσταται στο ότι οι εν λόγω κανόνες πρέπει να διατηρούνται αποκλειστικώς προς τον σκοπό της ελευθερώσεως των εμπορικών συναλλαγών (40).

50.      Φρονώ ότι όλοι οι ανωτέρω λόγοι συνηγορούν, σήμερα, υπέρ της εφαρμογής μιας νέας προσεγγίσεως, δίχως, εντούτοις, να αμφισβητούνται οι θεμιτές απαιτήσεις που οδήγησαν στη νομολογία Lancry κ.λπ.

 Β –       Οι πιθανές λύσεις

51.      Σύμφωνα με μια κλασική προσέγγιση, ο επίμαχος φόρος χαρακτηρίζεται ως πολύπλοκη κατασκευή και πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφορετικών στοιχείων που συγκροτούν τον εν λόγω φόρο, ήτοι εκείνων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας και εκείνων που δεν εμπίπτουν. Αυτό σημαίνει ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σφαιρικώς, αλλά με διαφορετικό τρόπο αναλόγως του αν επιδρά στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ή όχι (41).

52.      Στο μέτρο που εφαρμόζεται επί προϊόντων που εξάγονται από το ιταλικό έδαφος, ο επίμαχος φόρος υπόκειται στη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 25 ΕΚ απαγόρευση. Συνεπώς, ως προς το μέρος αυτό της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, πρέπει να εφαρμοσθεί η προεκτεθείσα στα ανωτέρω σημεία 24 έως 43 ανάλυσή μου. Εντούτοις, στο μέτρο που εφαρμόζεται επί προϊόντων που παραμένουν εντός του ιταλικού εδάφους, ο επίμαχος φόρος δεν υπόκειται στους κοινοτικούς κανόνες περί της τελωνειακής ενώσεως.

53.      Συναφώς, το Δικαστήριο μπορεί, θεωρητικώς, να επιλέξει μεταξύ τριών λύσεων.

54.      Η πρώτη λύση θα συνίστατο στην επαναφορά της αρχής του μη εφαρμοσίμου του κοινοτικού δικαίου σε φόρο εισπραττόμενο από κράτος μέλος επί των εσωτερικών εμπορικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται στο έδαφός του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο θα ακολουθούσε την προσέγγιση που προέκρινε ο γενικός εισαγγελέας Tesauro με τις προτάσεις του στην προαναφερθείσα υπόθεση Lancry κ.λπ.

55.      Φρονώ ότι η λύση αυτή είναι κατακριτέα, διότι δεν λαμβάνει υπόψη τους θεμιτούς προβληματισμούς που δικαιολογούν την υιοθέτηση της «λύσεως Lancry». Οι προβληματισμοί αυτοί αφορούν, κατ’ αρχάς, τις πρακτικές δυσκολίες που συνεπάγεται ο καθορισμός της προελεύσεως ή του προορισμού των κυκλοφορούντων εντός της Κοινότητας προϊόντων (42). Αφορούν, επίσης, τις δυσχέρειες που ανακύπτουν λόγω των καλούμενων «αντίστροφων δυσμενών διακρίσεων» (43). Η έκφραση αυτή αφορά, ιδίως, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι υπήκοοι κράτους μέλους που δεν έχουν κάνει χρήση των ελευθεριών κυκλοφορίας που καθιερώνει η Συνθήκη βρίσκονται σε δυσμενέστερη νομική θέση σε σύγκριση με τους υπηκόους που έχουν ασκήσει τα αντλούμενα από τις εν λόγω ελευθερίες δικαιώματά τους. Όπως είναι γνωστό, το Δικαστήριο έχει αποφασίσει να αγνοεί τις περιπτώσεις αυτές, στηριζόμενο στον αποκλεισμό των αμιγώς εσωτερικών καταστάσεων από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (44). Συνεπώς, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να προβαίνει σε εκτίμηση των καταστάσεων αυτών (45). Εντούτοις, το γεγονός ότι το Δικαστήριο κηρύσσει εαυτό αναρμόδιο στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να συνεπάγεται ότι το εθνικό δικαστήριο απομένει αντιμέτωπο με καταστάσεις που ενέχουν δυσμενείς διακρίσεις και πηγάζουν από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (46). Είναι δύσκολο να γίνει δεκτό ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν ενδιαφέρεται για καταστάσεις στη δημιουργία των οποίων έχει το ίδιο συντελέσει. Στις περιπτώσεις αυτές, το κοινοτικό δίκαιο έχει δημιουργήσει ένα πρόβλημα το οποίο, αν δεν είχε ανακύψει λόγω του κοινοτικού δικαίου, θα ήταν άγνωστο στο εθνικό δίκαιο και, αναμφιβόλως, μη αποδεκτό από αυτό και για την αντιμετώπιση του οποίου το εθνικό δίκαιο ενδέχεται να μη διαθέτει τα κατάλληλα μέσα.

56.      Προς αντιμετώπιση των ανωτέρω δυσχερειών, η δεύτερη πιθανή λύση που μπορεί να εξετασθεί ως ενδεχόμενο θα συνίστατο στην εφαρμογή, ως προς το μέρος του φόρου που αφορά το εσωτερικό εμπόριο, μιας λύσεως όμοιας με εκείνη που έδωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Guimont (47). Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της εν λόγω προσεγγίσεως, θα προτεινόταν στον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει τη λύση που απορρέει από την απαγόρευση φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους θα του επέβαλλε να αναγνωρίσει σε έναν ημεδαπό επιχειρηματία τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που ένας εξαγωγέας θα αντλούσε, κατά τις ίδιες περιστάσεις, από το κοινοτικό δίκαιο. Έτσι, τα δύο μέρη της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που διακρίνονται από απόψεως εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου θα αντιμετωπίζονταν, αμέσως ή εμμέσως, σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες, ήτοι τους κανόνες περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

