Διάταξη του Πρωτοδικείου (τέταρτο τμήμα) της 10ης Ιουλίου 2001. - Werner F. Edlinger κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Προσφυγή κατά παραλείψεως - Παραλείψεις που δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής - Απαράδεκτο. - Υπόθεση T-191/00.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα II-01961
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
ροσφυγή κατά παραλείψεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - αραλείψεις δεκτικές προσφυγής - αράλειψη λήψεως αποφάσεως επί των μέτρων που έλαβαν οι κυβερνήσεις των δεκατεσσάρων λοιπών κρατών μελών κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας και μη απαίτηση της άμεσης ανάκλησης των μέτρων αυτών - Απαράδεκτο
(Άρθρο 232, εδ. 3, ΕΚ)
$$Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να προσφεύγουν στον κοινοτικό δικαστή βάσει του άρθρου 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ παρά μόνον όταν αντικείμενο της προσφυγής είναι να αναγνωριστεί ότι ένα από τα κοινοτικά όργανα παρέλειψε, κατά παραβίαση της Συνθήκης, να εκδώσει πράξη, εκτός συστάσεως ή γνώμης, της οποίας είναι δυνητικοί αποδέκτες ή την οποία θα μπορούσαν να προσβάλουν με προσφυγή ακυρώσεως.
Είναι, συνεπώς, απαράδεκτη η προσφυγή κατά παραλείψεως που άσκησε φυσικό πρόσωπο με σκοπό να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή, μη λαμβάνοντας θέση επί των μέτρων που έλαβαν οι κυβερνήσεις των δεκατεσσάρων λοιπών κρατών μελών κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας και μη απαιτώντας την άμεση ανάκληση των μέτρων αυτών, παρέλειψε να αποφανθεί κατά παραβίαση της Συνθήκης.
( βλ. σκέψεις 20, 23, 25 )
Στην υπόθεση T-191/00,
Werner F. Edlinger, κάτοικος Βιέννης (Αυστρία), εκπροσωπούμενος από τον F. Frisch, avocat,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον U. Wölker και τον C. Ladenburger, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε να ενεργήσει κατά των μέτρων που έλαβαν στις 31 Ιανουαρίου 2000 κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας οι αρχηγοί των κρατών ή κυβερνήσεων των δεκατεσσάρων λοιπών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Mengozzi, ρόεδρο, V. Tiili και R. Μ. Moura Ramos, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1 Με διακήρυξη της 31ης Ιανουαρίου 2000 η πορτογαλική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως πληροφόρησε τον ρόεδρο και τον Καγγελάριο της Δημοκρατίας της Αυστρίας ότι οι αρχηγοί των κρατών ή κυβερνήσεων των δεκατεσσάρων κρατών μελών (στο εξής: δεκατέσσερα κράτη μέλη) συμφώνησαν να λάβουν τα ακόλουθα μέτρα, στην περίπτωση που στη νέα Αυστριακή Κυβέρνηση θα μετείχε το Freiheitlichen Partei Österreichs (FPÖ):
- οι κυβερνήσεις των δεκατεσσάρων κρατών μελών δεν θα ανέπτυσσαν ούτε θα δέχονταν επίσημες διμερείς επαφές σε πολιτικό επίπεδο με την κυβέρνηση αυτή·
- καμία στήριξη δεν θα δινόταν στις αυστριακές υποψηφιότητες για θέσεις σε διεθνείς οργανισμούς·
- οι αυστριακοί πρέσβεις θα γίνονταν δεκτοί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες μόνο σε τεχνικό επίπεδο.
Επιπλέον, ο ρωθυπουργός και ο Υπουργός Εξωτερικών της ορτογαλίας πληροφόρησαν τις αυστριακές αρχές ότι δεν θα υπήρχε καμία κανονική διμερής εμπορική σχέση με κυβέρνηση στην οποία θα μετείχε το FPÖ.
2 Στις 4 Φεβρουαρίου 2000 σχηματίστηκε νέα Αυστριακή Κυβέρνηση στην οποία μετείχε το FPÖ.
3 Στις 2 Μαρτίου 2000 ο W. F. Edlinger, Αυστριακός υπήκοος (στο εξής: προσφεύγων), απηύθυνε έκκληση σε διάφορους αποδέκτες, μεταξύ των οποίων διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής, «να αποδοκιμάσουν δημόσια κάθε προηγούμενη καταδίκη, διακριτική μεταχείριση και αποκλεισμό της Αυστρίας, των εκπροσώπων της και των πολιτών της, καθώς και τη γελοιοποίησή τους και να απαιτήσουν την άμεση ανάκληση των μέτρων αυτών που αντιβαίνουν στο ευρωπαϊκό πνεύμα».
