Υπόθεση C-337/01

Hamann International GmbH Spedition + Logistik

κατά

Hauptzollamt Hamburg-Stadt

(αίτηση του Bundesfinanzhof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή – Διαφυγή εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση»

Περίληψη της αποφάσεως

Τελωνειακή ένωση – Γένεση τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή κατόπιν διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορεύματος για το οποίο οφείλονται εισαγωγικοί δασμοί – Έννοια της διαφυγής – Μεταφορά στο τελωνείο εξόδου μη κοινοτικών εμπορευμάτων υπαγομένων στο καθεστώς της τελωνειακής αποθηκεύσεως και προοριζομένων να επανεξαχθούν χωρίς να υπαχθούν στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως – Εμπίπτει

(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 203 § 1)

Το άρθρο 203, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι συντρέχει διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την ως άνω διάταξη, οσάκις, προ της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 993/2001 περί τροποποιήσεως του κανονισμού 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, μη κοινοτικά εμπορεύματα, υπαγόμενα στο καθεστώς της τελωνειακής αποθηκεύσεως και προοριζόμενα να επανεξαχθούν από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αναλήφθηκαν και μεταφέρθηκαν από την τελωνειακή αποθήκη στο τελωνείο εξόδου χωρίς να υπαχθούν στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως, οι δε τελωνειακές αρχές ευρέθησαν σε αδυναμία, έστω και προσωρινώς, να διασφαλίσουν την τελωνειακή επιτήρηση των ανωτέρω εμπορευμάτων.

(βλ. σκέψη 36 και διατακτ.)




ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 12ης Φεβρουαρίου 2004 (*)

«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή – Διαφυγή εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση»

Στην υπόθεση C-337/01,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Hamann International GmbH Spedition + Logistik

και

Hauptzollamt Hamburg-Stadt,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 203, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, προεδρεύοντα του δευτέρου τμήματος, R. Schintgen (εισηγητή) και N. Colneric, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano

γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

–        η Hamann International GmbH Spedition + Logistik, εκπροσωπούμενη από την M. Zitzmann, Steuerberaterin,

–        το Hauptzollamt Hamburg-Stadt, εκπροσωπούμενο από τον M. Nagel,

–        η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J.-C. Schieferer,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Hamann International GbmH Spedition + Logistik, εκπροσωπούμενης από την M. Zitzmann, του Hauptzollamt Hamburg-Stadt, εκπροσωπούμενου από τον T. Cirener, καθώς και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον J.-C. Schieferer, κατά τη συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 2003,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 2003,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με διάταξη της 17ης Ιουλίου 2001, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Σεπτεμβρίου 2001, το Bundesfinanzhof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 203, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).

2        Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Hamann International GmbH Spedition + Logistik (στο εξής: Hamann) και του Hauptzollamt Hamburg-Stadt (στο εξής: Hauptzollamt) με αντικείμενο την επιστροφή δασμών και εισαγωγικών φόρων.

 Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο

3        Το άρθρο 4 του τελωνειακού κώδικα προβλέπει:

«Κατά την έννοια του παρόντος κώδικα, νοούνται ως:

[…]

13)       επιτήρηση από τις τελωνειακές αρχές: οι ενέργειες στις οποίες προβαίνουν γενικά οι εν λόγω αρχές ώστε να εξασφαλίζουν την τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας και ενδεχομένως των άλλων διατάξεων που ισχύουν για τα εμπορεύματα που [τελούν] υπό τελωνειακή επιτήρηση·

14)      έλεγχος από τις τελωνειακές αρχές: η εκπλήρωση διαφόρων ειδικών πράξεων, όπως η εξέταση των εμπορευμάτων, ο έλεγχος της υπάρξεως και της αυθεντικότητας των εγγράφων, η εξέταση των λογιστικών και άλλων βιβλίων των επιχειρήσεων, ο έλεγχος των μεταφορικών μέσων, ο έλεγχος των αποσκευών και άλλων εμπορευμάτων που μεταφέρονται ή φέρονται από πρόσωπα, η εκτέλεση διοικητικών ερευνών και άλλων παρεμφερών πράξεων για να εξασφαλιστεί η τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας, και, ενδεχομένως, των άλλων διατάξεων που ισχύουν για τα εμπορεύματα που [τελούν] υπό τελωνειακή επιτήρηση·

15)      τελωνειακός προορισμός εμπορεύματος:

[…]

γ)      η επανεξαγωγή του εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας,

[...]

