ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ANTONIO TIZZANO

της 2ας Δεκεμβρίου 2003 (1)

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-502/01 και C-31/02

Silke Gaumain-Cerri

κατά

Kaufmännische Krankenkasse – Pflegekasse

[αίτηση του Sozialgericht Hannover (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Κοινωνική ασφάλιση – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Κοινωνική ασφάλιση περιθάλψεως – Έννοια του εργαζομένου – Τρίτα πρόσωπα που παρέχουν περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα – Εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως – Δυσμενής διάκριση λόγω κατοικίας»

και

Maria Barth

κατά

Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz

[αίτηση του Sozialgericht Aachen (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]





«Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων – Κοινωνική ασφάλιση – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Κοινωνική ασφάλιση περιθάλψεως – Έννοια του εργαζομένου – Τρίτα πρόσωπα που παρέχουν περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα – Εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως – Δυσμενής διάκριση λόγω κατοικίας»

I –    Εισαγωγή

1.        Στις υπό κρίση υποθέσεις, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί ορισμένων ερωτημάτων παρεμφερούς περιεχομένου που υπέβαλαν το Sozialgericht Hannover (Γερμανία) και το Sozialgericht Aachen (Γερμανία).

2.        Τα αιτούντα δικαστήρια ερωτούν, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν οι κοινοτικοί κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων απαγορεύουν την άρνηση ορισμένων γερμανικών φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως να καταβάλλουν ορισμένες εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως για λογαριασμό ατόμων τα οποία, ενώ κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, εκτός από τη Γερμανία, παρέχουν περίθαλψη, χωρίς να απασχολούνται επαγγελματικώς, σε μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα τα οποία κατοικούν στη Γερμανία ή τα οποία, εν πάση περιπτώσει, υπάγονται στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως.

II – Νομικό πλαίσιο

 Α –       Οι σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου

3.        Σύμφωνα με το άρθρο 39 ΕΚ, «[ε]ξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας» και [η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων] «συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας».

4.        Για την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (2).

5.        Το άρθρο 7 του ως άνω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«1.      Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται, στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.

2.      Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.»

6.        Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (3), θεσπίζει κανόνες συντονισμού των εθνικών διατάξεων περί κοινωνικής ασφαλίσεως.

7.        Το άρθρο 1 του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι, για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού:

«α)      ως “μισθωτός” και ως “μη μισθωτός” νοείται, αντίστοιχα, κάθε πρόσωπο:

i)      το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που καλύπτονται από τους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς ή από ειδικό σύστημα για τους δημοσίους υπαλλήλους·

[…]

β)      ως “μεθοριακός εργαζόμενος” νοείται κάθε εργαζόμενος, μισθωτός ή μη, ο οποίος ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα στο έδαφος ενός κράτους μέλους και κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους όπου επιστρέφει, καταρχήν, κάθε ημέρα ή τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα·

[…]

ι)      ο όρος “νομοθεσία” προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφισταμένους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2 […].

         Ο όρος αυτός αποκλείει τις υπάρχουσες ή μελλοντικές συμβατικές διατάξεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές απετέλεσαν αντικείμενο αποφάσεων των δημόσιων αρχών που τις καθιστούν υποχρεωτικές ή που επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής τους. Όσον αφορά πάντως τις συμβατικές διατάξεις:

i)      που χρησιμεύουν για τη συμπλήρωση υποχρεώσεως ασφαλίσεως που απορρέει από τους νόμους ή τους κανονισμούς οι οποίοι αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο,

ii)      […]

      ο περιορισμός αυτός δύναται να αρθεί οποτεδήποτε με δήλωση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, που αναφέρει τα συστήματα επί των οποίων εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός […].

         […]

κ)      ως “παροχή” και “σύνταξη” νοείται κάθε παροχή και σύνταξη, περιλαμβανομένων και όλων των τμημάτων τους που βαρύνουν το Δημόσιο Ταμείο, οι προσαυξήσεις αναπροσαρμογής ή τα συμπληρωματικά επιδόματα υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου III, επίσης οι εφάπαξ παροχές οι οποίες δύνανται να υποκαταστήσουν τις συντάξεις, καθώς και οι καταβολές που πραγματοποιούνται λόγω επιστροφής εισφορών·

         […]».

8.        Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει, όσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, ότι ο εν λόγω κανονισμός ισχύει «για μισθωτούς ή μη μισθωτούς και για σπουδαστές, που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη […] καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους».

9.        Όσον αφορά το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής, ο εν λόγω κανονισμός ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 4, καθόσον είναι κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση:

«1.      […] για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:

α)      παροχές ασθενείας και μητρότητας·

[…]

γ)      παροχές γήρατος·

[…]

2.      […] για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά, καθώς και για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη ή του πλοιοκτήτη εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

         […]»

10.      Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως προβλέποντας ότι:

«[τα] πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από την νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»

11.      Το άρθρο 13 του ως άνω κανονισμού θεσπίζει τα κριτήρια προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας στους κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής:

«1.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 14γ και 14στ, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Η νομοθεσία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος τίτλου.

2.      Με την επιφύλαξη των άρθρων 14 έως 17:

α)      το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·

β)      το πρόσωπο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·

[...]».

12.      Ο τίτλος III του κανονισμού 1408/71 θεσπίζει ορισμένες «ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών».

13.      Ειδικότερα, τα άρθρα 18 επ. του ιδίου κανονισμού περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με τις παροχές ασθενείας και μητρότητας.

14.      Εν προκειμένω, είναι σκόπιμο να μνημονευθεί το άρθρο 19 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο προβλέπει τα εξής:

«1.      Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος και καλύπτει τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους για να έχει δικαίωμα παροχών, […] λαμβάνει στο κράτος της κατοικίας του:

α)       παροχές εις είδος που χορηγούνται για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από το φορέα του τόπου κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για το φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν·

β)       παροχές εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτός. Πάντως, οι παροχές αυτές δύνανται, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας, να καταβάλλονται από τον τελευταίο, για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.

2.       Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, επί των μελών της οικογένειας που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος, εφόσον δεν δικαιούνται των παροχών αυτών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικούν.

[…]»

15.      Τέλος, το άρθρο 20 του κανονισμού 1408/71 θεσπίζει ειδικούς κανόνες που ισχύουν για τους παραμεθόριους εργαζομένους και τα μέλη της οικογένειάς τους:

«Ο παραμεθόριος εργαζόμενος δύναται, επίσης, να τύχει των παροχών στο έδαφος του αρμοδίου κράτους. Οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε εκεί ο ενδιαφερόμενος.

Τα μέλη της οικογένειάς του δύνανται να τύχουν παροχών υπό τους ίδιους όρους· η χορήγηση, πάντως, των παροχών αυτών εξαρτάται, εκτός από επείγουσα περίπτωση, από συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών ή μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών αυτών ή ελλείψει αυτής, από προηγούμενη συναίνεση του αρμοδίου φορέα.»

 Β –       Η εθνική νομοθεσία

16.      Το βιβλίο ΧΙ του Sozialgesetzbuch (γερμανικού κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: SGB XI) ρυθμίζει τα της Soziale Pflegeversicherung (κοινωνικής ασφαλίσεως περιθάλψεως, στο εξής: ασφάλιση περιθάλψεως).

17.      Κατά την ως άνω ρύθμιση, κάθε ασφαλισμένος στο σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας υποχρεούται να καταβάλλει εισφορές στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως (άρθρο 20 του SGB XI).

18.      Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 23 του SGB XI, τα πρόσωπα τα οποία δεν είναι ασφαλισμένα στο σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας, αλλά τα οποία καλύπτονται από ιδιωτική ασφάλιση ασθενείας ή από το ειδικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των δημοσίων υπαλλήλων, οφείλουν να συμπληρώσουν την ασφαλιστική κάλυψή τους συνάπτοντας σύμβαση συμπληρωματικής υποχρεωτικής ασφαλίσεως με μια εταιρία της εκλογής τους. Η συμπληρωματική ασφάλιση υπόκειται εκ του νόμου, όσον αφορά την ασφάλιση και τις παροχές, σε προϋποθέσεις ανάλογες με εκείνες που εφαρμόζονται στην κοινωνική ασφάλιση περιθάλψεως (άρθρο 110 του SGB XI).

19.      Η ασφάλιση περιθάλψεως εξασφαλίζει στον ασφαλισμένο, στη σύζυγό του και στα τέκνα του, αν τα εν λόγω τέκνα είναι «μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα (4)», την καταβολή μηνιαίου επιδόματος που αποσκοπεί στην κάλυψη των δαπανών για την περίθαλψη που παρέχεται κατ’ οίκον από τρίτα πρόσωπα (επίδομα περιθάλψεως) και, επί πλέον, για άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως.

20.      Μεταξύ των εν λόγω άλλων παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως συγκαταλέγεται η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως του τρίτου προσώπου που περιθάλπει τον ασφαλισμένο, την οποία προβλέπει το άρθρο 44, παράγραφος 1, του SGB XI, σύμφωνα με το οποίο:

«Προς βελτίωση της κοινωνικής ασφαλίσεως των ατόμων που παρέχουν υπηρεσίες περιθάλψεως κατά την έννοια του άρθρου 19 [του SGB XI], τα ταμεία περιθάλψεως και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τις οποίες έχει συναφθεί ιδιωτική σύμβαση ασφαλίσεως περιθάλψεως […] καταβάλλουν εισφορές στον αρμόδιο φορέα της εκ του νόμου προβλεπομένης συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως […]. Λεπτομερέστερες ρυθμίσεις προβλέπουν τα άρθρα 3 […] του έκτου βιβλίου [του Sozialgesetzbuch].»

