ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (μονομελούς)
της 16ης Δεκεμβρίου 2004
Υπόθεση T-11/02
Σπυρίδων Παππάς του Αθανασίου
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Κατάργηση θέσεως – Μηνιαία αποζημίωση βάσει του άρθρου 50 του ΚΥΚ – Υπηρεσίες λαμβανόμενες υπόψη για τον υπολογισμό αυτής – Προϋπηρεσία προ της αναλήψεως υπηρεσίας στις Κοινότητες – Μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής που καθορίζει τη διάρκεια της μηνιαίας αποζημίωσης την οποία δικαιούται ο προσφεύγων ως αποτέλεσμα της καταργήσεως της θέσεώς του προς το συμφέρον της υπηρεσίας, βάσει του άρθρου 50 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Περίληψη
1. Κοινοτικό δίκαιο – Ερμηνεία – Συνεκτίμηση του νοηματικού πλαισίου και της συνήθους εννοίας των όρων – Ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας – Λαμβάνονται υπόψη τα κείμενα στις διάφορες γλώσσες
2. Υπάλληλοι – Κατάργηση θέσεως προς το συμφέρον της υπηρεσίας – Υπολογισμός της αποζημιώσεως του άρθρου 50 του ΚΥΚ – Λαμβάνονται υπόψη μόνον τα έτη υπηρεσίας που πραγματοποιήθηκαν σε κοινοτικά όργανα
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων, άρθρο 50· παράρτημα IV, άρθρο μόνο)
1. Η σημασία και το περιεχόμενο των όρων για τους οποίους το κοινοτικό δίκαιο δεν δίδει κανέναν ορισμό πρέπει να προσδιορίζεται με βάση το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτές χρησιμοποιούνται και σύμφωνα με το συνηθισμένο τους νόημα στην καθημερινή γλώσσα.
Εξάλλου, η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου αποκλείει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να θεωρείται μεμονωμένα το κείμενο μιας διατάξεως, αλλά απαιτεί, αντιθέτως, να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα των κειμένων ως έχουν στις άλλες επίσημες γλώσσες.
(βλ. σκέψεις 32 και 34)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 12 Ιουλίου 1979, Koschniske, 9/79, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 321, σκέψη 6· ΔΕΚ, 27 Ιανουαρίου 1988, 349/85, Danemark κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 169, σκέψη 9· ΔΕΚ, 27 Ιανουαρίου 2000, C‑164/98 P, DIR Intenational Film κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. 447, σκέψη 26· ΠΕΚ, 29 Σεπτεμβρίου 1999, T‑68/97, Neumann και Neumann-Schölles κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑193 και II‑1005, σκέψεις 79 και 80· ΠΕΚ, 26 Σεπτεμβρίου 2000, T‑80/97, Starway κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II‑3099, σκέψη 81
2. Σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ), κάθε υπάλληλος που κατέχει θέση των βαθμών Α1 και Α2 και ο οποίος στερήθηκε τη θέση του αυτή προς το συμφέρον της υπηρεσίας με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, δικαιούται αποζημίωση η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται στο παράρτημα IV του ΚΥΚ. Η παράγραφος 3 του μοναδικού άρθρου του παραρτήματος IV προβλέπει ότι, για τον προσδιορισμό της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας ο υπάλληλος δικαιούται της αποζημιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 50, εφαρμόζεται επί του χρόνου υπηρεσίας του ο συντελεστής που καθορίζεται σε συνάρτηση με την ηλικία του.
Λαμβανομένης υπόψη τόσο της κατά γράμμα ερμηνείας του όρου «χρόνου υπηρεσίας του» του μοναδικού άρθρου του παραρτήματος IV του ΚΥΚ όσο και του σκοπού της αποζημιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 50 του ΚΥΚ, και λαμβανομένης υπόψη της σχέσεως μεταξύ της υπηρεσίας που διανύθηκε σε κοινοτικά όργανα και της εν λόγω αντισταθμιστικής αποζημιώσεως, για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως του άρθρου 50 του ΚΥΚ πρέπει να προσμετρηθούν μόνον τα έτη υπηρεσίας που πραγματοποιήθηκαν σε κοινοτικά όργανα.
Συγκεκριμένα, σκοπός της αποζημιώσεως αυτής είναι η αντιστάθμιση της αποφάσεως περί στερήσεως της θέσεως, η οποία επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, και η εξασφάλιση για τον υπάλληλο που εργάσθηκε στην υπηρεσία των Κοινοτήτων της εκ νέου εισόδου του στον εργασιακό τομέα με την χορήγηση, για καθορισμένη περίοδο, μηνιαίας αποζημιώσεως με σκοπό τη διαφύλαξη των οικονομικών του συμφερόντων. Επειδή το πλεονέκτημα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις υπηρεσίες που παρέσχε στα όργανα ως υπάλληλος των Κοινοτήτων, η εν λόγω αποζημίωση πρέπει να είναι ανάλογη με το διάστημα της σταδιοδρομίας που πραγματοποίησε ο εν λόγω υπάλληλος στις Κοινότητες.
Επιπλέον, εφόσον οι διατάξεις που δίδουν δικαίωμα σε οικονομικές παροχές πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ενόψει της μη υπάρξεως οποιασδήποτε αναφοράς στον ΚΥΚ για τα έτη υπηρεσίας πριν από την πρόσληψη στα κοινοτικά όργανα όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 50 του ΚΥΚ και του αυτοτελούς χαρακτήρα του εν λόγω άρθρου, ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να λάβει υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της αντισταθμιστικής αποζημιώσεως που προβλέπεται στην περίπτωση καταργήσεως θέσεως για το συμφέρον της υπηρεσίας μόνον τα έτη υπηρεσίας που πραγματοποιήθηκαν στα κοινοτικά όργανα.
(βλ. σκέψεις 30, 38, 40, 53 και 54)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 18 Σεπτεμβρίου 2003, T‑221/02, Lebedef κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑211 και II‑1037, σκέψη 38, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία