ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PHILIPPE LÉGER

της 2ας Ιουνίου 2005 1(1)

Υπόθεση C-37/03 P

BioID AG, υπό εκκαθάριση,

κατά

Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)

«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Απόλυτος λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως – Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 – Εικονιστικό σήμα περιέχον το αποκλειστικά περιγραφικό λεκτικό στοιχείο “BioID”»





1.     Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο την αίτηση αναιρέσεως της εταιρείας BioID AG  (2) κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δευτέρου τμήματος) της 5ης Δεκεμβρίου 2002, BioID κατά ΓΕΕΑ (3), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή κατά της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (4), της 20ής Φεβρουαρίου 2001 (υπόθεση R 538/1999-2) (5), περί αρνήσεως καταχωρίσεως του κατωτέρω απεικονιζομένου εικονιστικού σήματος ως κοινοτικού σήματος.

Image not found Image not found

2.     Τα ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως αφορούν κυρίως τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί κατά πόσον ένα σημείο που συντίθεται, όπως εν προκειμένω, από ένα λεκτικό στοιχείο και από εικονιστικά στοιχεία, στερείται διακριτικού χαρακτήρα και πρέπει, κατά συνέπεια, να μη γίνει δεκτό προς καταχώριση ως σήμα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου (6).

I –    Το νομικό πλαίσιο

3.     Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού, μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.

4.     Το άρθρο 7 του κανονισμού αφορά τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου. Το άρθρο αυτό ορίζει τα εξής:

«1.      Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:

α)      τα σημεία που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 4·

β)      τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·

γ)      τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προελεύσεως ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών·

δ)      τα σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις τα οποία έχουν καταστεί συνήθη στην καθημερινή γλώσσα ή στη θεμιτή και πάγια πρακτική του εμπορίου·

[…]

2.      Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται ακόμη και αν οι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Κοινότητας.

3.      Η παράγραφος 1, στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄ δεν εφαρμόζεται αν το σήμα έχει αποκτήσει για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες ζητείται η καταχώρηση διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεως που του έχει γίνει.»

II – Ιστορικό της διαφοράς

5.     Στις 8 Ιουλίου 1998, η αναιρεσείουσα υπέβαλε στο ΓΕΕΑ αίτηση καταχωρίσεως του ανωτέρω απεικονιζομένου σημείου ως κοινοτικού σήματος.

6.     Η καταχώριση του σημείου αυτού ζητήθηκε για προϊόντα και υπηρεσίες που υπάγονται σε διάφορες κλάσεις του Διακανονισμού της Νίκαιας (7) και συνίστανται σε λογισμικό, υλισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών και λοιπές συσκευές για τον έλεγχο της δικαιοδοσίας προσβάσεως προς αναγνώριση των ανθρώπων με τη βοήθεια ειδικών βιομετρικών χαρακτηριστικών, καθώς και σε υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών σχετιζόμενες με τέτοιου είδους συστήματα αναγνωρίσεως (8).

7.      Με απόφαση της 25ης Ιουνίου 1999, ο εξεταστής απέρριψε την αίτηση βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, με το αιτιολογικό ότι το εν λόγω σημείο εστερείτο διακριτικού χαρακτήρα.

8.     Το δεύτερο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η αναιρεσείουσα για τους ίδιους λόγους. Στήριξε την εκτίμηση αυτή στους ορισμούς της λέξεως «bio» στη γερμανική και αγγλική γλώσσα και της συντομογραφίας «ID», που συναντώνται στα λεξικά που κυκλοφορούν σχετικά με τις τηλεπικοινωνίες και την πληροφορική. Από τους ορισμούς αυτούς συνήγαγε το συμπέρασμα ότι το ακρωνύμιο «BioID» συνιστά συντομογραφία των λέξεων «biometric identification» (βιομετρική αναγνώριση) και ότι, συνεπώς, περιγράφει το είδος και τον προορισμό των προϊόντων και των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως. Επισήμανε ότι ο καταναλωτής που αναζητά σύστημα ασφαλείας, βλέποντας προϊόντα και υπηρεσίες, που χαρακτηρίζονται με την έκφραση «BioID», θα αντιληφθεί αμέσως ότι πρόκειται για την αναγνώριση των χαρακτηριστικών έμβιων οργανισμών.

9.     Το εν λόγω τμήμα προσφυγών εξέθεσε επίσης ότι, λαμβανομένων υπόψη των εκφράσεων που χρησιμοποιούν οι ανταγωνιστές της αναιρεσείουσας, οι τελευταίοι είχαν συμφέρον να μπορούν να χρησιμοποιούν το ακρωνύμιο «BioID» για να διαφημίσουν τα δικά τους προϊόντα και τις υπηρεσίες τους.

10.   Θεώρησε, τέλος, ότι τα γραφικά στοιχεία που συνθέτουν το εν λόγω σημείο δεν του προσδίδουν διακριτικό χαρακτήρα και ουδόλως αλλοιώνουν τον αμιγώς περιγραφικό χαρακτήρα του.

11.   Η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή κατά της επίδικης αποφάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου.

III – Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

12.   Προς υποστήριξη της προσφυγής της, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε δύο λόγους ακυρώσεως, στηριζόμενους, ο μεν πρώτος, στην παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ο δε δεύτερος, στην παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού.

13.   Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή. Έκρινε ότι ο λόγος που αφορά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού έπρεπε να απορριφθεί όσον αφορά όλες τις κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, παρείλκε η εξέταση του δεύτερου λόγου που αφορά παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού.

14.   Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το εν λόγω σημείο και τα στοιχεία που το συνθέτουν, δηλαδή το ακρωνύμιο «BioID» καθώς και τα εικονιστικά του στοιχεία, που συνίστανται στη γραμματοσειρά με την οποία παρουσιάζεται το ακρωνύμιο αυτό, στη στιγμή και στο σημείο ®, στερούνται όλα διακριτικού χαρακτήρα.

15.   Απέρριψε επίσης τα επιχειρήματα που αντλούσε η αναιρεσείουσα από τις αποφάσεις τμημάτων προσφυγών που είχαν δεχθεί την καταχώριση άλλων σημάτων, περιεχόντων το στοιχείο «Bio», καθώς και του λεκτικού σήματος «Bioid».

IV – Η αίτηση αναιρέσεως

16.   Η αναιρεσείουσα ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου και να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση του δευτέρου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ καθώς και να καταδικαστεί το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.

17.   Το ΓΕΕΑ ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

 Α –       Οι λόγοι αναιρέσεως

18.   Η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι στηρίζει την αίτηση αναιρέσεως σε δύο λόγους. Πρώτον, προβάλλει την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ανακριβώς και υπερβολικά ευρέως τον απόλυτο λόγο απαραδέκτου που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού. Δεύτερον, υποστηρίζει ότι, αν το Πρωτοδικείο είχε ορθά ερμηνεύσει την προαναφερθείσα διάταξη, θα έπρεπε να εξετάσει το λόγο απαραδέκτου που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού και να διαπιστώσει ότι ούτε αυτός μπορούσε να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση.

19.   Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, η αναιρεσείουσα επισημαίνει, πρωτίστως, ότι θεωρεί ότι η διαφορά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως και ότι το ίδιο το Δικαστήριο μπορεί να διαπιστώσει ότι το εν λόγω σημείο δεν έχει περιγραφικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού. Επικουρικώς, εκθέτει ότι, αν το Δικαστήριο εκτιμήσει ότι δεν είναι σε θέση να αποφανθεί σχετικά με την εφαρμογή αυτού του λόγου απαραδέκτου, επειδή το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε επαρκείς διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών για το ζήτημα αυτό, θα έπρεπε να αναπέμψει τη διαφορά στο Πρωτοδικείο.

20.   Όπως και το ΓΕΕΑ, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ ποια είναι η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου που προσάπτει η αναιρεσείουσα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Πράγματι, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί ότι το Πρωτοδικείο, στο μέτρο που έκρινε ότι η καταχώριση του εν λόγω σημείου προσέκρουε στον λόγο απαραδέκτου που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, μπορούσε νομίμως να απόσχει της εξετάσεως του στηριζομένου στην παράβαση του στοιχείου γ΄ της ίδιας διατάξεως λόγου, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, αρκεί να έχει εφαρμογή ένας από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου, ώστε το εν λόγω σημείο να μην μπορεί να καταχωριστεί (9).

21.   Με τα επιχειρήματα που προβάλλει προς υποστήριξη του λόγου αυτού, η BioID επιδιώκει, στην πραγματικότητα, μόνον να επιτύχει, στην περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αποφανθεί το ίδιο το Δικαστήριο επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της επίδικης αποφάσεως, σύμφωνα με τη δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (10), σύμφωνα με το οποίο, αν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου, και μπορεί το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.

22.   Καταλήγω, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι οι λόγοι που επικαλείται η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προς υποστήριξη του αιτήματός της για αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, συνοψίζονται στην πραγματικότητα σε ένα μόνο λόγο, στηριζόμενο στην εκ μέρους του Πρωτοδικείου παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού.

23.   Στο πλαίσιο αυτού του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τέσσερις αιτιάσεις. Αιτιάται το Πρωτοδικείο, πρώτον, διότι δεν στήριξε την εκτίμησή του, σχετικά με την ικανότητα του εν λόγω σημείου να παρουσιάζει διακριτικό χαρακτήρα, στην εντύπωση που δημιουργεί το σημείο αυτό στο σύνολό του. Δεύτερον, προβάλλει την αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, σύμφωνα με τους οποίους δεν κατέστη δυνατόν να αποδειχθεί ότι το εν λόγω σημείο χρησιμοποιήθηκε πράγματι από το κοινό ή από ανταγωνιστές. Τρίτον, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη νομική εκτίμηση, θεωρώντας ότι τα καταχωρισθέντα παρόμοια σήματα δεν αποτελούσαν ενδείξεις περί του διακριτικού χαρακτήρα του εν λόγω σημείου, παραβλέποντας έτσι την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

24.   Κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, η αναιρεσείουσα υποστήριξε, εξάλλου, ότι το Πρωτοδικείο στήριξε την εκτίμησή του στο κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται η καταχώριση σημάτων που ενδέχεται, υπό κανονικές συνθήκες, να χρησιμοποιηθούν για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών, ενώ, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, SAT. 1 κατά ΓΕΕΑ (11), το κριτήριο αυτό δεν είναι κρίσιμο στο πλαίσιο της εξετάσεως του λόγου απαραδέκτου που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού.

