ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 1ης Απριλίου 2004 (1)
Υπόθεση C-276/02
Βασίλειο της Ισπανίας
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κρατικές ενισχύσεις – Μη καταβολή των φόρων και των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως εκ μέρους μιας επιχειρήσεως – Συμπεριφορά των δημοσίων αρχών υπό την ιδιότητα του πιστωτή προβληματικής επιχειρήσεως»
1. Με την παρούσα προσφυγή, το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση 2002/935/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 2002, σχετικά με την κρατική ενίσχυση υπέρ του ομίλου επιχειρήσεων Álvarez (2). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή που απευθύνθηκε στην Ισπανία, κρίθηκε ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά η ενίσχυση την οποία αποτελεί η συνεχής μη καταβολή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών από τον όμιλο επιχειρήσεων Álvarez SA (στο εξής: GEA) και από την Vidrios Automáticos del Norte SA (στο εξής: Vanosa), θυγατρική της GEA, μετά την κήρυξή τους σε παύση πληρωμών στις 19 Νοεμβρίου 1997 η GEA και στις 14 Νοεμβρίου 1997 η Vanosa, μεταξύ αυτών των ημερομηνιών αντιστοίχως και του Ιανουαρίου 2001.
2. Αξίζει να γίνει μια σύντομη υπενθύμιση του πλαισίου της υποθέσεως αυτής. Η υπενθύμιση αυτή είναι τοσούτω μάλλον αναγκαία επειδή το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, το οποίο υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, δεν περιλαμβάνει σαφή διάρθρωση των λόγων ακυρώσεως. Τέτοιου είδους σύγχυση αποτελεί την αφετηρία διαδικαστικής δυσχέρειας που πρέπει να αρθεί πριν από οποιαδήποτε εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας.
I – Το πλαίσιο της υποθέσεως
Α – Η κατάσταση των δικαιούχων της ενισχύσεως επιχειρήσεων
3. Η GEA είναι επιχείρηση κατασκευής και πωλήσεως επιτραπέζιων σκευών από πορσελάνη και κεραμευτική ύλη. Μέχρι το 1991, ήταν ο κύριος κατασκευαστής επιτραπέζιων σκευών της Ισπανίας. Vanosa, η θυγατρική την οποία κατείχε κατά 100 %, δρούσε στον τομέα της υάλου συσκευασίας. Από το 1992, ο τομέας στον οποίο δρούσαν οι επιχειρήσεις αυτές αντιμετώπισε σοβαρές δυσχέρειες. Στις δυσχέρειες αυτές προστέθηκε η οικονομική κρίση της περιοχής της Γαλικίας, όπου είναι εγκατεστημένος ο όμιλος των εν λόγω επιχειρήσεων.
4. Λόγω των δυσχερειών αυτών, οι ισπανικές δημόσιες αρχές χορήγησαν στη GEA, μεταξύ 1992 και 1996, διάφορες οικονομικές ενισχύσεις υπό την μορφή εγγυήσεων και άμεσης εισφοράς. Μολονότι οι ενισχύσεις αυτές κρίθηκαν παράνομες, επειδή δεν είχαν κοινοποιηθεί, η Επιτροπή έκρινε, με μια πρώτη απόφαση 98/364/ΕΚ, της 15ης Ιουλίου 1997 (3), ότι οι ενισχύσεις αυτές συμβιβάζονταν με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων και, ως εκ τούτου, ήταν συμβατές προς την κοινή αγορά. Η Επιτροπή εξάρτησε εντούτοις την δήλωση αυτή από μια διπλή προϋπόθεση. Αφενός, οι ισπανικές αρχές έπρεπε να μην χορηγήσουν στο μέλλον καμία ενίσχυση και να εφαρμόσουν πλήρως το εγκριθέν σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Αφετέρου, οι ισπανικές αρχές έπρεπε να της υποβάλλουν ανά εξάμηνο έκθεση ως προς την εκτέλεση του σχεδίου αυτού και την οικονομική κατάσταση της GEA.
5. Η Επιτροπή παρέλαβε τη δεύτερη έκθεση περί της εφαρμογής του σχεδίου αναδιαρθρώσεως στις 21 Μαΐου 1999. Με την έκθεση αυτή, η Επιτροπή έλαβε γνώση ότι υπήρχε παύση πληρωμών κηρυχθείσα κατόπιν αιτήσεως των επιχειρήσεων αυτών από τη Juzgada de primera instancia de Vigo (Ισπανία) το 1997 και των σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία συναφθεισών συμφωνιών, με την Agencia Estatal de Administración Tributaria (Φορολογική Αρχή) και την Tesorería General de la Seguridad Social (Οργανισμό Κοινωνικής Ασφαλίσεως) το 1998 (στο εξής: συμφωνίες). Οι συμφωνίες που συνήψε η φορολογική αρχή ως προς καθεμία εκ των δύο επιχειρήσεων στις 14 Απριλίου 1998 αφορούσαν, αφενός, μερική μείωση της φορολογικής οφειλής των δύο επιχειρήσεων και, αφετέρου, αναστολή και μακρόχρονη αναδιάταξη του υπολοίπου της οφειλής. Η ιδιαίτερη συμφωνία που συνήψε η Vanosa με την Κοινωνική Ασφάλιση στις 6 Νοεμβρίου 1998 προέβλεπε μερική μείωση της συναφθείσας ως προς αυτήν οφειλής καθώς και αναστολή και αναδιάταξη της υπόλοιπης οφειλής. Κατά την εξέταση, η Επιτροπή δεν επισήμανε προφανώς στην έκθεση αυτή καμία παράβαση των προϋποθέσεων εγκρίσεως της ενισχύσεως. Μόνον οι καταγγελίες που κατέθεσαν οι ανταγωνιστές οδήγησαν την Επιτροπή να κινήσει νέα διαδικασία δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Οι καταγγελίες αυτές στηρίζονταν στη συμπεριφορά των ισπανικών αρχών, οι οποίες αρνήθηκαν να καλύψουν ένα σημαντικό ποσό φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως στις εν λόγω επιχειρήσεις.
Β – Η προσβαλλομένη απόφαση
6. Η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε μετά το πέρας της κινηθείσας από την Επιτροπή διαδικασίας, αφορά κατ’ ουσίαν το γεγονός ότι, μεταξύ των ημερομηνιών κηρύξεως παύσεως πληρωμών που αφορούν τη GEA και τη Vanosa τον Ιανουάριο του 2001, οι δύο αυτές επιχειρήσεις δεν τήρησαν συστηματικά τις φορολογικές τους υποχρεώσεις και τις υποχρεώσεις τους σε καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως. Στην προσβαλλομένη απόφαση επιβεβαιώνεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση 1999/509/CE της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η Ισπανία στις επιχειρήσεις του ομίλου Magefesa και στις επιχειρήσεις που τον διαδέχτηκαν (4), που επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής (5), η μόνιμη και συστηματική μη καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και σημαντικού ποσού φόρων κατόπιν της κηρύξεως παύσεως πληρωμών και η σύναψη συμφωνιών συνιστά μεταβίβαση κρατικών πόρων στη GEA και στη Vanosa. Στη συνέχεια, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται ότι το ούτως αντλούμενο από τις λόγω επιχειρήσεις πλεονέκτημα ως προς τους ανταγωνιστές τους στο ενδοκοινοτικό εμπόριο προκύπτει από την αμέλεια των ισπανικών αρχών, οι οποίες δεν έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για να επιβάλουν στις επιχειρήσεις αυτές την τήρηση των υποχρεώσεών τους. Συνεπάγεται σημαντική αύξηση των συναφθεισών από τις εν λόγω επιχειρήσεις οφειλών, και αποδεικνύεται έτσι ότι το κράτος δεν ενήργησε, στις συγκεκριμένες περιστάσεις, ως επιμελής ιδιώτης πιστωτής.
7. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή θεωρεί ότι η παραίτηση των ισπανικών αρχών από την απαίτηση της καταβολής των φόρων και των οφειλομένων από τη GEA και Vanosa εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως συνιστά ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Εξάλλου, η Επιτροπή φρονεί ότι για την ενίσχυση αυτή δεν μπορεί να ισχύσει καμία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 87, παράγραφοι 2 και 3, EΚ παρεκκλίσεις. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφασίζει ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι ασύμβατη με την κοινή αγορά και ζητεί από το Βασίλειο της Ισπανίας να λάβει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για να ανακτήσει την ενίσχυση αυτή από τον δικαιούχο της.
II – Επί του παραδεκτού των προβληθέντων λόγων
8. Κατά την ανταλλαγή απόψεών τους, οι διάδικοι συμφωνούν ότι οι λόγοι της προσφυγής αντλούνται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Στην επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος, είναι δυνατό να διακριθούν τρεις λόγοι ακυρώσεως. Η παραβίαση της Συνθήκης ΕΚ συνίσταται, πρώτον, στην πεπλανημένη επιλογή και ερμηνεία του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου, δεύτερον, στην πλάνη ως προς το υποστατό των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και, τελευταίον, στον πεπλανημένο νομικό χαρακτηρισμό των κρισίμων για την υπόθεση περιστατικών.
9. Εντούτοις, υφίσταται μια αμφιβολία ως προς το παραδεκτό ενός άλλου λόγου που προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης. Με το υπόμνημα απαντήσεως, το προσφεύγον ζητεί τη μερική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω της ασαφούς περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας αποδίδεται η κρατική ενίσχυση. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το αίτημα αυτό συνιστά νέο λόγο. Γι’ αυτό η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του αιτήματος βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο οποίος απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
10. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει ως κανόνα την απόρριψη κάθε λόγου που υποβάλλεται για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως. Φυσικά, το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί την υποβολή νέου ισχυρισμού σ’ αυτό το στάδιο, τούτο όμως συμβαίνει σε μια από τις ακόλουθες τρεις περιπτώσεις: είτε ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί προφανώς στην πράξη ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε, άμεσα ή έμμεσα, στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο (6), είτε αποτελεί λόγο δημοσίας τάξεως που πρέπει να προβληθεί αυτεπαγγέλτως (7), είτε στηρίζεται σε νέο στοιχείο που ανέκυψε κατά τη διαδικασία (8).
11. Εν προκειμένω, δεν νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ο προβληθείς εκπροθέσμως ισχυρισμός είναι απαράδεκτος. Ποιο είναι το αντικείμενο των αιτημάτων που προέβαλε η Ισπανική Κυβέρνηση με το υπόμνημα απαντήσεως; Αποτελεί κριτική του τρόπου με τον οποίον η Επιτροπή καθόρισε την περίοδο υπάρξεως της ενισχύσεως. Όπως έχει διατυπωθεί από την προσφεύγουσα, ο λόγος αυτός δημιουργεί αμφισβήτηση. Διατυπώνεται μεν απλά, περιλαμβάνει όμως δύο σαφώς διαφορετικά σκέλη.
12. Αφενός, το προσφεύγον διατείνεται ότι στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν εκτίθεται με επαρκή σαφήνεια η περίοδος υπάρξεως της ενισχύσεως. Η απόφαση αυτή πάσχει από τυπική παρανομία που συνίσταται σε έλλειψη αιτιολογίας. Με τη μορφή αυτή, ο λόγος ακυρώσεως αφορά διαφορετική νομική αιτία από την αιτία των προβαλλόμενων με την προσφυγή λόγων που αφορούν τη νομιμότητα της ουσίας της εν λόγω αποφάσεως. Η εκπρόθεσμη προβολή λόγου σχετικά με νέα αιτία που δεν έχει σχέση με τους προβληθέντες στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο λόγους αναλύεται ευκόλως, κατά την άποψή μου, ως νέος ισχυρισμός που πρέπει να κριθεί απαράδεκτος. Αν, παρ’ όλα ταύτα, το Δικαστήριο πρέπει να ακολουθήσει ένα μέρος της νομολογίας του και να θεωρήσει τον λόγο αυτό ως λόγο δημοσίας τάξεως που πρέπει να προβληθεί αυτεπαγγέλτως από τον κοινοτικό δικαστή (9), αρκεί να διαπιστώσει ότι η Επιτροπή συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της αιτιολογήσεως επισημαίνοντας σαφώς, στις παραγράφους 41 έως 55 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, τη διάρκεια της ενισχύσεως και τη συλλογιστική που την οδήγησε στον καθορισμό αυτό (10). Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ο αντλούμενος από έλλειψη αιτιολογίας λόγος κριθεί παραδεκτός, δεν είναι βάσιμος.
13. Αφετέρου, το προσφεύγον αμφισβητεί άμεσα τη διάρκεια της επίμαχης ενισχύσεως. Συγκεκριμένα, προσάπτει στην Επιτροπή ότι υπολόγισε το σημείο εκκινήσεως της ενισχύσεως από την ημερομηνία των διαδικασιών παύσεως πληρωμών ενώ οι διαδικασίες αυτές και οι συμφωνίες αποτελούν μέρος των αφέσεων χρέους τις οποίες ενέκρινε η Επιτροπή με την πρώτη απόφαση 98/364 του 1997. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αιτίαση αυτή περιλαμβάνει ένα απλό πρόβλημα αριθμητικού υπολογισμού των στοιχείων της ενισχύσεως, που εμπίπτει στην επόμενη φάση της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ορθότερο να θεωρηθεί ότι ο καθορισμός της χρονικής στιγμής της χορηγήσεως των πλεονεκτημάτων και της διάρκειας της ενισχύσεως εμπίπτει άμεσα στη διαδικασία χαρακτηρισμού της ενισχύσεως. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός έχει κοινό στοιχείο με τους λόγους της προσφυγής το γεγονός ότι αφορά την παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Παρ’ όλα αυτά, δεν συνεπάγεται ότι είναι παραδεκτός.
14. Αν μπορέσει να αποδειχθεί το παραδεκτό του λόγου αυτού, αναμφίβολα μπορεί κανείς να αναρωτηθεί περί του βασίμου του. Επομένως, πρέπει να αναφερθεί ότι ο καθορισμός της χρονικής στιγμής χορηγήσεως ενισχύσεως μπορεί να ποικίλλει. Κατ’ αρχήν, η ενίσχυση υφίσταται μόνο κατά τη χρονική στιγμή χορηγήσεως των επιδίκων πλεονεκτημάτων. Μπορεί όμως να ισχύει άλλως όταν τα πλεονεκτήματα αυτά χορηγούνται κατά παράβαση αποφάσεως ενισχύσεως εγκριθείσας από την Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, πράγματι, η νομιμότητα των εγκριθέντων μέτρων συνδέεται αυστηρά με την τήρηση των προϋποθέσεων που έχει θέσει η Επιτροπή στο εν λόγω κράτος. Από τη στιγμή που αποδειχθεί ότι το κράτος δεν τήρησε τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις και προϋποθέσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι ο χαρακτηρισμός της ενισχύσεως δεν εκτείνεται μόνο στα μη προβλεπόμενα πλεονεκτήματα (εν προκειμένω, τις αφέσεις χρέους που ακολούθησαν τη σύναψη των συμφωνιών), αλλά και στα μέτρα τα οποία, κατά τη χρονική στιγμή της εξετάσεώς τους, δεν είχαν προκαλέσει ενστάσεις από απόψεως των κανόνων της Συνθήκης (εν προκειμένω, οι αφέσεις χρέους που ακολούθησαν τις διαδικασίες παύσεως πληρωμών και τις συνακόλουθες συμφωνίες) (11).
15. Επομένως, η προσπάθεια αυτή είναι άσκοπη στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, η αιτίαση αυτή δεν αποτελεί, όπως ισχυρίζεται το προσφεύγον, απλό επιχείρημα ενισχύον τους λόγους της προσφυγής. Ο λόγος αυτός συνιστά πραγματικό λόγο, υποστηριζόμενο από συλλογιστική και νομικά και πραγματικά στοιχεία διαφορετικά από αυτά που προσκομίστηκαν προς στήριξη της προσφυγής. Μολονότι έχει κάποια σχέση με τον προβαλλόμενο στην προσφυγή λόγο ακυρώσεως, ο ούτως νοούμενος ισχυρισμός διακρίνεται σαφώς από τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην προσφυγή. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός συμβάλλει στη διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς σε χρονική στιγμή που το αντικείμενο έχει ήδη καθοριστεί και δεν μπορεί πλέον κατ’ αρχήν να επεκταθεί. Σε παρόμοια περίπτωση, στην νομολογία του Δικαστηρίου ορίζεται αυστηρώς ότι ο προσφεύγων αποκλείεται να προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό (12).
16. Ας προστεθεί, εν προκειμένω, ότι η προβλεπόμενη με τον Κανονισμό Διαδικασίας εξαίρεση δεν μπορεί να ισχύσει: ανεξαρτήτως της θεμελιώσεως με την οποία συνδέεται ο ισχυρισμός αυτός, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο λόγος αυτός βασίζεται σε στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της δίκης. Στην πράξη, δεν υπήρχε κανένας λόγος να μην επισημανθεί η φερομένη παρανομία από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
17. Επομένως, ο λόγος που αντλείται από την αοριστία της περιόδου υπάρξεως της ενισχύσεως, εξετασθείς ως προς τα δύο σκέλη του, πρέπει να κριθεί απαράδεκτος.
III – Επί της παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και επί του χαρακτηρισμού της κρατικής ενισχύσεως
18. Προς στήριξη της αιτήσεώς της ακυρώσεως, το προσφεύγον προβάλλει τρεις λόγους. Με τον πρώτο, αμφισβητεί το νομικό πλαίσιο και το κριτήριο που εφαρμόστηκαν στα μέτρα ενισχύσεως στις προβληματικές επιχειρήσεις. Πράγματι, εξ αυτών προκύπτει ότι κάθε διαδικασία παύσεως πληρωμών συνεπάγεται κρατική ενίσχυση. Αν υποτεθεί ότι το πλαίσιο αυτό γίνει δεκτό, το προσφεύγον αμφισβητεί, με τον δεύτερο λόγο, το γεγονός ότι οι ισπανικές αρχές παρέμειναν αδρανείς κατά τη διάρκεια της περιόδου μη καταβολής των φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως. Με τον τρίτο λόγο, το προσφεύγον αντικρούει τον τρόπο με τον οποίον η Επιτροπή εκτίμησε τη δράση των εν λόγω αρχών.
19. Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς αντιστοιχεί με την αμφισβήτηση της λυσιτέλειας του κριτηρίου που αποκαλείται «του ιδιώτη πιστωτή» κατά την εξέταση της μεταχειρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων, ενώ οι δύο άλλοι λόγοι θεμελιούνται σε πλάνη η οποία προδήλως διαπράχθηκε κατά την εφαρμογή, εν προκειμένω, του κριτηρίου αυτού.
Α – Πλάνη περί το δίκαιον: όσον αφορά τη λυσιτέλεια του κριτηρίου του ιδιώτη πιστωτή κατά τον καθορισμό της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως
20. Το προσφεύγον θεωρεί κατ’ αρχάς ότι η επικρινόμενη συμπεριφορά προκύπτει από την συνήθη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας σε θέματα πτωχεύσεως. Οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση ευρισκόμενη στην ίδια κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο της ίδιας διαδικασίας. Το προσφεύγον προτείνει ότι το πλαίσιο της αναλύσεως που έγινε δεκτό από την Επιτροπή στην προσβαλλομένη απόφαση αντιστοιχεί με την αμφισβήτηση κανονιστικής ρυθμίσεως γενικού χαρακτήρα και όχι συγκεκριμένων μέτρων όπως απαιτεί το κοινοτικό δίκαιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. Επομένως, απειλούνται όλες οι διαδικασίες προλήψεως της πτωχεύσεως, οι οποίες έχουν θεσπιστεί από τα κράτη μέλη.
21. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ενδεχόμενη απώλεια φορολογικών εσόδων, την οποία έχει ως συνέπεια για το Δημόσιο η εφαρμογή του καθεστώτος της έκτακτης διαχειρίσεως, λόγω της απόλυτης απαγορεύσεως των ατομικών αναγκαστικών εκτελέσεων και λόγω της αναστολής της τοκοφορίας για όλα τα χρέη της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως, καθώς και λόγω της συνακόλουθης μειώσεως των οφελών που αποκομίζουν οι δανειστές, δεν είναι επαρκής νομική βάση για τον χαρακτηρισμό του εν λόγω καθεστώτος ως ενισχύσεως». Ο λόγος συναφώς είναι ότι «η συνέπεια αυτή είναι συμφυής προς κάθε νομικό σύστημα που χαράσσει το πλαίσιο εντός του οποίου οργανώνονται οι σχέσεις μεταξύ της αφερέγγυας επιχειρήσεως και του συνόλου των δανειστών της και επομένως δεν μπορεί να συναχθεί αυτόματα το συμπέρασμα ότι πρόκειται για πρόσθετη, άμεση ή έμμεση, χρηματοοικονομική επιβάρυνση του δημοσίου, σκοπός της οποίας είναι η παροχή ορισμένου πλεονεκτήματος στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις» (13). Παρ’ όλα αυτά, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η συμπεριφορά που υιοθετεί το κράτος στο πλαίσιο διαδικασίας πτωχεύσεως μπορεί να συνιστά ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (14). Έτσι έχει κριθεί, μεταξύ άλλων, επ’ ευκαιρία της αποφάσεως των δημοσίων πιστωτών να μη ζητήσουν την εκκαθάριση των επιχειρήσεων του ομίλου Magefesa, οι οποίες δεν είχαν τηρήσει τις φορολογικές υποχρεώσεις τους μέχρι την παύση των δραστηριοτήτων τους (15).
22. Όπως εκθέτει η Επιτροπή, το νομικό πλαίσιο της παρούσας αποφάσεως συνάγεται σαφώς από αυτή τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα από την υπόθεση Magefesa. Ουδαμού, στην προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι συνάγει τη σύσταση κρατικής ενισχύσεως από τις κινηθείσες διαδικασίες προλήψεως της πτωχεύσεως και τις συναφθείσες συμφωνίες, ούτε καν από τις απώλειες που απορρέουν συναφώς για τους δημόσιους πιστωτές. Στην απόφαση αυτή δεν διακυβεύεται ούτε η εθνική νομοθεσία περί πτωχεύσεως ούτε οι διαδικασίες προλήψεως θεωρούμενες καθαυτές. Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι οι δημόσιοι πιστωτές διαθέτουν διάφορα μέσα δράσεως για να επιβάλλουν στις εν λόγω επιχειρήσεως τήρηση των υποχρεώσεων τους και έχουν διακριτική ευχέρεια κατά την επιλογή της εφαρμογής των μέσων αυτών. Εν όψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, τούτο αρκεί για να στοιχειοθετήσει ότι βρισκόμαστε ενώπιον συγκεκριμένων μέτρων (16). Η ενίσχυση θεωρείται ότι προκύπτει όχι από το γενικό πλεονέκτημα που μπορεί να χορηγεί η εθνική νομοθεσία αλλά από το συγκεκριμένο και επιλεκτικό πλεονέκτημα που απορρέει από την εφαρμογή η οποία έγινε στην προκειμένη περίπτωση (17).