21.      Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις και όπως διευκρινίζεται στη διάταξη περί παραπομπής, οι εισφορές καταβάλλονται μόνον αν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις. Αφενός, η δραστηριότητα του ατόμου που παρέχει περίθαλψη πρέπει να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 19 του SGB XI και αφετέρου πρέπει να πρόκειται για δραστηριότητα ως προς την οποία προβλέπεται η υποχρεωτική ασφάλιση σε ένα σύστημα συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3 του έκτου βιβλίου του SGB («Gesetzliche Rentenversicherung» (5)) (στο εξής: SGB VI).

22.      Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι τα «άτομα που παρέχουν περίθαλψη» κατά την έννοια του άρθρου 19 του SGB XI παρέχουν περίθαλψη για μη επαγγελματικούς λόγους, αλλά επί 14 τουλάχιστον ώρες εβδομαδιαίως, σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο.

23.      Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a, του SGB VI ορίζει ότι τα άτομα που ασκούν για μη επαγγελματικούς λόγους, επί 14 τουλάχιστον ώρες εβδομαδιαίως, δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο το οποίο δικαιούται παροχές ασφαλίσεως περιθάλψεως υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές ασφαλίσεως γήρατος, ασφαλίσεως αναπηρίας και ασφαλίσεως θανάτου.

24.      Πάντοτε ως προς τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση, είναι επίσης αναγκαίο να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του τέταρτου βιβλίου του SGB («Gemeinsame Vorschriften für die Sozialversicherung» (6)) (στο εξής: SGB IV):

«Οι διατάξεις περί υποχρεώσεως ασφαλίσεως και περί δικαιώματος ασφαλίσεως ισχύουν:

1.      Εφόσον προϋποθέτουν απασχόληση ή μη μισθωτή δραστηριότητα όλων των ατόμων τα οποία εργάζονται ως μισθωτοί ή ως μη μισθωτοί και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κώδικα·

2.      Εφόσον δεν προϋποθέτουν απασχόληση ή μη μισθωτή δραστηριότητα για όλα τα άτομα των οποίων η κατοικία ή η συνήθης διαμονή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κώδικα».

III – Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία

 A –       Η διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων

 1.     Η υπόθεση C-502/01

25.      Η S. Gaumain-Cerri, Γερμανίδα υπήκοος, κατοικεί στη Γαλλία με τον σύζυγό της, ο οποίος είναι Γάλλος υπήκοος. Αμφότεροι οι σύζυγοι εργάζονται στη Γερμανία ως μισθωτοί με μειωμένο ωράριο, προκειμένου να είναι σε θέση να αφιερωθούν, κατά το υπόλοιπο τμήμα της ημέρας, στην παροχή περιθάλψεως στον ανάπηρο ανήλικο γιο τους. Στο πλαίσιο της απασχολήσεώς τους στη Γερμανία, η S. Gaumain-Cerri και ο σύζυγός της είναι ασφαλισμένοι στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας και κοινωνικής ασφαλίσεως περιθάλψεως στον φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως Kaufmännische Krankenkasse-Pflegekasse (στο εξής: KKH). Από το 1997 ο γιος τους λαμβάνει μηνιαίο επίδομα περιθάλψεως.

26.      Το 2000 οι σύζυγοι ζήτησαν από τον ΚΚΗ, δυνάμει του άρθρου 44 του SGB XI, την καταβολή στον αρμόδιο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως των υποχρεωτικών εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως για λογαριασμό των ατόμων που παρέχουν περίθαλψη χωρίς να αμείβονται. Με απόφαση της 16ης Μαΐου 2000, ο KKH απέρριψε το αίτημα, με την αιτιολογία ότι οι σύζυγοι Gaumain-Cerri κατοικούν στην αλλοδαπή και, ως εκ τούτου, δεν υπάγονται στην υποχρεωτική ασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του SGB IV. Η διοικητική ένσταση που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης απερρίφθη από τον ΚΚΗ με απόφαση της 17ης Ιουλίου 2000.

27.      Η S. Gaumain-Cerri, εκτιμώντας ότι η επίμαχη απόφαση εισάγει διάκριση εις βάρος της ίδιας και του συζύγου της, ως μεθοριακών εργαζομένων, άσκησε, στις 26 Ιουλίου 2000, προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht Hannover, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η απόφαση του ΚΚΗ και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως.

28.      Το Sozialgericht Hannover, ενώπιον του οποίου ήχθη η διαφορά, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Μπορούν και υπό ποιες προϋποθέσεις οι έννοιες “παροχή ασθενείας” και “παροχή γήρατος”, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1408/71, να περιλάβουν παροχές ενός ασφαλιστικού φορέα προς έτερο ασφαλιστικό φορέα, όταν ο ασφαλισμένος αποκομίζει μόνον ένα αφηρημένο και έμμεσο πλεονέκτημα (καταβολή συνταξιοδοτικών εισφορών εκ μέρους ταμείου περιθάλψεως για λογαριασμό προσώπου ασχολούμενου, άνευ αμοιβής, με την περίθαλψη);

2)      Συνάγεται από απαγόρευση διακρίσεων, προκύπτουσα από κανόνες του πρωτογενούς ή του παραγώγου δικαίου, ότι οι αναφερόμενες υπό στοιχείο α΄ παροχές πρέπει να καταβάλλονται ανεξαρτήτως από το αν η δραστηριότητα, η παρέχουσα δικαίωμα για παροχές, αναπτύσσεται στην ημεδαπή ή σε κράτος μέλος της ΕΚ ή από το πού ο ασφαλισμένος ή ο απευθείας ωφελούμενος έχει την κατοικία του;»

 2.     Η υπόθεση C-31/02

29.      Η υπόθεση C-31/02 έχει ως αντικείμενο την άρνηση των γερμανικών φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως να καταβάλουν τις εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως που συνδέονται με τη δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως που ασκήθηκε στη Γερμανία από Γερμανίδα υπήκοο η οποία κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, εν προκειμένω στο Βέλγιο.

30.      Εν προκειμένω, επίμαχο είναι το ζήτημα αν η M. Barth, η οποία παρέχει περίθαλψη σε έναν Γερμανό συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο επί 18 συνολικά ώρες εβδομαδιαίως και λαμβάνει μηνιαία αμοιβή που ανέρχεται σε 400 ευρώ περίπου, έχει δικαίωμα να καταβάλλονται για λογαριασμό της οι υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως από τους φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως στους οποίους το μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο είναι ασφαλισμένο για την παροχή περιθάλψεως.

31.      Εν προκειμένω, επίμαχοι φορείς είναι το Landesamt für Besoldung und Versorgung Nordrhein-Westfalen (στο εξής: Landesamt), φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως των Γερμανών δημοσίων υπαλλήλων, και μια ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία, η PAX Familienfürsorge Krankenversicherung (στο εξής: PAX), με την οποία το μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο είχε συνάψει σύμβαση υποχρεωτικής συμπληρωματικής ασφαλίσεως για την παροχή περιθάλψεως σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 23 του SGB XI και του άρθρου 110 του SGB XI (βλ. ανωτέρω, σημείο 18).

32.      Οι επίμαχοι φορείς είχαν καταβάλει αρχικώς, για λογαριασμό της M. Barth, τις προβλεπόμενες από το άρθρο 44 του SGB XI εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως στον Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz (στο εξής: LVR), φορέα στον οποίο ήταν ασφαλισμένη η M. Barth. Ωστόσο, εν συνεχεία, με απόφαση του LVR διαπιστώθηκε ότι η M. Barth δεν υπείχε υποχρέωση καταβολής εισφορών για τον λόγο ότι κατοικούσε στην αλλοδαπή και, κατά συνέπεια, τόσο το Landesamt όσο και η PAX διέκοψαν την καταβολή των εν λόγω εισφορών.

33.      Η M. Barth άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του LVR ενώπιον του Sozialgericht Aachen, στη δε κύρια δίκη προσεπικλήθηκαν το Landesamt και η PAX.

34.      Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ήχθη η διαφορά ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχουν οι διατάξεις του κανονισμού […] 1408/71 […] εφαρμογή και στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως, όταν η εξασφάλιση κατά του κινδύνου εξαρτήσεως σύμφωνα με το άρθρο 23 σε συνδυασμό με το άρθρο 110 του Sozialgesetzbuch (κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως) – Soziale Pflegeversicherung (κοινωνική ασφάλιση περιθάλψεως) – (SGB XI) (ενδεχομένως εν μέρει) βασίζεται στη σύναψη ιδιωτικής συμβάσεως ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως;

2)      Πρόκειται στην περίπτωση των καταβλητέων από τους φορείς της ασφαλίσεως κατά της εξαρτήσεως υπέρ μη επαγγελματικώς απασχολούμενων βοηθητικών προσώπων εισφορών βάσει του εκ του νόμου συστήματος ασφαλίσεως συντάξεως σύμφωνα με το άρθρο 44 SGB XI σε συνδυασμό με το άρθρο 3, πρώτη περίοδος, σημείο 1α, και σε συνδυασμό με το άρθρο 116, παράγραφος 2, του Sozialgesetzbuch – Gesetzliche Rentenversicherung (ασφάλιση συντάξεως εκ του νόμου) – (SGB VI), για “παροχές ασθενείας” υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄ του κανονισμού […] 1408/71; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Μπορεί μια τέτοια παροχή να πραγματοποιείται και για βοηθητικά πρόσωπα που παρέχουν περίθαλψη στη χώρα του αρμοδίου φορέα, αλλά κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος;

3)      Είναι τα βοηθητικά πρόσωπα υπό την έννοια του άρθρου 19 του SGB XI εργαζόμενοι υπό την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Απαγορεύεται, ως εκ τούτου, να τους αντιτάσσεται άρνηση της παροχής για την “καταβολή εισφορών για την ασφάλιση γήρατος” διότι δεν κατοικούν εντός του αρμοδίου κράτους μέλους ή δεν έχουν εκεί τη συνήθη διαμονή τους;»

 Β –       Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

35.      Με διάταξη της 21ης Ιουλίου 2003, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων λόγω συναφείας.

