Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 10ης Απριλίου 2003. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Δημοκρατίας. - Παράβαση κράτους μέλους - Οδηγία 98/8/Εό - Μη μεταφορά της στην εθνική έννομη τάξη εντός της ταχθείσας προσθεσμίας. - Υπόθεση C-114/02.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2003 σελίδα I-03783
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση από το Δικαστήριο του βασίμου της προσφυγής - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολόγηση αντλούμενη από την εσωτερική έννομη τάξη - Ανεπίτρεπτη
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Στην υπόθεση C-114/02,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την L. Ström, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τους G. de Bergues και E. Puisais,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (ΕΕ L 123, σ. 1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, P. Jann και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (ΕΕ L 123, σ. 1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2 Δυνάμει του άρθρου 34, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή εντός προθεσμίας 24 μηνών, υπολογιζομένης από της θέσεως της εν λόγω οδηγίας σε ισχύ, δηλαδή, το αργότερο, μέχρι τις 14 Μα_ου 2000, και να ενημερώσουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή.
3 Μη λαμβάνοντας εκ μέρους των γαλλικών αρχών καμιά γνωστοποίηση σχετικά με τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως. Αφού όχλησε τη Γαλλική Δημοκρατία ζητώντας της να υποβάλει τις παρατηρήσεις της και ελλείψει απαντήσεως εκ μέρους της, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 2 Φεβρουαρίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη καλώντας το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία εντός προθεσμίας δύο μηνών από της σχετικής κοινοποιήσεως.
4 Με έγγραφο της 15ης Μαρτίου 2001, οι γαλλικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή σχέδιο διατάγματος σχετικό, ιδίως, με τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 98/8, κατ' εφαρμογή του νόμου 2001-1, της 3ης Ιανουαρίου 2001, με τον οποίο εξουσιοδοτήθηκε η κυβέρνηση να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο, με την έκδοση διαταγμάτων, ορισμένες κοινοτικές οδηγίες και να εφαρμόσει ορισμένες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (JORF της 4ης Ιανουαρίου 2001, σ. 93). Είχε επίσης καταρτισθεί σχέδιο διατάγματος εφαρμογής σχετικό με τα βιοκτόνα προϊόντα και επρόκειτο να δημοσιευθεί συντόμως.
5 Με έγγραφο της 26ης Απριλίου 2001, οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή αντίγραφο του διατάγματος 2001-321, της 11ης Απριλίου 2001, περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο ορισμένων κοινοτικών οδηγιών και περί εφαρμογής ορισμένων διατάξεων κοινοτικού δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος (JORF της 14ης Απριλίου 2001, σ. 5820).
6 Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η μεταφορά της οδηγίας 98/8 στο εσωτερικό δίκαιο παρέμενε πλημμελής, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
7 Για να τη στηρίξει, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το διάταγμα της 11ης Απριλίου 2001 μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 98/8 μόνο μερικώς. Έτσι, τα σχετικά με τα άρθρα 3, παράγραφοι 4 και 5 και 7, 4, 8, 11, 12, 14, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 25 και 26 της εν λόγω οδηγίας μέτρα μεταφοράς δεν θεσπίσθηκαν ή, εν πάση περιπτώσει, δεν της γνωστοποιήθηκαν.
8 Η Γαλλική Κυβέρνηση δέχεται ότι δεν διασφάλισε την πλήρη μεταφορά της οδηγίας 98/8 στο εσωτερικό δίκαιο. Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται κυρίως στην ανάγκη να οργανωθεί κατά πρόσφορο τρόπο η διαδικασία αξιολογήσεως των φακέλων, η οποία απαιτεί την παρέμβαση πλειόνων οργανισμών. Εντούτοις, ισχυρίζεται ότι διάφορα νομοθετικά κείμενα, ευρισκόμενα ακόμη στο στάδιο του σχεδίου, επιτρέπουν την ολοκλήρωση της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του συνόλου των διατάξεων της εν λόγω οδηγίας.
9 Συναφώς, έχει σημασία να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή εμφανίζεται κατά το πέρας της προθεσμίας που έχει ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2001, C-147/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-2387, σκέψη 26, και της 4ης Ιουλίου 2002, C-173/01, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 2002, σ. Ι-6129, σκέψη 7).
10 Δεν αμφισβητείται, όμως, εν προκειμένω ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν έλαβε τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας 98/8 στο εσωτερικό δίκαιο εντός της προς τούτο ταχθείσας προθεσμίας.
11 Επιβάλλεται να προστεθεί ότι, κατά εξίσου πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από μια οδηγία (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, C-276/98, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-1699, σκέψη 20, και της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, C-351/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2002, σ. Ι-8101, σκέψη 9).
12 Επομένως, η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή είναι βάσιμη.
13 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την οδηγία 98/8, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Επί των δικαστικών εξόδων
14 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας και αυτή ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.