16)      τελωνειακό καθεστώς:

[…]

β)      η διαμετακόμιση,

γ)      η τελωνειακή αποταμίευση,

[…]

θ)      η εξαγωγή·

[...]».

4        Το άρθρο 37 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:

«1.      Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους. Μπορούν επίσης να υποβληθούν σε ελέγχους από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

2.      Παραμένουν υπό την επιτήρηση αυτή όσο διάστημα χρειάζεται ενδεχομένως για τον καθορισμό του τελωνειακού τους χαρακτήρα και, εφόσον πρόκειται για μη κοινοτικά εμπορεύματα και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 82, παράγραφος 1, μέχρις ότου είτε αλλάξουν τελωνειακό χαρακτήρα, είτε εισαχθούν σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, είτε επανεξαχθούν ή καταστραφούν σύμφωνα με το άρθρο 182.»

5        Σύμφωνα με το άρθρο 89, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, ένα οικονομικό καθεστώς αναστολής εκκαθαρίζεται όταν τα εμπορεύματα ή, κατά περίπτωση, παράγωγα ή μεταποιημένα προϊόντα που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς αυτό λάβουν νέο αποδεκτό τελωνειακό προορισμό.

6        Το άρθρο 91, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα προβλέπει:

«Το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως επιτρέπει την κυκλοφορία μεταξύ δύο σημείων του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας:

α)      μη κοινοτικών εμπορευμάτων, χωρίς τα εμπορεύματα αυτά να υπόκεινται σε εισαγωγικούς δασμούς ή άλλες επιβαρύνσεις ούτε σε μέτρα εμπορικής πολιτικής·

[…]».

7        Το άρθρο 101 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:

«Ο διαχειριστής αποθήκης τελωνειακής αποταμιεύσεως έχει τις ακόλουθες ευθύνες:

α)      εξασφαλίζει ότι τα εμπορεύματα, κατά την παραμονή τους στην αποθήκη τελωνειακής αποταμιεύσεως, δεν διαφεύγουν της τελωνειακής επιτηρήσεως·

[…]».

8        Κατά το άρθρο 110 του τελωνειακού κώδικα:

«Εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις, τα εμπορεύματα που τίθενται υπό καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως μπορούν να εξέρχονται προσωρινά από την αποθήκη. Για την έξοδο αυτή απαιτείται προηγούμενη άδεια της τελωνειακής αρχής, η οποία καθορίζει τους όρους με τους οποίους μπορεί να πραγματοποιείται η έξοδος.

Κατά το διάστημα που βρίσκονται εκτός αποθήκης, τα εμπορεύματα μπορούν να αποτελούν αντικείμενο των εργασιών που αναφέρονται στο άρθρο 109, υπό τους ίδιους όρους.»

9         Το άρθρο 183 του τελωνειακού κώδικα αναφέρει:

«Κάθε εμπόρευμα που εξέρχεται από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπόκειται σε τελωνειακή επιτήρηση και μπορεί να ελεγχθεί από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Οφείλει δε να [εγκαταλείπει] το έδαφος αυτό διά της οδού που ορίζουν ενδεχομένως οι τελωνειακές αρχές και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζουν οι αρχές αυτές.»

10      Το άρθρο 203, παράγραφοι 1 και 2, του τελωνειακού κώδικα είναι διατυπωμένο ως εξής:

«1.      Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:

–        από τη [διαφυγή] υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση.