36.      Στην υπόθεση C-502/01, υπέβαλαν παρατηρήσεις ο ΚΚΗ και η Επιτροπή, ενώ στην υπόθεση C-31/02 υπέβαλαν επίσης παρατηρήσεις η Γερμανική και η Ελληνική Κυβέρνηση.

37.      Κατά τη διάρκεια της δίκης, το Δικαστήριο απηύθυνε στη Γερμανική Κυβέρνηση γραπτή ερώτηση σχετικά με την ενδεχόμενη ύπαρξη συμφωνιών βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού 1408/71 (7) μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας. Η Γερμανική Κυβέρνηση απάντησε ότι δεν υφίστανται παρόμοιες συμφωνίες ούτε στον κλάδο της ασφαλίσεως περιθάλψεως ούτε στον κλάδο της ασφαλίσεως ασθενείας.

IV – Νομική ανάλυση

 Α –       Εισαγωγή

38.      Στο πλαίσιο αμφοτέρων των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, πρέπει, κατ’ ουσίαν, να εξετασθεί αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει την εφαρμογή από κράτος μέλος μιας νομοθεσίας η οποία εξαρτά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως υπέρ του ατόμου που παρέχει περίθαλψη για μη επαγγελματικούς λόγους σε μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα που είναι ασφαλισμένα στο εθνικό σύστημα ασφαλίσεως για την παροχή περιθάλψεως από την προϋπόθεση να κατοικεί στο έδαφος του ως άνω κράτους μέλους το άτομο που παρέχει περίθαλψη.

39.      Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι τα ερωτήματα που υπέβαλαν τα αιτούντα δικαστήρια στο Δικαστήριο δεν έχουν διατυπωθεί πανομοιότυπα ούτε με την ίδια σειρά. Επομένως, η συνεκδίκαση των δύο αυτών υποθέσεων επιβάλλει την ανακατάταξη και, κατά ορισμένο μέτρο, την αναδιατύπωση των ερωτημάτων, κατά τρόπο ώστε, στο μέτρο του δυνατού, τα εν λόγω ερωτήματα να εξεταστούν από κοινού.

40.      Επομένως, είναι σκόπιμο, κατά τη γνώμη μου, να εξεταστεί εκ προοιμίου αν η καταβολή των επίμαχων εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Προς τούτο, πρέπει να διερωτηθούμε αν οι προσφεύγουσες στις κύριες δίκες είναι «εργαζόμενοι» υπό την έννοια του εν λόγω κανονισμού, ώστε εν συνεχεία να καθοριστεί αν η καταβολή των εισφορών υπέρ του ατόμου που παρέχει περίθαλψη μπορεί να χαρακτηρισθεί, υπό το πρίσμα των περιστάσεων των επίμαχων υποθέσεων, ως «παροχή γήρατος» ή ως «παροχή ασθενείας», πάντοτε υπό την έννοια του ιδίου κανονισμού (πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C-502/01 και πρώτο μέρος του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C-31/02).

41.      Έπειτα από τον καθορισμό, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, πρέπει εν συνεχεία να εξετασθεί αν οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού απαγορεύουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κυρίων δικών, η οποία εξαρτά την καταβολή των εν λόγω εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως από την προϋπόθεση να κατοικεί στο οικείο κράτος μέλος το άτομο που παρέχει περίθαλψη (μέρος του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C-502/01 και δεύτερο μέρος του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C-31/02).

42.      Μόνον κατά το στάδιο αυτό είναι δυνατό να εξετασθεί λυσιτελώς το πρώτο υποβληθέν ερώτημα στην υπόθεση C-31/02 και να διερωτηθούμε αν οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις μερικής μόνον καλύψεως της ασφαλίσεως περιθάλψεως από έναν δημόσιο φορέα στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της εν λόγω ασφαλίσεως αποτελεί αντικείμενο συμπληρωματικής υποχρεωτικής καλύψεως, με την οποία είναι επιφορτισμένος ένας ιδιωτικός φορέας υπό προϋποθέσεις κατ’ ουσίαν ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην κοινωνική ασφάλιση.

43.      Τέλος, πρέπει να εξετασθεί αν το άρθρο 39 ΕΚ ή άλλες διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας απαγορεύουν την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κυριών δικών (μέρος του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C-502/01 και τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C-31/02).

 Β –       Επί του παραδεκτού της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C-31/02

44.      Πριν από την εξέταση των ερωτημάτων, όπως αυτά αναδιατυπώθηκαν, πρέπει να εξετασθεί η ένσταση την οποία προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση και με την οποία αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, το παραδεκτό του συνόλου της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C-31/02.

45.      Κατά την ως άνω κυβέρνηση, τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Sozialgericht Aachen είναι αλυσιτελή, καθόσον, σε αντίθεση με την εκτίμηση που διατύπωσε το αιτούν δικαστήριο, η ορθή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Sozialgesetzbuch θα αρκούσε προκειμένου να δικαιολογηθεί το να γίνει δεκτή η προσφυγή της M. Barth, αναγνωριζομένου του δικαιώματός της να καταβληθούν υπέρ αυτής οι εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως που μνημονεύονται στο άρθρο 44 του SGB XI.

46.      Η ερμηνεία του εθνικού δικαίου την οποία προέκρινε η Γερμανική Κυβέρνηση ενδέχεται να είναι ορθότερη. Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι, εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο προέβη σε διαφορετική εκτίμηση, βάσει της οποίας θεώρησε αναγκαία την υποβολή των επίμαχων προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο.

47.      Πάντως, κατά πάγια νομολογία, «δεν απόκειται στο Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας εθνικών διατάξεων, αλλά να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των κοινοτικών και των εθνικών δικαστηρίων, το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το προδικαστικό ερώτημα, όπως το εξειδικεύει η απόφαση περί παραπομπής (8)».

48.      Επομένως, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει λόγος να δοθεί συνέχεια στην ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση.

 Γ –       Επί του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71

49.      Προχωρώ τώρα στην εξέταση των ερωτημάτων που υπέβαλαν τα αιτούντα δικαστήρια, σύμφωνα με το διάγραμμα που εκτέθηκε ανωτέρω. Το πρώτο ερώτημα αφορά τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71. Ειδικότερα, πρέπει να καθοριστεί, αφενός, αν ο εν λόγω κανονισμός ισχύει, όσον αφορά το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του, επί ατόμων τα οποία ευρίσκονται στην κατάσταση των προσφευγουσών των κυρίων δικών και, αφετέρου, αν οι επίμαχες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του ως άνω κανονισμού (πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C-502/01 και δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C-31/02).

50.      Για λόγους σαφήνειας, τα δύο αυτά σημεία θα εξεταστούν χωριστά, με τη σειρά που καθορίζεται ανωτέρω.

1.      Επί του προσωπικού πεδίου εφαρμογής

51.      Υπενθυμίζω ευθύς εξ αρχής ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 1408/71, ο εν λόγω κανονισμός «ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς». Επομένως, πρέπει να εξεταστεί το ερώτημα αν ένα άτομο που παρέχει περίθαλψη κατά την έννοια του άρθρου 19 του SGB XI είναι «εργαζόμενος» κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού.

52.      Η Ελληνική Κυβέρνηση και ο ΚΚΗ προτείνουν να δοθεί αρνητική απάντηση στο ως άνω ερώτημα, αν και εκφράζουν την άποψη αυτή με όρους μάλλον αξιωματικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το μοναδικό επιχείρημα που προβάλλει ο ΚΚΗ προς στήριξη του συμπεράσματος αυτού είναι ότι, στο γερμανικό δίκαιο, η δραστηριότητα της παροχής περιθάλψεως που προβλέπεται στο άρθρο 19 του SGB XI δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ούτε ως «μισθωτή εργασία» ούτε ως «μη μισθωτή εργασία».

53.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 προσδίδει στην έννοια του «εργαζομένου» έναν πολύ λεπτομερή ορισμό, που περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο σε ένα από τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που μνημονεύονται στον εν λόγω κανονισμό. Κατά την Επιτροπή, η ως άνω προϋπόθεση πληρούται αναμφισβήτητα στην περίπτωση των ατόμων που παρέχουν περίθαλψη σύμφωνα με το άρθρο 19 του SGB XI και, ως εκ τούτου, πρέπει να συναχθεί ότι οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών υπάγονται στην έννοια του εργαζομένου κατά τον κανονισμό 1408/71.

54.      Συμμερίζομαι ανεπιφύλακτα την άποψη της Επιτροπής.

55.      Συγκεκριμένα, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει από μακρού διευκρινίσει ότι η έννοια του «εργαζομένου» κατά τον κανονισμό 1408/71 είναι έννοια του κοινοτικού δικαίου (9) και περιλαμβάνει «κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο στο πλαίσιο ενός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά των κινδύνων και υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή» (10).

56.      Έτσι, το Δικαστήριο έχει ήδη επισημάνει ότι η ασφάλιση περιθάλψεως εμπίπτει ακριβώς σε ένα από τα ως άνω συστήματα (11), καθόσον «αποσκοπεί κυρίως στη συμπλήρωση των παροχών της ασφαλίσεως ασθενείας» (12).

57.      Επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ανεπιφύλακτα ότι ένα άτομο το οποίο είναι ασφαλισμένο στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως, όπως η S. Gaumain-Cerri και ο γιος της στην υπόθεση C-502/01, είναι «εργαζόμενος» κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, καθόσον έχει ασφάλιση στο πλαίσιο ενός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

58.      Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι το περιεχόμενο της έννοιας του «εργαζομένου» που επαναλαμβάνεται, εν προκειμένω, στην προμνησθείσα νομολογία του Δικαστηρίου (ανωτέρω, σημείο 55) επεκτείνεται κατ’ ανάγκην στα άτομα που παρέχουν περίθαλψη στον ασφαλισμένο, όπως στην περίπτωση της M. Barth στην υπόθεση C-31/02, ανεξαρτήτως του αν η δραστηριότητα των ως άνω ατόμων αμείβεται ή όχι και ανεξαρτήτως του ύψους της ενδεχόμενης αμοιβής.

59.      Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, τα άτομα που ασκούν δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως για μη επαγγελματικούς λόγους τουλάχιστον επί 14 ώρες εβδομαδιαίως υποχρεούνται –εξαιρουμένης της προϋποθέσεως κατοικίας εντός του εν λόγω κράτους μέλους– να είναι ασφαλισμένα στο πλαίσιο ενός συστήματος ασφαλίσεως συντάξεως, αναπηρίας και θανάτου, δυνάμει του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, στοιχείο a, του SGB VI.

60.      Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι ο κανονισμός 1408/71 ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 4, τόσο για την ασφάλιση γήρατος όσο και για την ασφάλιση αναπηρίας και, τέλος, για την ασφάλιση θανάτου.

61.      Επομένως, τα άτομα που ασκούν δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες εν προκειμένω είναι «εργαζόμενοι» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, καθόσον έχουν ασφάλιση στο πλαίσιο ενός από τα αναφερόμενα στον εν λόγω κανονισμό συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

62.      Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα αιτούντα δικαστήρια ότι το άτομο το οποίο καλύπτεται από την ασφάλιση περιθάλψεως, η οποία προβλέπεται στο βιβλίο XI του SGB, υπάγεται στην έννοια του «μισθωτού» κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71, ακριβώς όπως υπάγεται στην έννοια αυτή το άτομο το οποίο ασκεί δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως κατά το άρθρο 19 του SGB XI και το οποίο, ως εκ τούτου, είναι ασφαλισμένο στο πλαίσιο ενός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

2.      Επί του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής

63.      Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πρέπει τώρα να εξετασθεί αν η καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως υπέρ του ατόμου που παρέχει περίθαλψη, η οποία βαρύνει τον φορέα ασφαλίσεως περιθάλψεως σύμφωνα με το άρθρο 44 του SGB XI, εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού (βλ. ανωτέρω, σημείο 9).

64.      Κατά τον ΚΚΗ, στο ως άνω ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, καθόσον η καταβολή των επίμαχων εισφορών δεν αποτελεί ούτε παροχή ασθενείας ούτε παροχή γήρατος κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 1408/71.

65.      Πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για «παροχές», αλλά για «εισφορές» τις οποίες το άτομο που παρέχει περίθαλψη οφείλει να καταβάλει στο πλαίσιο ενός συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας ή γήρατος, προκειμένου να αποκτήσει δικαίωμα λήψεως των παροχών που εμπίπτουν στα ως άνω συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως.

66.      Πάντως, το γεγονός ότι οι ως άνω εισφορές καταβάλλονται από τον φορέα ασφαλίσεως του μη αυτοεξυπηρετουμένου ατόμου δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για τη μεταβολή της φύσεως των εν λόγω εισφορών, κατά τρόπο ώστε αυτές να καταστούν παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως υπέρ του ως άνω άλλου ατόμου. Συγκεκριμένα, το πλεονέκτημα που αντλεί το μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο από την εν λόγω καταβολή είναι πολύ έμμεσο.

67.      Επί πλέον, όπως ισχυρίζεται ο ΚΚΗ, δεν είναι δυνατό να γίνει επίκληση, προς στήριξη της αντίθετης απόψεως, της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την ασφάλιση περιθάλψεως.

68.      Συγκεκριμένα, κατά τον ΚΚΗ, στην απόφαση Molenaar (13), το Δικαστήριο αναγνώρισε στο επίδομα περιθάλψεως τον χαρακτήρα παροχής ασθενείας, αλλά μόνον υπό το πρίσμα του ότι το ως άνω επίδομα καταβλήθηκε απευθείας στο μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο, προκειμένου να συμπληρωθούν οι παροχές της ασφαλίσεως ασθενείας.

69.      Αντιθέτως, εν προκειμένω, οι εισφορές δεν καταβλήθηκαν στο άτομο, μη αυτοεξυπηρετούμενο, αλλά στον φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως στον οποίο είναι ασφαλισμένο το άτομο το οποίο του παρέχει περίθαλψη. Επομένως, η εν λόγω καταβολή ουδόλως είναι συμπληρωματική των παροχών ασφαλίσεως ασθενείας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «παροχή ασθενείας» κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 1408/71.

70.      Δεν συμμερίζομαι τον ως άνω ισχυρισμό.

71.      Πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, «μία παροχή μπορεί να θεωρείται ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως στο μέτρο που, πρώτον, χορηγείται, άνευ οποιασδήποτε διακριτικής κατά περίπτωση εκτιμήσεως των προσωπικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας εκ του νόμου καθοριζομένης καταστάσεως και που, δεύτερον, η παροχή αυτή έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71» (14).

72.      Πάντως, ο ΚΚΗ δεν αμφισβητεί ότι οι παροχές της ασφαλίσεως περιθάλψεως –συμπεριλαμβανομένης της καταβολής των εισφορών που προβλέπεται στο άρθρο 44 του SGB XI– δεν χορηγούνται στους δικαιούχους δυνάμει διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως, αλλά βάσει μιας αντικειμενικής και νομοθετικώς προσδιοριζόμενης καταστάσεως.

73.      Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση Molenaar (15), οι παροχές της ασφαλίσεως περιθάλψεως, στο σύνολό τους, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «παροχές ασθενείας» (και ειδικότερα ως «χρηματικές παροχές ασθενείας») κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71.

74.      Στην πραγματικότητα, η αμφισβήτηση αφορά το ζήτημα αν η καταβολή των επίμαχων εν προκειμένω εισφορών παρουσιάζει, με γνώμονα τις λοιπές παροχές της ασφαλίσεως περιθάλψεως, τέτοιες ιδιαιτερότητες ώστε να πρέπει να προσλάβει άλλο χαρακτηρισμό.

75.      Φρονώ, όπως και η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ότι η καταβολή των ως άνω εισφορών δεν πρέπει να αποκλεισθεί από την κατηγορία των παροχών ασθενείας, καθόσον, στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται εκ νέου για «παροχές ασθενείας» υπέρ του ασφαλισμένου, στις οποίες αναφέρεται η προπαρατεθείσα απόφαση Molenaar.

76.      Ειδικότερα, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι, στην απόφαση Molenaar, το Δικαστήριο, ναι μεν αναφέρεται ευθέως μόνον στο επίδομα περιθάλψεως, πλην όμως διατύπωσε, στην πραγματικότητα, μια γενική αρχή που συνεπάγεται ότι, στο πλαίσιο ενός συστήματος όπως εκείνο της ασφαλίσεως περιθάλψεως, θεωρούνται ως «παροχές εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας» όλες οι παροχές που συνιστούν «οικονομική ενίσχυση που αποσκοπεί στη συνολική βελτίωση του επιπέδου ζωής των ατόμων που χρήζουν περιθάλψεως, ως αντιστάθμισμα των επί πλέον εξόδων που συνεπάγεται η κατάστασή τους» (16).

77.      Πάντως, η καταβολή των επίμαχων εν προκειμένω εισφορών αποσκοπεί προπάντων στη βελτίωση του επιπέδου ζωής των μη αυτοεξυπηρετουμένων ατόμων, καθόσον παρέχει στα εν λόγω άτομα τη δυνατότητα –όπως καταδεικνύουν τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση C-502/01– να παραμείνουν στο οικογενειακό περιβάλλον τους λαμβάνοντας δωρεάν την αναγκαία περίθαλψη από ένα οικείο πρόσωπο το οποίο, ναι μεν μειώνει για τον λόγο αυτό τη δραστηριότητά του ως εργαζομένου και τα έσοδα της οικογένειάς του, πλην όμως δεν πρέπει να παραιτείται από την απόκτηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του.