4 Με έγγραφο της 9ης Μαρτίου 2000 η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής απάντησε στον προσφεύγοντα ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ροέδρου της Prodi κατά την ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 2 Φεβρουαρίου 2000, η Επιτροπή, αφενός, θα συνέχιζε να συνεργάζεται με τη Δημοκρατία της Αυστρίας όπως με όλα τα κράτη μέλη και, αφετέρου, θα εκπλήρωνε την αποστολή της που συνίσταται στο να εγγυάται την τήρηση των θεμελιωδών αρχών του κράτους δικαίου με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα.
5 Στις 6 Απριλίου 2000 ο προσφεύγων απηύθηνε έγγραφο απευθείας στον ρόεδρο της Επιτροπής. Με το έγγραφο αυτό ο προσφεύγων, αφού χαρακτήρισε απολύτως ανεπαρκή την απάντηση της 9ης Μα_ου 2000 της Επιτροπής και υπογράμμισε τον παράνομο χαρακτήρα των μέτρων που είχαν λάβει οι κυβερνήσεις των δεκατεσσάρων κρατών μελών κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας, καθιστούσε τον ρόεδρο της Επιτροπής υπερήμερο ζητώντας του «να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις [του] και την αποστολή που [του] είχε ανατεθεί». Τέλος, κατέληγε ζητώντας την έκδοση «αποφάσεως [...] περί αμέσου άρσεως των παρανόμων μέτρων, αλλά και την έκφραση συγγνώμης [από] τους εκπροσώπους και το σύνολο του πληθυσμού της Αυστρίας».
6 Στις 22 Μα_ου 2000 ο προσφεύγων έστειλε ανοικτή επιστολή στον ρόεδρο της Επιτροπής με την οποία, αφού επαναλάμβανε διάφορα αποσπάσματα της επιστολής του της 6ης Απριλίου 2000, κατέληγε ως εξής:
«Υπ' αυτές τις συνθήκες, εμείς, οι Αυστριακοί, θεωρούμε ότι καθήκον της Επιτροπής, ως φύλακα των Συνθηκών, είναι να παρέμβει και ότι έπρεπε να το είχε πράξει προ πολλού.
Αναμένουμε όχι μόνον την έκδοση αποφάσεως - η οποία έπρεπε να είχε ληφθεί προ πολλού - περί αμέσου άρσεως των παρανόμων μέτρων (χωρίς μουσική υπόκρουση τύπου "monitoring"), αλλά και την έκφραση συγγνώμης προς τους εκπροσώπους μας και το σύνολο του πληθυσμού της Αυστρίας!
Σας πληροφορούμε επίσης ότι έχουμε την πρόθεση να ζητήσουμε αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε από τα δεκατέσσερα κράτη μέλη που ενέχονται για παραβίαση του δικαίου και από την παθητικότητα της Επιτροπής (αιτίαση παραλείψεως) και να επιτύχουμε την επιστροφή των εξόδων στα οποία υποβληθήκαμε προκειμένου να εναντιωθούμε στα παράνομα μέτρα (έξοδα για να περιοριστεί η έκταση της ζημίας και να εξαφανιστεί)!»
7 Το έγγραφο της 22ας Μα_ου 2000 επαναλάμβανε, εξάλλου, το κείμενο της εκκλήσεως της 2ας Μαρτίου 2000, με έγγραφο, ως παράρτημα, περιέχον, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διακηρύξεις:
«Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τα δεκατέσσερα κράτη μέλη παρέβησαν το άρθρο 5 ΕΕ.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τα δεκατέσσερα κράτη μέλη παρέβησαν το άρθρο 6, παράγραφος 2, ΕΕ.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και τα δεκατέσσερα κράτη μέλη, παρέβησαν τους κανόνες διαδικασίας που καθιερώνει το άρθρο 7 ΕΕ.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ως φύλακας των Συνθηκών (αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 211 [ΕΚ]), παρέλειψε να ασκήσει επί περισσότερο από τρεις μήνες προσφυγή λόγω παραβάσεως (άρθρο 226 [ΕΚ]) κατά των δεκατεσσάρων κρατών μελών, παρά το σχετικό αίτημα της Αυστριακής Κυβερνήσεως.
Ζητούμε επιμόνως από την Αυστριακή Κυβέρνηση να επικαλεστεί το άρθρο 227 [ΕΚ] και να ασκήσει προσφυγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων!»
8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 24 Ιουλίου 2000 ο προσφεύγων άσκησε, βάσει του άρθρου 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, την παρούσα προσφυγή κατά παραλείψεως.
9 Με χωριστό δικόγραφο η Επιτροπή υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατ' εφαρμογή του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου. Ο προσφεύγων υπέβαλε παρατηρήσεις επί της ενστάσεως αυτής στις 6 Νοεμβρίου 2000.
