62000J0334

Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 2002. - Fonderie Officine Meccaniche Tacconi SpA κατά Heinrich Wagner Sinto Maschinenfabrik GmbH (HWS). - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Corte suprema di cassazione - Ιταλία. - Σύμβαση των Βρυξελλών - ΄Αρθρο 5, σημεία 1 και 3 - Ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας - Προσυμβατική ευθύνη. - Υπόθεση C-334/00.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-07357


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων - Ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας - Διεθνής δικαιοδοσία «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» - Έννοια - Αγωγή λόγω προσυμβατικής ευθύνης στηριζόμενη στην παραβίαση κανόνων δικαίου κατά τις διαπραγματεύσεις με σκοπό την κατάρτιση συμβάσεως - Εμπίπτει

(Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, άρθρο 5, σημ. 3)

Περίληψη


$$Υπό περιστάσεις χαρακτηριζόμενες από την έλλειψη ελευθέρως αναληφθεισών δεσμεύσεων εκ μέρους συμβαλλομένου έναντι αντισυμβαλλομένου, επ' ευκαιρία των διαπραγματεύσεων με σκοπό την κατάρτιση συμβάσεως, και από την ενδεχόμενη παραβίαση κανόνων δικαίου, ιδίως εκείνου που επιβάλλει στους συμβαλλομένους να ενεργούν καλοπίστως στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων αυτών, η αγωγή, στα πλαίσια της οποίας προβάλλεται η προσυμβατική ευθύνη του εναγομένου, εμπίπτει στην κατηγορία των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας.

( βλ. σκέψη 27 και διατακτ. )

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-334/00,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte suprema di cassazione (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, δυνάμει του ρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Fonderie Officine Meccaniche Tacconi SpA

και

Heinrich Wagner Sinto Maschinenfabrik GmbH (HWS),

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, σημεία 1 και 3, της προπαρατεθείσας Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 20), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 388, σ. 1) και με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 285, σ. 1),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, N. Colneric και S. von Bahr, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, J.-P. Puissochet, Μ. Wathelet, R. Schintgen, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή) και C. W. A. Timmermans, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed

γραμματέας: R. Grass

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- η Fonderie Officine Meccaniche Tacconi SpA, εκπροσωπούμενη από τον F. Franchi, avvocato,

- η Heinrich Wagner Sinto Maschinenfabrik GmbH (HWS), εκπροσωπούμενη από τους Μ. P. Ginelli, avvocato, και R. Rudek, Rechtsanwalt,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους A.-Μ. Rouchaud και G. Bisogni,

έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 2002,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 9ης Ιουνίου 2000, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Σεπτεμβρίου 2000, το Corte suprema di cassazione υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του ρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, σημεία 1 και 3, αυτής της συμβάσεως (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 20), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 388, σ. 1) και με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας (ΕΕ L 285, σ. 1, στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών).

2 Τα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας ιταλικού δικαίου Fonderie Officine Meccaniche Tacconi SpA (στο εξής: Tacconi), με έδρα την Perugia (Ιταλία), και της εταιρίας γερμανικού δικαίου Heinrich Wagner Sinto Maschinenfabrik GmbH (στο εξής: HWS), με έδρα την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με αντικείμενο την εκ μέρους της HWS καταβολή αποζημιώσεως στην Tacconi λόγω της φερόμενης ζημίας που υπέστη η δεύτερη εν συνεχεία της αθετήσεως από την πρώτη των υποχρεώσεων εντιμότητας και καλής πίστεως που ισχύουν στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση συμβάσεως.

Το νομικό πλαίσιο

Η Σύμβαση των Βρυξελλών

3 Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως ορίζει τα εξής:

«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Συμβάσεως, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

4 Το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών διευκρινίζει:

«ρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος:

1) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή [...]

[...]

3) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός·

[...]».

Το εθνικό δίκαιο

5 Το άρθρο 1337 του codice civile (στο εξής: ιταλικός αστικός κώδικας) ορίζει ότι, στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως και της καταρτίσεως συμβάσεως, τα μέρη οφείλουν να ενεργούν καλοπίστως.

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

6 Η Tacconi ενήγαγε στις 23 Ιανουαρίου 1996 ενώπιον του Tribunale di Perugia την HWS προκειμένου να αναγνωριστεί η μη σύναψη, μεταξύ της HWS και της εταιρίας leasing B. N. Commercio e Finanza SpA (στο εξής: ΒΝ), συμβάσεως πωλήσεως αφορώσας εγκατάσταση προπλασμάτων, ενώ οι BN και Tacconi είχαν ήδη συνάψει, με τη συναίνεση της HWS, σύμβαση leasing με αντικείμενο την ανωτέρω εγκατάσταση. Κατά την Tacconi, η σύμβαση μεταξύ HWS και BN δεν είχε συναφθεί λόγω της αδικαιολόγητης αρνήσεως της HWS να χωρήσει στην πώληση και της ως εκ τούτου μη τηρήσεως των υποχρεώσεων εντιμότητας και καλής πίστεως που όφειλε να επιδείξει. Η HWS προσέβαλε με τον τρόπο αυτό τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της Tacconi, η οποία είχε υπολογίσει στη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως. Κατόπιν αυτού, η Tacconi αξίωσε την καταδίκη της HWS στην αποκατάσταση του συνόλου της φερομένης ως προκληθείσας ζημίας, η αξία της οποίας είχε υπολογισθεί σε 3 000 000 000 ιταλικές λίρες (ITL).

7 Στα πλαίσια των αμυντικών ισχυρισμών της, η HWS επικαλέστηκε την έλλειψη δικαιοδοσίας του Ιταλού δικαστή λόγω ρήτρας περί διαιτησίας και, επικουρικώς, λόγω της εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Επί της ουσίας, ζήτησε την απόρριψη του αιτήματος της Tacconi και, «όλως επικουρικώς και υπό τύπον ανταγωγής», την καταδίκη της στην καταβολή ποσού ύψους 450 248,36 γερμανικών μάρκων (DEM).

8 Με αίτηση που κοινοποιήθηκε στις 16 Μαρτίου 1999, η Tacconi ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 41 του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, το οποίο αφορά τις προδικαστικές αποφάσεις επί θεμάτων δικαιοδοσίας, από το Corte suprema di cassazione να αναγνωρίσει ότι αρμόδιο να επιληφθεί της διαφοράς της κύριας δίκης είναι το ιταλικό δικαστήριο. Σύμφωνα με την εταιρία, δεν επετεύχθη συμφωνία μεταξύ της ιδίας και της HWS επειδή κάθε πρότασή της ακολουθούσε μη ενδεδειγμένη απάντηση. Η Tacconi επικαλέστηκε ως εκ τούτου προσυμβατική ευθύνη της HWS βάσει του άρθρου 1337 του ιταλικού αστικού κώδικα και υποστήριξε ότι, δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ως «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» πρέπει να εννοείται και ο τόπος όπου σημειώνεται η μείωση των περιουσιακών στοιχείων του προσώπου που ισχυρίζεται ότι ζημιώθηκε. Άρα, τόπος όπου έλαβε χώρα η απώλεια περιουσιακών στοιχείων στα πλαίσια της κύριας δίκης είναι η Perugia όπου έχει την έδρα της η Tacconi.

9 Με τη διάταξή του περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών κριτήριο ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας δεν εφαρμόζεται προφανώς επί της προσυμβατικής ευθύνης, η οποία δεν απορρέει από τη μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως. Λαμβάνοντας υπόψη τη μη σύναψη συμβάσεως, δεν συντρέχει παρόμοια υποχρέωση στην περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης.

10 Εκτιμώντας ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας, ήταν αναγκαία η ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το Corte suprema di cassazione αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Ερωτάται αν η ένδικη διαφορά, αντικείμενο της οποίας είναι η αναγνώριση της προσυμβατικής ευθύνης του εναγομένου, εμπίπτει στην κατηγορία των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας (άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών).

2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ερωτάται αν η ένδικη διαφορά εμπίπτει στην κατηγορία των διαφορών εκ συμβάσεως (άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών) και, σε καταφατική περίπτωση, ποια είναι "η παροχή που αποτελεί τη βάση της αξιώσεως".

3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ερωτάται επί της ως άνω ένδικης διαφοράς τυγχάνει εφαρμογής μόνον το γενικό κριτήριο της κατοικίας του εναγομένου.»

Επί του πρώτου ερωτήματος

11 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η αγωγή, στα πλαίσια της οποίας γίνεται επίκληση της προσυμβατικής ευθύνης του εναγομένου, εμπίπτει στην κατηγορία των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.

αρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου

12 Επικαλούμενες τη νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 189/87, Καλφέλης, Συλλογή 1988, σ. 5565, της 26ης Μαρτίου 1992, C-261/90, Reichert και Kockler, Συλλογή 1992, σ. Ι-2149, και της 17ης Ιουνίου 1992, C-26/91, Handte, Συλλογή 1992, σ. Ι-3967), η Tacconi και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η προσυμβατική ευθύνη εμπίπτει στην κατηγορία των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας ως εκ του ότι δεν εκπηγάζει από ελευθέρως αναληφθείσες από συμβαλλόμενο έναντι αντισυμβαλλομένου δεσμεύσεις.