23. Για να αξιολογηθεί η συμπεριφορά των δημοσίων αρχών σε περιπτώσεις όπως εν προκειμένω, το Δικαστήριο θέσπισε μια μεθοδολογία, δοκιμασθείσα από την Επιτροπή, η οποία συνίσταται στη σύγκριση της συμπεριφοράς των δημοσίων αρχών με τη συμπεριφορά που μπορεί να είχε ένας επιμελής ιδιώτης επενδυτής υπό τις ίδιες συνθήκες (18). Πρέπει να διερωτηθεί κανείς αν, υπό συγκρίσιμες συνθήκες, ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε καταλήξει στη σύναψη των ιδίων συμφωνιών, θα είχε προβεί στις ίδιες εκπτώσεις και θα είχε υιοθετήσει την ίδια συμπεριφορά στη διαχείριση των συμφωνιών αυτών. Αν αυτές οι παρεμβάσεις επιτρέπουν στην εν λόγω επιχείρηση να ξεπεράσει παροδική κρίση, υπέρ του πιστωτή, μπορούν να γίνουν δεκτές. Αν όμως οι παρεμβάσεις αυτές απλώς επιθυμούν να διασώσουν επιχείρηση, η οποία δεν είναι βιώσιμη και δεν έχει προσαρμοστεί στις συνθήκες της αγοράς, θα καταδικαστούν, διότι αντίκεινται επομένως στη λογική της οικονομικής αποτελεσματικότητας και στην ορθή λειτουργία της κοινής αγοράς.
24. Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή ορθώς υπενθυμίζει ότι το κριτήριο του ιδιώτη πιστωτή δεν πρέπει να συγχέεται με το πλέον κλασικό στη νομολογία του Δικαστηρίου κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή (19). Ενώ ο επενδυτής φέρεται να αποκομίζει όφελος παρεμβαίνοντας στις εν λόγω επιχειρήσεις, ο πιστωτής επιδιώκει να επιτύχει την πληρωμή των ποσών που του οφείλονται από οφειλέτη ο οποίος αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες (20). Ο επενδυτής δύναται να επιλέξει την επένδυση που κρίνει πιο αποδοτική. Στη θεωρία, το κεφάλαιο που είναι έτοιμος να επενδύσει ο επενδυτής σε επιχείρηση διατίθεται, υπό τις ίδιες συνθήκες, για όλους τους επιχειρηματίες της αγοράς. Τούτο δεν συμβαίνει όσον αφορά τον πιστωτή. Ο πιστωτής έχει ήδη προνομιούχο σχέση με οφειλέτρια επιχείρηση προς την οποία είναι έτοιμος να χορηγήσει νέα πλεονεκτήματα υπό τη μορφή εκπτώσεως ή αναδιάταξη των οφειλών. Το εν λόγω κεφάλαιο στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται «στην αγορά». Δεν διατίθεται, υπό τις ίδιες συνθήκες, για τους άλλους επιχειρηματίες. Το κεφάλαιο αυτό χορηγείται λαμβάνοντας υπόψη μόνον τα συμφέροντα των δύο μερών. Από αυτές τις διαφορετικές καταστάσεις απορρέει, κατά την άποψή μου, διαφορά στον τρόπο εκτιμήσεως της συγκρίσεως της συμπεριφοράς των δημοσίων αρχών και της συμπεριφοράς του ιδιώτη επιχειρηματία. Στην περίπτωση επενδύσεως, η σύγκριση πραγματοποιείται «υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς». Αν το κεφάλαιο χορηγείται υπό καλές συνθήκες για τον επενδυτή, ακόμη και σε προβληματική επιχείρηση, κατά τρόπο ώστε ο επενδυτής μπορεί να αναμένει μακροπρόθεσμα η μεσοπρόθεσμα οικονομική αποδοτικότητα, δεν μπορεί να έχει πλεονέκτημα και ο ανταγωνισμός δεν νοθεύεται. Στη σχέση μεταξύ πιστωτή και οφειλέτη, η κατάσταση είναι διαφορετική. Μπορεί να τοποθετηθεί κανείς μόνον υπό «παρεμφερείς συνθήκες της αγοράς» (21). Πρόκειται για αξιολόγηση της καταστάσεως των οφειλετριών επιχειρήσεων όχι σε σχέση με την κατάσταση των ανταγωνιστών τους στην αγορά, αλλά σε σχέση με την κατάσταση των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσχέρειες. Δεν πρέπει να αναρωτηθεί κανείς μόνο αν υφίσταται οικονομικό πλεονέκτημα, διότι αυτό είναι αναμφισβήτητο (22), αλλά αν το πλεονέκτημα αυτό είναι «επιλεκτικό» πλεονέκτημα καθόσον έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση προνομιακής μεταχειρίσεως σε επιχείρηση, πέραν κάθε δικαιολογίας συνάδουσας προς τη λογική της οικονομικής αποτελεσματικότητας (23). Στην περίπτωση αυτή, το αποφασιστικό κριτήριο δεν είναι συνεπώς αν υφίσταται οικονομικό πλεονέκτημα, αλλά αν το πλεονέκτημα αυτό αντιστοιχεί σε ευνοϊκότερη μεταχείριση από αυτήν που χορηγείται, υπό παρεμφερείς συνθήκες, από ιδιώτη πιστωτή στην οφειλέτρια επιχείρηση.
25. Στις δύο περιπτώσεις, επιβάλλεται η έγκριση της μεθόδου της συγκρίσεως που στηρίζεται στο κριτήριο του ιδιώτη επιχειρηματία. Η μέθοδος αυτή συνάδει προς τον γενικό σκοπό που επιδιώκει η Συνθήκη, ο οποίος συνίσταται στο να μη δημιουργούνται τεχνητά πλεονεκτήματα υπέρ ορισμένων οικονομικών συμφερόντων και επομένως να τους χορηγείται προνομιούχος θέση (24). Αρμόζει όμως να ληφθούν υπόψη οι ποικίλες συνθήκες υπό τις οποίες καλείται να εφαρμοστεί αυτή η μέθοδος. Η μέθοδος αυτή δεν έχει την ίδια λειτουργία ούτε την ίδια έννοια αναλόγως του αν εφαρμόζεται στην περίπτωση επενδυτή ή πιστωτή.
26. Το νομικό πλαίσιο και η μέθοδος που εφαρμόστηκαν από την Επιτροπή δεν πρέπει προφανώς να αποτελέσουν το αντικείμενο καμιάς σοβαρής επικρίσεως. Συνάδουν προς τη διάκριση και το κριτήριο που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Το μόνο ζήτημα που τίθεται πράγματι είναι πως αυτό που η Επιτροπή αποκαλεί το «δόγμα Magefesa» πρέπει να τύχει εφαρμογής υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της υποθέσεως, λαμβανομένης υπόψη της συμπεριφοράς των δημοσίων αρχών. Πράγματι, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, σε θέματα εκτιμήσεως πλεονεκτήματος που συνιστά κρατική ενίσχυση, οι συγκεκριμένες συνθήκες κάθε υποθέσεως έχουν ιδιαίτερη σημασία (25).
27. Επιβάλλεται ένα πρώτο συμπέρασμα. Η πλάνη περί το δίκαιο δεν αποδείχτηκε. Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος.
Β – Η πλάνη κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του επιμελούς ιδιώτη πιστωτή
28. Η πλάνη προκύπτει, αφενός, από το ότι ελήφθησαν υπόψη μερικώς τα κρίσιμα για την υπόθεση πραγματικά περιστατικά. Αφετέρου, έγινε εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών που γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή.
1) Η πλάνη περί τα πράγματα
29. Για να γίνει γνωστό αν οι ισπανικές αρχές υιοθέτησαν, υπό τις συνθήκες της υποθέσεως, τη συμπεριφορά των επαρκώς επιμελών πιστωτών, πρέπει να είναι γνωστές οι πράξεις στις οποίες πράγματι προέβησαν. Πάντως, η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν αποδίδει με ακρίβεια τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που είχαν τεθεί στη διάθεση της Επιτροπής. Επομένως, η απόφαση αυτή εκδόθηκε λόγω συνθηκών που δεν ήταν αυτές τις οποίες προβάλλει η Επιτροπή.
30. Υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, η νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξεως πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως (26). Από τον κανόνα αυτόν, προκύπτει ειδικότερα, σε θέματα κρατικών ενισχύσεων, ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή το γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη πραγματικά στοιχεία τα οποία δεν εγνώριζε κατά τη στιγμή εξετάσεως της επικρινόμενης συμπεριφοράς (27). Πάντως, από τα στοιχεία του υποβληθέντος στο Δικαστήριο φακέλου προκύπτει ότι πολλά στοιχεία που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της προσφυγής προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ελέγχου. Είτε τα στοιχεία αυτά προέκυψαν κατόπιν της προσβαλλομένης αποφάσεως (28), είτε δεν κοινοποιήθηκαν σε εύθετο χρόνο στον συντάκτη της αποφάσεως (29), δεν μπορούν πάντως να προβληθούν επωφελώς προς στήριξη υποβληθέντος στο Δικαστήριο λόγου. Ο λόγος που αντλείται από πλάνη περί τα πράγματα, καθόσον στηρίζεται στα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
31. Μολονότι το δικόγραφο προσφυγής είναι πιο τεκμηριωμένο απ’ ό,τι ο φάκελος που συνέστησε η Επιτροπή κατά τη διαδικασία εξετάσεως, προκύπτει και από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο ότι ο φάκελος αυτός είναι πληρέστερος από ό,τι αφήνει να εννοηθεί η προσβαλλομένη απόφαση (30). Έτσι, προκύπτει ότι οι εκτελεσθείσες κατασχέσεις και υποθήκες δεν αναφέρθηκαν λεπτομερώς στην εν λόγω απόφαση. Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή αρκέστηκε να γνωστοποιήσει την κατάσχεση ακινήτων αγαθών και διαφόρων στοιχείων του ενεργητικού (31).
32. Πρέπει επομένως να συναχθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι σύννομη; Τούτο υποστηρίζει το προσφεύγον, η οποία βρίσκει ότι τα στοιχεία αυτά μαρτυρούν τη δραστηριότητά της και την ταχύτητα που επέδειξαν οι αρχές κατά τη διαχείριση των διαδικασιών πτωχεύσεως. Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι αρκεί να λάβει τα στοιχεία αυτό υπόψη ώστε να μεταβάλει την ανάλυσή της. Έτσι, οι δύο διάδικοι συμβάλλουν, στην πράξη, στη μετάθεση του ζητήματος. Για τους διαδίκους, το κέντρο της συζητήσεως αφορά μάλλον τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά. Η φερομένη παρανομία συζητείται ως συνέπεια, όχι της πλάνης περί τα πράγματα, αλλά της νομικής εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών.
33. Στο θέμα αυτό, πρέπει εν πάση περιπτώσει να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή διαθέτει ορισμένη ελευθερία στη θέσπιση και επιλογή των κρισίμων για την υπόθεση περιστατικών. Αυτό που μπορεί να της προσαφθεί, είναι μόνον το ότι παρέλειψε να αναφέρει ορισμένα περιστατικά που μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα για την ανάλυση. Αλλά δεν προκύπτει, και εξάλλου δεν προβάλλεται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση βασίζεται σε ανακριβή ή διαστρεβλωμένα πραγματικά περιστατικά. Υπό τις συνθήκες αυτές, μόνον η απλή ανακρίβεια των πραγματικών περιστατικών στις αιτιολογικές σκέψεις δεν μπορεί να συνεπιφέρει την παρανομία του διατακτικού της αποφάσεως αυτής. Ως εκ τούτου, ο λόγος που αντλείται από πλάνη περί τα πράγματα πρέπει να απορριφθεί.
2) Η πλάνη στη νομική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών
34. Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι το ακόλουθο: τα πραγματικά περιστατικά, των οποίων μπορούσε να λάβει γνώση η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ελέγχου δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι οι ισπανικές αρχές δεν επέδειξαν επαρκή επιμέλεια; Άλλως ειπείν, το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, περιλαμβανομένων αυτών που δεν επαναλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως, μπορεί να τροποποιήσει την εκτίμηση που έγινε συναφώς; Αυτό είναι το ζήτημα που πρέπει ακόμα να εξακριβωθεί.
35. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εφαρμόζοντας το κριτήριο του επιμελούς ιδιώτη πιστωτή, η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τα μέτρα που είχαν αναλάβει οι αρμόδιες αρχές για να διασφαλίσουν την κάλυψη των οφειλών που είχαν δημιουργηθεί μετά τη σύναψη των συμφωνιών. Έχουν αποσιωπηθεί αυτά τα μέσα όπως η κατάσχεση κινητών και ακινήτων αγαθών, η αίτηση τραπεζικών κατασχέσεων που πραγματοποίησε η κοινωνική ασφάλιση το 2001, η κατάσχεση κοινωνικών κατοικιών, εμπορικών σημάτων της GEA, οφειλές των κυρίων πελατών των επιδίκων εταιριών, η οποία πραγματοποιήθηκε από τη φορολογική αρχή μεταξύ 1999 και 2001. Η πλάνη αυτή οδήγησε την Επιτροπή στην εσφαλμένη εκτίμηση ότι «το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έλαβε τα μέτρα που προβλέπει η ισπανική νομοθεσία (διάφορες εκτελεστικές διαδικασίες) για να εμποδίσει τις επιχειρήσεις να εξακολουθήσουν τις δραστηριότητές τους χωρίς να τηρούν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις και τις υποχρεώσεις κοινωνικής ασφαλίσεως» (32). Στα επιχειρήματα αυτά, η Επιτροπή απαντά ότι τα χρησιμοποιηθέντα μέτρα καθυστέρησαν και, εν πάση περιπτώσει, δεν ήσαν αποτελεσματικά. Το γεγονός ότι δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τη σημαντική αύξηση των οφειλών των εν λόγω επιχειρήσεων κατόπιν της συνάψεως των συμφωνιών αποδεικνύει την αμέλεια των δημοσίων αρχών. Οι δημόσιες αυτές αρχές δεν χρησιμοποίησαν όλα τα νομικά μέσα που διαθέτουν, υπό την ιδιότητά τους ως προνομιούχων πιστωτών, για να αντιταχθούν στη μη καταβολή των οφειλών των επιχειρήσεων αυτών. Στην περίπτωση αυτή, οι δημόσιες αρχές μπορούσαν να έχουν κάνει χρήση της δυνατότητας να ζητήσουν την κήρυξη πτωχεύσεως των εν λόγω εταιριών και την εκκαθάριση των περιουσιών τους.
36. Προτού αποφανθώ επί της διαφοράς αυτής, θέλω να επανέλθω συντόμως στο κριτήριο του επιμελούς ιδιώτη πιστωτή, που αποτελεί αντικείμενο του επίδικου χαρακτηρισμού. Η έννοια του «ιδιώτη πιστωτή» παραμένει ασαφής στη νομολογία, και ακόμα περισσότερο όταν, όπως στην περίπτωση που ο δημόσιος πιστωτής έχει προνομιούχες απαιτήσεις, τον υποκαθιστά η πλασματική έννοια «υποθετικού ιδιώτη δανειστή» (33). Η πλασματική αυτή έννοια τονίζει, κατά την άποψή μου, μια ουσιώδη ιδιότητα. «Ο επιμελής ιδιώτης δανειστής σε οικονομία της αγοράς» είναι ο αποτελεσματικός επιχειρηματίας, ο οποίος είναι ικανός να διακρίνει και να χρησιμοποιεί τα πλέον πρόσφορα μέσα προκειμένου να πραγματοποιήσει ένα συγκεκριμένο σκοπό, ο οποίος είναι η κάλυψη των απαιτήσεών του.