2.      Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή κατά την οποία το εμπόρευμα διαφεύγει από την τελωνειακή επιτήρηση.»

11      Το άρθρο 204, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα ορίζει:

«Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:

α)      από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς, η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί, ή

β)      από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που έχουν καθοριστεί για την υπαγωγή εμπορεύματος υπό το καθεστώς αυτό, ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποιήσεως του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς,

σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 203, εκτός αν αποδειχθεί ότι οι παραλείψεις αυτές δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος.»

12      Κατά το άρθρο 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:

«Η επιστροφή ή η διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα άρθρο 236, 237 και 238, οι οποίες:

–        καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής,

–        προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή, καθώς και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται, καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής. Η επιστροφή ή διαγραφή είναι δυνατόν να υπόκειται σε ειδικούς όρους.»

13      Το άρθρο 859 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 (ΕΕ L 253, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής), προβλέπει:

«Οι ακόλουθες παραλείψεις θεωρείται ότι δεν έχουν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος, κατά την έννοια του άρθρου 204, παράγραφος 1, του κώδικα, εφόσον:

–        δεν αποτελούν απόπειρα διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση του εμπορεύματος,

–        δεν προϋποθέτουν προφανή αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου,

–        έχουν διεκπεραιωθεί εκ των υστέρων όλες οι διατυπώσεις που απαιτούνται για τη διευθέτηση της καταστάσεως του εμπορεύματος:

[…]

5)      όταν πρόκειται για εμπορεύματα υπό προσωρινή εναπόθεση ή που έχουν υπαχθεί σε κάποιο τελωνειακό καθεστώς, η μη εγκεκριμένη μετακίνησή τους εφόσον αυτά μπορούν να προσκομιστούν στις τελωνειακές αρχές που θα το ζητήσουν·

[…]».

14      Το άρθρο 860 του κανονισμού εφαρμογής είναι διατυπωμένο ως εξής:

«Οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι η τελωνειακή οφειλή γεννάται σύμφωνα με το άρθρο 204, παράγραφος 1, του [τελωνειακού] κώδικα, εκτός αν το πρόσωπο που ενδέχεται να είναι οφειλέτης αποδείξει ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 859.»

15      Οι ρυθμιζόμενες από το άρθρο 239, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα περιπτώσεις διευκρινίζονται στο μέρος IV, τίτλος IV, κεφάλαιο 3, του κανονισμού εφαρμογής, τιτλοφορούμενο «Ειδικές διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 239 του κώδικα», κεφάλαιο που αντιστοιχεί στα άρθρα 899 έως 909 του εν λόγω κανονισμού.

16      Το άρθρο 899 του ιδίου κανονισμού ορίζει:

«Υπό την επιφύλαξη της κατά περίπτωση εκτιμήσεως άλλων καταστάσεων, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 905 έως 909, και όταν η [εκδίδουσα απόφαση] τελωνειακή αρχή, στην οποία υποβάλλεται η αίτηση επιστροφής ή διαγραφής που αναφέρεται στο άρθρο 239, παράγραφος 2, του κώδικα, διαπιστώνει:

–        ότι οι λόγοι που προβάλλονται για την υποστήριξη της αιτήσεως αυτής αντιστοιχούν σε μία από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στα άρθρα 900 έως 903 και δεν συνεπάγονται προφανή αμέλεια ή δόλο εκ μέρους του ενδιαφερομένου, εγκρίνει την επιστροφή ή τη διαγραφή του ποσού των σχετικών εισαγωγικών δασμών.

Με τον όρο “ενδιαφερόμενος” νοείται το ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 878, παράγραφος 1, καθώς και, ενδεχομένως, κάθε άλλο πρόσωπο που έχει παρέμβει κατά τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων που συνδέονται με τα συγκεκριμένα εμπορεύματα ή που έχει δώσει τις απαραίτητες οδηγίες για τη διεκπεραίωση των ανωτέρω διατυπώσεων,

–        ότι οι λόγοι που προβάλλονται για την υποστήριξη της αιτήσεως αυτής αντιστοιχούν σε μια από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 904, δεν εγκρίνει την επιστροφή ή τη διαγραφή του ποσού των σχετικών εισαγωγικών δασμών.»