13 Κατά την Tacconi, είναι όλως πρόδηλον ότι, κατά την προσυμβατική φάση, ενόσω η σύμβαση δεν έχει ακόμη καταρτιστεί, ουδείς συμβατικός δεσμός υφίσταται ικανός να δεσμεύει αμοιβαίως τα μέρη, οπότε δεν νοείται ότι γεννάται παρόμοιος δεσμός.

14 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου, είναι εφικτή η διατύπωση γενικής αρχής, σύμφωνα με την οποία όλες οι κατά τη Σύμβαση των Βρυξελλών αξιώσεις με τις οποίες διώκεται η διαπίστωση της ευθύνης του εναγομένου προσφέρονται σε κάθε περίπτωση για την εφαρμογή ενός εκ των δύο κριτηρίων ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, όπως προβλέπει το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, της Συμβάσεως.

15 Η Επιτροπή συνάγει ότι οι αφορώσες την προσυμβατική ευθύνη διαφορές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών δοθέντος ότι, αφενός, η στηριζόμενη στην προσυμβατική ευθύνη του εναγομένου αγωγή έχει εξ ορισμού ως αίτημα τη διαπίστωση της ευθύνης του και ότι, αφετέρου, η ευθύνη αυτή δεν θεμελιώνεται σε ελευθέρως αναληφθείσες δεσμεύσεις εκ μέρους του εναγομένου έναντι του ενάγοντος αλλά σε υποχρεώσεις συμπεριφοράς που καθιστά επιβεβλημένη, κατά τρόπο περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένο, πηγή ξένη προς τα δεσμευόμενα, στα πλαίσια της προσυμβατικής σχέσεως, μέρη.

16 Αντιθέτως, η HWS υποστηρίζει ότι η προσυμβατική ευθύνη ενέχει διαφορετική φύση από εκείνη της ευθύνης εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας. Αφορά κάθε πρόσωπο που παραβιάζει τον γενικό κανόνα περί απαγορεύσεως της βλάβης τρίτου και περί προσβολής των αποκαλουμένων «απολύτων» δικαιωμάτων.

17 Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να καταλογίζεται προσυμβατική ευθύνη παρά μόνο σε πρόσωπο που διατηρεί ειδικό δεσμό με τον θιγόμενο, ήτοι δεσμό απορρέοντα από τη διαπραγμάτευση συμβάσεως. Επομένως, σε αντίθεση προς τις εφαρμοστέες επί αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας αρχές, η εκτίμηση της προσυμβατικής ευθύνης δεν μπορεί να αγνοεί το περιεχόμενο της διαπραγματεύσεως.

18 Επί πλέον, υποστηρίζοντας ότι, στα πλαίσια της κύριας δίκης, δεν μπορεί να εφαρμόζεται ούτε το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δεδομένου ότι η αξίωση της Tacconi εδράζεται στην υπόθεση ότι δεν συνήφθη καμία σύμβαση, η HWS υποστηρίζει ότι η προσυμβατική δεν είναι ούτε ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας ούτε συμβατική ευθύνη και ότι, συνακόλουθα, τα γερμανικά δικαστήρια είναι αρμόδια να επιληφθούν της υποθέσεως της κύριας δίκης κατ' εφαρμογή της γενικής διατάξεως του άρθρου 2 της Συμβάσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

19 ροκαρκτικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 1983, 34/82, Peters, Συλλογή 1983, σ. 987, σκέψεις 9 και 10, προαναφερθείσα απόφαση Reichert και Kockler, σκέψη 15, και προαναφερθείσα απόφαση Handte, σκέψη 10), οι έννοιες της «διαφοράς εκ συμβάσεως» και «εξ αδικοπραξίας», κατά το άρθρο 5, σημεία 1 και 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, με αναφορά κυρίως στο σύστημα και τους σκοπούς της εν λόγω συμβάσεως. Επομένως, οι έννοιες αυτές δεν νοούνται ως απλές παραπομπές στο εσωτερικό δίκαιο του ενός ή του ετέρου των ενδιαφερομένων συμβαλλομένων κρατών.