25.   Το ΓΕΕΑ υποστήριξε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με την αίτηση αναιρέσεως, δεν αμφισβήτησε όμως το παραδεκτό του. Επισημαίνω και εγώ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αναφέρεται ρητώς στην αίτηση αναιρέσεως. Εν τούτοις, θεωρώ και εγώ ότι δεν πρόκειται για νέο ισχυρισμό, κατά την έννοια του άρθρου 42 του κανονισμού διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 118 του ίδιου κανονισμού διαδικασίας, και ορίζει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται το πρώτον με τα υπομνήματα απαντήσεως ή ανταπαντήσεως ή κατά την προφορική διαδικασία πρέπει να κηρύσσονται απαράδεκτοι (12). Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για σκέψεις με τις οποίες η αναιρεσείουσα προσπαθεί να αποδείξει το βάσιμο και το λυσιτελές του στηριζομένου στην παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού λόγου, τον οποίο επικαλέστηκε στην αίτηση αναιρέσεως. Πρόκειται, συνεπώς, πράγματι για επιχείρημα που προβλήθηκε για να στηρίξει το λόγο αυτό (13), το οποίο μπορεί, επομένως, να επικαλεστεί κανονικά η αναιρεσείουσα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εφόσον τηρεί την αρχή της κατ’ αντιδικία δίκης. Επισημαίνω σχετικά ότι το ΓΕΕΑ ήταν σε θέση να απαντήσει στην εν λόγω αιτίαση κατά την προφορική διαδικασία. Δεν είναι, εξάλλου, δυνατόν να προβληθεί η αιτίαση ότι το επιχείρημα αυτό μεταβάλλει το αντικείμενο της διαφοράς που είχε υποβληθεί στο Πρωτοδικείο, δεδομένου ότι το εν λόγω επιχείρημα ασκεί κριτική στην απάντηση που έδωσε το Πρωτοδικείο στον λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιόν του και στηριζόταν στην παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού. Δεν βλέπω, συνεπώς, κανένα στοιχείο προσκρούον στην εξέταση του επιχειρήματος αυτού.

26.   Πριν από την εξέταση των διαφόρων αυτών αιτιάσεων, θα προβώ σε μια σύντομη παρουσίαση της νομολογίας που θεωρώ κρίσιμη για την ερμηνεία των λόγων απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, που παρουσιάζουν χρησιμότητα για τη συγκεκριμένη περίπτωση, και για τη μέθοδο αναλύσεως αυτών των λόγων απαραδέκτου στην περίπτωση που το σημείο, του οποίου ζητείται η καταχώριση, συντίθεται από περισσότερα στοιχεία. Θα υπενθυμίσω επίσης τις συνέπειες που άντλησε το Δικαστήριο από τη νομολογία αυτή στην προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ, στην οποία αποφάνθηκε επί της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 2ας Ιουλίου 2002, SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (SAT.2) (14), το σκεπτικό της οποίας είναι παρόμοιο με αυτό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

 Η συναφής νομολογία και η απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ

27.   Αφετηρία της παρουσιάσεως της συναφούς νομολογίας πρέπει να αποτελέσει η βασική λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στο να εγγυάται στον καταναλωτή ή τον τελικό χρήστη την ταυτότητα καταγωγής του φέροντος το σήμα προϊόντος ή της οικείας υπηρεσίας, δίδοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία από αυτά που έχουν άλλη προέλευση (15).

28.   Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αποσκοπεί να εμποδίσει την καταχώριση ως σημάτων σημείων που, από τη φύση τους, θεωρούνται ακατάλληλα να εκπληρώσουν τη λειτουργία αυτή. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στοιχεία β΄ και γ΄, θεωρούνται ακατάλληλα να αποτελέσουν σήμα, εκτός αν έχουν αποκτήσει διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσεως, τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση, καθώς και εκείνα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για να δηλώσουν τα εν λόγω προϊόντα ή τις υπηρεσίες ή τα χαρακτηριστικά αυτών.

29.   Σύμφωνα με τη νομολογία, τα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής των λόγων απαραδέκτου που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄, γ΄ και δ΄, του κανονισμού επικαλύπτονται. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο καθενός από αυτούς τους λόγους απαραδέκτου, θα έτεινα μάλιστα να θεωρήσω ότι τα σημεία, τα οποία αναφέρονται στη διάταξη αυτή, υπό τα στοιχεία γ΄ και δ΄, αποτελούν υποσύνολα της ευρύτερης κατηγορίας των σημείων που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του στοιχείου β΄ της ίδιας διατάξεως. Έτσι, όσον αφορά τα σημεία και τις ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού, έχει κριθεί ότι ένα λεκτικό σήμα, το οποίο είναι περιγραφικό των χαρακτηριστικών των προϊόντων ή των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, στερείται οπωσδήποτε, εξ αυτού του λόγου, διακριτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του ίδιου κανονισμού (16).

30.   Εν τούτοις, οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, ώστε ένα σημείο να εμπίπτει σε αυτό το υποσύνολο που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού, είναι ιδιαίτερες και πρέπει να ερμηνεύονται σε σχέση με το ιδιαίτερο για τον οικείο λόγο απαραδέκτου γενικό συμφέρον. Αυτό ακριβώς εκφράζει το Δικαστήριο, όταν περιγράφει τη γενική οικονομία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, αναφέροντας ότι καθένας από τους λόγους απαραδέκτου της καταχωρίσεως, που απαριθμούνται στη διάταξη αυτή, είναι ανεξάρτητος των άλλων, χρήζει χωριστής εξετάσεως (17) και πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του γενικού συμφέροντος που τον δικαιολογεί, το οποίο μπορεί, ή και πρέπει, να αντανακλά διαφορετικές εκτιμήσεις, ανάλογα με τον προβαλλόμενο λόγο απαραδέκτου (18).

31.   Ο λόγος απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού συνίσταται, κατά πάγια νομολογία, στο να μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από όλους τα οικεία σημεία ή οι ενδείξεις. Ο σκοπός είναι να αποφεύγεται να επιφυλάσσεται η χρήση των εν λόγω σημείων ή ενδείξεων σε μία μόνον επιχείρηση λόγω της καταχωρίσεώς τους ως σήματος. Το εν λόγω γενικό συμφέρον επιβάλλει, επομένως, το σύνολο των σημείων ή ενδείξεων που μπορούν να χρησιμεύσουν προς δήλωση των χαρακτηριστικών των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση, να τίθεται στην ελεύθερη διάθεση όλων των επιχειρήσεων, προκειμένου να έχουν και αυτές τη δυνατότητα χρήσεώς τους προς δήλωση των ίδιων χαρακτηριστικών των δικών τους προϊόντων (19).

32.   Εξάλλου, δεν απαιτείται τα σημεία και οι ενδείξεις που συνθέτουν το σήμα και εμπίπτουν στο εν λόγω άρθρο να χρησιμοποιούνται όντως, κατά τον χρόνο της αιτήσεως περί καταχωρίσεως, για την περιγραφή προϊόντων ή υπηρεσιών όπως εκείνα για τα οποία υποβάλλεται η αίτηση ή χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Αρκεί, όπως υποδηλώνει το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, τα ως άνω σημεία και οι ενδείξεις να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον ως άνω σκοπό. Έτσι, κατ’ εφαρμογή της οικείας διατάξεως, είναι απαράδεκτη η καταχώριση προφορικού σημείου αν, σε μία τουλάχιστον από τις ενδεχόμενες σημασίες του, είναι δηλωτικό χαρακτηριστικού γνωρίσματος των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών.

33.   Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού αποσκοπεί, συνεπώς, να θέσει στη διάθεση όλων των επιχειρηματιών τα σημεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την περιγραφή των προϊόντων ή των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως ή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Η απαίτηση δυνατότητας ελεύθερης χρησιμοποιήσεως που διέπει τη διάταξη αυτή αφορά, συνεπώς, τα σημεία και τις ενδείξεις με περιγραφική αξία.

34.   Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, από την πλευρά του, εξυπηρετεί, για το σύνολο των σημείων που αφορά, ένα διαφορετικό σκοπό γενικού συμφέροντος, που δεν συγχέεται με τον σκοπό της εξασφαλίσεως της δυνατότητας ελεύθερης χρησιμοποιήσεως των σημείων αυτών για το σύνολο των επιχειρηματιών.

35.   Πράγματι, το Δικαστήριο, στην προαναφερθείσα απόφαση Libertel, έκρινε ότι, ως προς την καταχώριση, χωρίς εδαφικό περιορισμό, ενός χρώματος ως σήματος, το γενικό συμφέρον που διέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 89/104, οι διατάξεις της οποίας είναι ταυτόσημες με αυτές του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, συνίσταται στην ανάγκη να μην περιορίζεται αδικαιολόγητα η δυνατότητα ελεύθερης χρησιμοποιήσεως των χρωμάτων από άλλους επιχειρηματίες που προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες ομοειδείς με αυτές για τις οποίες ζητείται η καταχώριση (20).

36.   Εν τούτοις, όπως επιβεβαιώθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ, η ερμηνεία αυτή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού που περιέχεται στην προαναφερθείσα απόφαση Libertel, σύμφωνα με την οποία ο συγκεκριμένος λόγος απαραδέκτου έχει επίσης ως στόχο τη δυνατότητα ελεύθερης χρησιμοποιήσεως, δεν πρέπει να επεκτείνεται σε όλους τους τύπους σημείων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Όσον αφορά τα χρώματα, ο σκοπός της δυνατότητας ελεύθερης χρησιμοποιήσεως, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της ικανότητας των σημείων να έχουν διακριτικό χαρακτήρα για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, δικαιολογήθηκε με τη διαπίστωση, στην οποία προέβη το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση, και σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των διαφορετικών χρωμάτων που πράγματι είναι διαθέσιμα για τους επιχειρηματίες είναι πολύ περιορισμένος (21).