17      Το άρθρο 900, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού εφαρμογής προβλέπει:

«Η επιστροφή ή διαγραφή εισαγωγικών δασμών εγκρίνεται όταν:

α)      τα μη κοινοτικά εμπορεύματα, που έχουν υπαχθεί σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται πλήρη ή μερική απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς, ή τα εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία με ευνοϊκό δασμολογικό καθεστώς λόγω του ειδικού τους προορισμού, [εκλάπησαν], μόλις τα εν λόγω εμπορεύματα βρεθούν σύντομα και υπαχθούν εκ νέου, στην κατάσταση που βρίσκονταν τη στιγμή της κλοπής, στην αρχική τελωνειακή τους κατάσταση.»

18      Το άρθρο 905 του ιδίου κανονισμού διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο η τελωνειακή αρχή εκτιμά την κατάσταση του ενδιαφερομένου όταν αυτή δεν αντιστοιχεί σε καμία από τις περιπτώσεις των άρθρων 900 έως 904 του ιδίου κανονισμού. Η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου διαλαμβάνει τα εξής:

«Όταν η [αποφασίζουσα] τελωνειακή αρχή, στην οποία έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής ή διαγραφής βάσει του άρθρου 239, παράγραφος 2, του κώδικα, δεν είναι σε θέση να αποφασίσει, με βάση το άρθρο 899, και η αίτηση συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν ειδική κατάσταση που προκύπτει από περιστάσεις για τις οποίες δεν υπήρξε δόλος ή προφανής αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερομένου, το κράτος μέλος στο οποίο υπάγεται η αρχή διαβιβάζει τον φάκελο στην Επιτροπή για να ληφθεί απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 906 έως 909.

Ο όρος “ενδιαφερόμενος” θεωρείται ότι έχει την έννοια που έχει και στο άρθρο 899.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η [αποφασίζουσα] τελωνειακή αρχή απορρίπτει την αίτηση.»

19      Το άρθρο 512 του κανονισμού εφαρμογής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 993/2001 της Επιτροπής, της 4ης Μαΐου 2001 (ΕΕ L 141, σ. 1), ο οποίος δεν τυγχάνει εφαρμογής στη διαφορά της κύριας δίκης, προβλέπει:

«1.      Η μεταφορά μεταξύ διαφόρων τόπων που καθορίζονται στην ίδια άδεια μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς τελωνειακές διατυπώσεις.

2.      Η μεταφορά από το τελωνείο υπαγωγής στο καθεστώς [προς τις] εγκαταστάσεις του δικαιούχου ή του επιχειρηματία ή στον τόπο χρησιμοποιήσεως των εμπορευμάτων μπορεί να πραγματοποιείται υπό την κάλυψη της διασαφήσεως υπαγωγής στο καθεστώς.

3.      Η μεταφορά στο τελωνείο εξόδου με σκοπό την επανεξαγωγή μπορεί να πραγματοποιείται υπό την κάλυψη του καθεστώτος. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν επέρχεται η λήξη του καθεστώτος, πριν τα εμπορεύματα ή τα προϊόντα που διασαφίζονται για επανεξαγωγή εγκαταλείψουν όντως το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

20      Με απόφαση επιβολής φόρου, της 5ης Μαρτίου 1996, το Hauptzollamt απαίτησε από την εταιρία η οποία διαδέχθηκε τη Hamann την καταβολή δασμών ύψους 6 283,30 γερμανικών μάρκων (DEM) και εισαγωγικού φόρου 4 488,08 DEM, με το αιτιολογικό ότι οι τελωνειακές αρχές δεν είχαν ειδοποιηθεί για την ανάληψη από την τελωνειακή αποθήκη εμπορευμάτων που είχαν εισαχθεί από τον Καναδά και υπαχθεί στο καθεστώς τελωνειακής αποταμιεύσεως.