78.      Εξάλλου, όπως παρατηρεί επίσης το Sozialgericht Aachen στη διάταξη περί παραπομπής, η καταβολή των ως άνω εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως αποτελεί στην πραγματικότητα, κατά ορθή εκτίμηση, οικονομική ενίσχυση που χορηγείται στο μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο, καθόσον του παρέχει τη δυνατότητα να προσφύγει στις υπηρεσίες ενός ατόμου που παρέχει περίθαλψη για μη επαγγελματικούς λόγους, χωρίς να πρέπει να καταβάλει (αμέσως ή εμμέσως) τις υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως.

79.      Κατά συνέπεια, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, η καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως στο πλαίσιο του συστήματος ασφαλίσεως γήρατος του ατόμου που παρέχει περίθαλψη μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παροχή εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας υπέρ του μη αυτοεξυπηρετουμένου ατόμου, υπό το πρίσμα των κριτηρίων που θέσπισε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Molenaar.

80.      Κατά της ως άνω διαπιστώσεως δεν μπορεί να γίνει επίκληση του γεγονότος ότι οι επίμαχες εισφορές δεν καταβλήθηκαν στο μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο ούτε στο τρίτο πρόσωπο που του παρέχει περίθαλψη, αλλά απευθείας στον φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως στον οποίο το τρίτο πρόσωπο έχει ασφάλιση γήρατος.

81.      Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επεσήμαναν η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι καταβολές με τις οποίες ένας φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, ο οποίος ενεργεί στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, αποδίδει απευθείας σε άλλο φορέα που εμπίπτει στο πλαίσιο άλλου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως τις εισφορές που οφείλει ο εργαζόμενος στον τελευταίο φορέα μπορούν να θεωρηθούν ως παροχές που καταβάλλονται από τον πρώτο φορέα υπέρ του εργαζομένου για τους σκοπούς του κανονισμού 1408/71 (17), έστω και αν οι εν λόγω εισφορές καταβάλλονται απευθείας από τον πρώτο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως στον δεύτερο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως.

82.      Επομένως, πρέπει να συναχθεί ότι η καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως υπέρ του ατόμου που παρέχει περίθαλψη, η οποία βαρύνει τον φορέα ασφαλίσεως περιθάλψεως σύμφωνα με το άρθρο 44 του SGB XI, αποτελεί παροχή εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας υπέρ του ατόμου που καλύπτεται από την ασφάλιση περιθάλψεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.

 Δ –       Επί του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C-502/01 και επί του δευτέρου μέρους του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C-31/02

83.      Με το δεύτερο υποβληθέν ερώτημα στην υπόθεση C-502/01 και με το δεύτερο μέρος του δευτέρου υποβληθέντος ερωτήματος στην υπόθεση C-31/02, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν να πληροφορηθούν, κατ’ ουσίαν, αν ο κανονισμός 1408/71 απαγορεύει την εφαρμογή μιας διατάξεως όπως αυτή του άρθρου 3, παράγραφος 2, του SGB IV, η οποία αποκλείει τα άτομα που κατοικούν στην αλλοδαπή από το πλεονέκτημα της καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 44 του SGB XI.

1.      Επιχειρήματα των μετεχόντων στη δίκη

84.      Στην υπόθεση C-502/01, ο ΚΚΗ προβάλλει ότι τόσο το άτομο που παρέχει περίθαλψη (η προσφεύγουσα της κύριας δίκης) όσο και το άτομο που χρήζει περιθάλψεως (ο γιος της) κατοικούν στη Γαλλία, ήτοι σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο έχει την έδρα του ο αρμόδιος φορέας για την καταβολή των επίδικων παροχών (Γερμανία). Πάντως, κατά τον καθού της κύριας δίκης, η προσφεύγουσα και ο γιος της τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως με κάθε άλλο άτομο το οποίο παρέχει ή λαμβάνει περίθαλψη δωρεάν στη Γαλλία και το οποίο κατοικεί στη χώρα αυτή.

85.      Κατά τον ΚΚΗ, το γεγονός ότι δεν αναγνωρίζεται στα προαναφερθέντα πρόσωπα το δικαίωμα να λαμβάνουν τις επίμαχες παροχές στη Γερμανία, λόγω του ότι κατοικούν στην αλλοδαπή, δεν εισάγει διακριτική μεταχείριση ούτε αντιβαίνει με άλλο τρόπο στο εναρμονισμένο σύστημα που θεσπίζει ο κανονισμός 1408/71.

86.      Ο ΚΚΗ είναι της γνώμης ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση, κατά του ως άνω επιχειρήματος, του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα έχει συγχρόνως την ιδιότητα του «ατόμου που παρέχει περίθαλψη» και «του ασφαλισμένου εργαζομένου», που δικαιούται να καταβληθούν υπέρ αυτής οι παροχές της ασφαλίσεως περιθάλψεως στο κράτος του αρμόδιου φορέα. Συγκεκριμένα, πρόκειται για απλή σύμπτωση που δεν μπορεί να έχει επίπτωση επί της νομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας ως ατόμου το οποίο παρέχει περίθαλψη.

87.      Ο ΚΚΗ φρονεί ότι, κατ’ ουσίαν, η νομική κατάσταση του ασφαλισμένου εργαζομένου στο πλαίσιο της γερμανικής ασφαλίσεως περιθάλψεως και η νομική κατάσταση του ατόμου που παρέχει περίθαλψη πρέπει να εκτιμηθούν χωριστά υπό το πρίσμα του κανονισμού 1408/71. Κατά συνέπεια, έστω και αν, δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, ένα άτομο έχει δικαίωμα να καταβληθούν υπέρ αυτού οι παροχές εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας υπό την ιδιότητα του ασφαλισμένου εργαζομένου ανεξαρτήτως οποιασδήποτε προϋποθέσεως κατοικίας, το άτομο αυτό δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ως άνω ιδιότητα προκειμένου να λάβει άλλες παροχές οι οποίες, ενδεχομένως, θα του καταβάλλονταν υπό τη διαφορετική ιδιότητα του ατόμου το οποίο παρέχει περίθαλψη.

88.      Η Επιτροπή διαπιστώνει εκ προοιμίου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 1408/71, το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που ισχύει για το πρόσωπο το οποίο ασκεί μισθωτή δραστηριότητα ή μη μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους απασχολήσεως, εφόσον ο κανονισμός δεν προβλέπει άλλως. Επομένως, τόσο στην υπόθεση C-502/01 όσο και στην υπόθεση C-31/02, το γερμανικό δίκαιο ισχύει ως δίκαιο του κράτους απασχολήσεως του ατόμου που έχει ασφάλιση στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως.

89.      Εν συνεχεία, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, εκτός από τις διατάξεις συντονισμού σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο, ο κανονισμός περιέχει επίσης ειδικές διατάξεις εναρμονίσεως του ουσιαστικού δικαίου.

90.      Η Επιτροπή επισύρει την προσοχή, μεταξύ των ως άνω διατάξεων, στο άρθρο 19, σύμφωνα με το οποίο ο μισθωτός ή μη μισθωτός που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος έχει δικαίωμα να λάβει εις χρήμα παροχές ασθενείας που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα του τελευταίου κράτους σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτός.

91.      Πάντως, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην απόφαση Molenaar, διάταξη η οποία απαγορεύει την καταβολή εις χρήμα παροχών της ασφαλίσεως περιθάλψεως στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο διακινούμενος εργαζόμενος είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 19 του ως άνω κανονισμού (18).

92.      Δεδομένου ότι η καταβολή των επίμαχων εν προκειμένω εισφορών είναι επίσης παροχή εις χρήμα της ασφαλίσεως περιθάλψεως, επιβάλλεται, ως εκ τούτου, το συμπέρασμα ότι το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71 απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεως όπως αυτή του άρθρου 3, παράγραφος 2, του SGB IV, η οποία αποκλείει τα άτομα που κατοικούν στην αλλοδαπή από το πλεονέκτημα της καταβολής των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 44 του SGB XI.

93.      Κατά την Επιτροπή, τα προαναφερθέντα ισχύουν βεβαίως για την υπόθεση C-502/01, αλλά μια ανάλογη εκτίμηση είναι επίσης επιβεβλημένη στην υπόθεση C-31/02, χωρίς η ιδιαιτερότητα των πραγματικών περιστατικών στην τελευταία υπόθεση να μπορεί να δικαιολογήσει μια διαφορετική λύση.

94.      Συγκεκριμένα, είναι αληθές ότι η επίμαχη παροχή στην υπόθεση αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, καθόσον καταβάλλεται υπέρ του ατόμου που χρήζει περιθάλψεως, ενώ μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 19 του εν λόγω κανονισμού κατά διακρίσεως εις βάρος του ατόμου που παρέχει περίθαλψη.

95.      Η Επιτροπή προβάλλει ότι πρόκειται για μια κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας το άτομο που παρέχει περίθαλψη «υποκαθιστά» το άτομο που χρήζει περιθάλψεως, υποκατάσταση καθ’ όλα δεκτή στον τομέα αυτό: το Δικαστήριο έχει ήδη εφαρμόσει, σε μια άλλη περίπτωση, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, τον κανονισμό 1408/71 επί υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας ο δικαιούχος της παροχής και ο εργαζόμενος ήσαν διαφορετικά πρόσωπα (19).