37.   Στην προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (22), το Δικαστήριο έκρινε ότι το γενικό συμφέρον που διέπει τη διάταξη αυτή συμπίπτει με την υπομνησθείσα ανωτέρω βασική λειτουργία του σήματος. Ο σκοπός είναι να μην καταχωρίζονται ως σήματα και να μην παρέχεται η απορρέουσα από την καταχώριση αυτή προστασία σε σημεία που δεν είναι ικανά να εκπληρώσουν τη λειτουργία του σήματος για τα οικεία προϊόντα και τις υπηρεσίες. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται η καταχώριση σημάτων που ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών, δεν είναι κρίσιμο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του κατά πόσον ένα σημείο έχει διακριτικό χαρακτήρα για τα εν λόγω προϊόντα ή τις υπηρεσίες (23).

38.   Από το γεγονός ότι ένα μη περιγραφικό σημείο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών, δεν μπορεί, συνεπώς, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το σημείο αυτό στερείται αναγκαστικά διακριτικού χαρακτήρα για τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες. Εφόσον, δηλαδή, ένα σημείο δεν είναι περιγραφικό και δεν εμπίπτει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού, το γεγονός ή η απλή δυνατότητα χρησιμοποιήσεώς του για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών στις συναλλαγές δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι στερείται διακριτικού χαρακτήρα σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα και τις υπηρεσίες (24).

39.   Τέλος, όσον αφορά τη μέθοδο με την οποία πρέπει να εκτιμάται κατά πόσον ένα σημείο που συντίθεται από περισσότερα στοιχεία εμπίπτει ή όχι σε έναν από του λόγους απαραδέκτου, που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β΄ και γ΄, του κανονισμού, κατά πάγια επίσης νομολογία, η εκτίμηση αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εντύπωση που δημιουργεί το εν λόγω σημείο στο σύνολό του (25). Η απαίτηση αυτή ανταποκρίνεται στη διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται συνήθως ένα σήμα ως σύνολο και δεν εξετάζει τις διάφορες λεπτομέρειες του σήματος.

40.   Γίνεται, εν τούτοις, δεκτό ότι ο κανόνας αυτός δεν εμποδίζει τη χωριστή εξέταση καθενός από τα στοιχεία που συνθέτουν το εν λόγω σημείο. Μια τέτοια εξέταση είναι σύμφωνη προς το περιεχόμενο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού, το οποίο υπενθυμίζω ότι εμποδίζει την καταχώριση σημάτων «που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις» περιγραφικού χαρακτήρα. Μια τέτοια εξέταση μπορεί επίσης να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις αιτιολογήσεως και ασφαλείας δικαίου που έχουν ανάγκη οι επιχειρηματίες, ιδιαίτερα όσοι έρχονται αντιμέτωποι με τις δυσκολίες που γεννά η δημιουργία ενός σήματος διεθνούς επιπέδου, ιδίως στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της διακριτικής ικανότητας ενός σημείου, που έχει περισσότερο υποκειμενικό χαρακτήρα από ό,τι οι λοιποί λόγοι απαραδέκτου.

41.   Είναι όμως βέβαιο ότι δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι ο εξεταζόμενος λόγος απαραδέκτου εφαρμόζεται σε καθένα από τα στοιχεία που συνθέτουν το εν λόγω σημείο, για να υπάρξει άρνηση καταχωρίσεως του εν λόγω σημείου.

42.   Έτσι, ακόμη και όταν ένα σήμα συντίθεται από περισσότερα στοιχεία, έκαστο των οποίων είναι περιγραφικό χαρακτηριστικών των προϊόντων ή υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, ο περιγραφικός αυτός χαρακτήρας πρέπει να διαπιστωθεί και για το σήμα στο σύνολό του (26). Πράγματι, αν, κατά κανόνα, ο απλός συνδυασμός στοιχείων, έκαστο των οποίων είναι περιγραφικό χαρακτηριστικών των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία ζητείται η καταχώριση, παραμένει και ο ίδιος περιγραφικός των εν λόγω χαρακτηριστικών, δεδομένου ότι η απλή σώρευση τέτοιων στοιχείων, χωρίς να επιφέρεται σε αυτά κάποια ασυνήθης τροποποίηση, ιδίως αφορώσα τη σύνταξη ή τη σημειολογία, δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει σήμα συντιθέμενο αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις συναλλαγές για να δηλώσουν τα χαρακτηριστικά των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, δεν αποκλείεται όμως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ένας τέτοιος συνδυασμός να μην είναι περιγραφικός (27).

43.   Ομοίως, όσον αφορά την εκτίμηση κατά πόσον ένα σήμα συντιθέμενο από περισσότερα στοιχεία στερείται διακριτικού χαρακτήρα ως προς τα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες, το Δικαστήριο έκρινε, στην προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ, ότι η εκτίμηση αυτή πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να εξαρτάται από μια εξέταση του συνόλου που συντίθεται από τα διάφορα αυτά στοιχεία και ότι μόνον το γεγονός ότι καθένα από τα στοιχεία αυτά, εξεταζόμενο ξεχωριστά, στερείται διακριτικού χαρακτήρα δεν αποκλείει το να διαθέτει τέτοιο χαρακτήρα ο συνδυασμός που αυτά σχηματίζουν (28).

44.   Πρέπει, στο σημείο αυτό, να υπενθυμιστεί πώς εφαρμόστηκε η νομολογία αυτή από το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ.

45.   Στην υπόθεση εκείνη, η αίτηση αναιρέσεως αποσκοπούσε στην αναίρεση της αποφάσεως SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (SAT.2), με την οποία το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε την άρνηση καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος «SAT.2» για τις υπηρεσίες που διαλαμβάνονταν στην αίτηση καταχωρίσεως, οι οποίες είχαν σχέση με δορυφορική μετάδοση. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το λεκτικό σύμπλεγμα «SAT.2», δεδομένων των συστατικών του στοιχείων, εστερείτο διακριτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, ως προς τις υπηρεσίες αυτές.

46.   Στην απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (SAT.2), το Πρωτοδικείο προέβη σε εξέταση των διαφόρων στοιχείων που συνθέτουν το λεκτικό σημείο «SAT.2». Θεώρησε, καταρχάς, ότι το στοιχείο «SAT» εστερείτο διακριτικού χαρακτήρα ως προς τις οικείες υπηρεσίες, διότι αποτελούσε τη συνήθη σύντμηση της λέξεως «satellite» στη γερμανική και στην αγγλική γλώσσα, διότι, ως σύντμηση, το στοιχείο αυτό δεν απομακρυνόταν από τους λεξιλογικούς κανόνες των γλωσσών αυτών και διότι δήλωνε ένα χαρακτηριστικό των περισσότερων από τις οικείες υπηρεσίες.

47.   Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι το στοιχείο «2» και το στοιχείο «.» χρησιμοποιούνταν ή υπήρχε ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθούν ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων υπηρεσιών και ότι, ως εκ τούτου, τα στοιχεία αυτά εστερούντο διακριτικού χαρακτήρα.

48.   Από τις διαπιστώσεις αυτές συνήγαγε ότι, γενικώς, το γεγονός ότι ένα σύνθετο σήμα, όπως το SAT.2, αποτελείται μόνον από στοιχεία στερούμενα διακριτικού χαρακτήρα επέτρεπε το συμπέρασμα ότι το σήμα αυτό, θεωρούμενο στο σύνολο του, ήταν επίσης δυνατό να χρησιμοποιείται συνήθως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών.

49.   Τέλος, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το συμπέρασμα αυτό μπορούσε να αναιρεθεί μόνον αν, από συγκεκριμένες ενδείξεις, όπως, κυρίως, ο ασυνήθης τρόπος κατά τον οποίο συνδυάζονται τα διάφορα στοιχεία, καταδεικνυόταν ότι το σύνθετο σήμα αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από το σύνολο των στοιχείων από τα οποία αποτελείται. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το λεκτικό σύμπλεγμα «SAT.2» είχε σχηματιστεί κατά τρόπο συνήθη και ότι ήταν αλυσιτελές το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, θεωρούμενο στο σύνολό του, περιελάμβανε ένα στοιχείο φαντασίας.

50.   Με δεδομένα τα στοιχεία αυτά, το Δικαστήριο εκτίμησε, καταρχάς, ότι το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε, με βάση κυρίως την ανάλυση καθενός από τα στοιχεία του χωριστά, ότι το λεκτικό σύμπλεγμα «SAT.2» δεν διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα. Επισήμανε ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε στην κρίση αυτή, διότι, αντί να στηριχθεί στη συνολική εντύπωση που σχηματίζει ο μέσος καταναλωτής για το σήμα αυτό, έλαβε ως δεδομένο ότι τα στοιχεία που, μεμονωμένα, στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, δεν μπορούν, εφόσον συνδυαστούν, να αποκτήσουν τέτοιο χαρακτήρα. Έκρινε ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε δευτερευόντως μόνον τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το λεκτικό σύμπλεγμα, κρίνοντας παντελώς αλυσιτελή ορισμένα δεδομένα, όπως η ύπαρξη κάποιου στοιχείου φαντασίας, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της αναλύσεως αυτής.

51.   Δεύτερον, το Δικαστήριο έκρινε ότι το κριτήριο που έλαβε υπόψη το Πρωτοδικείο, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται η καταχώριση σημάτων που ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν ευρέως στις συναλλαγές για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών, έχει σημασία στο πλαίσιο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού, αλλά δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτό η ερμηνεία του στοιχείου β΄ της ίδιας διατάξεως.

52.   Υπό το πρίσμα αυτών των προκαταρκτικών παρατηρήσεων, θα εξετάσω τις αιτιάσεις που προβλήθηκαν προς υποστήριξη του λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στην παράβαση, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού. Θα εξετάσω πρώτα την πρώτη αιτίαση, που στηρίζεται στη μη συνεκτίμηση της συνολικής εντυπώσεως, μαζί με την τέταρτη αιτίαση, που στηρίζεται στο ότι ελήφθη υπόψη ένα αλυσιτελές κριτήριο, στο πλαίσιο των οποίων η αναιρεσείουσα επικρίνει τα αντίστοιχα σημεία του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως.