57.      Μολονότι, η λύση αυτή θα ήταν προτιμότερη από την προηγούμενη, εντούτοις φρονώ ότι δεν είναι εντελώς ικανοποιητική. Αφενός, λειτουργώντας υπέρ της διευρύνσεως της προδικαστικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, δημιουργεί τον κίνδυνο μιας δυσκόλως ελεγχόμενης επεκτάσεως του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Η διατύπωση της αποφάσεως Guimont είναι ιδιαιτέρως ευρεία. Αν υιοθετηθεί η εν λόγω λύση δεν θα υπάρχουν, στην πράξη, καταστάσεις μη εμπίπτουσες στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και μη υποκείμενες, έστω εμμέσως, στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, για να συμβεί αυτό αρκεί η επίμαχη κατάσταση να μπορεί να συνδεθεί με ερώτημα που να αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και να μην είναι προδήλως άνευ αντικειμένου. Φρονώ ότι δεν είναι ιδιαιτέρως δύσκολο να θεμελιωθεί ένας τέτοιος σύνδεσμος, ιδίως, από τη στιγμή που εναπόκειται, κατ’ αρχήν, αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμά τόσο το λυσιτελές όσο και την αναγκαιότητα της υποβολής αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (48). Αφετέρου, η αποτελεσματικότητα της εν λόγω λύσεως εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το εθνικό δίκαιο παρέχει στους υπηκόους που εμπλέκονται σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις τα ίδια δικαιώματα με εκείνα που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο (49). Συνεπώς, η επίλυση ενδεχόμενων αντίστροφων δυσμενών διακρίσεων εξαρτάται, αποκλειστικώς, από τις δυνατότητες του εθνικού δικαίου και την πιθανότητα να διαθέτει το εν λόγω δίκαιο κάποιο επαρκές μέσο προστασίας. Εντούτοις, η αναζήτηση του κατάλληλου μέσου προστασίας είναι πιθανό να προσκρούει σε εμπόδια που απορρέουν από τον ίδιο τον χαρακτήρα των οικείων εθνικών νομικών συστημάτων (50).

58.      Για τον λόγο αυτό προκρίνω, τελικώς, μια τρίτη λύση η οποία εμφανίζει το διπλό πλεονέκτημα ότι διατηρεί άθικτη την αρχή του μη εφαρμοσίμου των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας σε αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις, δίχως, εντούτοις, να αγνοεί τις δυσκολίες που μπορεί να συνεπάγεται η εν λόγω αρχή στην πράξη. Η προτεινόμενη λύση στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ της επίμαχης εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως και των εσωτερικών καταστάσεων που μπορούν να προκύψουν από αυτήν. Μολονότι η κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει εν μέρει στις κοινοτικές διατάξεις περί της τελωνειακής ενώσεως, εντούτοις οι εν λόγω καταστάσεις ασφαλώς δεν εμπίπτουν. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι εξαιρούνται εξ ολοκλήρου από το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Φρονώ ότι ως «υπολειμματικές» καταστάσεις εξακολουθούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των γενικών κανόνων του κοινοτικού δικαίου, καθόσον επηρεάζονται από τα αποτελέσματα της εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης επί της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που ρυθμίζει τις καταστάσεις αυτές.

 Γ –       Η προτεινόμενη λύση

59.      Προκειμένου να προχωρήσω στην ανάλυσή μου, προτίθεμαι να διακρίνω μεταξύ του ζητήματος του εφαρμοσίμου του κοινοτικού δικαίου σε εσωτερικές καταστάσεις, όπως η εν προκειμένω επίμαχη, και του ζητήματος της ευρέσεως των μέσων του κοινοτικού δικαίου που μπορούν να εφαρμοσθούν στις εν λόγω καταστάσεις, διότι τα δύο αυτά ζητήματα δημιουργούν διαφορετικά προβλήματα.

1.      Εφαρμόσιμο του κοινοτικού δικαίου σε καταστάσεις όπως η εν προκειμένω επίμαχη

60.      Στο σημείο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο, εντός των ορίων που θέτουν οι υποχρεώσεις που υπέχει από τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚ, να θεσπίζει το φορολογικό σύστημα το οποίο εκτιμά ότι είναι το καταλληλότερο σε σχέση με κάθε προϊόν (51). Δεν τίθεται ζήτημα αμφισβητήσεως της φορολογικής αρμοδιότητας που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη στον τομέα της επιβολής εσωτερικών επιβαρύνσεων. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι η εσωτερική κατάσταση που προκύπτει από την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης επί της εκάστοτε φορολογικής κανονιστικής ρυθμίσεως μπορεί να είναι εντελώς ξένη προς το κοινοτικό δίκαιο.

61.      Η προκείμενη περίπτωση αφορά εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία στερείται μέρους της εμβέλειάς της λόγω της εφαρμογής των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας, πλην όμως εξακολουθεί να συντελεί στη δημιουργία αμφισβητούμενων από πλευράς κοινοτικού δικαίου καταστάσεων. Αφενός, στο μέτρο που αφορά το ενδοκοινοτικό εμπόριο, η εθνική κανονιστική ρύθμιση πρέπει να παραμερισθεί προς όφελος του κοινοτικού καθεστώτος περί της ελεύθερης κυκλοφορίας. Αφετέρου, στο μέτρο που αφορά αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις, εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της. Συνεπώς, τα προϊόντα που αφορά η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση υπόκεινται σε διαφορετικά καθεστώτα με κριτήριο τον προορισμό τους. Από το γεγονός αυτό μπορεί να ανακύψει μια δυσμενής διάκριση, η οποία θα αποτελεί συνέπεια της εναλλακτικής εφαρμογής είτε των κοινοτικών είτε των εθνικών διατάξεων σε φαινομενικώς όμοιες καταστάσεις (52). Έτσι, με κριτήριο τον προορισμό των προϊόντων, εφαρμόζονται εν προκειμένω δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα, ενώ πρόκειται, σε όλες τις περιπτώσεις, για την ίδια κατάσταση η οποία συνίσταται στην αποστολή προϊόντων εκτός του εδάφους μιας κοινότητας ενός κράτους μέλους.