20 ράγματι, η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη που δύναται να διασφαλίσει την ομοιόμορφη εφαρμογή της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ο στόχος της οποίας έγκειται, ιδίως, στην ενοποίηση των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών και στην ενίσχυση της έννομης προστασίας των εγκατεστημένων στην Κοινότητα προσώπων, παρέχοντας τη δυνατότητα, αφενός, στον ενάγοντα να εντοπίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να προσφύγει και, αφετέρου, στον εναγόμενο να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί (βλ. αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1997, C-295/95, Farrell, Συλλογή 1997, σ. Ι-1683, σκέψη 13, και της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-256/00, Besix, Συλλογή 2002, σ. Ι-1737, σκέψεις 25 και 26).

21 Όπως έκρινε το Δικαστήριο, η έννοια της «ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», κατά το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών εμπεριέχει οποιαδήποτε αξίωση θέτουσα ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και μη αφορώσα «διαφορές εκ συμβάσεως», κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως (προαναφερθείσες αποφάσεις Καλφέλης, σκέψη 18, και Reichert και Kockler, σκέψη 16, καθώς και απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-51/97, Réunion européenne κ.λπ., Συλλογή 1998, σ. Ι-6511, σκέψη 22).

22 Επί πλέον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, καίτοι το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν απαιτεί τη σύναψη συμβάσεως, πάντως, είναι αναγκαίος για την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως ο εντοπισμός παροχής, δεδομένου ότι η δικαιοδοσία επί διαφορών εκ συμβάσεως του εθνικού δικαστηρίου προσδιορίζεται με γνώμονα τον τόπο όπου εκπληρώθηκε ή πρέπει να εκπληρωθεί η αποτελούσα τη βάση της αξιώσεως παροχή.

23 Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της «διαφοράς εκ συμβάσεως», κατά το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αφορώσα κατάσταση, στα πλαίσια της οποίας δεν υφίσταται καμία ελευθέρως αναληφθείσα από συμβαλλόμενο δέσμευση έναντι αντισυμβαλλομένου (προαναφερθείσες αποφάσεις Handte, σκέψη 15, και Réunion européenne κ.λπ., σκέψη 17).

24 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ουδεμία υπήρξε δέσμευση ελευθέρως αναληφθείσα από την HWS έναντι της Tacconi.

25 Ενόψει των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης, η υποχρέωση αποκαταστάσεως της υποτιθέμενης ζημίας που προκύπτει από αδικαιολόγητη διακοπή των διαπραγματεύσεων δεν μπορεί παρά να είναι απόρροια της παραβιάσεως κανόνων δικαίου, ιδίως εκείνου που επιβάλλει στους συμβαλλομένους να ενεργούν καλοπίστως επ' ευκαιρία των διαπραγματεύσεων με σκοπό την κατάρτιση συμβάσεως.

26 Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απορρέουσα, ενδεχομένως, από τη μη σύναψη της συμβάσεως, αντικειμένου της αξιώσεως της αγωγής της κύριας δίκης, ευθύνη δεν μπορεί να είναι συμβατικής φύσεως.

27 Ενόψει του συνόλου των προεκτεθέντων, η απάντηση που προσήκει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, η οποία χαρακτηρίζεται από την έλλειψη ελευθέρως αναληφθεισών δεσμεύσεων εκ μέρους συμβαλλομένου έναντι αντισυμβαλλομένου, επ' ευκαιρία των διαπραγματεύσεων με σκοπό την κατάρτιση συμβάσεως, και από την ενδεχόμενη παραβίαση κανόνων δικαίου, ιδίως εκείνου που επιβάλλει στους συμβαλλομένους να ενεργούν καλοπίστως στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων αυτών, η αγωγή, στα πλαίσια της οποίας προβάλλεται η προσυμβατική ευθύνη του εναγομένου, εμπίπτει στην κατηγορία των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.

Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος

28 Λόγω της καταφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, παρέλκει η απάντηση επί των λοιπών ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

29 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με απόφαση της 9ης Ιουνίου 2000 το Corte suprema di cassazione, αποφαίνεται:

Υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, η οποία χαρακτηρίζεται από την έλλειψη ελευθέρως αναληφθεισών δεσμεύσεων εκ μέρους συμβαλλομένου έναντι αντισυμβαλλομένου, επ' ευκαιρία των διαπραγματεύσεων με σκοπό την κατάρτιση συμβάσεως, και από την ενδεχόμενη παραβίαση κανόνων δικαίου, ιδίως εκείνου που επιβάλλει στους συμβαλλομένους να ενεργούν καλοπίστως στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων αυτών, η αγωγή, στα πλαίσια της οποίας προβάλλεται η προσυμβατική ευθύνη του εναγομένου, εμπίπτει στην κατηγορία των ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας.