1. Ασφαλιστικά μέτρα - Προϋποθέσεις του παραδεκτού - Κύρια προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία διατάσσεται η επιστροφή κρατικών ενισχύσεων - Ύπαρξη ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων μέσων παροχής ενδίκου προστασίας κατά των εθνικών μέτρων εκτελέσεως - Δεν έχει σημασία ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 1)
2. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Βάρος αποδείξεως - Οικονομική ζημία - Κίνδυνος πτωχεύσεως
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
3. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Κίνδυνος για την επιχείρηση να ζητήσει την κίνηση της διαδικασίας πτωχεύσεως - Εκτίμηση κατά περίπτωση - Λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά του ομίλου στον οποίο ανήκει
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
4. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Απόφαση της Επιτροπής διατάσσουσα την επιστροφή κρατικής ενισχύσεως - Εθνικά μέτρα εκτελέσεως - Εσωτερικά μέσα παροχής ενδίκου προστασίας - Επίπτωση
(Άρθρα 230 ΕΚ, 234 ΕΚ και 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
5. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Στάθμιση όλων των σχετικών συμφερόντων - Απόφαση της Επιτροπής διατάσσουσα την επιστροφή κρατικής ενισχύσεως
(Άρθρο 88 § 2, ΕΚ και 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2· Κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρα 7 και 11 § 2)
6. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Απαγόρευση - Παρεκκλίσεις - Ενιχύσεις οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά - Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής - Λαμβάνεται υπόψη το πλαίσιο όπως αξιολογήθηκε κατά την εξέταση προηγουμένων ενισχύσεων και η απόφαση που εκδόθηκε σχετικά με τις ενισχύσεις αυτές
(Άρθρο 87 § 3 ΕΚ)
1. Το γεγονός ότι επιχείρηση η οποία έχει λάβει κρατική ενίσχυση της οποίας την επιστροφή έχει διατάξει η Επιτροπή μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου κατά των μέτρων εκτελέσεως αυτής της αποφάσεως δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τροποποποίηση του κανόνα που τίθεται με το άρθρο 104, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κατά τον οποίο το παραδεκτό αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως πράξεως ενός οργάνου εξαρτάται μόνον από το αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και από την άρνηση χορηγήσεως σε επιχείρηση η οποία πράγματι άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, δυνατότητας προσωρινής δικαστικής προστασίας ενώπιον του κοινοτικού δικαστή.
( βλ. σκέψεις 38-39 )
2. Το επείγον μιας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση στον διάδικο που ζητεί το προσωρινό μέτρο σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας. Στον διάδικο που ζητεί το εν λόγω μέτρο εμπίπτει το βάρος της αποδείξεως ότι δεν μπορεί να αναμείνει το πέρας της διαδικασίας της κύριας προσφυγής χωρίς να έχει προηγουμένως υποστεί τέτοιας φύσεως ζημία.
Το γεγονός ότι επίκειται ζημία δεν είναι ανάγκη να αποδεικνύεται με απόλυτη βεβαιότητα, αλλά αρκεί, ιδίως όταν η πρόκληση της ζημίας εξαρτάται από την επέλευση ενός συνόλου παραγόντων, η εν λόγω ζημία να είναι σε σημαντικό βαθμό προβλέψιμη. Ωστόσο, ο αιτών την αναστολή εκτελέσεως υποχρεούται πάντα να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που φαίνονται να στηρίζουν την προοπτική σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
Καίτοι ζημία οικονομικού χαρακτήρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να καταβληθεί μεταγενέστερα αντίστοιχο χρηματικό αντιστάθμισμα, ένα προσωρινό μέτρο δικαιολογείται εφόσον προκύπτει ότι, σε περίπτωση μη χορηγήσεώς του, ο αιτών διάδικος θα περιέλθει σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή του πριν από την έκδοση της περατώνουσας τη διαδικασία της κύριας δίκης αποφάσεως.
( βλ. σκέψεις 82-84 )
3. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, κατάσταση κατά την οποία μια επιχείρηση υποχρεούται να ζητήσει την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας μπορεί να συνιστά σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, δεδομένων των κινδύνων που η διαδικασία αυτή συνεπάγεται για την ίδια την ύπαρξη της οικείας επιχειρήσεως και των σημαντικών συνεπειών που προκαλεί μια τέτοια διαδικασία, οι οποίες παρεμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της επιχειρήσεως. Πάντως, τέτοιου είδους εκτίμηση πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών και νομικών περιστατικών κάθε υποθέσεως. Προς τούτο, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη τα χαρακτηριστικά του ομίλου στον οποίο υπάγεται η συγκεκριμένη επιχείρηση.
( βλ. σκέψεις 88-89, 92 )
4. Όταν η νομιμότητα αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η επιστροφή κρατικής ενισχύσεως αμφισβητείται, βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, το εθνικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τον οριστικό χαρακτήρα αυτής της αποφάσεως και, κατά συνέπεια, έχει τη δυνατότητα να διατάξει αναστολή της εκτελέσεως μιας αιτήσεως επιστροφής αυτής της ενισχύσεως, μέχρι να αποφανθεί το Πρωτοδικείο επί της ουσίας ή να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ. Εξάλλου, το γεγονός ότι δεν ευδοκίμησε αίτηση αναστολής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δεν αποκλείει τη δυνατότητα των εθνικών δικαστηρίων να διατάξουν αναστολή εκτελέσεως.
Εναπόκειται, επομένως, στον δικαιούχο της ενισχύσεως, στο πλαίσιο αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, να αποδείξει ότι τα εγχώρια μέσα ένδικης προστασίας που προσφέρει το εθνικό δίκαιο προς παρεμπόδιση της άμεσης επιστροφής της ενισχύσεως δεν της παρέχουν τη δυνατότητα να αποφύγει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία και ότι, κατά συνέπεια, συντρέχει η σχετική με το επείγον προϋπόθεση.
( βλ. σκέψεις 107-110 )
5. Σε περίπτωση αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως σχετικής με κρατικές ενισχύσεις, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων υπέχει την υποχρέωση να σταθμίσει, αφενός, το συμφέρον του αιτούντος για τη λήψη των αιτουμένων προσωρινών μέτρων και, αφετέρου, το δημόσιο συμφέρον για την εκτέλεση των αποφάσεων που λαμβάνονται στο πλαίσιο του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.
Προς τούτο, το γενικό συμφέρον, υπέρ του οποίου η Επιτροπή ασκεί τα καθήκοντα που της αναθέτει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ και το άρθρο 7 του κανονισμού 659/1999, ώστε να διασφαλίζει, κυρίως, ότι η λειτουργία της κοινής αγοράς δεν θα στρεβλώνεται από κρατικές ενισχύσεις επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό, έχει ιδιαίτερη σημασία. Κατά συνέπεια, το κοινοτικό συμφέρον πρέπει κανονικά, αν όχι σχεδόν πάντοτε, να υπερισχύει του συμφέροντος του αποδέκτη της ενισχύσεως να αποφύγει την εκτέλεση της υποχρεώσεως αποδόσεως πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση.
Το σχετικά μικρό ύψος της ενισχύσεως ή το σχετικά μέτριο μέγεθος της επιχειρήσεως που έλαβε την ενίσχυση δεν αποκλείουν εκ των προτέρων το ενδεχόμενο να έχει επηρεαστεί το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Τα σχετικά μικρά μερίδια αγοράς που κατέχει η συγκεκριμένη επιχείρηση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προς θεμελίωση της συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων που δικαιολογούν την αναστολή εκτελέσεως μιας τέτοιας αποφάσεως.
Το γεγονός ότι η Επιτροπή φρονεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις λήψεως αποφάσεως προσωρινής πληρωμής της ενισχύσεως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999, ουδόλως την εμποδίζουν να διαπιστώσει, κατά το πέρας της διαδικασίας της εκατέρωθεν ακροάσεως, ότι το κοινοτικό συμφέρον επιβάλλει την άμεση κατάργηση της συγκεκριμένης ενισχύσεως και την άνευ χρονοτριβής αποκατάσταση της προ της καταβολής της ενισχύσεως καταστάσεως. Ομοίως, το γεγονός ότι η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, μετά από μακρά διαδικασία, ουδόλως επηρεάζει το κοινοτικό συμφέρον για την άμεση επιστροφή αυτής της ενισχύσεως, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποκατάσταση της προ της καταβολής της ενισχύσεως καταστάσεως και η άρση των επιζήμιων για τον ανταγωνισμό επιπτώσεων της ενισχύσεως αυτής επί της κοινής αγοράς.
( βλ. σκέψεις 111-113, 115-117 )
6. Στον τομέα του άρθρου 87, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως και υποχρεούται, στο πλαίσιο της εξετάσεως των επιζήμιων για τον ανταγωνισμό επιπτώσεων μιας ενισχύσεως, να λαμβάνει υπόψη της όλα τα σχετικά στοιχεία, περιλαμβανομένου, εφόσον απαιτείται, του ήδη εξετασθέντος σε προηγούμενη απόφαση πλαισίου, καθώς και των υποχρεώσεων που επιβλήθηκαν σε κράτος μέλος με την προηγούμενη αυτή απόφαση.
( βλ. σκέψη 118 )