62.      Στην περίπτωση αυτή, ούτε η εθνική κανονιστική ρύθμιση ούτε το κοινοτικό δίκαιο δημιουργούν καθαυτά δυσμενή διάκριση. Εντούτοις, η δυσμενής διάκριση αποτελεί συνέπεια της μερικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στην επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση. Ακόμη και αν δεν επιδιώχθηκε ούτε προβλέφθηκε, η κατάσταση αυτή συνιστά αναγκαία συνέπεια της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Ακόμη και αν, ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά της, η κατάσταση αυτή εμπίπτει στο εθνικό δίκαιο, εντούτοις, είναι επίσης μία «υπολειμματική» κατάσταση από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Έτσι, το κοινοτικό δίκαιο καθίσταται ένα εκ των στοιχείων που θεμελιώνουν την κατάσταση αυτή, μέσω των αποτελεσμάτων που εκουσίως ή ακουσίως επιφέρει.

63.      Πιθανώς, η εμπλοκή αυτή των κοινοτικών κανόνων δεν συνιστά, εκ πρώτης όψεως, αρκούντως ισχυρό παράγοντα πραγματικής συνδέσεως με το κοινοτικό δίκαιο ο οποίος να δικαιολογεί την εκτίμηση ότι η επίμαχη κατάσταση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, σύμφωνα με ένα γενικό κανόνα, δεν αρκεί η επίμαχη κατάσταση να πηγάζει από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του. Πρέπει, επιπλέον, να αποδεικνύεται ότι θίγει έναν εκ των σκοπών της Συνθήκης. Αυτό συμβαίνει, συνήθως, όταν η επίμαχη κατάσταση δημιουργεί κάποιο εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (53). Στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατό να θεμελιωθεί η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της επίμαχης καταστάσεως και των διατάξεων που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τον σκοπό της προστασίας της κοινής αγοράς. Πάντως, σήμερα, οι σκοποί της Συνθήκης έχουν διευρυνθεί. Φρονώ ότι, στο εξής, η αποφυγή της δημιουργίας διακρίσεων συνιστά σαφώς θεμελιώδη σκοπό της Κοινότητας, ακόμη και αν οι εν λόγω διακρίσεις ανάγονται στα αποτελέσματα της εφαρμογής των ίδιων των κανόνων της (54). Εντεύθεν προκύπτει ότι η εφαρμογή κοινοτικού κανόνα δεν πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να καταλήγει στην παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

64.      Μια κατάσταση όπως η επίμαχη εν προκειμένω συνδέεται με το κοινοτικό δίκαιο τόσο λόγω των στοιχείων που τη συνθέτουν όσο και λόγω των αποτελεσμάτων της. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί από το πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου.

2.      Μέσα του κοινοτικού δικαίου που μπορούν να εφαρμοσθούν στην προκείμενη κατάσταση

65.      Τα μέσα τα οποία μπορούν εκ φύσεως να χρησιμοποιηθούν για αυτήν τη σχετική επέκταση του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου είναι οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Οι εν λόγω αρχές έχουν τον χαρακτήρα θεμελιωδών κανόνων του κοινοτικού δικαίου. Λειτουργούν ως ένα αντικειμενικό πλαίσιο για το σύνολο των κανόνων και των καταστάσεων που μπορούν να εντάσσονται στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου (55). Επιπλέον, λειτουργούν είτε ως κριτήρια για την εκτίμηση του κύρους των κοινοτικών πράξεων είτε ως κριτήρια για την ερμηνεία των πράξεων και των καταστάσεων που εντάσσονται στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να εκτιμηθεί ο κανόνας που επανειλημμένως έχει διατυπώσει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τον οποίο όταν ένα κράτος επικαλείται κάποιον λόγο που δικαιολογεί τη λήψη εθνικού μέτρου ικανού να περιορίσει τις διασφαλιζόμενες από τη Συνθήκη θεμελιώδεις ελευθερίες, ο λόγος αυτός «πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και, ιδίως, τα θεμελιώδη δικαιώματα» (56). Φρονώ ότι είναι απολύτως θεμιτή η επέκταση της ισχύος αυτού του κανόνα και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εκτιμάται μια υπολειμματική κατάσταση, όπως αυτή έχει ορισθεί προηγουμένως, εφόσον έχει γίνει δεκτό ότι η εν λόγω κατάσταση εντάσσεται στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου.

66.      Στις αρμόδιες εθνικές αρχές θα εναπόκειται να προβαίνουν στην εκτίμηση αυτή. Οι εν λόγω αρχές διαθέτουν, όπως φαίνεται, ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τη χρησιμοποίηση και την εφαρμογή των μέσων που τους παρέχει το κοινοτικό δίκαιο. Αυτό απορρέει από το γεγονός ότι οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη μια σειρά αντικρουόμενων συμφερόντων που εντάσσονται σε αμιγώς εθνικό πλαίσιο. Είναι εμφανές ότι το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς είναι το πλέον αρμόδιο να κρίνει κατά πόσον υφίσταται δυσμενής διάκριση στην εκάστοτε περίπτωση. Σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη εν προκειμένω, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει παραδείγματος χάρη να πιστοποιήσει ότι η διαφορετική μεταχείριση των προϊόντων που προορίζονται να παραμείνουν στο εθνικό έδαφος και των προϊόντων που προορίζονται να εξαχθούν είναι δικαιολογημένη. Εντούτοις, ενδέχεται το εθνικό δίκαιο να μην παρέχει στον δικαστή τα κατάλληλα μέσα για να εντοπίσει και να εξαλείψει παρόμοιες διακρίσεις (57). Στην περίπτωση αυτή, φρονώ ότι είναι απολύτως θεμιτό να του παράσχει το κοινοτικό δίκαιο τα κανονιστικά μέσα που διαθέτει.