21      Στις 7 Μαρτίου 1997, η Hamann αξίωσε την επιστροφή των ανωτέρω ποσών επισυνάπτοντας στην αίτησή της επικυρωμένα αντίγραφα βεβαιωτικά της καταβολής των ανωτέρω δασμών. Στις 23 Απριλίου 1997, η Hamann κατέθεσε συμπληρωματικά έγγραφα αφορώντα τα επίδικα προϊόντα και επέσυρε την προσοχή του Hauptzollamt επί του γεγονότος ότι, κατά τον χρόνο εξόδου τους από το κοινοτικό τελωνειακό έδαφος, ορισμένα από τα εν λόγω εμπορεύματα συνοδεύονταν από τη διασάφηση εξόδου από την τελωνειακή αποθήκη.

22      Με απόφαση της 30ής Απριλίου 1997, το Hauptzollamt αρνήθηκε να ικανοποιήσει το ως άνω αίτημα, με το αιτιολογικό ότι τα επίδικα εμπορεύματα είχαν διαφύγει, τουλάχιστον προσωρινώς, από την τελωνειακή επιτήρηση, εφόσον δεν είχαν υπαχθεί στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως στο οποίο έπρεπε υποχρεωτικώς να ενταχθούν κατά τη μεταφορά τους από το τελωνείο εισόδου στο τελωνείο εξόδου.

23      Επειδή η διοικητική προσφυγή της κατά της ανωτέρω αποφάσεως απορρίφθηκε, η Hamann άσκησε ενώπιον του Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) προσφυγή. Ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου, υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η διασάφηση εξόδου από την τελωνειακή αποθήκη είχε καταρτιστεί στις 26 ή στις 30 Οκτωβρίου 1995 για την πρώτη παρτίδα εμπορευμάτων, ότι η δεύτερη παρτίδα είχε αποσυρθεί από την αποθήκη στις 27 Νοεμβρίου 1995, ότι οι αντίστοιχες διασαφήσεις εξαγωγής είχαν υποβληθεί και ότι το καθεστώς εξωτερικής διαμετακομίσεως είχε αρχίσει να ισχύει, για την πρώτη παρτίδα, στο Padborg (Δανία) και, για τη δεύτερη παρτίδα, στα γερμανοπολωνικά σύνορα.

24      Το Finanzgericht απέρριψε στις 14 Σεπτεμβρίου 2000 την προσφυγή με το αιτιολογικό ότι η τελωνειακή οφειλή είχε γεννηθεί δυνάμει του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα λόγω του γεγονότος ότι τα εμπορεύματα είχαν διαφύγει από την τελωνειακή επιτήρηση δοθέντος ότι είχαν αποσυρθεί από την τελωνειακή αποθήκη, χωρίς η εταιρία να μεριμνήσει για τη διατήρηση της επιτηρήσεως κινώντας διαδικασία εξωτερικής διαμετακομίσεως. Επίσης, το Finanzgericht έκρινε ότι το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα υπερίσχυε του άρθρου 204 του ιδίου κώδικα και ότι ως εκ τούτου η δεύτερη διάταξη δεν ετύγχανε εφαρμογής.