37. Αυτή η ιδιότητα της αποτελεσματικότητας συνεπάγεται συγκεκριμένα ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των παραγόντων που χαρακτηρίζουν τη σχέση εντός της οποίας έχει αναλάβει δεσμεύσεις (34). Όταν το προσφεύγον ισχυρίστηκε ότι, σε άλλη απόφαση, η Επιτροπή έδωσε αντίθετη απάντηση σε παρεμφερές ερώτημα, η Επιτροπή της απάντησε ορθώς ότι οι περιστάσεις της υποθέσεως εκείνης ήταν εντελώς διαφορετικές. Η απόφαση αυτή, σε αντίθεση με την προσβαλλομένη απόφαση, γνωστοποιούσε ενεργητική και εχέφρονα συμπεριφορά της κοινωνικής ασφαλίσεως και του Υπουργείου Οικονομικών (35).
38. Διευκρινίζω επίσης ότι το κριτήριο αυτό δεν απαιτεί από τις δημόσιες αρχές να μην αποδίδουν σημασία στους άλλους επιδιωκόμενους σκοπούς στο πλαίσιο των διαδικασιών πτωχεύσεως. Μπορούν να λαμβάνουν υπόψη, εν προκειμένω, «το γενικό και κοινωνικό συμφέρον προστασίας της απασχολήσεως» (36). Η προσοχή όμως αυτή συνεπάγεται αποτελέσματα μόνο στο πλαίσιο της εξετάσεως του συμβατού της ενισχύσεως βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, EΚ. Για τους σκοπούς του χαρακτηρισμού ως κρατικής ενισχύσεως, η πράξη του κράτους δεν εκτιμάται από την αξία ή τη σημασία των επιδιωκομένων σκοπών. Εκτιμάται από την αποτελεσματικότητα των μέσων που έχουν ληφθεί για την προστασία των συμφερόντων του κράτους ως πιστωτή. Η συμπεριφορά των δημοσίων αρχών πρέπει να εκτιμηθεί, στο πλαίσιο αυτό, μόνο απ’ αυτή την άποψη.
39. Τέλος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κριτήριο του ιδιώτη πιστωτή δεν απαιτεί να ζητείται η άμεση κήρυξη πτωχεύσεως προβληματικής επιχειρήσεως (37). Κατ’ αρχήν, δεν μπορεί να προσαφθεί στις ισπανικές αρχές ότι θέλησαν να αποφύγουν την παύση των δραστηριοτήτων των επιδίκων επιχειρήσεων. Είναι απολύτως εύλογο ότι ένας ιδιώτης πιστωτής, που διαθέτει σημαντικά μέσα, έχει συμφέρον να εξακολουθήσει ορισμένο χρόνο η δραστηριότητα της οφειλέτριας επιχειρήσεως, αν το κόστος της άμεσης εκκαθαρίσεως προκύπτει ότι είναι υψηλότερο από το κόστος χορηγήσεως ενισχύσεως. Κάθε πιστωτής οδηγείται να συγκρίνει, αφενός, το όφελος που μπορεί να προκύψει από άμεση εκκαθάριση της επιχειρήσεως και, αφετέρου, αυτό που θα μπορούσε να προκύψει από τη στιγμιαία άρνηση καλύψεως των απαιτήσεων του και την εξακολούθηση των δραστηριοτήτων του οφειλέτη του.
40. Νομίζω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, για την επιλογή υπέρ της αρνήσεως καλύψεως των απαιτήσεων πρέπει να πληρούνται τουλάχιστον τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, η οικονομική βιωσιμότητα και η βελτίωση της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως πρέπει a priori να μπορούν να αποδειχθούν (38). Δεύτερον, πρέπει να έχουν γίνει όλες οι ενέργειες για να μην ανοίξουν νέες πιστώσεις και σωρευθούν νέες οφειλές (39). Τρίτον, το κράτος πρέπει να μπορεί να υπολογίσει ότι οι απαιτήσεις του θα καλυφθούν εντός εύλογης προθεσμίας (40).
41. Η εφαρμογή αυτού του πλαισίου αναλύσεως στην προκειμένη περίπτωση καθιστά πρόδηλη την αδυναμία της θέσης της Ισπανικής Κυβερνήσεως. Τη στιγμή που, μετά τη σύναψη των συμφωνιών, μπορούσε ακόμα να υποτεθεί η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και η προβλεπόμενη κάλυψη των απαιτήσεων εντός εύλογης προθεσμίας, δεν χρησιμοποιήθηκαν προφανώς οι πλέον αποτελεσματικές διαδικασίες για να μην σωρευθούν νέες οφειλές. Αυτή η έλλειψη αποτελεσματικότητας και επιμέλειας προκύπτει μεταξύ άλλων ως προς τρία σημεία.
42. Πρώτον, προκύπτει από την καθυστέρηση των χρησιμοποιηθέντων μέσων. Οι κατασχέσεις που προβάλλει το προσφεύγον μετά τις διαδικασίες παύσεως πληρωμών κινήθηκαν μόνον από το τέλος του έτους 2000, δηλαδή πλέον των τριών ετών μετά τις κηρύξεις παύσεως πληρωμών. Όταν, τέλος, οι ισπανικές αρχές αποφάσισαν να καταγγείλουν τις συμφωνίες και να κινήσουν εκ νέου τις διαδικασίες εκτελέσεως, οι σωρευθείσες οφειλές καθιστούσαν πολύ απίθανη κάθε κάλυψη των οφειλών (41). Οι καθυστερημένες αυτές ενέργειες αποδείχθηκαν τοσούτω μάλλον που αναγνωρίστηκε από τους διαδίκους ότι οι ιδιώτες πιστωτές έδρασαν ταχύτερα από τους δημόσιους πιστωτές και ζήτησαν την εκτέλεση των υποθηκευμένων εγγυήσεων και την κατάθεση ισολογισμού της Vanosa. Η έλλειψη επιμέλειας απορρέει, δεύτερον, από την έλλειψη αποτελεσματικότητας των χρησιμοποιηθέντων μέσων. Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι οι πραγματοποιηθείσες κατασχέσεις είχαν πολύ περιορισμένο αποτέλεσμα. Κατά τα λοιπά, απλή «πίεση» που ασκήθηκε από τους δημόσιους πιστωτές δεν αρκεί, όπως ισχυρίζεται το προσφεύγον, για να αντισταθμίσει την έλλειψη άμεσης δράσης. Εκτός του ότι τα πραγματικά αποτελέσματα της πιέσεως αυτής παραμένουν υποθετικά, το μόνο πιθανό αποτέλεσμα που προβάλλεται (το κλείσιμο των επιχειρήσεων) είναι άσχετο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό: την κάλυψη των απαιτήσεων. Τέλος, η αναποτελεσματικότητα και η έλλειψη επιμέλειας πιστοποιούνται από την άγνοια στην οποία είχαν παραμείνει οι ισπανικές αρχές. Το γεγονός ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν ήταν σε θέση να κοινοποιήσει το ακριβές ποσό των οφειλομένων φόρων αποδεικνύει ήδη ορισμένη αμέλεια. Συνομολογείται όμως επίσης ότι οι δημόσιες αρχές δεν μπόρεσαν να αποφανθούν με βεβαιότητα περί της καταστάσεως των δραστηριοτήτων των εν λόγω επιχειρήσεων. Αυτή η έλλειψη πληροφορήσεως, πέραν του να δικαιολογεί τη μη τήρηση των φορολογικών υποχρεώσεων εκ μέρους της GEA, όπως υποστηρίζει το προσφεύγον, καταδεικνύει έλλειψη επαγρυπνήσεως εκ μέρους των αρμοδίων αρχών.