67.      Μεταξύ των αρχών που μπορούν να εφαρμοσθούν στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνεται, ιδίως, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η οποία έχει καθιερωθεί από το Δικαστήριο ως θεμελιώδης αρχή του κοινοτικού δικαίου (58). Η τυπική θεώρηση της εν λόγω αρχής είναι ότι αποτελεί «λειτουργική προέκταση» των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας (59). Πράγματι, όταν ο κοινοτικός δικαστής χρησιμοποιεί την αρχή αυτή αποσκοπεί, κατά κανόνα, στην προστασία των ελευθεριών που καθιερώνει η Συνθήκη. Σύμφωνα με την κλασική προσέγγιση του Δικαστηρίου, η εν λόγω αρχή καθιερώθηκε ως μέσο για την υλοποίηση των προστατευόμενων από τη Συνθήκη οικονομικών ελευθεριών (60).

68.      Φρονώ ότι είναι σκόπιμο να αναγνωρισθεί, σήμερα, ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι αυθύπαρκτη και έχει αυτοτελές περιεχόμενο. Μπορεί πλέον να γίνει δεκτό ότι η άσκηση των οικονομικών ελευθεριών δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Αυτό είναι το λογικό αποτέλεσμα της αποφάσεως Martínez Sala, αν αναγνωσθεί υπό το πρίσμα της αποφάσεως Baumbast και R (61). Με την απόφαση Martínez Sala, το Δικαστήριο μερίμνησε να αποσυνδέσει την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων από οποιαδήποτε σκέψη σχετική με την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας. Από την υπόθεση Baumbast και R προκύπτει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ευρωπαϊκή ιθαγένεια προστίθενται αμέσως στην προσωπική περιουσία των υπηκόων των κρατών μελών υπό την ιδιότητά τους ως υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του έχοντος την ευρωπαϊκή ιθαγένεια να μην υφίσταται αδικαιολόγητες διακρίσεις (62).

69.      Αυτό δεν σημαίνει ότι το πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου επεκτείνεται σε όλες τις εθνικές καταστάσεις οι οποίες, πιθανώς, ενέχουν δυσμενείς διακρίσεις. Όπως οι διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας ή περί της ιθαγένειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (63), η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων δεν αποσκοπεί στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σε εσωτερικές καταστάσεις που δεν συνδέονται με το κοινοτικό δίκαιο (64). Εντούτοις, φρονώ ότι, υπό την επιφύλαξη της υπάρξεως δικαιολογητικού λόγου, ένας υπήκοος εμπλεκόμενος σε υπολειμματική κατάσταση του κοινοτικού δικαίου δεν πρέπει να υφίσταται δυσμενή διάκριση λόγω της προελεύσεως ή του προορισμού των προϊόντων του. Το κοινοτικό δίκαιο οφείλει να προστατεύει τον εν λόγω υπήκοο όχι μέσω της εφαρμογής των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας, αλλά μέσω της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

3.      Συμπέρασμα της αναλύσεως

70.      Συνοψίζοντας το σύνολο της ανωτέρω αναλύσεως, καταλήγω ότι:

1)       Ένας φόρος όπως ο επίμαχος εν προκειμένω συνιστά φόρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, στο μέτρο που πλήττει τα εμπορεύματα που εξάγονται από το έδαφος κράτους μέλους.

2)       Οι καταστάσεις που μπορούν να προκύψουν από την εφαρμογή του άρθρου 25 ΕΚ στον επίμαχο φόρο πρέπει να εκτιμώνται υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και, ιδίως, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όταν αφορούν προϊόντα που προορίζονται να παραμείνουν εντός του εθνικού εδάφους.

71.      Θα πρότεινα στο Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του αν ακολουθήσει την ανωτέρω προσέγγιση, να δώσει μια λύση η οποία θα διασφαλίζει την ύπαρξη συνοχής μεταξύ του τομέα των φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος και των λοιπών τομέων της ελεύθερης κυκλοφορίας. Αν το Δικαστήριο ακολουθούσε την πρότασή μου, θα μπορούσε να εξασφαλίσει διπλό πλεονέκτημα. Αφενός, να διατηρήσει την αρχή του μη εφαρμοσίμου των κανόνων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας σε καταστάσεις που δεν συνδέονται με κανέναν τρόπο με τις καταστάσεις τις οποίες προβλέπουν οι εν λόγω κανόνες. Αφετέρου, θα μπορούσε, τηρώντας τα όρια της αρμοδιότητας που διαθέτει δυνάμει της προαναφερθείσας αποφάσεως Guimont, να παράσχει στα εθνικά δικαστήρια αποτελεσματικά μέσα προς ρύθμιση των επίμαχων καταστάσεων που ανακύπτουν από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.

V –    Τα διαχρονικά αποτελέσματα της προδικαστικής αποφάσεως

72.      Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόρος επί των μαρμάρων είναι ασύμβατος με το κοινοτικό δίκαιο, η κοινότητα της Carrare ζητεί από το Δικαστήριο να περιορίσει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αποφάσεώς του. Προς στήριξη του αιτήματός της, επικαλείται, αφενός, την αβεβαιότητα ως προς το νομικό πλαίσιο που πρέπει να εφαρμοσθεί στον επίμαχο φόρο και, αφετέρου, τις σοβαρές οικονομικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει γι’ αυτήν μια τέτοια απόφαση.