25      Η Hamann άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof κατά της ανωτέρω αποφάσεως, ισχυριζόμενη ότι το Finanzgericht είχε κρίνει εσφαλμένα ότι η τελωνειακή οφειλή είχε γεννηθεί διά της εφαρμογής του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα και όχι του άρθρου 204 του ιδίου κώδικα. Έτερη πλάνη συνίστατο στο γεγονός ότι είχε κριθεί ότι το άρθρο 203 του τελωνειακού κώδικα υπερισχύει του άρθρου 204. Επιπλέον, όπως προέκυπτε από το άρθρο 204 του τελωνειακού κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 859, σημείο 5, του κανονισμού εφαρμογής, σε κατάσταση όπως η επίδικη εν προκειμένω, δεν είχε γεννηθεί καμία τελωνειακή οφειλή. Συγκεκριμένα, το γεγονός της εξαγωγής των εμπορευμάτων χωρίς την κίνηση της διαδικασίας εξωτερικής διαμετακομίσεως δεν συνιστά ούτε διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση ούτε καν απόπειρα διαφυγής αλλ’ απλώς επαγγελματική πλάνη μη επαγόμενη στην πραγματικότητα συνέπεια επί της ορθής λειτουργίας του καθεστώτος της τελωνειακής αποθηκεύσεως.

26      Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Bundesfinanzhof, εκτιμώντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, ανέστειλε τη διαδικασία και αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Πρέπει να θεωρηθεί ως διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση με συνέπεια τη γένεση τελωνειακής οφειλής, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 203, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, το γεγονός απλώς και μόνον ότι εμπορεύματα τρίτων χωρών, τελούντα υπό τελωνειακή αποθήκευση και προοριζόμενα να επανεξαχθούν εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, δεν εκτελωνίστηκαν ώστε να υπαχθούν στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως αμέσως μετά την ανάληψή τους από την τελωνειακή αποθήκη;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

27      Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι συντρέχει διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την ως άνω διάταξη, οσάκις, πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 993/2001, μη κοινοτικά εμπορεύματα, υπαγόμενα στο καθεστώς της τελωνειακής αποθηκεύσεως και προοριζόμενα να επανεξαχθούν από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αναλήφθηκαν και μεταφέρθηκαν από την τελωνειακή αποθήκη στο τελωνείο εξόδου χωρίς να υπαχθούν στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως.

28      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ούτως αναδιατυπωμένο ερώτημα, επιβάλλεται να επισημανθεί, προκαταρκτικώς, ότι τα άρθρα 203 και 204 του τελωνειακού κώδικα έχουν διακριτά πεδία εφαρμογής. Πράγματι, ενώ το πρώτο αφορά τις συμπεριφορές που έχουν ως αποτέλεσμα διαφυγή του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση, το δεύτερο έχει ως αντικείμενο τις αθετήσεις υποχρεώσεων και μη τηρήσεις προϋποθέσεων που συνδέονται με τα διάφορα τελωνειακά καθεστώτα που δεν επηρεάζουν την τελωνειακή επιτήρηση.

29      Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 204 του τελωνειακού κώδικα, η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν στο άρθρο 203 του ιδίου κώδικα.

30      Επομένως, προκειμένου να προσδιοριστεί ποιο είναι εκείνο εκ των δύο άρθρων βάσει του οποίου γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή, επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, η εξέταση του αν τα επίδικα γεγονότα συνιστούν διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα. Μόνον οσάκις η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα είναι αρνητική, μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 204 του τελωνειακού κώδικα.

31      Όσον αφορά ειδικότερα την έννοια της διαφυγής από την τελωνειακή επιτήρηση, η οποία απαντά στο άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ως άνω έννοια πρέπει να εκληφθεί ως περιλαμβάνουσα οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμποδίσει, έστω προσωρινώς, την πρόσβαση της αρμόδιας τελωνειακής αρχής προς το ευρισκόμενο υπό τελωνειακή επιτήρηση εμπόρευμα και στην εκ μέρους της πραγματοποίηση των ελέγχων που προβλέπονται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα (αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C‑66/99, D. Wandel, Συλλογή 2001, σ I‑873, σκέψη 47, και της 11ης Ιουλίου 2002, C‑371/99, Liberexim, Συλλογή 2002, σ. I‑6227, σκέψη 55).