 Γ–     Επί της μη συνεκτιμήσεως της συνολικής εντυπώσεως και της συνεκτιμήσεως ενός αλυσιτελούς κριτηρίου εκτιμήσεως

1.      Τα επιχειρήματα των διαδίκων

53.   Η BioID εκθέτει, καταρχάς, ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση της ικανότητας του εν λόγω σημείου να έχει διακριτικό χαρακτήρα, θεωρώντας ότι οι καταναλωτές, τους οποίους αφορούν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, είναι πρόσωπα που έχουν, κατά κανόνα, καλή πληροφόρηση, ενώ τα εν λόγω προϊόντα και οι υπηρεσίες απευθύνονται στο σύνολο των καταναλωτών.

54.   Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, στη συνέχεια, ότι το Πρωτοδικείο, αν και επισήμανε ότι η ικανότητα ενός σημείου αποτελούμενου από περισσότερα στοιχεία να έχει διακριτικό χαρακτήρα πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα της εντυπώσεως που δημιουργεί στο σύνολό του, εν τούτοις παρέλειψε να προβεί σε τέτοια εξέταση. Κατά την άποψή της, το Πρωτοδικείο εξέτασε μόνον τα διάφορα στοιχεία που απαρτίζουν το εν λόγω σημείο, δηλαδή το ακρωνύμιο «BioID» και τα εικονιστικά στοιχεία.

55.   Η BioID υποστηρίζει, τέλος, ότι το κριτήριο, βάσει του οποίου το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το επίδικο σημείο στερείται διακριτικού χαρακτήρα, έχει κριθεί αλυσιτελές.

56.   ΤΟ ΓΕΕΑ υπενθυμίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, να επιτύχει τον έλεγχο της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο.

57.   Υποστηρίζει επίσης ότι το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τους κανόνες που πλαισιώνουν την εξέταση των διαφόρων στοιχείων ενός συνθέτου σήματος και τους εφάρμοσε χωρίς να υποπέσει σε νομική πλάνη. Κατά την άποψη του ΓΕΕΑ, ορθά το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι ένα σύνθετο σήμα, αποτελούμενο από στοιχεία στερούμενα διακριτικού χαρακτήρα ως προς τα οικεία προϊόντα και τις υπηρεσίες, δεν αποκτά διακριτικό χαρακτήρα όταν θεωρείται στο σύνολό του, αν από καμία συγκεκριμένη ένδειξη δεν καταδεικνύεται ότι το σύνθετο σήμα αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από το σύνολο των στοιχείων από τα οποία αποτελείται. Με τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο προέβη, προφανώς, σε συνολική θεώρηση, σύμφωνη προς τις προεκτεθείσες αρχές.

58.   Όσον αφορά, τέλος, τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ, ως προς το κριτήριο που έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη, επειδή έκρινε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό ήταν, στην παρούσα υπόθεση, ένα περιορισμένο κοινό. Η πιθανή χρησιμοποίηση του εν λόγω σημείου για την παρουσίαση των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών επιβεβαιώνει, συνεπώς, ότι, σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες, το σημείο αυτό δεν διαθέτει διακριτικό χαρακτήρα.

2.      Εκτίμηση

59.   Βέβαια, όπως επισημαίνει το ΓΕΕΑ, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τους κανόνες που πλαισιώνουν την εξέταση της ικανότητας ενός σημείου να έχει διακριτικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, χωρίς οποιαδήποτε νομική πλάνη. Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε έτσι, ορθώς, ότι ο διακριτικός χαρακτήρας ενός σημείου πρέπει να εκτιμάται, αφενός, σε σχέση με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώρισή του και, αφετέρου, σε σχέση με την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού, όσον αφορά το εν λόγω σημείο.

60.   Ορθώς επίσης υποστηρίζει το ΓΕΕΑ ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία το ενδιαφερόμενο κοινό είναι εν προκειμένω ένα κοινό «καλά πληροφορημένο» σχετικά με τα προïόντα και τις υπηρεσίες που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, είναι εκτίμηση αναγόμενη στα πραγματικά περιστατικά, υπαγόμενη στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού και, συνεπώς, δεν αποτελεί, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων της δικογραφίας, νομικό ζήτημα υποκείμενο στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (29).

61.   Το Πρωτοδικείο, αφού επισήμανε ότι το εν λόγω σημείο συντίθεται από ένα λεκτικό στοιχείο και από εικονιστικά στοιχεία, ορθώς δέχθηκε, τελικώς, ότι, για να εκτιμηθεί ο διακριτικός του χαρακτήρας, πρέπει το σημείο αυτό να θεωρηθεί στο σύνολό του. Εν τούτοις θεωρώ, όπως και η αναιρεσείουσα, ότι το Πρωτοδικείο δεν προχώρησε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε τέτοιου είδους εξέταση.

62.   Έτσι, το Πρωτοδικείο, στις σκέψεις 28 και 29 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, επισήμανε ότι το ακρωνύμιο «BioID» αποτελείται από δύο στοιχεία, ήτοι «Bio» και «ID», που αποτελούν αντιστοίχως, στην αγγλική γλώσσα, τρέχουσα σύντμηση του ουσιαστικού «identification» (αναγνώριση), και σύντμηση είτε των επιθέτων «biological» (βιολογικό) ή «biometrical» (βιομετρικό), είτε του ουσιαστικού «biology» (βιολογία). Από το γεγονός αυτό το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι το ακρωνύμιο «BioID» αποτελείται από συντμήσεις που ανήκουν στο λεξιλόγιο της γλώσσας αναφοράς, δεν αφίσταται των λεξιλογικών κανόνων της γλώσσας αυτής και, συνεπώς, δεν είναι ασύνηθες ως προς τη δομή του. Έκρινε ότι, ενόψει των προϊόντων και των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση σήματος, το ενδιαφερόμενο κοινό αντιλαμβάνεται το ακρωνύμιο «BioID» υπό την έννοια της «biometrical identification» (βιομετρικής αναγνωρίσεως). 

63.   Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο εξέθεσε, στις σκέψεις 30 έως 32 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η βιομετρική αναγνώριση συνιστά μια τεχνική λειτουργία των προϊόντων που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, και ότι αφορά ευθέως μια από τις ιδιότητες των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην εν λόγω αίτηση ή παρουσιάζει στενό λειτουργικό σύνδεσμο με αυτές.

64.   Από αυτές τις διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών, που δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, το Πρωτοδικείο συνήγαγε, στη σκέψη 34, ότι το ακρωνύμιο «BioID» στερείται διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως.

65.   Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα εικονιστικά στοιχεία του επίδικου σημείου. Όσον αφορά τα τυπογραφικά χαρακτηριστικά του ακρωνυμίου «BioID», όπως αυτό παρουσιάζεται στο εν λόγω σημείο, επισήμανε ότι οι χαρακτήρες της γραμματοσειράς Arial και σε διαφορετικό πάχος αναλόγως του γράμματος είναι κοινής χρήσεως στο εμπόριο για την παρουσίαση κάθε είδους προϊόντων και υπηρεσιών. Δέχθηκε ότι το ίδιο ισχύει και για τη στιγμή, δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό είναι κοινής χρήσεως ως τελευταίο μεταξύ περισσοτέρων στοιχείων ενός λεκτικού σήματος, και σημαίνει ότι πρόκειται για σύντμηση.

66.    Τέλος, όσον αφορά το γραφικό στοιχείο ®, το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι ορθώς το ΓΕΕΑ δήλωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η λειτουργία του στοιχείου αυτού περιορίζεται στην ένδειξη ότι πρόκειται για σήμα το οποίο έχει καταχωριστεί για μια συγκεκριμένη επικράτεια και ότι, ελλείψει τέτοιας καταχωρίσεως, η χρησιμοποίηση του γραφικού αυτού στοιχείου θα μπορούσε να δημιουργήσει εσφαλμένη εντύπωση στο κοινό. Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερα άλλα σημεία, είναι κοινής χρήσεως στο εμπόριο κατά την παρουσίαση κάθε είδους προϊόντων και υπηρεσιών.

67.   Το Πρωτοδικείο συνέχισε το συλλογισμό του, στις σκέψεις 40 έως 44 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με τις ακόλουθες σκέψεις:

«40.      Επομένως, τα γραφικά στοιχεία που διαλαμβάνονται στις σκέψεις 38 και 39 ανωτέρω μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο εμπόριο για την παρουσίαση των προϊόντων και των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως του σήματος και, συνεπώς, στερούνται διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες.

41.      Επομένως, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση αποτελείται από συνδυασμό στοιχείων, έκαστο των οποίων, δεδομένου ότι μπορεί να είναι κοινής χρήσεως στο εμπόριο για την παρουσίαση των προϊόντων και των υπηρεσιών που υπάγονται στις κατηγορίες οι οποίες διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως του σήματος, στερείται διακριτικού χαρακτήρα σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες.

42.      Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι από το γεγονός ότι ένα σύνθετο σήμα αποτελείται από στοιχεία στερούμενα διακριτικού χαρακτήρα σε σχέση με τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το σήμα αυτό, θεωρούμενο συνολικά, μπορεί επίσης να είναι κοινής χρήσεως στο εμπόριο για την παρουσίαση αυτών των προϊόντων ή υπηρεσιών. Ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να αναιρεθεί παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία από συγκεκριμένες ενδείξεις, όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο τρόπος κατά τον οποίο έχουν συνδυαστεί τα διάφορα στοιχεία, θα προέκυπτε ότι το σύνθετο σήμα, θεωρούμενο συνολικά, παριστάνει περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι το άθροισμα των στοιχείων από τα οποία αποτελείται (βλ., στο πνεύμα αυτό, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer […] στην υπόθεση […] Koninklijke KPN Nederland [προπαρατεθείσα], σημείο 65).