73.      Κατ’ αρχήν, ο κανόνας που ερμηνεύεται από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ μπορεί και πρέπει να εφαρμοσθεί από τον εθνικό δικαστή ακόμη και σε έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν πριν από την απόφαση που έκρινε επί της αιτήσεως ερμηνείας (65). Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει περιορίσει τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλούνται την ούτως ερμηνευόμενη διάταξη προκειμένου να αμφισβητήσουν καλόπιστα διαμορφωθείσες έννομες σχέσεις μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις και εφόσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι ασφάλειας δικαίου (66).

74.      Εν προκειμένω, από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπήρχε ουδεμία αντικειμενική αβεβαιότητα σχετικά με το περιεχόμενο του άρθρου 25 ΕΚ. Δεν προσκομίσθηκε κανένα στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση το ασύμβατο του επίμαχου φόρου με το κοινοτικό δίκαιο. Πρέπει να διατυπωθεί μόνο μια επιφύλαξη για τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η καταβολή του φόρου ζητήθηκε προτού το Δικαστήριο εκδώσει την προαναφερθείσα απόφαση Legros κ.λπ.. Πράγματι, μέχρι την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, η κοινότητα της Carrare μπορούσε ευλόγως να εκτιμά ότι ο επίμαχος φόρος δεν ήταν ασύμβατος με το κοινοτικό δίκαιο, τουλάχιστον κατά το μέτρο που έπληττε τις αμιγώς εσωτερικές εμπορικές συναλλαγές. Αντιθέτως, το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως θα έπρεπε να προκαλέσει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος του επίμαχου φόρου. Επιπλέον, αυτήν την προσέγγιση ακολούθησε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Σιμιτζή.

75.      Δεδομένου ότι ο επίμαχος φόρος έχει τον ίδιο χαρακτήρα με εκείνον που αφορούσε η εν λόγω απόφαση, φρονώ ότι είναι ορθό να εφαρμοσθεί στον επίμαχο φόρο η ίδια λύση με εκείνη που προέκρινε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εν λόγω αποφάσεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφασίσει ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων της Συνθήκης, οι οποίες αφορούν τους φόρους ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, προς στήριξη αιτημάτων περί επιστροφής ποσών που καταβλήθηκαν υπό τη μορφή του επίμαχου φόρου πριν από τις 16 Ιουλίου 1992, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι αιτούντες την επιστροφή των ποσών είχαν ασκήσει, πριν από την ημερομηνία αυτή, ένδικη ή διοικητική προσφυγή.

76.      Επικουρικώς, προσθέτω ότι αν το Δικαστήριο αποφάσιζε να ακολουθήσει την προσέγγιση την οποία προτείνω δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να καταλήξει σε διαφορετική λύση. Αφενός, μπορεί ορθώς να υποστηριχθεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση Legros κ.λπ. έχει δημιουργήσει, στον τομέα αυτό, μια νέα νομική κατάσταση την οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να θεωρούν ως σταθερή και σαφή. Αφετέρου, η προτεινόμενη λύση δεν οδηγεί σε αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε η απόφαση Σιμιτζή, μολονότι η ανάλυσή μου χαράσσει νέες οδούς.

VI – Πρόταση

77.      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν ερώτημα ως εξής:

«1)      Ένας φόρος που εισπράττεται από κράτος μέλος επί εμπορευμάτων λόγω της μεταφοράς τους εκτός του εδάφους μιας κοινότητας του εν λόγω κράτους μέλους συνιστά φόρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό, στο μέτρο που πλήττει τα εμπορεύματα που εξάγονται σε άλλο κράτος μέλος.

2)      Οι καταστάσεις που μπορούν να προκύψουν από την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης περί των φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς στον επίμαχο φόρο πρέπει να εκτιμώνται υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και, ιδίως, της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όταν αφορούν προϊόντα που αποστέλλονται σε άλλη περιοχή εντός του εδάφους του ίδιου κράτους μέλους.

3)      Δεν μπορεί να γίνει επίκληση των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν τους φόρους ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς προς στήριξη αιτημάτων περί επιστροφής ποσών που καταβλήθηκαν υπό τη μορφή του επίμαχου φόρου πριν από τις 16 Ιουλίου 1992, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι αιτούντες την επιστροφή των ποσών είχαν ασκήσει, πριν από την ημερομηνία αυτή, ένδικη ή διοικητική προσφυγή.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.


2 – Παρόμοια προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή του φόρου αυτού έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο τεσσάρων εκκρεμών υποθέσεων, η συνεκδίκαση των οποίων αποφασίσθηκε με διάταξη του Δικαστηρίου (C-426/03 έως C-429/03, GE.M.E.G. κ.λπ.).


3 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Αυγούστου 1994, C-363/93, C-407/93, C-408/93, C-410/93 και C-411/93, Lancry κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-3957), και της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, C-485/93 και C-486/93, Σιμιτζή (Συλλογή 1995, σ. I-2655). Σημείο αφετηρίας της νομολογίας αυτής αποτελεί η απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-163/90, Legros κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. I-4625).


4 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Μαΐου 1997, C-321/94 έως C-324/94, Pistre κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-2343), και της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont (Συλλογή 2000, σ. I-10663).


5 – Κατόπιν των συζητήσεων ενώπιον του ακροατηρίου, μπορεί να γίνει δεκτό, εν πάση περιπτώσει, ότι οι τροποποιήσεις αυτές δεν μεταβάλλουν τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αναλύσεώς μου εν προκειμένω.


