62000J0123

Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 5ης Απριλίου 2001. - Ποινική δίκη κατά Christina Bellamy και English Shop Wholesale SA, αστικώς υπεύθυνης. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal de première instance de Bruxelles - Βέλγιο. - Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Διάθεση άρτου στο εμπόριο - Διαφήμιση τροφίμων. - Υπόθεση C-123/00.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I-02795


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - οσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο προϊόντων αρτοποιίας των οποίων η περιεκτικότητα σε αλάτι είναι ανώτερη του 2 % - Δεν επιτρέπεται - Δικαιολόγηση - ροστασία της δημοσίας υγείας - Δεν υφίσταται

(Άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ)

2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - οσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Εθνική ρύθμιση απαγορεύουσα τη διαφήμιση που δίνει στα τρόφιμα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ όλα τα ομοειδή τρόφιμα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά - Επιτρέπεται

(Άρθρο 28 ΕΚ)

Περίληψη


1. Η εφαρμογή ρύθμισης κράτους μέλους, η οποία απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο άρτου και άλλων προϊόντων αρτοποιίας των οποίων η περιεκτικότητα σε αλάτι, υπολογιζόμενη επί ξηράς ουσίας, υπερβαίνει το μέγιστο όριο του 2 %, σε προϊόντα που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ, ο οποίος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογείται από την προστασία της δημόσιας υγείας βάσει του άρθρου 30 ΕΚ.

( βλ. σκέψη 12, διατακτ. 1 )

2. Το άρθρο 28 ΕΚ δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει τη δημιουργία της εντυπώσεως ότι το προϊόν που φέρει το σχετικό σήμα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, στον βαθμό που η οικεία ρύθμιση αποσκοπεί στην ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο κοινοτικού κανόνα που εναρμονίζει τις εθνικές ρυθμίσεις, περί προστασίας των καταναλωτών από απάτη από ειδικά καθορισμένες πράξεις.

( βλ. σκέψεις 21-22, διατακτ. 2 )

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-123/00,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de première instance de Bruxelles (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά

Christina Bellamy

και

English Shop Wholesale SA, αστικώς υπεύθυνης,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, F. Macken και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer

γραμματέας: R. Grass

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- η C. Bellamy, εκπροσωπούμενη από τον G. Carnoy, avocat,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Shotter και την J. Adda,

έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 2001,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με απόφαση της 28ης Μαρτίου 2000, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Μαρτίου 2000, το Tribunal de première instance de Bruxelles υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ.

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά της C. Bellamy, η οποία διώκεται για παράβαση των εθνικών ρυθμίσεων, σχετικών, αφενός, με τη διάθεση τροφίμων στο εμπόριο και, αφετέρου, με τη διαφήμιση τροφίμων.

Η εθνική νομοθεσία

3 Το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος, της 2ας Σεπτεμβρίου 1985, περί άρτου και άλλων προϊόντων αρτοποιίας (Moniteur belge της 7ης Νοεμβρίου 1985, στο εξής: διάταγμα του 1985), ορίζει τον άρτο και τα προϊόντα αρτοποιίας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Το άρθρο 3 του διατάγματος αυτού ορίζει ότι:

«Τα τρόφιμα του παρόντος διατάγματος πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις ως προς τη σύνθεση:

[...]

2ο _Οσον αφορά τα τρόφιμα του άρθρου 1, 1° έως 3°: η περιεκτικότητα σε μαγειρικό αλάτι, εκφραζόμενη σε χλωριούχο νάτριο και υπολογιζομένη επί ξηράς ουσίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2,0 %·

[...]».

4 Το άρθρο 8 του διατάγματος του 1985 προβλέπει ότι:

«Οι παραβάσεις του παρόντος διατάγματος διώκονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τον νόμο της 24ης Ιανουαρίου 1977 περί προστασίας της υγείας των καταναλωτών όσον αφορά τα τρόφιμα και τα άλλα προϊόντα, όσον αφορά τα άρθρα 2, 3 και 5 [...]».