43. Τέλος, το προσφεύγον προτείνει ότι μεγαλύτερη επιμέλεια εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιών δεν μπορούσε να επιτρέψει την καταγγελία των συμφωνιών ταχύτερα. Τούτο προκύπτει από την ίδια τη λειτουργία του διοικητικού συστήματος καλύψεως των απαιτήσεων (42). Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, οι προβαλλόμενες δυσχέρειες πρακτικής και διοικητικής φύσεως δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη θέση σε εφαρμογή των μέτρων που απαιτούνται για την τήρηση των θεμελιωδών κανόνων της Συνθήκης (43), και, εν προκειμένω, την εκτέλεση αποφάσεως εγκρίσεως ενισχύσεως για την αναδιάρθρωση.
44. Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού της υποθέσεως αυτής, είναι δύσκολο να μη γίνει δεκτό ότι ο επιμελής πιστωτής έχει κάθε συμφέρον να καταγγείλει τις συμφωνίες και να προκαλέσει τη θέση σε εκκαθάριση των εν λόγω επιχειρήσεων όσο το δυνατόν ταχύτερα. Υπενθυμίζω ότι η εξέταση της καταστάσεως των τελευταίων αυτών επιχειρήσεων πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο σχεδίου αναδιαρθρώσεως, η εφαρμογή του οποίου εξαρτάται από την αυστηρή προϋπόθεση να μη χορηγείται νέα ενίσχυση, περιλαμβανομένης της ενισχύσεως υπό τη μορφή αρνήσεως καλύψεως των μη καταβληθεισών απαιτήσεων (44). Το αναγνωρισθέν γεγονός ότι οι συμφωνίες παραβιάσθηκαν αμέσως μετά τη σύναψή τους επισημαίνει επαρκώς, κατά την άποψή μου, την οδό που έπρεπε να είχε ακολουθηθεί. Το γεγονός της ελλείψεως αντιδράσεως που επέδειξαν οι ισπανικές αρχές, ενώ είχαν προειδοποιηθεί για την κατάσταση, συνιστά κρατική ενίσχυση.
45. Κρίνω ότι, λαμβάνοντας προσηκόντως υπόψη τα ίδια της υποθέσεως περιστατικά, η Επιτροπή ορθώς εφάρμοσε το κριτήριο του ιδιώτη πιστωτή. Όπως και οι άλλοι εξετασθέντες λόγοι, ο λόγος που αντλείται από πλάνη στη νομική εκτίμηση των περιστατικών πρέπει να απορριφθεί.
IV – Πρόταση
46. Εν όψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα πρωτοτύπου:η πορτογαλική.
2 – ΕΕ L 329, σ. 1 (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση).
3 – ΕΕ 1998, L 164, σ. 30.
4 – ΕΕ 1999, L 198, σ. 15.
5 – Υπόθεση C-480/98 (Συλλογή 2000, σ. Ι-8717).
6 – Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, 108/81, Amylum κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3107, σκέψη 25).
7 – Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1997, C-166/95 P, Επιτροπή κατά Daffix (Συλλογή 1997, σ. I-983, σκέψη 24).
8 – Απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. 8375, σκέψεις 369 έως 379).
9 – Μολονότι ο χαρακτηρισμός της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως ως λόγου δημοσίας τάξεως στοιχειοθετείται προφανώς στη νομολογία, υφίσταται μια αβεβαιότητα ως προς τις διαδικαστικές συνέπειες που πρέπει να αντληθούν εξ αυτού. Άλλοτε το Δικαστήριο θεωρεί απλώς ότι «μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την προσβολή ουσιωδών τύπων», μέρος των οποίων αποτελεί η υποχρέωση αιτιολογήσεως (βλ., π.χ., την απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-304/89, Oliveira κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991,. σ. 2283, σκέψη 18), άλλοτε θεωρεί ότι πρόκειται για καθήκον το οποίο υπέχει (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 3ης Ιουλίου 2003, C-457/00, Βέλγιο κατά Επιτροπής (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 102). Κατά την άποψή μου, το γεγονός εξετάσεως αυτεπαγγέλτως εξετάσεως λόγων δημοσίας τάξεως είναι απλή ευχέρεια και όχι νομική υποχρέωση. Αποτελεί «καθήκον» υπό τη γενική έννοια όπου ο κοινοτικός δικαστής έχει ως αποστολή να διασφαλίζει μια αποτελεσματική δικαστική προστασία, οπότε μπορεί να του επιβληθεί μόνον όταν η μη τήρηση της εν λόγω υποχρεώσεως είναι πρόδηλη.
10 – Σ' αυτές τις παραγράφους της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρινίζει σαφώς τη χρονική περίοδο της ενισχύσεως και τη βούλησή της να αμφισβητήσει την αδράνεια των δημοσίων αρχών έναντι των οφειλών που είχαν συνάψει οι εν λόγω επιχειρήσεις κατόπιν της παύσεως πληρωμών.
11 – Βλ., συναφώς, Keppenne J.-P., Guide des aides d’Etat en droit communautaire, Bruylant, Βρυξέλλες, 1999, σ. 94.
12 – Βλ., π.χ., απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 11/81, Dürbeck κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 1251, σκέψη 13) και απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, 59/83, Biovillac κατά ΕΟΚ (Συλλογή 1984, σ. 4057, σκέψη 24).
13 – Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C-200/97, Ecotrade (Συλλογή 1998, σ. I-7907, σκέψη 36). Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993, C-72/91 και C-73/91, Sloman Neptun (Συλλογή 1993, σ. I-887, σκέψη 21).
14 – Βλ. αποφάσεις της 29ης Απριλίου 1999, C-342/96, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-2459), της 29ης Ιουνίου 1999, C-256/97, DM Transport (Συλλογή 1999, σ. I-3913) και της 12ης Οκτωβρίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5).
15 – Απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5).
16 – Βλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4551 σκέψεις 20 και 21) και προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση DM Transport, σκέψη 30. Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, υπόθεση C-342/96), παράγραφος 8, καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση αυτή, παράγραφος 40, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-480/98, Ισπανία κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5), σκέψεις 12 έως 14.
17 – Σημειωτέον ότι συμβαίνει στο Δικαστήριο να συγχέει την έννοια της ειδικότητας και την έννοια του επιλεκτικού χαρακτήρα (βλ., π.χ., την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, C-75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-3671, σκέψη 26). Πάντως, διερωτάται κανείς αν μπορούν να διακριθούν οι έννοιες αυτές. Πράγματι, η ειδικότητα αντίκειται στη γενικότητα. Ένα μέτρο είναι ειδικό όταν τυγχάνει εφαρμογής σε ειδική κατηγορία επιχειρήσεων χωρίς η διαφοροποίηση αυτή να μπορεί να δικαιολογηθεί από τη φύση και την οικονομία του συστήματος επιβαρύνσεων στο οποίο εντάσσεται (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C-409/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-1487, σκέψη 52). Το μέτρο αυτό καταλήγει στην εφαρμογή ιδιαιτέρας μεταχειρίσεως. Η ειδικότητα είναι διαφορετική προϋπόθεση που δρα σε διαφορετικό στάδιο της αναλύσεως (βλ. τις παραγράφους 24 και 25 των προτάσεων αυτών). Η ειδικότητα δεν αντίκειται στη γενικότητα αλλά στην ίση μεταχείριση και προϋποθέτει ότι, μεταξύ μιας κοινής κατηγορίας επιχειρηματιών, ορισμένοι επιλέγονται ως αποδέκτες προνομιακής μεταχειρίσεως. Υπό την έννοια αυτή, μπορεί να υφίσταται ειδικό πλεονέκτημα το οποίο δεν είναι επιλεκτικό.
18 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 46.
19 – Παράγραφος 49 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως. Περί του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1991, C-305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1603), της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-278/92, C-279/92 και C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-4103) και της 28ης Ιανουαρίου 2003, C-334/99, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-1139).
20 – Αποφάσεις της 29ης Απριλίου 1999, Ισπανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση14, σκέψη 46 και της 29ης Ιουνίου 1999, DM Transport, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 24.
21 – Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση DM Transport, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 34.
22 – Όπως η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη του Δικαστηρίου, στηριζόμενη μόνο στο κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, υπό παρόμοιες συνθήκες, η κτήση του κεφαλαίου αυτού στην αγορά ήταν δυσχερέστερη για την οφειλέτρια επιχείρηση. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η εν λόγω επιχείρηση βρέθηκε σε κατάσταση όπου αναγκάστηκε να προσφύγει στην αγορά κεφαλαίων προκειμένου να λάβει δάνειο αντίστοιχης αξίας με το πλεονέκτημα που απορρέει γι' αυτήν η έκπτωση ή αναδιαβάθμιση των οφειλών της, είναι προφανές ότι υποχρεούται να συγκατατεθεί σε λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες (βλ. την επιχειρηματολογία της Επιτροπής στις αποφάσεις της 29ης Απριλίου 1999, Ισπανία κατά Επιτροπής και DM Trasport, προαναφερθείσες στην υποσημείωση 14, σκέψεις 36 και 23 αντιστοίχως). Τούτο αρκεί για να θεωρηθεί ότι έχει συσταθεί το πλεονέκτημα (βλ., επίσης συναφώς, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 11). Για το Δικαστήριο όμως τούτο δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι υφίσταται κρατική ενίσχυση (απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψεις 47 έως 49).
23 – Έτσι, το κριτήριο του ιδιώτη καταδεικνύει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να υφίσταται δεδομένο αντικείμενο σε επιχείρηση σε σχέση με τους ανταγωνιστές της υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς το οποίο δεν είναι επιλεκτικό, εφόσον το πλεονέκτημα αυτό μπορούσε να έχει προσφερθεί σε κάθε άλλον επιχειρηματία ευρισκόμενο υπό τις ίδιες συνθήκες.
24 – Δεν αμφισβητείται ότι τα επιλεκτικά κρατικά μέτρα εκθέτουν την Επιτροπή σε μείζονα κίνδυνο: είναι ο κίνδυνος «καταχρήσεως» του πολιτικού συστήματος, που συνίσταται στη χορήγηση πλεονεκτήματος σε μικρή ομάδα και η επιβάρυνση των άλλων μελών του κοινωνικού συνόλου με το κόστος ενώ μάλιστα τα άλλα αυτά μέλη δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην απόφαση χορηγήσεως του πλεονεκτήματος.
25 – Βλ. αποφάσεις Ecotrade, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 37 και της 12ης Οκτωβρίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψεις 19 έως 21.
26 – Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141, σκέψη 7).
27 – Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, Ισπανία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 1999, T-110/97, Κneissl Dachstein κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-2881, σκέψη 102).
28 – Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας, το προσφεύγον ισχυρίζεται μεταξύ άλλων κατάσχεση του εργοστασίου Vanosa τον Ιούνιο του 2002, τη διαδοχή της Vanosa από ανώνυμη εταιρία εργαζομένων καθώς και την εκκαθάριση της περιουσίας της GEA κατόπιν αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου μεταξύ του Μαρτίου και Οκτωβρίου 2002.
29 – Πρόκειται περί αυτού ιδίως για τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναφέρονται στο δικόγραφο προσφυγής: αίτηση καταθέσεως ισολογισμού από τους μισθωτούς υπαλλήλους της Vanosa τον Ιούνιο του 2001, την απόρριψη της αιτήσεως αυτής από το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, πιθανή παύση των δραστηριοτήτων της GEA και της Vanosa το 2001, την καταγγελία της συμφωνίας της 6ης Νοεμβρίου 1998 από την κοινωνική ασφάλιση στις 20 Δεκεμβρίου 2001, συναντήσεις που διοργανώθηκαν μεταξύ των φορολογικών αρχών και των διοικητών των επιχειρήσεων αυτών εν όψει επιβολής στις εν λόγω επιχειρήσεις τηρήσεως των υποχρεώσεών τους τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο του 2000.
30 – Τούτο αφήνεται ιδίως να εννοηθεί από σύγκριση μεταξύ της προσβαλλομένης αποφάσεως και του εγγράφου της 29ης Νοεμβρίου 2001, με το οποίο οι ισπανικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους κατά τη διάρκεια της κινηθείσας από την Επιτροπή διαδικασίας ελέγχου.
31 – Παράγραφοι 37 και 44 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
32 – Παράγραφος 47 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
33 – Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση DM Transport, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, παράγραφος 36, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, παράγραφος 34.
34 – Όπως έκρινε το Πρωτοδικείο στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, T-152/99, HAMSA κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II-3049, σκέψη 168), «όταν μια επιχείρηση που αντιμετωπίζει σημαντική επιδείνωση της χρηματοοικονομικής καταστάσεώς της προτείνει στους δανειστές της μια συμφωνία, ή μια σειρά συμφωνιών, για τη ρύθμιση του χρέους της, ώστε να βελτιωθεί η κατάστασή της και να αποφευχθεί η θέση της υπό εκκαθάριση, κάθε δανειστής πρέπει να προβεί σε επιλογή μεταξύ, αφενός, του ποσού που του προσφέρεται στο πλαίσιο της προτεινόμενης συμφωνίας και, αφετέρου, του ποσού που εκτιμά ότι μπορεί να ανακτήσει κατά το πέρας της ενδεχόμενης θέσεως της επιχειρήσεως υπό εκκαθάριση. Η επιλογή του επηρεάζεται από σειρά παραγόντων, όπως η ιδιότητά του ως ενυπόθηκου, προνομιούχου ή εγχειρόγραφου δανειστή, η φύση και η έκταση των ενδεχομένων ασφαλειών που κατέχει, η αξιολόγηση των πιθανοτήτων εξυγιάνσεως της επιχειρήσεως καθώς και το κέρδος που θα απεκόμιζε σε περίπτωση εκκαθαρίσεως».
35 – Απόφαση 2003/283/ΕΚ της Επιτροπής της 27ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με τα μέτρα που ενέκρινε η Ισπανία για τις Refractarios Especiales SA (ΕΕ 2003, L 108, σ. 21).
36 – Η μέριμνα αυτή προκύπτει μεταξύ άλλων από την έκθεση των αιτιολογικών σκέψεων της συμφωνίας που συνάφθηκε μεταξύ της κοινωνικής ασφαλίσεως και της Vanosa στις 6 Νοεμβρίου 1998.
37 – Βλ., συναφώς, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo στην υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 36.
38 – Υπενθυμίζω ότι η απαίτηση αυτή απαριθμείται στις κατευθυντήριες γραμμές που θέσπισε η Επιτροπή σε θέματα κρατικών ενισχύσεων αναδιαρθρώσεως των προβληματικών επιχειρήσεων και διατυπώθηκε από το Δικαστήριο, ως προϋπόθεση συμβατού των ενισχύσεων για την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων, προτού μάλιστα δημοσιευθούν οι κατευθυντήριες γραμμές, στην απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19.
39 – Βλ. απόφαση της 29ης Απριλίου 1999, Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 47.
40 – Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην απόφαση DM Transport, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 38.
41 – Υπενθυμίζω ότι, για την εν λόγω περίοδο, που διατρέχει από τον Ιανουάριο του 1997 έως τον Ιανουάριο του 2001, η σωρευθείσα οφειλή για τη GEA βάσει μόνον των εισφορών του εργοδότη ανέρχεται σε 2 582 880 484 ισπανικές πεσέτες (ESP) εκ των οποίων 166 937 745 καταβλήθηκαν, ενώ, για την ίδια περίοδο και για τους ίδιους λόγους, η οφειλή της θυγατρικής της Vanosa ανερχόταν σε 557 166 270 ESP εκ των οποίων καταβλήθηκαν τα 105 989 762 ESP.
42 – Υπόμνημα απαντήσεως, σ. 14.
43 – Βλ., κατ' αναλογίαν, την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1999, C-18/95, Terhoeve (Συλλογή 1999, σ. I-345, σκέψη 45).
44 – Παράγραφος 50 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.