6 – Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-393, σκέψεις 6 και 7).


7 – Υπό την έννοια αυτή, η προκείμενη κατάσταση διαφέρει από εκείνη που κατέληξε στη διάταξη του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 1996, C-326/95, Banco de Fomento e Exterior, (Συλλογή 1996, σ. I-1385), με την οποία τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα κρίθηκαν προδήλως απαράδεκτα.


8 – Βλ., συγκεκριμένα, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-180/98 έως C-184/98, Pavlov κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-6451, σκέψεις 52 και 53).


9 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, 244/78, Union laitière normande (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 307), και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση Telemarsicabruzzo κ.λπ..


10 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1980, 104/79, Foglia (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 403) και της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045).


11 – Βλ., συγκεκριμένα, απόφαση του Δικαστηρίου της 30ης Απριλίου 1998, C-37/96 και C-38/96, Sodiprem κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-2039, σκέψη 22).


12 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1984, 238/82, Duphar κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 523, σκέψη 30).


13 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1988, 267/86, Van Eycke (Συλλογή 1988, σ. 4769, σκέψη 16), και, προσφάτως, της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, C-198/01, Consorzio Industrie Fiammiferi (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 45 και 46).


14 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 286/81, Oosthoek’s Uitgeversmaatschappij (Συλλογή 1982, σ. 4575, σκέψη 9)· της 18ης Φεβρουαρίου 1987, 98/86, Mathot (Συλλογή 1987, σ. 809, σκέψεις 7 έως 9)· της 28ης Ιανουαρίου 1992, C-332/90, Steen (Συλλογή 1992, σ. I-341, σκέψη 9), καθώς και της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-108/98, RI.SAN. (Συλλογή 1999, σ. I-5219, σκέψη 23).


15 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Σιμιτζή, σκέψεις 21 και 25. Συναφώς, το Δικαστήριο παραπέμπει στις προαναφερθείσες στην υποσημείωση 3 αποφάσεις Legros κ.λπ. και Lancry κ.λπ..


16 – Βλ., κατ’ αναλογία, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Σιμιτζή, σκέψη 22.


17 – Βλ., συγκεκριμένα, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, C-158/82, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1983, σ. 3573, σκέψη 24), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην εν λόγω υπόθεση.


18 – Βλ., συγκεκριμένα, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C-441/98 και C-442/98, Μιχαηλίδης (Συλλογή 2000, σ. I-7145). Η υπόθεση εκείνη αφορούσε φόρο που έπληττε αποκλειστικώς την εξαγωγή καπνικών προϊόντων.


19 – Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, 24/68, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 55, σκέψεις 9 και 14).


20 – Βλ., συγκεκριμένα, απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, 2/69 και 3/69, Social Fonds voor de Diamantarbeiders (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 59, σκέψη 18).


21 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 7.


22 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1968, 7/68, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 805)· της 14ης Δεκεμβρίου 1972, 29/72, Marimex (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 339, σκέψη 7), καθώς και την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Μιχαηλίδης, σκέψη 17.


23 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 11.


24 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1975, 63/74, Cadsky (Συλλογή τόμος 1975, σ. 99, σκέψη 8), και της 17ης Μαΐου 1983, 132/82, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1983, σ. 1649, σκέψη 8).


25 – Γραπτές παρατηρήσεις της καθής, σ. 12. Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο νόμος 75/1999, ο οποίος ερμηνεύει τον νόμο 749/1911, ορίζει ότι ο φόρος επί των μαρμάρων καθορίζεται με βάση «τα έξοδα που βαρύνουν τον δήμο και συνδέονται αμέσως ή εμμέσως με τις δραστηριότητες της βιομηχανίας του μαρμάρου».


26 – Βλ., κατ’ αναλογία, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 24 απόφαση Cadsky, σκέψη 8.


27 – Βλ., κατ’ αναλογία, την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C-389/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2003, σ. I-2001, σκέψεις 35 και 36).


28 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 22 απόφαση Marimex, σκέψη 7, και την απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76, Steineke & Weinlig (Συλλογή τόμος 1977, σ. 171, σκέψη 28).


29 – Βλ., συγκεκριμένα, απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1981, 90/79, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 283, σκέψη 14).


30 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου1983, 158/82, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1983, σ. 3573), και της 22ας Απριλίου 1999, C-109/98, CRT France International (Συλλογή 1999, σ. I-2237).


31 – Με τις προτάσεις του στην υπόθεση η οποία κατέληξε στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 32 απόφαση CRT France International, ο γενικός εισαγγελέας Κοσμάς τονίζει ότι, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό που πρέπει να δοθεί σε παρόμοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το ιστορικό της θεσπίσεως και τον σκοπό της επίμαχης επιβαρύνσεως (σκέψη 25).


32 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση η οποία κατέληξε στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Lancry κ.λπ., σκέψη 28.


33 – Η μέριμνα αυτή αποτελεί μία από τις βασικές σκέψεις στις οποίες στηρίζεται η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση. Πρέπει να διευκρινισθεί ότι το Δικαστήριο χρησιμοποιεί, γενικώς, την έννοια «κοινοτικό τελωνειακό έδαφος» για να δηλώσει το χωρικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί της τελωνειακής ενώσεως και όχι μια χωριστή αρμοδιότητα της Κοινότητας.