96.      Η Επιτροπή φρονεί ότι, ως εκ τούτου, μπορεί να υποστηριχθεί, επίσης στο πλαίσιο της υποθέσεως C-31/02, ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 του κανονισμού 1408/71 επεκτείνεται στην εφαρμογή της προϋποθέσεως της κατοικίας υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες εν προκειμένω.

97.      Περαιτέρω, κατά την Επιτροπή, η εφαρμογή μιας τέτοιας προϋποθέσεως αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που διατυπώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.

98.      Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι «ο κανόνας της ίσης μεταχειρίσεως, που διατυπώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, απαγορεύει όχι μόνο τις εμφανείς διακρίσεις, λόγω ιθαγενείας των δικαιούχων των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά και κάθε συγκεκαλυμμένη μορφή διακρίσεως η οποία, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγει στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα» (20).

99.      Πάντως, κατά την Επιτροπή, για να εξαλειφθεί κάθε μορφή διακρίσεως και για να εξασφαλισθεί πλήρως η ίση μεταχείριση που απαιτεί το εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη οφείλουν να «εξομοιώνουν» ορισμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έλαβαν χώρα σε άλλο κράτος μέλος, με ισοδύναμα πραγματικά περιστατικά τα οποία έλαβαν χώρα στο εθνικό έδαφος. Εν προκειμένω, το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71 επιβάλλει να «εξομοιωθεί» η πραγματική κατοικία του ατόμου που παρέχει περίθαλψη με μια πλασματική κατοικία στη Γερμανία και να θεωρηθεί, ως εκ τούτου, ότι πληρούται η προϋπόθεση κατοικίας που προβλέπεται στο άρθρο 3 του SGB IV.

 Ε –       Εκτίμηση

100. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δυνατό να δοθεί ενιαία απάντηση στα ως άνω ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων των κυρίων δικών, καθόσον φρονώ ότι οι δύο περιπτώσεις έχουν ουσιώδεις διαφορές, οι οποίες επιβάλλουν χωριστή εκτίμηση.

1.      Στην υπόθεση C-502/01

101. Πρέπει εκ προοιμίου να επισημανθεί ότι οι επίμαχες εν προκειμένω παροχές εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, καθόσον είναι παροχές ασθενείας υπέρ του εργαζομένου που έχει ασφάλιση στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως (βλ. ανωτέρω, σημείο 79).

102. Κατά συνέπεια, ακριβώς υπό την ιδιότητα του εργαζομένου που έχει ασφάλιση στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως μπορεί η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στην υπόθεση C-502/01 να επικαλεσθεί τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού προκειμένου να αμφισβητήσει την άρνηση του καθού της κύριας δίκης να καταβάλει τις επίμαχες παροχές.

103. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, οφείλω να συμφωνήσω με την Επιτροπή ότι, κατ’ ουσίαν, το σχετικό ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί από το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Molenaar.

104. Συγκεκριμένα, στην ως άνω απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι διάταξη του εθνικού δικαίου «η οποία απαγορεύει την καταβολή “εις χρήμα” παροχών της ασφαλίσεως περιθάλψεως στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο διακινούμενος εργαζόμενος» είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71.

105. Εφόσον η καταβολή των επίμαχων εν προκειμένω εισφορών είναι παροχή εις χρήμα της ασφαλίσεως περιθάλψεως που καταβάλλεται υπέρ της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, η εφαρμογή της προϋποθέσεως της κατοικίας που προβλέπεται στο άρθρο 3 του SGB IV, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71.

106. Επομένως, πρέπει να συναχθεί ότι, όσον αφορά την υπόθεση C-502/01 και υπό τις περιστάσεις της εν λόγω υποθέσεως, το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71 απαγορεύει την άρνηση του αρμόδιου φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως να καταβάλει παροχή όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 44 του SGB XI για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα κατοικεί στην αλλοδαπή.

2.      Στην υπόθεση C-31/02

107. Στην υπόθεση C-31/02 επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, μια διαφορετική εκτίμηση.

108. Συγκεκριμένα, φρονώ, σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν απαγορεύει την εφαρμογή, εν προκειμένω, της επίμαχης διατάξεως του εθνικού δικαίου, καθόσον, κατά τη γνώμη μου, η καταβολή των επίμαχων εισφορών δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «παροχή ασθενείας» που καταβάλλεται υπέρ της προσφεύγουσας, κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού και ιδίως του άρθρου 19.

109. Συγκεκριμένα, όπως έχει επισημάνει επανειλημμένως το Δικαστήριο, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, ενός επιδόματος που συμβάλλει στην κάλυψη των εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως και, αφετέρου, των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως αυτών καθ’ εαυτών. Τούτο συμβαίνει διότι το επίδομα που συμβάλλει στην κάλυψη των εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως δεν χορηγείται μετά την επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου, αλλά επηρεάζει τη γένεση του δικαιώματος για την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την επέλευση του ασφαλιζομένου κινδύνου (21).

110. Κατά τη γνώμη μου, δεν αμφισβητείται ότι η καταβολή των επίμαχων εισφορών υπέρ της Μ. Barth δεν λαμβάνει χώρα μετά την επέλευση ενός από τους ασφαλιζόμενους κινδύνους δυνάμει της ασφαλίσεως ασθενείας ή της ασφαλίσεως γήρατος της ίδιας της προσφεύγουσας. Η ως άνω καταβολή επηρεάζει μόνον ένα μελλοντικό δικαίωμα για την καταβολή παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «παροχή εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας» ή ως «παροχή εις χρήμα της ασφαλίσεως γήρατος» υπέρ της προσφεύγουσας, την οποία θα είχε δικαίωμα να λάβει η προσφεύγουσα δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού 1408/71.

111. Εξάλλου, φρονώ ότι δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, μια διαφορετική λύση.

112. Επ’ αυτού, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, τα πρόσωπα «για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του [κ]ανονισμού» υπόκεινται στις υποχρεώσεις και «απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους» (22) υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του εν λόγω κράτους μέλους.

113. Δεν αμφισβητείται ότι, για την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71, ο όρος «νομοθεσία» προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους κανόνες της εθνικής έννομης τάξεως «που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2» (23), και, ως εκ τούτου, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, «τους κλάδους της κοινωνικής ασφαλίσεως που αφορούν […] τις παροχές ασθενείας [ή] γήρατος».

114. Τούτο σημαίνει ότι, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού μόνον προκειμένου να αντιταχθεί σε μια διακριτική μεταχείριση που της στερεί «παροχές ασθενείας» ή «παροχές γήρατος» τις οποίες άλλως θα ελάμβανε.

115. Πάντως, για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω (σημεία 109 και 110), φρονώ ότι η καταβολή των επίμαχων εν προκειμένω εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «παροχή ασθενείας» ή ως «παροχή γήρατος» υπέρ του ατόμου που παρέχει περίθαλψη. Κατά τη γνώμη μου, το ως άνω άτομο δεν μπορεί να επικαλεσθεί λυσιτελώς, προς στήριξη της προσφυγής του, το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71.

116. Επομένως, πρέπει να συναχθεί ότι, όσον αφορά την υπόθεση C-31/02 και υπό τις περιστάσεις της εν λόγω υποθέσεως, ούτε το άρθρο 3 ούτε το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71 απαγορεύουν την άρνηση του αρμόδιου φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως να καταβάλει παροχή όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 44 του SGB XI για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα κατοικεί στην αλλοδαπή.

ΣΤ –      Επί του πρώτου ερωτήματος στην υπόθεση C-31/02

117. Με το πρώτο υποβληθέν ερώτημα στην υπόθεση C-31/02, το Sozialgericht Aachen ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν ο κανονισμός 1408/71 έχει επίσης εφαρμογή επί του μέρους της ασφαλιστικής καλύψεως για την περίθαλψη το οποίο δεν διασφαλίζεται από το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως περιθάλψεως, που προβλέπεται στο άρθρο 20 του SGB XI, αλλά μέσω των παροχών ενός ασφαλιστικού φορέα ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 110 του SGB XII.

118. Επ’ αυτού, μόνον η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν παρατηρήσεις.

119. Η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν εφαρμόζεται επί συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου. Κατά τη γνώμη της εν λόγω κυβερνήσεως, το ως άνω συμπέρασμα συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 1, στοιχείο ι΄, του εν λόγω κανονισμού, η οποία, προσδιορίζοντας το περιεχόμενο της έννοιας της «εθνικής νομοθεσίας » κατά το πνεύμα του κανονισμού, αποκλείει από την έννοια αυτή «τις υφιστάμενες ή μελλοντικές συμβατικές διατάξεις».

120. Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, εφόσον το νομικό καθεστώς της συμβάσεως συμπληρωματικής ασφαλίσεως είναι καθ’ όλα ταυτόσημο με το καθεστώς που εφαρμόζεται στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως περιθάλψεως, πρέπει να συναχθεί ότι ο ως άνω κανονισμός εφαρμόζεται πλήρως επί των παροχών που προβλέπονται στο πλαίσιο του «ιδιωτικού» συμπληρωματικού συστήματος ασφαλίσεως.

121. Δεδομένου ότι έχω ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά την υπόθεση C-31/02, ο κανονισμός 1408/71 δεν απαγορεύει, υπό τις περιστάσεις της ως άνω υποθέσεως, την άρνηση του αρμόδιου φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως να καταβάλει παροχή όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 44 του SGB XI για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα κατοικεί στην αλλοδαπή, φρονώ ότι δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί το ως άνω ερώτημα από το Δικαστήριο.