43.      Εν προκειμένω, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, δεν προκύπτει ότι υφίστανται τέτοιες ενδείξεις. Συγκεκριμένα, η δομή του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, η οποία χαρακτηρίζεται βασικά από τον συνδυασμό ενός περιγραφικού ακρωνυμίου με, αφενός, τα τυπογραφικά χαρακτηριστικά που περιγράφησαν στη σκέψη 37 ανωτέρω και, αφετέρου, τα γραφικά στοιχεία που αναφέρθηκαν στις σκέψεις 38 και 39 ανωτέρω, δεν επιτρέπει τον αποκλεισμό του συμπεράσματος ότι το σήμα, θεωρούμενο συνολικά, μπορεί να είναι κοινής χρήσεως στο εμπόριο για την παρουσίαση των προϊόντων και των υπηρεσιών που υπάγονται στις κατηγορίες οι οποίες διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως του σήματος.

44.      Επομένως, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση στερείται διακριτικού χαρακτήρα σε σχέση με τις οικείες κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών.»

68.   Από την εξέταση των σκέψεων αυτών προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι το Πρωτοδικείο, όπως στην προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (SAT.2), εκτίμησε την ύπαρξη διακριτικού χαρακτήρα του επίδικου σημείου, περιοριζόμενο σε μια χωριστή ανάλυση των διαφόρων στοιχείων που το συνθέτουν. Με διατύπωση σχεδόν πανομοιότυπη προς αυτή της σκέψεως 49 της προαναφερθείσας αποφάσεως, στηρίχθηκε, στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο δεδομένο ότι τα στοιχεία που, μεμονωμένα, στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, δεν μπορούν, εφόσον συνδυαστούν, να αποκτήσουν τέτοιο χαρακτήρα., και όχι, όπως όφειλε να πράξει, στη συνολική αντίληψη που έχει, για το σημείο αυτό, το ενδιαφερόμενο κοινό. Όπως στην απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (SAT.2), το Πρωτοδικείο εξέτασε δευτερευόντως μόνον τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το επίδικο σημείο.

69.   Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι το Πρωτοδικείο υιοθέτησε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την ίδια μέθοδο αναλύσεως του διακριτικού χαρακτήρα του εν λόγω σημείου που είχε εφαρμοσθεί στην προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (SAT.2).

70.   Εξάλλου, στην παρούσα υπόθεση, το Πρωτοδικείο δεν είχε να αντιμετωπίσει ένα λεκτικό σήμα, όπως στην προαναφερθείσα υπόθεση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (SAT.2), αλλά ένα εικονιστικό σήμα, αποτελούμενο από ένα λεκτικό στοιχείο και περισσότερα εικονιστικά στοιχεία. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, όπως προαναφέρθηκε, ότι το λεκτικό στοιχείο «BioID» ήταν περιγραφικό για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που διαλαμβάνονταν στην αίτηση καταχωρίσεως, ή για τα χαρακτηριστικά τους. Από το γεγονός αυτό συνήγαγε, ορθώς, ότι αυτό το στοιχείο του εν λόγω σημείου εστερείτο διακριτικού χαρακτήρα.

71.   Αντίθετα, το Πρωτοδικείο αμφισβήτησε, στις σκέψεις 35 και 36 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, την ανάλυση στην οποία προέβη το δεύτερο τμήμα προσφυγών με την επίδικη απόφαση, σύμφωνα με την οποία ένα τέτοιο σήμα στερείται διακριτικού χαρακτήρα εφόσον το λεκτικό στοιχείο είναι περιγραφικό και το σχετικό βάρος των εικονιστικών στοιχείων είναι «αμελητέο» σε σχέση με εκείνο του λεκτικού αυτού στοιχείου.

72.   Συγκεκριμένα, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ανέφερε τα εξής:

«Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα ενός συνθέτου σήματος δεν μπορεί να καθοριστεί με βάση το σχετικό βάρος ορισμένων από τα στοιχεία που το αποτελούν, σε σχέση με εκείνο ορισμένων άλλων στοιχείων του σήματος αυτού, των οποίων η έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα είναι αποδεδειγμένη. Συγκεκριμένα, ένα σύνθετο σήμα δεν μπορεί να εμπίπτει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού […] οσάκις ένα μόνο από τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται είναι διακριτικό σε σχέση με τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες. Τούτο όμως μπορεί να συμβαίνει, ακόμα και αν το μοναδικό διακριτικό στοιχείο του συνθέτου σήματος δεν είναι δεσπόζον σε σχέση με τα λοιπά στοιχεία που αποτελούν το σήμα αυτό […]»

73.   Διατηρώ ορισμένες αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της αναλύσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο με αυτές τις δύο τελευταίες φράσεις. Καταρχάς, αυτό που είναι, όπως προαναφέρθηκε, καθοριστικό, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι η δυνατότητα του εν λόγω σημείου, θεωρούμενου συνολικά, να έχει, για το ενδιαφερόμενο κοινό, διακριτικό χαρακτήρα όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως. Κατά συνέπεια, όπως δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι ένα σημείο, αποτελούμενο από στοιχεία που, μεμονωμένα, στερούνται διακριτικού χαρακτήρα, στερείται και το ίδιο τέτοιου χαρακτήρα, είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι η παρουσία, στο σύνθετο σημείο, ενός στοιχείου, το οποίο θα μπορούσε να έχει, αυτό το ίδιο, διακριτικό χαρακτήρα, θα ήταν αρκετή για να προσδώσει τον χαρακτήρα αυτόν στο σύνολο του σημείου.

74.   Όταν, συνεπώς, το εικονιστικό σημείο, του οποίου ζητείται η καταχώριση, συντίθεται από ένα λεκτικό στοιχείο, το οποίο, όπως το ακρωνύμιο «BioID», είναι εξ ολοκλήρου περιγραφικό, λόγω του ότι το λεκτικό αυτό στοιχείο δεν περιέχει καμία πρόσθετη, μη περιγραφική λέξη, δύσκολα αντιλαμβάνομαι με ποιο τρόπο θα μπορούσε να αναγνωριστεί ότι το σημείο αυτό, στο σύνολό του, έχει διακριτικό χαρακτήρα, εφόσον το λεκτικό αυτό στοιχείο έχει δεσπόζοντα χαρακτήρα σε σχέση με τα εικονιστικά στοιχεία του σημείου. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πολύ πιθανό ότι το λεκτικό αυτό στοιχείο είναι εκείνο που θα τραβήξει την προσοχή του ενδιαφερομένου κοινού και θα εμποδίσει το κοινό αυτό να αντιληφθεί το σημείο αυτό, στο σύνολό του, ως ένδειξη προελεύσεως.

75.   Δεν θα ήταν, συνεπώς, δυνατόν να γίνει δεκτό, κατά την άποψή μου, ότι ένα εικονιστικό σημείο, αποτελούμενο από ένα λεκτικό στοιχείο εξ ολοκλήρου περιγραφικό, έχει διακριτικό χαρακτήρα, παρά μόνον εφόσον το σημείο αυτό περιλαμβάνει εικονιστικά στοιχεία που έχουν τα ίδια διακριτική ικανότητα και είναι επαρκώς ζωηρά στη συνείδηση του ενδιαφερομένου κοινού, ώστε να αποσπάσουν την προσοχή του από αυτό το λεκτικό στοιχείο, ή ακόμη εικονιστικά στοιχεία δυνάμενα να «εξαφανίσουν» τη σημασία αυτού του λεκτικού στοιχείου και να προσδώσουν στο σύνολο του σημείου διακριτική δύναμη.

76.   Στο μέτρο που, γενικώς, συγκρατεί κανείς καλύτερα τα λεκτικά στοιχεία από ό,τι τα εικονιστικά στοιχεία, έχω πλήρη συνείδηση ότι δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές. Εν τούτοις, έστω και αν αυτό συνεπάγεται ότι, στην πράξη, θα είναι δύσκολη ή περιορισμένη σε εξαιρετικές περιπτώσεις η καταχώριση εικονιστικών σημείων του τύπου αυτού ως σημάτων, θεωρώ ότι η αυστηρότητα αυτή επιβάλλεται για να αποφευχθεί να έχει η καταχώριση τέτοιων σημάτων ως αποτέλεσμα, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων που συνήθως εφαρμόζονται για να εκτιμηθεί η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως, την παροχή στους δικαιούχους των σημάτων αυτών αποκλειστικών δικαιωμάτων επί ενός λεκτικού στοιχείου εξ ολοκλήρου περιγραφικού των χαρακτηριστικών των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών.

77.   Τέλος, όπως ορθώς υποστήριξε η αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο στήριξε την εκτίμησή του σε ένα κριτήριο αλυσιτελές στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού.

78.   Έτσι, το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι τα στοιχεία που συνθέτουν το επίδικο σημείο στερούνται διακριτικού χαρακτήρα από το γεγονός ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις συναλλαγές για την παρουσίαση των προϊόντων και των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως.

79.   Όπως όμως προαναφέρθηκε, το κριτήριο αυτό είναι μεν κρίσιμο για ένα στοιχείο περιγραφικό των προϊόντων ή των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως ή των χαρακτηριστικών τους, όπως είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση το λεκτικό στοιχείο «BioID», είναι όμως αλυσιτελές για εικονιστικά στοιχεία, όπως οι χαρακτήρες της γραμματοσειράς Arial, μια απλή στιγμή ή το στοιχείο ®. Το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά που στερούνται, τα ίδια, διακριτικού χαρακτήρα ως προς τα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρουσίασή τους στις συναλλαγές δεν σημαίνει αφεαυτού ότι στερούνται κάθε διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες.

80.   Με τον ίδιο τρόπο, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, συνάγοντας από την εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία «το σήμα, θεωρούμενο συνολικά, μπορεί να είναι κοινής χρήσεως στο εμπόριο για την παρουσίαση των προϊόντων και των υπηρεσιών» που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, ότι το εν λόγω σημείο στερείται διακριτικού χαρακτήρα.

81.   Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει τις αυτές νομικές πλάνες, όπως και η προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (SAT.2). Προτείνω, συνεπώς , στο Δικαστήριο να αντλήσει τις ίδιες συνέπειες, όπως στην προαναφερθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ, και να αποφανθεί ότι πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

82.   Λαμβανομένης υπόψη της προτάσεως αυτής, θα εξετάσω μόνον επικουρικώς τις άλλες δύο αιτιάσεις που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, προς υποστήριξη του λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στην παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού.