34 – Προς τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο αναγκάσθηκε να στηριχθεί σε μία ερμηνεία της έννοιας των συνόρων η οποία δεν είναι σύμφωνη προς τον ορισμό που είναι κοινώς αποδεκτός κατά το δημόσιο διεθνές δίκαιο. Το Dictionnairedelaterminologiedudroitinternationalpublic, που εκδίδεται υπό τη διεύθυνση του J., Basdevant, ορίζει τα σύνορα ως εξής: «Limite du territoire d’un État. Limite déterminant où commencent et finissent les territoires de deux États voisins» (ορισμός που επαναλαμβάνεται στο Dictionnairededroitinternationalpublic, το οποίο εκδίδεται υπό τη διεύθυνση του Salmon J., Bruylant, Bruxelles, 2001, σ. 520). Παρόμοιος ορισμός περιλαμβάνεται στην EncyclopediaofPublicInternationalLaw, η οποία εκδίδεται υπό τη διεύθυνση του Bernhardt, R., στο λήμμα «Boundaries».


35 – Πράγματι, η άποψη αυτή εκφράσθηκε από μερίδα της θεωρίας: μεταξύ άλλων, Keppenne, J.-P., και van Ypersele, P., «Vers une application du droit communautaire à des obstacles à la libre circulation des marchandises à l’intérieur d’un État membre», Journal des tribunaux de droit européen, 1994, σ. 179, καθώς και Rigaux, A., και Simon, D., στο σχολιασμό τους για την προαναφερθείσα απόφαση Lancry κ.λπ., Europe, 1994, αριθ. 361.


36 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, d’Oliveira, H. U. J., «Is reverse discrimination still possible under the Single European Act?», Forty years on: the evolution of private international law in Europe, Kluwer, Deventer, 1990, σ. 71 έως 86


37 – Υπό την έννοια αυτή, ο γενικός εισαγγελέας Geelhoed διατύπωσε την άποψη ότι, κατόπιν της ενοποιήσεως της κεφαλαιουχικής αγοράς μέσω της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, δεν μπορεί πλέον να γίνεται λόγος για αμιγώς εσωτερικές καταστάσεις στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων. Έτσι, φρονεί ότι η ενιαία κεφαλαιουχική αγορά μπορεί να συγκριθεί με την ενότητα του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους η οποία έχει επιτευχθεί από μακρού χρόνου (προτάσεις στην υπόθεση η οποία κατέληξε στην απόφαση της 5ης Μαρτίου 2002, C-515/99 και C-527/99 έως C-540/99, Reisch κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-2157, σκέψεις 104 και 105).


38 – Επιπλέον, η αντίφαση επισημαίνεται από τη θεωρία και, ιδίως, από τον Oliver, P., Free Movement of Goods in the European Community, Sweet & Maxwell, αριθ. 6.103 έως 6.106, 2003.


39 – Η επέκταση αυτή έλαβε δύο μορφές στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου: είτε μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, εισάγουσα δυσμενή διάκριση ή παρεμποδίζουσα την πρόσβαση στην αγορά ενός κράτους μέλους, συνεπάγεται και διατηρεί, αυτή και μόνη, μια διαφορετική μεταχείριση που παρεμβάλλει προσκόμματα στο ενδοκοινοτικό εμπόριο (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Pistre κ.λπ.., και απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2000, C-254/98, TK-Heimdienst, Συλλογή 2000, σ. I-151), είτε το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως, επιθυμεί να παράσχει λυσιτελή απάντηση στον εθνικό δικαστή, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκ μέρους του εκτίμηση της επίμαχης εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Guimont και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 37 απόφαση du Reisch κ.λπ.).


40 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1994, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1994, σ. I-6097), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση η οποία κατέληξε στην απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1993, C-292/92, Hünermund κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-6787), καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano, της 25ης Μαρτίου 2004, στην υπόθεση C-442/02, CaixaBank France (Συλλογή 2004, σ. Ι-6787, σκέψεις 62 και 63). Βλ. Επίσης, υπό την έννοια αυτή, Bernard, N., «La libre circulation des marchandises, des personnes et des services dans le traité CE sous l’angle de la compétence», Cahiers de droit européen, 1998, ιδιαιτέρως σ. 26.


41 – Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982, 314/81 έως 316/81 και 83/82, Waterkeyn κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 4337, σκέψεις 11 και 12).


42 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Lancry κ.λπ., σκέψη 31.


43 – Όσον αφορά το πρόβλημα αυτό, βλ. τις πρόσφατες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση η οποία κατέληξε στην απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2003, C-294/01, Granarolo (Συλλογή 2003, σ. Ι-13429, σκέψεις 78 επ.).


44 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1979, 86/78, Peureux (Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 481, σκέψη 38)˙ της 23ης Οκτωβρίου 1986, 355/85, Driancourt (Συλλογή 1986, σ. 3231, σκέψεις 10 και 11), και της 18ης Φεβρουαρίου 1987, 98/86, Mathot (Συλλογή 1987, σ. 809, σκέψη 7). Βλ. επίσης τη λιγότερο απόλυτη άποψη που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας Mischo στην υπόθεση Edah (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1986, 80/85 και 159/85, Συλλογή 1986, σ. 3359), υποστηρίζοντας ότι: «οι αντίστροφες δυσμενείς διακρίσεις προφανώς δεν είναι δυνατό να εξακολουθήσουν με την πάροδο του χρόνου να υφίστανται σε μια πραγματικά κοινή αγορά η οποία πρέπει κατ’ ανάγκη να στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Πρέπει να εξαλειφθούν από τις εθνικές νομοθεσίες».


45 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, C-132/93, Steen (Συλλογή 1994, σ. I-2715, σκέψη 10).


46 – Αναφέρω, ενδεικτικώς, την αβέβαιη στάση των γαλλικών δικαστηρίων απέναντι στην καταδίκη από το Δικαστήριο του γαλλικού καθεστώτος περί της διαφημίσεως των αλκοολούχων ποτών: βλ. Isaac, G., «La condamnation du régime français de publicité pour les boissons alcooliques», Revue trimestrielle de droit européen, 1983, σ. 470 και επ.