 Ζ –       Επί της υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως που απαγορεύεται από τη Συνθήκη

1.      Εισαγωγή

122. Με το δεύτερο υποβληθέν ερώτημα στην υπόθεση C-502/01 και με το τρίτο υποβληθέν ερώτημα στην υπόθεση C-31/02, τα αιτούντα δικαστήρια ερωτούν, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν το άρθρο 39 ΕΚ ή άλλες διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων λόγω ιθαγενείας απαγορεύουν την εφαρμογή διατάξεως όπως αυτή του άρθρου 3 του SGB IV, η οποία εξαρτά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 44 του SGB XI από την προϋπόθεση κατοικίας στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους.

123. Υπό το πρίσμα των απαντήσεων που πρότεινα να δοθούν στα προηγούμενα ερωτήματα, το παρόν ερώτημα πρέπει να εξετασθεί μόνον στο πλαίσιο της υποθέσεως C-31/02.

2.      Επιχειρήματα των μετεχόντων στη δίκη

124. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η εφαρμογή, στην προκειμένη περίπτωση, της προϋποθέσεως κατοικίας στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους αντιβαίνει στο άρθρο 39 ΕΚ. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα πρόσωπο το οποίο εργάζεται επί περιορισμένο αριθμό ωρών εβδομαδιαίως και λαμβάνει ως αντάλλαγμα μειωμένη αμοιβή είναι «εργαζόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ, εφόσον η επαγγελματική δραστηριότητά του είναι «πραγματική και αποτελεσματική» (24).

125. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η εφαρμογή του άρθρου 3 του SGB IV συνεπάγεται, εις βάρος της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, τη μη αναγνώριση του δικαιώματος να καταβληθούν υπέρ αυτής οι εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως. Εν προκειμένω όμως η ζημία που υπέστη η προσφεύγουσα οφείλεται μόνον στο γεγονός ότι, ενώ η προσφεύγουσα ήταν εγκατεστημένη αρχικώς στη Γερμανία, μετέφερε εν συνεχεία την κατοικία της σε άλλο κράτος μέλος· αντιθέτως, ένα πρόσωπο το οποίο διατήρησε την κατοικία του στη Γερμανία έχει δικαίωμα να καταβληθούν υπέρ αυτού οι ως άνω εισφορές.

126. Επομένως, η Επιτροπή είναι επίσης της γνώμης ότι η εφαρμογή της ως άνω διατάξεως συνιστά διάκριση εις βάρος των προσώπων που ασκούν την ελεύθερη κυκλοφορία και, ως εκ τούτου, είναι ασυμβίβαστη με τα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ.

3.      Εκτίμηση

127. Φρονώ, ευθύς εξ αρχής, ότι, για λόγους σαφήνειας, η απάντηση στο ως άνω ερώτημα πρέπει να διαρθρωθεί σε δύο σκέλη. Πρέπει κατ’ αρχάς να καθορισθεί αν ένα άτομο το οποίο ευρίσκεται στην κατάσταση της προσφεύγουσας στην υπόθεση C-31/02 είναι «εργαζόμενος» κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει εν συνεχεία να εξετασθεί το ζήτημα αν, υπό τις περιστάσεις της ως άνω υποθέσεως, η εφαρμογή της προϋποθέσεως κατοικίας στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους συνιστά δυσμενή διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ.

 α)     Επί της έννοιας του εργαζομένου κατά το άρθρο 39 ΕΚ

128. Συναφώς, πρέπει εκ προοιμίου να επισημανθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «δεδομένου ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνιστά μία από τις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, η έννοια του εργαζομένου κατά το άρθρο 48 [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39 ΕΚ] […] είναι έννοια κοινοτικού δικαίου» (25) και πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως (26). Επομένως, η έννοια αυτή περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο το οποίο «παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου, υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή» (27).

129. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διευκρίνισε, εν συνεχεία, ότι στην έννοια του εργαζομένου εμπίπτουν επίσης τα πρόσωπα τα οποία δεν εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση και δεν λαμβάνουν αμοιβή ικανή να εξασφαλίσει, αυτή καθ’ εαυτήν, μια ευπρεπή διαβίωση (ήτοι «τα προς το ζην») (28), εφόσον ασκούν «πραγματική και αποτελεσματική» επαγγελματική δραστηριότητα, αποκλειομένων μόνον των «τόσο περιορισμένων απασχολήσεων, που εμφανίζονται ως καθαρώς περιθωριακές και επουσιώδεις» (29).

130. Μια δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, η οποία ασκείται επί 18 ώρες εβδομαδιαίως έναντι μηνιαίας αμοιβής περίπου 400 ευρώ, είναι αναμφισβήτητα «πραγματική και αποτελεσματική» δραστηριότητα κατά την έννοια της προμνησθείσας νομολογίας.

131. Επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ένα άτομο, όπως η προσφεύγουσα στην υπόθεση C-31/02, το οποίο ασκεί πραγματική και αποτελεσματική δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως προς ένα άλλο άτομο και υπό τη διεύθυνση του τελευταίου, είναι εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ.

 4.     Επί της υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως που απαγορεύεται από το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ

132. Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι η εφαρμογή, υπό τις περιστάσεις της ως άνω υποθέσεως, μιας διατάξεως όπως αυτή του άρθρου 3 του SGB IV είναι ικανή να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, καθιστώντας την εν λόγω ελευθερία λιγότερο «ελκυστική» από οικονομικής απόψεως, καθόσον η διάταξη αυτή στερεί από τους διακινουμένους εργαζομένους ένα πλεονέκτημα το οποίο παρέχεται γενικώς στους ημεδαπούς εργαζομένους.

133. Επομένως, είναι σκόπιμο να εξετασθεί το ζήτημα αν το ως άνω πλεονέκτημα εμπίπτει στην κατηγορία των «κοινωνικών πλεονεκτημάτων», των οποίων την απολαβή διασφαλίζει το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, για την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που καθιερώνεται στο άρθρο 39 ΕΚ. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 7 του ως άνω κανονισμού, αφού αποκλείει, στην παράγραφο 1, το ενδεχόμενο να «δύναται ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους […], στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγο της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας», διευκρινίζει, στην παράγραφο 2, ότι ο ως άνω εργαζόμενος απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.

134. Κατά πάγια νομολογία, «η έννοια του κοινωνικού πλεονεκτήματος του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 καλύπτει […] όλα τα πλεονεκτήματα τα οποία, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται με σύμβαση εργασίας, αναγνωρίζονται γενικά στους ημεδαπούς εργαζομένους, λόγω κυρίως της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων ή λόγω του ότι έχουν απλώς την κατοικία τους ή τη συνήθη διαμονή τους στο εθνικό έδαφος και των οποίων η επέκταση στους εργαζομένους, υπηκόους άλλων κρατών μελών, εμφανίζεται επομένως ικανή να διευκολύνει την κινητικότητά τους στο εσωτερικό της Κοινότητας» (30).

135. Πάντως, η καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως από τον φορέα ασφαλίσεως περιθάλψεως είναι ακριβώς ένα δικαίωμα το οποίο αναγνωρίζεται γενικώς στους ημεδαπούς εργαζομένους «λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων». Εν προκειμένω, η ως άνω καταβολή υπέρ των δικαιούχων λαμβάνει χώρα λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως ατόμων τα οποία παρέχουν περίθαλψη σε μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο για περισσότερες από 14 ώρες εβδομαδιαίως. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι η επέκταση του εν λόγω δικαιώματος στους υπηκόους άλλων κρατών μελών είναι «ικανή να διευκολύνει την κινητικότητά τους στο εσωτερικό της Κοινότητας».

136. Επομένως, μπορεί να συναχθεί ότι πρόκειται για ένα κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, επί του οποίου εφαρμόζεται, ως εκ τούτου, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διατυπώνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 39, παράγραφος 2, ΕΚ.

137. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πρέπει να εφαρμοστεί η πάγια αρχή ότι «οι κανόνες περί ίσης μεταχειρίσεως απαγορεύουν όχι μόνον τις προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγενείας, αλλά και κάθε μορφή συγκεκαλυμμένης διακρίσεως η οποία, διά της εφαρμογής διαφορετικών κριτηρίων διαχωρισμού, καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα» (31). Δεν αμφισβητείται ότι τούτο ισχύει όσον αφορά τις «προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου οι οποίες, μολονότι εφαρμόζονται χωρίς διάκριση λόγω ιθαγενείας, θίγουν κυρίως […] ή στη μεγάλη πλειονότητά τους τους διακινουμένους εργαζομένους […], καθώς και [όσον αφορά τις] αδιακρίτως εφαρμοζόμενες προϋποθέσεις των οποίων η πλήρωση είναι ευκολότερη για τους ημεδαπούς εργαζομένους απ’ ό,τι για τους διακινουμένους εργαζομένους, ή οι οποίες ενέχουν τον κίνδυνο να λειτουργήσουν σε βάρος ειδικά των διακινουμένων εργαζομένων» (32), χωρίς η ως άνω διαφορετική μεταχείριση να δικαιολογείται αντικειμενικώς (33).