32      Κατόπιν της ερμηνείας αυτής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, οσάκις, σε κατάσταση όπως η επίδικη της κύριας δίκης, οι τελωνειακές αρχές τελούν σε αδυναμία, όπως υπογράμμισε με τη διάταξή του περί παραπομπής το Bundesfinanzhof, να διασφαλίσουν την τελωνειακή επιτήρηση μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίο τα εμπορεύματα αναλήφθηκαν από την τελωνειακή αποθήκη και εκείνου κατά τον οποίο προσκομίστηκαν στο τελωνείο εξόδου, υφίσταται διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση κατά την έννοια του άρθρου 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα.

33      Επιβάλλεται να προστεθεί, αφενός, ότι το γεγονός ότι το άρθρο 512 του κανονισμού εφαρμογής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 993/2001, δεν προβλέπει πλέον την υποχρέωση υπαγωγής εμπορευμάτων όπως τα επίδικα στην κύρια δίκη υπό το καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως κατά τη μεταφορά τους στο τελωνείο εξόδου, δεν είναι ικανό να αναιρέσει το συμπέρασμα αυτό, εφόσον η εν λόγω διάταξη, η οποία δεν εφαρμόζεται αναδρομικώς, τέθηκε σε ισχύ μόνο μετά τα πραγματικά περιστατικά που γέννησαν τη διαφορά της κύριας δίκης.

34      Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί, αφετέρου, ότι, σε κατάσταση όπως η επίδικη της κυρίας δίκης, η γένεση τελωνειακής οφειλής με βάση το άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, δεν προσκρούει στον οικονομικό χαρακτήρα των φόρων κατά την εισαγωγή. Πράγματι, όπως προέβαλε η Επιτροπή, το άρθρο 239 του εν λόγω κώδικα προβλέπει την επιστροφή ή διαγραφή των νομίμως οφειλομένων φόρων υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

35      Στα πλαίσια της υποθέσεως της κύριας δίκης, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να επαληθεύσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επιστροφής των επιδίκων φόρων που προβλέπει το άρθρο 239 του τελωνειακού κώδικα.

36      Κατόπιν των προηγηθεισών σκέψεων, η απάντηση επί του υποβληθέντος ερωτήματος είναι ότι το άρθρο 203, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι συντρέχει διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την ως άνω διάταξη, οσάκις, προ της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 993/2001, μη κοινοτικά εμπορεύματα, υπαγόμενα στο καθεστώς της τελωνειακής αποθηκεύσεως και προοριζόμενα να επανεξαχθούν από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αναλήφθηκαν και μεταφέρθηκαν από την τελωνειακή αποθήκη στο τελωνείο εξόδου χωρίς να υπαχθούν στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως, οι δε τελωνειακές αρχές ευρέθησαν σε αδυναμία, έστω και προσωρινώς, να διασφαλίσουν την τελωνειακή επιτήρηση των ανωτέρω εμπορευμάτων.

 Επί των δικαστικών εξόδων

37      Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 17ης Ιουλίου 2001 το Bundesfinanzhof, αποφαίνεται:

Το άρθρο 203, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, έχει την έννοια ότι συντρέχει διαφυγή από την τελωνειακή επιτήρηση, κατά την ως άνω διάταξη, οσάκις, προ της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) 993/2001 της Επιτροπής, της 4ης Μαΐου 2001, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, μη κοινοτικά εμπορεύματα, υπαγόμενα στο καθεστώς της τελωνειακής αποθηκεύσεως και προοριζόμενα να επανεξαχθούν από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, αναλήφθηκαν και μεταφέρθηκαν από την τελωνειακή αποθήκη στο τελωνείο εξόδου χωρίς να υπαχθούν στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακομίσεως, οι δε τελωνειακές αρχές ευρέθησαν σε αδυναμία, έστω και προσωρινώς, να διασφαλίσουν την τελωνειακή επιτήρηση των ανωτέρω εμπορευμάτων.

Σκουρής

Schintgen

Colneric

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Γραμματέας

 

      Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος

R. Grass

 

      Β. Σκουρής


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.