 Δ–     Επί της μη συνεκτιμήσεως των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τους οποίους δεν κατέστη δυνατόν να αποδειχθεί ότι το εν λόγω σημείο χρησιμοποιείτο πράγματι από το κοινό ή από ανταγωνιστές

83.   Η BioID αιτιάται το Πρωτοδικείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, σύμφωνα με τον οποίο δεν κατέστη δυνατόν να αποδειχθεί ότι το επίδικο σημείο χρησιμοποιείτο πράγματι από το κοινό ή από τους ανταγωνιστές της. Δεν έλαβε επίσης υπόψη ότι το επίδικο σημείο δεν περιλαμβάνεται στα λεξικά και δεν αποτελεί τεχνικό όρο.

84.   Η BioID υποστηρίζει επίσης ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά, δεχόμενο ότι το «Bio» αποτελεί σύντμηση, ενώ αποτελεί πρόθεμα, και δεχόμενο ότι το ακρωνύμιο «BioID» δεν παρουσιάζει ασυνήθη δομή.

85.   Όσον αφορά το ακρωνύμιο «BioID», θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη, θεωρώντας ότι δεν ήταν απαραίτητο, για την εφαρμογή του λόγου απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, να αποδειχθεί ότι το ακρωνύμιο αυτό χρησιμοποιείται πράγματι για να δηλωθούν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως.

86.   Πράγματι, όπως κρίθηκε στην προαναφερθείσα απόφαση ΓΕΕΑ κατά Wrigley (30), για να εφαρμοστεί ο λόγος απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, δεν απαιτείται τα σημεία και οι ενδείξεις που συνθέτουν το σήμα που εμπίπτει στο εν λόγω άρθρο να χρησιμοποιούνται όντως, κατά τον χρόνο της αιτήσεως περί καταχωρίσεως, για περιγραφικούς σκοπούς προϊόντων ή υπηρεσιών όπως εκείνα για τα οποία υποβάλλεται η αίτηση ή για χαρακτηριστικά γνωρίσματα των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Αρκεί, όπως υποδηλώνει το ίδιο το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, τα ως άνω σημεία και οι ενδείξεις να μπορούν να χρησιμοποιούνται για τους ως άνω σκοπούς. Έτσι, κατ’ εφαρμογή της οικείας διατάξεως, είναι απαράδεκτη η καταχώριση προφορικού σημείου αν, σε μία τουλάχιστον από τις ενδεχόμενες σημασίες του, είναι δηλωτικό χαρακτηριστικού γνωρίσματος των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών.

87.   Όσον αφορά, επίσης, την ανάλυση, στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο ως προς την αντίληψη του εδιαφερομένου κοινού σχετικά με τα στοιχεία «Bio» και «ID», πρόκειται για εκτίμηση αναγόμενη στα πραγματικά περιστατικά, και η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει ότι το Πρωτοδικείο αλλοίωσε την έννοια των στοιχείων αυτών.

88.   Όσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα περί αποδείξεως της χρησιμοποιήσεως του σημείου, όπως αυτό παρουσιάζεται συνολικά, για την παρουσίαση των προϊόντων και των υπηρεσιών στο εμπόριο, στην ουσία το επιχείρημα αυτό επαναλαμβάνει την τέταρτη αιτίαση που εξετάστηκε προηγουμένως και έχω ήδη προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι ένα τέτοιο κριτήριο είναι αλυσιτελές για την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα ενός σήματος που αποτελείται από περισσότερα στοιχεία, που δεν είναι όλα περιγραφικά των προϊόντων και των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως.

 Ε–     Επί της αιτιάσεως, σύμφωνα με την οποία το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη νομική εκτίμηση, θεωρώντας ότι τα καταχωρισθέντα σήματα δεν αποτελούσαν ενδείξεις περί του διακριτικού χαρακτήρα του εν λόγω σημείου, παραβλέποντας έτσι την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως

89.   Η BioID αιτιάται το Πρωτοδικείο, διότι προέβη σε εσφαλμένη νομική εκτίμηση, μη θεωρώντας ότι τα καταχωρισθέντα από το ΓΕΕΑ λεκτικά σήματα που περιέχουν το πρόθεμα «bio» αποτελούσαν ενδείξεις περί του διακριτικού χαρακτήρα του εν λόγω σημείου. Η BioID αμφισβητεί επίσης την εκτίμηση, στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δεν επικαλέστηκε λόγους περιεχομένους στις εν λόγω αποφάσεις του ΓΕΕΑ, οι οποίοι θα μπορούσαν να θέσουν εν αμφιβόλω την ανάλυση, σύμφωνα με την οποία το εν λόγω σημείο στερείται διακριτικού χαρακτήρα.

90.   Η BioID αμφισβητεί επίσης τις εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου σχετικά με την καταχώριση από το ΓΕΕΑ του λεκτικού σήματος «Bioid» για προϊόντα και υπηρεσίες πανομοιότυπα με αυτά που διαλαμβάνονται στην επίδικη αίτηση καταχωρίσεως. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη θεωρώντας ότι το λεκτικό αυτό σήμα είχε διαφορετική έννοια από εκείνη του εν λόγω εικονιστικού σημείου, λόγω του ότι, σε αυτό το λεκτικό σήμα, τα γράμματα «id» ήταν γραμμένα με πεζά στοιχεία. Το Πρωτοδικείο παρέβλεψε, έτσι, το γεγονός ότι ένα λεκτικό σήμα προστατεύεται, λόγω του γεγονότος της καταχωρίσεώς του, ανεξαρτήτως της χρησιμοποιούμενης γραφής. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο, με τον τρόπο αυτό, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διότι θα ήταν απαράδεκτο να δέχεται το ΓΕΕΑ την καταχώριση του λεκτικού σήματος «Bioid» και να αρνείται την καταχώριση του εν λόγω εικονιστικού σημείου, που προφέρεται κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο και περιέχει, επιπλέον, και γραφικά στοιχεία.

91.   Το ζήτημα του κατά πόσον αποφάσεις του ΓΕΕΑ, που επιτρέπουν την καταχώριση σημάτων ταυτόσημων ή παρεμφερών με το εν λόγω σημείο, μπορούν, κατ’ αρχήν, να αποτελέσουν στοιχεία ικανά να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα αυτού του σημείου αποτελεί, κατά την άποψή μου, νομικό ζήτημα, υποκείμενο, συνεπώς, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.

92.   Στο σημείο αυτό, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι, στη σκέψη 47 της αποφάσεως αυτής, επισήμανε ότι «πραγματικοί ή νομικοί λόγοι περιεχόμενοι σε προηγούμενη απόφαση μπορούν, βεβαίως, να αποτελέσουν επιχειρήματα προς στήριξη λόγου αφορώντος παράβαση διατάξεως του κανονισμού». Με τη διατύπωση αυτή, το Πρωτοδικείο, αντίθετα από ό,τι υπαινίσσεται η αναιρεσείουσα με την επιχειρηματολογία της, δεν απέκλεισε, συνεπώς, τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του εν λόγω σημείου το σκεπτικό των αποφάσεων του ΓΕΕΑ που επιτρέπουν την καταχώριση σημάτων ταυτόσημων ή παρεμφερών με το σημείο αυτό (31). Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας στο σημείο αυτό στηρίζεται, συνεπώς, σε εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

93.   Η αναφορά, στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν επικαλέστηκε λόγους περιεχομένους στις αποφάσεις του ΓΕΕΑ, οι οποίοι θα μπορούσαν να θέσουν εν αμφιβόλω την ανάλυση ότι το εν λόγω σημείο στερείται διακριτικού χαρακτήρα, αποτελεί, κατά την άποψή μου, εκτίμηση, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε ενώπιόν του η αναιρεσείουσα. Πρέπει όμως να υπενθυμιστεί ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αναίρεση περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ο σκοπός αυτού του ενδίκου μέσου είναι να επιτρέψει στους διαδίκους να επιτύχουν όχι μια νέα κρίση του συνόλου της διαφοράς που υποβλήθηκε στο Πρωτοδικείο, αλλά αποκλειστικά και μόνον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως που εξέδωσε το τελευταίο. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα αποδεικτικά στοιχεία που του έχουν υποβληθεί, υπό την επιφύλαξη της αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών  (32). Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε στοιχεία ικανά να αποδείξουν την ύπαρξη τέτοιας αλλοιώσεως.

94.   Τέλος, ούτε οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που αφορούν τις συνέπειες που όφειλε να αντλήσει το Πρωτοδικείο από την απόφαση του ΓΕΕΑ και επέτρεψε την καταχώριση του λεκτικού σήματος «Bioid» για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αποκαλούνται «προϊόντα τυπογραφίας», «τηλεπικοινωνίες» και «προγραμματισμός για υπολογιστές», είναι βάσιμες. Καταρχάς, όσον αφορά την περιεχόμενη στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία το γεγονός ότι «στο λεκτικό σήμα Bioid τα γράμματα ‘id’ είναι γραμμένα με πεζά στοιχεία μπορεί να διαφοροποιήσει το εν λόγω σήμα, όσον αφορά το σημασιολογικό περιεχόμενό του, από το ακρωνύμιο BioID, όπως τούτο εμφαίνεται στην αίτηση καταχωρίσεως του σήματος», η εκτίμηση αυτή δεν αποδεικνύει, κατά την άποψή μου, ότι το Πρωτοδικείο παρέβλεψε το γεγονός ότι το λεκτικό σήμα δεν περιέχει εικονιστικά στοιχεία, ούτε ότι η αίτηση καταχωρίσεως και η απορρέουσα από αυτή προστασία αφορούν την αναφερόμενη στην εν λόγω αίτηση λέξη και όχι τον τρόπο με τον οποίο η λέξη αυτή είναι γραμμένη στην αίτηση.

95.   Το Πρωτοδικείο, κατά την άποψή μου, θέλησε απλώς να υποδηλώσει ότι η λέξη «bioid», όπως είναι γραμμένη στην αίτηση καταχωρίσεως, δεν προφέρεται, a priori, με τον ίδιο τρόπο, όπως το ακρωνύμιο «BioID», που προφανώς αποτελείται από τα δύο στοιχεία «Bio» και «ID», τα οποία, ενόψει των οικείων προϊόντων και των υπηρεσιών, μπορούν να γίνουν αντιληπτά από το ενδιαφερόμενο κοινό ως συντμήσεις της «biometrical identification».

96.   Εξάλλου, το στοιχείο αυτό του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εκ περισσού λόγος ως προς την εκτίμηση του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία, κατ’ ουσίαν, αυτή η καταχώριση εκ μέρους του ΓΕΕΑ δεν θέτει εν αμφιβόλω την ανάλυση ότι το επίδικο εικονιστικό σημείο στερείται διακριτικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε επίσης ότι το σημείο αυτό και το λεκτικό σήμα «Bioid» δεν είναι ισοδύναμα. Επομένως, το επιχείρημα που αντιτάσσει η αναιρεσείουσα στη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και το οποίο στηρίζεται στην γραφή του λεκτικού σήματος που έχει καταχωρίσει το ΓΕΕΑ, θα μπορούσε να θεωρηθεί αλυσιτελές (33). 

97.   Δεν θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο, παραλείποντας, στη συνέχεια, να συναγάγει από την καταχώριση αυτή ότι το εν λόγω σημείο έχει πράγματι διακριτικό χαρακτήρα, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αρχή αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί σε μια τέτοια περίπτωση (34), επισημαίνεται ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι το εν λόγω σημείο και το λεκτικό σήμα, που έχει καταχωριστεί, δεν είναι ισοδύναμα. Η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η εκτίμηση αυτή οφειλόταν σε αλλοίωση των πραγματικών περιστατικών. Επισημαίνεται, σχετικά, ότι, στο εικονιστικό σημείο «BioID», η παρουσίαση των δύο τελευταίων γραμμάτων με κεφαλαία στοιχεία και με στοιχεία μικρότερου πάχους καθώς και η στιγμή που ακολουθεί το εν λόγω ακρωνύμιο καθιστούν προφανές ότι το λεκτικό στοιχείο αποτελείται από δύο διακριτά στοιχεία, που μπορούν να γίνουν αντιληπτά από το ενδιαφερόμενο κοινό ως συντμήσεις της «biometrical identification», πράγμα που δεν προκύπτει αναγκαστικά από τη λέξη «bioid», που έχει καταχωριστεί ως λεκτικό σήμα.

98.   Πρέπει επίσης να προστεθεί ότι η δήλωση των προϊόντων και των υπηρεσιών, για τα οποία έχει καταχωριστεί το λεκτικό σήμα, διαφέρει από την περιγραφή των προϊόντων και των υπηρεσιών, για τα οποία ζητείται η καταχώριση του εν λόγω εικονιστικού σημείου. Πράγματι, από τη συζήτηση προκύπτει ότι το εν λόγω λεκτικό σήμα έχει καταχωριστεί για να διακρίνει λογισμικά εγγεγραμμένα σε μέσα εγγραφής δεδομένων κάθε είδους, προϊόντα τηλεπικοινωνιών και δημιουργίες πληροφορικών προγραμμάτων, χωρίς άλλες διευκρινίσεις ως προς τη φύση αυτών των προϊόντων και των υπηρεσιών. Στην αίτηση όμως καταχωρίσεως του εν λόγω εικονιστικού στοιχείου διευκρινίζεται ότι τα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες είναι, ιδίως, εκείνα που χρησιμεύουν για τον έλεγχο της δικαιοδοσίας προσβάσεως, προς αναγνώριση των ανθρώπων με τη βοήθεια ειδικών βιομετρικών χαρακτηριστικών και τα οποία, συνεπώς, σχετίζονται με τη βιομετρική αναγνώριση.

 ΣΤ – Επί των συνεπειών της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως

99.   Το ζήτημα που απομένει να επιλυθεί αφορά αποκλειστικά και μόνον το κατά πόσον το εν λόγω εικονιστικό σημείο, θεωρούμενο στο σύνολό του, στερείται διακριτικού χαρακτήρα, όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού.

100. Η συνολική εντύπωση που προκαλεί το εν λόγω σημείο αποτέλεσε αντικείμενο αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, ιδίως κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκτιμώ, συνεπώς, ότι η υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί ώριμη προς εκδίκαση, κατά το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, και ότι θα ήταν αντίθετο προς την οικονομία της δίκης να αναπεμφθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Προτείνω, συνεπώς, να αποφανθεί το ίδιο το Δικαστήριο επί της διαφοράς, όπως έπραξε στην προαναφερθείσα υπόθεση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ.

101. Αναφέρθηκα στο ότι το εν λόγω εικονιστικό σημείο συντίθεται από ένα λεκτικό στοιχείο, αποτελούμενο από το ακρωνύμιο «BioID», και από εικονιστικά στοιχεία, αποτελούμενα, αφενός, από τα τυπογραφικά χαρακτηριστικά που παρουσιάζει το ακρωνύμιο αυτό, και , αφετέρου, από τα γραφικά στοιχεία που ακολουθούν το τελευταίο, δηλαδή από τη στιγμή και το σημείο ®.

102. Όσον αφορά το ακρωνύμιο «BioID», διαπιστώθηκε ότι αυτό μπορεί να γίνει αντιληπτό από το ενδιαφερόμενο κοινό, που αποτελείται από πρόσωπα καλά πληροφορημένα στον τομέα των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών, ως άθροισμα των δύο συντμήσεων «Bio» και «ID», σημαίνον «biometrical identification» (βιομετρική αναγνώριση). Είναι επίσης γνωστό ότι η βιομετρική αναγνώριση συνιστά μια τεχνική λειτουργία των προϊόντων που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, και ότι αφορά ευθέως μια από τις ιδιότητες των υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην εν λόγω αίτηση ή παρουσιάζει στενό λειτουργικό σύνδεσμο με αυτές. Είναι, συνεπώς, δεδομένο ότι το ακρωνύμιο «BioID», ως λεκτικό στοιχείο εξ ολοκλήρου περιγραφικό ενός χαρακτηριστικού των προϊόντων και υπηρεσιών που διαλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, στερείται διακριτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες.

103. Όσον αφορά τα εικονιστικά στοιχεία του εν λόγω σημείου, επισημάνθηκε, καταρχάς, σχετικά με τη γραφή που χρησιμοποιήθηκε για την παρουσίαση του ακρωνυμίου «BioID», ότι οι χαρακτήρες της γραμματοσειράς Arial είναι κοινής χρήσεως στο εμπόριο. Από τη συζήτηση επίσης συνάγεται ότι η στιγμή που τίθεται μετά το ακρωνύμιο «BioID» είναι κοινής χρήσεως ως τελευταίο στοιχείο ενός λεκτικού σήματος για να σημάνει ότι πρόκειται για σύντμηση. Όσον αφορά το στοιχείο ®, κατά κανόνα δηλώνει ότι το σημείο που συνοδεύει έχει καταχωριστεί ως σήμα για συγκεκριμένη επικράτεια.

104. Από τις διαπιστώσεις αυτές συνάγεται το συμπέρασμα ότι κανένα από τα εικονιστικά στοιχεία που συνθέτουν το εν λόγω σημείο δεν έχει, από μόνο του, ιδιαίτερο διακριτικό χαρακτήρα σε σχέση με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αφορά η αίτηση καταχωρίσεως. Το εν λόγω σημείο συντίθεται, συνεπώς, από ένα λεκτικό στοιχείο που είναι περιγραφικό των χαρακτηριστικών των οικείων προϊόντων και υπηρεσιών και από εικονιστικά στοιχεία, τα οποία, μεμονωμένα, στερούνται επίσης διακριτικού χαρακτήρα σε σχέση με τα οικεία προϊόντα και τις υπηρεσίες.

105. Από την εξέταση της εντυπώσεως που δημιουργεί το σήμα στο σύνολό του, διαπιστώνεται ότι η αλληλεπίδραση αυτών των διαφόρων στοιχείων δεν μπορεί να του προσδώσει διακριτικό χαρακτήρα. Αφενός, το λεκτικό στοιχείο «BioID» αποτελεί προφανώς το δεσπόζον στοιχείο που αναδεικνύεται από τη συνολική εξέταση του εν λόγω σημείου. Η γραμματοσειρά με την οποία έχει γραφεί έχει συνηθισμένο χαρακτήρα. Όσον αφορά τη στιγμή και το στοιχείο ®, η σημασία τους στο πλαίσιο του εν λόγω σημείου αποδεικνύεται εντελώς αμελητέα, σε σχέση με το λεκτικό στοιχείο «BioID».

106. Πρέπει, επομένως, να διαπιστωθεί ότι τα εικονιστικά στοιχεία που συνθέτουν το σημείο ουδόλως ελαττώνουν την ενδεχόμενη σημασία του ακρωνυμίου «BioID» για το ενδιαφερόμενο κοινό, και, συνεπώς, τον περιγραφικό του χαρακτήρα. Αντίθετα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τονίζουν τη σημασία αυτή ή συμβάλλουν σε αυτή. Όπως προαναφέρθηκε, τα δύο τελευταία γράμματα του ακρωνυμίου «BioID» είναι γραμμένα με κεφαλαία στοιχεία, ενώ τα προηγούμενα γράφονται με πεζά. Ομοίως, τα δύο τελευταία γράμματα «ID» έχουν μικρότερο πάχος από τα τρία προηγούμενα γράμματα. Αυτή η διαφορά γραφής ενισχύει την εντύπωση ότι το ακρωνύμιο «BioID» συντίθεται, πράγματι, από τα δύο διακριτά στοιχεία, «Bio» και «ID». Επίσης, η στιγμή, που ακολουθεί αυτό το ακρωνύμιο, επιβεβαιώνει, υπό το πρίσμα της συνήθους σημασίας της στον τομέα των σημάτων, ότι το σύνολο «BioID» αντιστοιχεί σε συντμήσεις.