47 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4.


48 – Κατά πάγια νομολογία, βλ., συγκεκριμένα, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 59).


49 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Guimont, σκέψη 23.


50 – Ορισμένα εθνικά νομικά συστήματα δεν διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα για να καταπολεμήσουν τις δυσμενείς διακρίσεις που απορρέουν από την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Πρόκειται για τα νομικά συστήματα που δεν αναγνωρίζουν τον δικαστηριακό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων ή που, τουλάχιστον, προβαίνουν μόνο σε προληπτικό έλεγχο. Αυτό συμβαίνει, ιδίως, στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.


51 – Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1976, 127/75, Bobie (Συλλογή τόμος 1976, σ. 409, σκέψη 9).


52 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, Due, O., και Gulmann, C., «Restrictions à la libre circulation intracommunautaire et situations purement internes», UneCommunautédedroit.FestschriftfürGilCarlosRodríguezIglesias, Verlag, Berlin, 2003, συγκεκριμένα σ. 383.


53 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 115/78, Knoors (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 169, σκέψεις 20 και 24), και την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 44 απόφαση Driancourt, σκέψη 10.


54 – Πρέπει να υπομνησθεί, μολονότι δεν ασκεί επιρροή από νομικής απόψεως, ότι το άρθρο 2 του σχεδίου της Συνθήκης για τη θέσπιση του Συντάγματος της Ευρώπης ορίζει ότι οι αξίες που διέπουν την Ένωση είναι «κοινές στα κράτη μέλη, σε μια κοινωνία πλουραλισμού, ανοχής, δικαιοσύνης, αλληλεγγύης και απαγόρευσης των διακρίσεων» καθώς και ότι το άρθρο 3 καταλέγει μεταξύ των σκοπών της Ένωσης την καταπολέμηση των διακρίσεων.


55 – Βλ. τις σκέψεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl σχετικά με τις γενικές αρχές της κοινοτικής έννομης τάξης στις προτάσεις του της 18ης Μαρτίου 2004 στην εκκρεμή ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση Omega (C-36/02).


56 – Στη νομολογία του Δικαστηρίου, ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται τόσο όταν τα κράτη μέλη επικαλούνται επιτακτικές ανάγκες γενικού συμφέροντος (απόφαση της 26ης Ιουνίου 1997, C-368/95, Familiapress, Συλλογή 1997, σ. I‑3689, σκέψη 24) όσο και όταν επικαλούνται τις διατάξεις δημοσίας τάξεως που προβλέπει η Συνθήκη (απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ (Συλλογή 1991, σ. I-2925, σκέψη 43).


57 – Πρέπει να επισημανθεί ότι, με την απόφασή του της 30ης Δεκεμβρίου 1997, το Corte costituzionale (Ιταλία) παραμέρισε μια εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία δημιουργούσε αντίστροφη δυσμενή διάκριση, κατόπιν της εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ σε μέρος της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως (απόφαση 443, σκέψη 5 του αιτιολογικού, δημοσιεύθηκε στη Rivistadidirittointernazionale, 1998, σ. 531). Στην περίπτωση εκείνη, το δικαστήριο στηρίχθηκε αποκλειστικώς στις εθνικές συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ελεύθερης οικονομικής πρωτοβουλίας. Εντούτοις, ενδέχεται το εθνικό δίκαιο να μην παρέχει σε ένα δικαστήριο, το οποίο αντιμετωπίζει παρόμοια κατάσταση, τα κατάλληλα μέσα για να εφαρμόσει μια τέτοια λύση.


58 – Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, 117/76 και 16/77, Ruckdeschel κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1977, σ. 531, σκέψη 7).


59 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, ιδίως, τη μελέτη του Lenaerts, K., «L’égalité de traitement en droit communautaire. Un principe unique aux apparences multiples», Cahiersdedroiteuropéen, 1991, σ. 3 έως 41.


60 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 186/87, Cowan (Συλλογή 1989, σ. 195) και της 11ης Ιουλίου 2002, C-224/98, D’Hoop (Συλλογή 2002, σ. I-6191). Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lagrange στην υπόθεση η οποία κατέληξε στην απόφαση της 17ης Ιουλίου 1963, 13/63, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 967) που ορίζει ότι «η αρχή αυτή πρέπει να τηρείται μόνο στο πλαίσιο των σκοπών που επιδιώκει η Συνθήκη», καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην υπόθεση η οποία κατέληξε στην απόφαση της 12ης Μαΐου 1998, C-85/96, Martínez Sala (Συλλογή 1998, σ. I‑2691) που χαρακτηρίζει την εν λόγω αρχή ως «συνακόλουθη της ελεύθερης κυκλοφορίας».


61 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 60 απόφαση Martínez Sala, καθώς και απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-413/99, Baumbast και R (Συλλογή 2002, σ. I-7091). Μεταξύ των δύο αυτών αποφάσεων, το Δικαστήριο ανέπτυξε τη σχετική νομολογία του με τις αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου1998, C‑274/96, Bickel και Franz (Συλλογή 1998, σ. I‑7637), της 20ης Σεπτεμβρίου 2001, C‑184/99, Grzelczyk (Συλλογή 2001, σ. I‑6193), καθώς και με την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 60 απόφαση D’Hoop.


62 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 60 υπόθεση Martínez Sala, σκέψη 23.


63 – Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, C-64/96 και C-65/96, Uecker και Jacquet (Συλλογή 1997, σ. I-3171, σκέψη 23).


64 – Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, 44/84, Hurd (Συλλογή 1986, σ. 429, σκέψη 55).


65 – Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή 1980, σ. 1205, σκέψη 16).


66 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Legros κ.λπ., σκέψεις 30 έως 36.