Αιτήματα των διαδίκων
10 Με την ένσταση απαραδέκτου η καθής ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
- να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
11 Με τις γραπτές του παρατηρήσεις επί της ενστάσεως απαραδέκτου ο προσφεύγων ζητεί από το ρωτοδικείο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου.
Επί του παραδεκτού
12 Βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το ρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Το ρωτοδικείο εκτιμά ότι εν προκειμένω έχει πληροφορηθεί αρκετά από τα έγγραφα της δικογραφίας και ότι δεν υπάρχει λόγος να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
13 Με την ένσταση απαραδέκτου η Επιτροπή υπενθυμίζει, πρώτον, ότι, βάσει πάγιας νομολογίας, της ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως πρέπει να προηγείται ρητή υποβολή του θέματος στην κρίση του καθού οργάνου, διευκρινίζοντας την απόφαση την οποία, κατά τον προσφεύγοντα, το κοινοτικό όργανο έπρεπε να είχε λάβει δυνάμει του κοινοτικού δικαίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Μα_ου 1986, 25/85, Nuovo Campsider κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1531, σκέψη 8). Επιπλέον, από τη ρητή υποβολή του θέματος ενώπιον του κοινοτικού οργάνου πρέπει να προκύπτει ότι επιδιώκεται εξαναγκασμός του καθού κοινοτικού οργάνου να λάβει θέση (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουνίου 1986, 81/85 και 119/85, Usinor κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1777, σκέψη 15).
14 Στην υπό κρίση υπόθεση, ο προσφεύγων δεν διευκρίνισε σε κανένα από τα τρία έγγραφά του ποιο συγκεκριμένο μέτρο έπρεπε να είχε λάβει η Επιτροπή. Το έγγραφο της 2ας Μαρτίου 2000 περιέχει έκκληση γενικού χαρακτήρα. Το έγγραφο της 6ης Απριλίου 2000, με το οποίο ζητήθηκε η έκδοση αποφάσεως περί αμέσου άρσεως των παράνομων μέτρων και η έκφραση συγγνώμης προς τους εκπροσώπους και τον πληθυσμό της Δημοκρατίας της Αυστρίας, δεν συνιστά προδήλως πρόσκληση προς την Επιτροπή, καθότι αυτή δεν συμμετείχε στη διαδικασία θεσπίσεως των εν λόγω μέτρων. Τέλος, με το έγγραφο της 22ας Μα_ου 2000 ο προσφεύγων απλώς σημειώνει, σαν να εξέφραζε απλή γνώμη, ότι η Επιτροπή, ως φύλακας των Συνθηκών, υπεχρεούτο να ενεργήσει προ πολλού, χωρίς να διευκρινίζει ποια συγκεκριμένη μορφή έπρεπε να είχε λάβει η εν λόγω ενέργεια.
15 Ο προσφέυγων δεν διευκρινίζει εξάλλου με το δικόγραφο της προσφυγής ποια συγκεκριμένη απόφαση απαιτεί από την Επιτροπή. Απλώς σημειώνει ότι η Επιτροπή υπεχρεούτο να «λάβει μέτρα (αποφάσεις) για την άρση των κυρώσεων», χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει αν την καλεί να λάβει νομικά μέτρα - να κινήσει δηλαδή διαδικασίες λόγω παραβάσεως κατά των δεκατεσσάρων κρατών μελών - ή πολιτικά μέτρα.
16 Εν πάση περιπτώσει, τα τρία έγγραφα του προσφεύγοντος, τα οποία έστειλε ταυτόχρονα στην Επιτροπή και σε 130 άλλους αποστολείς, δεν δήλωναν την πρόθεση του να αναγκάσει το κοινοτικό αυτό όργανο να ενεργήσει με ένδικο μέσον.
17 Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα έγγραφα αυτά αποτελούν πρόσκληση για κίνηση διαδικασιών λόγω παραβάσεως κατά των δεκατεσσάρων κρατών μελών, η προσφυγή θα ήταν και πάλι απαράδεκτη, δεδομένου ότι η νομολογία του Δικαστηρίου έχει αποκλείσει το δικαίωμα των φυσικών και νομικών προσώπων να επικαλούνται το άρθρο 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή παρέλειψε να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ (απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 247/87, Star Fruit κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 291, σκέψεις 10 έως 14, διάταξη του Δικαστηρίου της 30ής Μαρτίου 1990, C-371/89, Emrich κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-1555, σκέψεις 4 έως 6).
18 Ο προσφεύγων, με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ισχυρίζεται ότι ζήτησε σαφώς από την Επιτροπή να ενεργήσει δυνάμει της υποχρεώσεως που ενέχει ως φύλακας των Συνθηκών χρησιμοποιώντας τα μέσα του άρθρου 249 ΕΚ. Συγκεκριμένα, η πρόσκληση να λάβει θέση κατά των μέτρων που έλαβαν οι κυβερνήσεις των δεκατεσσάρων κρατών μελών κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας, καθώς και η αίτηση προκειμένου η Επιτροπή να απαιτήσει την άμεση κατάργηση των μέτρων αυτών, ήταν, κατά τον προσφεύγοντα, επαρκώς σαφείς. Εν πάση περιπτώσει, η ενέργεια που ζήτησε από την Επιτροπή εμπίπτει στις έννοιες της «συστάσεως» και «γνώμης» που προβλέπει το άρθρο 249 ΕΚ.
19 Επιπλέον, ο προσφεύγων παρατηρεί ότι το άρθρο 226 ΕΚ δεν αφήνει κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στην Επιτροπή, επιβάλλοντάς της την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης, αν εκτιμά ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του. Ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι η διάταξη του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή «δύναται» να προσφύγει στο Δικαστήριο, αν το κράτος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός της ταχθείσας προθεσμίας, πρέπει να ερμηνευθεί ως υποχρέωση, δυνάμει του ρόλου της Επιτροπής ως φύλακα των Συνθηκών.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
20 Κατά πάγια νομολογία, τα φυσικά και νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να προσφεύγουν στον κοινοτικό δικαστή βάσει του άρθρου 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ παρά μόνον όταν αντικείμενο της προσφυγής είναι να αναγνωριστεί ότι ένα από τα κοινοτικά όργανα παρέλειψε, κατά παραβίαση της Συνθήκης, να εκδώσει πράξη, εκτός συστάσεως ή γνώμης, της οποίας είναι δυνητικοί αποδέκτες ή την οποία θα μπορούσαν να προσβάλουν με προσφυγή ακυρώσεως (διάταξη του ρωτοδικείου της 4ης Ιουλίου 1994, T-13/94, Century Oil Ελλάς κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-431, σκέψεις 13 και 14).
21 Στην υπό κρίση υπόθεση, οι καταλογιζόμενες στην Επιτροπή παραλείψεις, όπως εκτίθενται στις παρατηρήσεις του προσφεύγοντος επί της ενστάσεως απαραδέκτου, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές.
22 Συγκεκριμένα, εφόσον ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι ζήτησε από την Επιτροπή να εκδώσει πράξη εμπίπτουσα, εν πάση περιπτώσει, στις έννοιες της «συστάσεως» και «γνώμης», αρκεί η παρατήρηση ότι το άρθρο 232, τρίτο εδάφιο, ΕΚ αποκλείει ρητά τις συστάσεις και τις γνώμες από τις πράξεις των οποίων η παράλειψη διενεργείας μπορεί να διαπιστωθεί με προσφυγή κατά παραλείψεως.
23 Εφόσον ο προσφεύγων δηλώνει ότι κάλεσε την Επιτροπή να λάβει θέση κατά των μέτρων που έλαβαν οι κυβερνήσεις των δεκατεσσάρων κρατών μελών κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας και να απαιτήσει την άμεση ανάκληση των μέτρων αυτών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι πράξεις, η παράλειψη των οποίων καταλογίζεται στην Επιτροπή, απευθύνονταν γενικώς στο κοινό και/ή στις κυβερνήσεις των δεκατεσσάρων κρατών μελών. Ο προσφεύγων δεν είναι συνεπώς ο δυνητικός αποδέκτης.
24 Επιπλέον, οι εν λόγω πράξεις δεν αφορούσαν ατομικά τον προσφεύγοντα λόγω ορισμένων ξεχωριστών ιδιοτήτων ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τον χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τον εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων, όπως δηλώνει με το δικόγραφό του της προσφυγής, υπέστη ορισμένες έμμεσες συνέπειες από τα μέτρα που ελήφθησαν κατά της Δημοκρατίας της Αυστρίας, καθότι κατά τη διάρκεια επισκέψεώς του στις Βρυξέλλες ένας οδηγός ταξί αρνήθηκε να τον μεταφέρει στο κέντρο της πόλης λόγω της ιθαγένειάς του, δεν συνιστά προδήλως τέτοια κατάσταση.
25 Συνεπώς, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το ρωτοδικείο επί του ζητήματος αν τα έγγραφα του προσφεύγοντος της 2ας Μαρτίου 2000, της 6ης Απριλίου 2000 και της 22ας Μα_ου 2000 συνιστούν ρητή υποβολή του θέματος στην Επιτροπή, η παρούσα προσφυγή πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου.
27 Εφόσον ο προσφεύγων ηττήθηκε, επιβάλλεται η καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.