107. Από τα προηγούμενα μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το εν λόγω σημείο στερείται διακριτικού χαρακτήρα σε σχέση με τα οικεία προϊόντα και υπηρεσίες. Η προσφυγή της BioID κατά της επίδικης αποφάσεως θα έπρεπε, συνεπώς, να απορριφθεί.

108. Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αποφαίνεται και επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που έχει εφαρμογή στην κατ’ αναίρεση διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118 αυτού του κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το ΓΕΕΑ ζήτησε να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

V –    Πρόταση

109. Σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)      αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5ης Δεκεμβρίου 2002, Τ-91/01, BioID κατά ΓΕΕΑ·

2)      απορρίπτει την προσφυγή κατά της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) της 20ής Φεβρουαρίου 2001 (υπόθεση R 538/1999‑2)·

3)      καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των διαδικασιών ενώπιον του Πρωτοδικείου και ενώπιον του Δικαστηρίου.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 – Στο εξής: BioID.


3 – T-91/01, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-5159, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.


4 – Στο εξής: ΓΕΕΑ.


5 – Στο εξής: επίδικη απόφαση.


6 – Κανονισμός της 20ής Δεκεμβρίου 1993 για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής: κανονισμός).


7 – Διακανονισμός της 15ης Ιουνίου 1957, σχετικά με την κατάταξη των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση σημάτων, όπως αυτός έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.


8 – Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τα ακόλουθα προϊόντα και υπηρεσίες:


– λογισμικό και υλισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και μέρη αυτών, οπτικές, ακουστικές και ηλεκτρονικές συσκευές και μέρη αυτών, όλα τα προαναφερθέντα είδη ειδικότερα σε σχέση με τον έλεγχο της δικαιοδοσίας προσβάσεως για την επικοινωνία μεταξύ ηλεκτρονικών υπολογιστών καθώς και για την αναγνώριση ή την επαλήθευση έμβιων οργανισμών, με υποστήριξη ηλεκτρονικών υπολογιστών, βάσει ενός ή περισσότερων ειδικών βιομετρικών χαρακτηριστικών, που υπάγονται στην κλάση 9·


– υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών· υπηρεσίες ασφαλείας σχετικά με την επικοινωνία υπολογιστών, την πρόσβαση σε τράπεζες δεδομένων, την ηλεκτρονική διεκπεραίωση πληρωμών, τον επανέλεγχο δικαιοδοσίας προσβάσεως, καθώς και την αναγνώριση ή την επαλήθευση έμβιων οργανισμών, με υποστήριξη ηλεκτρονικών υπολογιστών, βάσει ενός ή περισσότερων ειδικών βιομετρικών χαρακτηριστικών, που υπάγονται στην κλάση 38·


– διάθεση λογισμικού μέσω του Διαδικτύου (Internet), και άλλων δικτύων επικοινωνίας, επί γραμμής συντήρηση προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, προγραμματισμός ηλεκτρονικών υπολογιστών, όλες οι προαναφερθείσες υπηρεσίες ειδικότερα σε σχέση με τον έλεγχο της δικαιοδοσίας προσβάσεως, με την επικοινωνία μεταξύ ηλεκτρονικών υπολογιστών καθώς και για την αναγνώριση ή την επαλήθευση έμβιων οργανισμών, με υποστήριξη ηλεκτρονικών υπολογιστών, βάσει ενός ή περισσότερων ειδικών βιομετρικών χαρακτηριστικών• τεχνική ανάπτυξη συστημάτων για τον έλεγχο της δικαιοδοσίας προσβάσεως, για την επικοινωνία μεταξύ των ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και συστημάτων για την αναγνώριση ή την επαλήθευση έμβιων οργανισμών, με υποστήριξη ηλεκτρονικών υπολογιστών, βάσει ενός ή περισσότερων ειδικών βιομετρικών χαρακτηριστικών», που υπάγονται στην κλάση 42.


9 – Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-104/00 P, DKV κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2002, σ. Ι-7561, σκέψη 29).


10 – Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα στις 3 Φεβρουαρίου 2003, δηλαδή μετά την 1η Φεβρουαρίου 2003, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ η Συνθήκη της Νικαίας, χρησιμοποιείται εν προκειμένω η αρίθμηση των άρθρων του Οργανισμού όπως προκύπτει από την εν λόγω Συνθήκη.


11 – C-329/02 P (Συλλογή 2004, σ. I-8317).


12 – Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-4411, σκέψη 56), και διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 1999, C-299/98 P, CPL Imperial 2 και Unifrigo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι 8683, σκέψη 54).


13 – Βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1958, 2/57, Compagnie des Hauts Fourneaux de Chasse κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 231), και της 29ης Μαΐου 1997, C-153/96 P, De Rijk κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-2901, σκέψη 19).


14 – T-323/00, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2839.


15 – Βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 23ης Μαΐου 1978, 102/77, Hoffmann-La Roche (Συλλογή τόμος 1978, σ. 351, σκέψη 7), και της 18ης Ιουνίου 2002, C-299/99, Philips (Συλλογή 2002, σ. Ι-5475, σκέψη 30).


16 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-363/99, Koninklijke KPN Nederland (Συλλογή 2004, σ. Ι-1619, σκέψη 86).


17 – Απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2004, C-64/02 P, ΓΕΕΑ κατά Erpo Möbelwerk (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 39).


18 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-456/01 P και C-457/01 P, Henkel κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2004, σ. Ι-5089, σκέψεις 45 και 46).


19 – Βλ., ιδίως, την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-191/01 P, ΓΕΕΑ κατά Wrigley (Συλλογή 2003, σ. Ι-12447, σκέψη 31), και διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-326/01 P, Telefon & Buch κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2004, σ. Ι-1371, σκέψη 27). Βλ., επ' ευκαιρία των πανομοιοτύπων διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), τις αποφάσεις της 4ης Μαΐου 1999, C-108/97 και C-109/97, Windsurfing Chiemsee (Συλλογή 1999, σ. Ι-2779, σκέψη 25)· της 8ης Απριλίου 2003, C-53/01 έως C-55/01, Linde κ.λπ (Συλλογή 2003, σ. Ι-3161, σκέψη 73)· της 6ης Μαΐου 2003, C-104/01, Libertel (Συλλογή 2003, σ. Ι-3793, σκέψη 52), και προπαρατεθείσα απόφαση Koninklijke KPN Nederland (σκέψεις 54 και 55).


20 – Σκέψη 60.


21 – Όπ.π., σκέψη 47.


22 – Σκέψη 27.


23 – Σκέψη 36.


24 – Κρίθηκε έτσι, π.χ., ότι η καταχώριση σήματος το οποίο συνίσταται από σημεία ή ενδείξεις που χρησιμοποιούνται άλλωστε ως διαφημιστικά συνθήματα, ενδείξεις ποιότητας ή εκφράσεις που προτρέπουν προς αγορά των προϊόντων και των υπηρεσιών που αφορά το σήμα αυτό δεν αποκλείεται, αφεαυτής, λόγω της χρήσεως αυτής (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-517/99, Merz & Krell, Συλλογή 2001, σ. Ι-6959, σκέψη 40). Μόνον εφόσον τα εν λόγω σημεία ή ενδείξεις κατέστησαν συνήθη στην καθημερινή γλώσσα ή στη θεμιτή και πάγια πρακτική του εμπορίου προς δήλωση των προϊόντων ή των υπηρεσιών που αφορά το σήμα αυτό, και επομένως εμπίπτουν στο λόγο απαραδέκτου του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, του κανονισμού, θα πρέπει να μην γίνει δεκτή η καταχώρισή τους κατ’ εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως.


25 – Βλ., όσον αφορά την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα, την προπαρατεθείσα απόφαση DKV κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 24), και, όσον αφορά την εκτίμηση του περιγραφικού χαρακτήρα, τις αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2004, C-265/00, Campina Melkunie (Συλλογή 2004, σ. Ι-1699, σκέψη 37) και Koninklijke KPN Nederland, προπαρατεθείσα (σκέψη 96).


26 – Προπαρατεθείσα απόφαση Koninklijke KPN Nederland (σκέψη 96).


27 – Όπ.π., σκέψεις 99 και 100.


28 – Σκέψη 28.


29 – Προπαρατεθείσα απόφαση DKV κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 22 και παρατιθέμενη εκεί νομολογία).


30 – Σκέψη 32 (η υπογράμμιση δική μου).


31 – Μπορεί, π.χ., να πρόκειται για σκέψεις που αφορούν τη σημασία που έχει ένα λεκτικό στοιχείο, υπό το πρίσμα ορισμένων προϊόντων ή ορισμένων υπηρεσιών, στη συνείδηση του ενδιαφερομένου κοινού.


32 – Βλ., στο πνεύμα αυτό, τις αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψεις 49 και 66)· της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 P, C-244/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-8375, σκέψη 194), και της 7ης Νοεμβρίου 2002, C-24/01 P και C-25/01 P, Glencore και Compagnie Continentale κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-10119, σκέψη 65).


33 – Βλ., στο πνεύμα αυτό, την απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-496/99 P, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta (Συλλογή 2004, σ. Ι-3801, σκέψη 68)


34 – Σύμφωνα με τη νομολογία του Πρωτοδικείου, η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση, διότι υπάρχουν τα ακόλουθα δύο ενδεχόμενα: είτε η αποκλίνουσα απόφαση του ΓΕΕΑ που επιτρέπει την καταχώριση σήματος παρόμοιου προς το εν λόγω σημείο, είναι σύμφωνη με τον κανονισμό, και, στην περίπτωση αυτή, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε λογικά να διαπιστώσει ότι η απόφαση που αρνείται την καταχώριση του σημείου αυτού παραβαίνει τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού, είτε η αποκλίνουσα απόφαση του ΓΕΕΑ δεν είναι νόμιμη και κανείς δεν μπορεί να επικαλείται υπέρ αυτού παρανομία που διαπράχθηκε προς όφελος τρίτου [προπαρατεθείσα απόφαση SAT.1 κατά ΓΕΕΑ (SAT.2), σκέψεις 60 έως 62· βλ. επίσης την απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Απριλίου 2004, Τ-127/02, Concept κατά ΓΕΕΑ, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 71, καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].