138. Πάντως, είναι προφανές ότι η προϋπόθεση κατοικίας στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους της οποίας η πλήρωση είναι αναγκαία για την κτήση του δικαιώματος να καταβληθούν υπέρ του δικαιούχου οι εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως κατά το άρθρο 44 του SGB XI, έστω και αν εφαρμόζεται αδιακρίτως, πλήττει ιδιαιτέρως μια συγκεκριμένη κατηγορία διακινουμένων εργαζομένων, ήτοι τους μεθοριακούς εργαζομένους.

139. Επί πλέον, από τη δικογραφία δεν συνάγεται κανένα στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ κατοίκων ημεδαπής και κατοίκων αλλοδαπής όσον αφορά το δικαίωμα να καταβληθούν υπέρ του δικαιούχου οι εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως κατά το άρθρο 44 του SGB XI.

140. Επομένως, ένα τέτοιο μέτρο πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση και ότι, ως εκ τούτου, αντιβαίνει στο άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ και στο άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68.

141. Κατά συνέπεια, πρέπει να συναχθεί ότι, όσον αφορά την υπόθεση C-31/02 και υπό τις περιστάσεις της εν λόγω υποθέσεως, το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ και το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 απαγορεύουν την εφαρμογή διατάξεως όπως αυτή του άρθρου 3 του SGB IV, η οποία εξαρτά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 44 του SGB XI από την προϋπόθεση να κατοικεί ο δικαιούχος στο γερμανικό έδαφος.

V –    Πρόταση

142. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Sozialgericht Hannover στην υπόθεση C-502/01 και το Sozialgericht Aachen στην υπόθεση C-31/02 ως εξής:

«1)      Ένα άτομο το οποίο έχει ασφάλιση περιθάλψεως σύμφωνα με το βιβλίο ΧΙ του Sozialgesetzbuch υπάγεται στην έννοια του “εργαζομένου” κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996, ακριβώς όπως υπάγεται στην έννοια αυτή ένα άτομο το οποίο ασκεί δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως κατά το άρθρο 19 του βιβλίου XI του Sozialgesetzbuch και το οποίο, ως εκ τούτου, είναι ασφαλισμένο σε ένα από τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως που μνημονεύονται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71.

2)      Η καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως υπέρ του ατόμου που παρέχει περίθαλψη κατ’ οίκον, η οποία βαρύνει τον φορέα ασφαλίσεως περιθάλψεως σύμφωνα με το άρθρο 44 του βιβλίου XI του Sozialgesetzbuch, συνιστά παροχή εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας υπέρ του ασφαλισμένου στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.

3)      Όσον αφορά την υπόθεση C-502/01 και υπό τις περιστάσεις της εν λόγω υποθέσεως, το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71 απαγορεύει την άρνηση του αρμόδιου φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως να καταβάλει παροχή όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 44 του βιβλίου XI του Sozialgesetzbuch για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα κατοικεί στην αλλοδαπή.

4)      Όσον αφορά την υπόθεση C-31/02 και υπό τις περιστάσεις της εν λόγω υποθέσεως, ούτε το άρθρο 3 ούτε το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71 απαγορεύουν την άρνηση του αρμόδιου φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως να καταβάλει παροχή όπως αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 44 του βιβλίου ΧΙ του Sozialgesetzbuch για τον λόγο ότι η προσφεύγουσα κατοικεί στην αλλοδαπή.

5)      Ένα άτομο, όπως η προσφεύγουσα στην υπόθεση C-31/02, το οποίο ασκεί πραγματική και αποτελεσματική δραστηριότητα παροχής περιθάλψεως υπέρ ενός άλλου ατόμου και υπό τη διεύθυνση του τελευταίου, είναι εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 39 ΕΚ.

6)      Όσον αφορά την υπόθεση C-31/02 και υπό τις περιστάσεις της εν λόγω υποθέσεως, το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ και το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, απαγορεύουν την εφαρμογή διατάξεως όπως αυτή του άρθρου 3 του βιβλίου IV του Sozialgesetzbuch, η οποία εξαρτά την καταβολή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 44 του βιβλίου XI του Sozialgesetzbuch από την προϋπόθεση να κατοικεί ο δικαιούχος στο γερμανικό έδαφος.»


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2 – ΕΕ ειδ. έκδ. 005/001, σ. 33.


3 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73· η πλέον πρόσφατη ενοποιημένη έκδοση δημοσιεύθηκε στο τεύχος EE 1997, L 28, σ. 1.


4 – Όπως τα άτομα αυτά ορίζονται στο άρθρο 14 SGB XI.


5 – Συνταξιοδοτική ασφάλιση εκ του νόμου.


6 – Κοινές διατάξεις για την κοινωνική ασφάλιση.


7 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 15.


8 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-475/99, Ambulanz Glöckner (Συλλογή 2001, σ. I-8089, σκέψη 10), και της 22ας Μαΐου 2003, C-462/99, Connect Austria (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 71). Η υπογράμμιση δική μου.


9 – Βλ. απόφαση της 3ης Μαΐου 1990, C-2/89, Kits Van Heijningen (Συλλογή 1990, σ. I-1755, σκέψεις 8 έως 10)· απόφαση της 12ης Ιουνίου 1997, C-266/99, Merino Garcia (Συλλογή 1997, σ. I-3279, σκέψη 22), και, υπό το καθεστώς ισχύος του κανονισμού 3 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων, βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 19ης Μαρτίου 1964, 75/63, Unger (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1069, σκέψη 1).


10 – Απόφαση Kits Van Heijningen, προπαρατεθείσα, σκέψη 9. Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Tesauro στην ίδια υπόθεση, σημεία 15 και 16.


11 – Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1998, C-160/96, Molenaar (Συλλογή 1998, σ. I-843, σκέψεις 20 έως 25).


12 – Απόφαση Molenaar, προπαρατεθείσα, σκέψη 24.


13 – Προπαρατεθείσα, σκέψεις 20 έως 25.


14 – Βλ. τις αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. I-4839, σκέψη 15), και Molenaar, προπαρατεθείσα, σκέψη 20. Βλ., κατ’ αναλογίαν, τις προγενέστερες αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψεις 12 έως 14), και 122/84, Scrivner (Συλλογή 1985, σ. 1027, σκέψεις 19 έως 21).


15 – Προπαρατεθείσα, σκέψη 25.


16 – Απόφαση Molenaar, προπαρατεθείσα, σκέψη 35.


17 – Απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, C-73/99, Movrin (Συλλογή 2000, σ. I-5625).


18 – Απόφαση Molenaar, προπαρατεθείσα, σκέψη 39.


19 – Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2002, C-255/99, Humer (Συλλογή 2002, σ. I-1205).


20 – Αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1979, 237/78, Toia (Συλλογή τόμος 1979/II, σ. 293, σκέψη 12), και της 25ης Ιουνίου 1997, C-131/96, Mora Romero (Συλλογή 1997, σ. I-.3659, σκέψη 32).


21 – Αποφάσεις της 26ης Μαρτίου 1976, 103/75, Aulich (Συλλογή τόμος 1976, σ. 289, σκέψη 7), και της 6ης Ιουλίου 2000, C-73/99, Movrin, προπαρατεθείσα, σκέψη 41.


22 – Η υπογράμμιση δική μου.


23 – Άρθρο 1, στοιχείο ι΄, του κανονισμού 1408/71.


24 – Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982, 53/81, Levin (Συλλογή 1982, σ. 1035, σκέψη 17).


25 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Ιουλίου 1986, 66/85, Lawrie-Blum (Συλλογή 1986, σ. 2121, σκέψη 16).


26 – Ibidem. Βλ. επίσης απόφαση της 3ης Ιουνίου 1986, 139/85, Kempf (Συλλογή 1986, σ. 1741, σκέψη 13).


27 – Απόφαση Lawrie-Blum, προπαρατεθείσα, σκέψη 17.


28 – Απόφαση Kempf, προπαρατεθείσα, σκέψη 14.


29 – Απόφαση Levin, προπαρατεθείσα, σκέψη 17· βλ. επίσης, υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Kempf, προπαρατεθείσα, σκέψεις 13 έως 16.


30 – Απόφαση της 12ης Μαΐου 1998, C-85/96, Martinez Sala (Συλλογή 1998, σ. I-2691, σκέψη 25)· υπ’ αυτήν την έννοια, βλ. απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψη 20).


31 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 152/73, Sotgiu (Συλλογή τόμος 1974, σ. 87, σκέψη 11)· της 15ης Ιανουαρίου 1986, 41/84, Pinna (Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 23)· της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-27/91, Le Manoir (Συλλογή 1991, σ. I-5531, σκέψη 10)· της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C-419/92, Scholz (Συλλογή 1994, σ. I-505, σκέψη 7)· της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-151/94, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1995, σ. I-3685, σκέψη 14)· της 23ης Μαΐου 1996, C-237/94, O’Flynn (Συλλογή 1996, σ. I-2617, σκέψη 17)· της 12ης Σεπτεμβρίου 1996, C-278/94, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1996, σ. I-4307, σκέψη 27)· της 12ης Ιουνίου 1997, C-266/95, Merino Garcia (Συλλογή 1997, σ. I-3279, σκέψη 33), και της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-411/98, Ferlini (Συλλογή 2000, σ. I-8081, σκέψη 57).


32 – Απόφαση O'Flynn, προπαρατεθείσα, σκέψη 18. Βλ., υπ' αυτήν την έννοια, τις αποφάσεις Pinna, προπαρατεθείσα, σκέψη 23, και Merino Garcia, προπαρατεθείσα, σκέψη 33.


33 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση Ferlini, προπαρατεθείσα, σκέψη 59.