5 Το άρθρο 4 του βασιλικού διατάγματος της 17ης Απριλίου 1980, περί διαφημίσεως των τροφίμων (Moniteur belge της 6ης Μα_ου 1980, στο εξής: διάταγμα του 1980), ορίζει ότι:

«Κατά τη διαφήμιση τροφίμων, απαγορεύεται:

[...]

2ο να δίνεται η εντύπωση ότι προϊόν που φέρει σήμα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά·

[...]».

6 Σύμφωνα με το άρθρο 5 του διατάγματος του 1980:

«Σε κάθε σχετικό με τρόφιμα διαφημιστικό μήνυμα πρέπει να χρησιμοποιείται σε εμφανή θέση μια ονομασία τροφίμων που έχει, ενδεχομένως, καθιερωθεί από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις, αν η παράλειψη της ονομασίας αυτής είναι ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή όσον αφορά τη φύση του τροφίμου.»

Η διαφορά της κύριας δίκης

7 Η εταιρία English Shop Wholesale SA (στο εξής: ESW), με έδρα στο Anderlecht (Βέλγιο), εισάγει από τη Μεγάλη Βρετανία τρόφιμα προς λιανική πώληση στο Βέλγιο σε πελατεία ευρωϋπαλλήλων.

8 Η Bellamy, διαχειρίστρια της ESW, καταδικάστηκε με ερήμην απόφαση του Tribunal de première instance de Bruxelles της 9ης Δεκεμβρίου 1998 ιδίως διότι, κατά παράβαση των διαταγμάτων του 1980 και 1985,

- πώλησε άρτο με περιεκτικότητα σε αλάτι 2,88 %,

- δημιούργησε την εντύπωση ότι ένα προϊόν που φέρει σήμα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά, δηλαδή εν προκειμένω ανέφερε ότι το γάλα δεν περιείχε ούτε πρόσθετες ουσίες ούτε συντηρητικά, και

- παρέλειψε να χρησιμοποιήσει σε εμφανή θέση μια ονομασία τροφίμων «με τέτοιο τρόπο, ώστε να παραπλανάται ο καταναλωτής όσον αφορά τη φύση του τροφίμου, δηλαδή εν προκειμένω χρησιμοποίησε την ονομασία του προϊόντος παστεριωμένο πλήρες φρέσκο γάλα».

9 Το Tribunal de première instance de Bruxelles, αφού η Bellamy άσκησε ανακοπή κατά της ερήμην αποφάσεως ισχυριζόμενη ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου βάσει των οποίων διώκεται αντίκεινται στο άρθρο 28 ΕΚ, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Είναι σύμφωνα προς το άρθρο 28 [EK] ή μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 30 [EK] τα άρθρα 1, 3 και 8 του [βασιλικού διατάγματος] της 2ας Σεπτεμβρίου 1985, περί άρτου και άλλων προϊόντων αρτοποιίας, και το άρθρο 14 του νόμου της 24ης Ιανουαρίου 1977, περί προστασίας της υγείας των καταναλωτών όσον αφορά τα τρόφιμα και τα άλλα προϊόντα, καθόσον αυτά απαγορεύουν τη διάθεση στο εμπόριο άρτου με υπερβαίνουσα το 2 % περιεκτικότητα σε μαγειρικό αλάτι, εκφρασμένη σε χλωριούχο νάτριο και υπολογιζόμενη επί ξηράς ουσίας;

2) Είναι σύμφωνα προς το άρθρο 28 [EK] ή μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 30 [EK] τα άρθρα 1, 3 και 8 [του βασιλικού διατάγματος] της 2ας Σεπτεμβρίου 1985, περί άρτου και άλλων προϊόντων αρτοποιίας, και το άρθρο 14 του νόμου της 24ης Ιανουαρίου 1977, περί προστασίας της υγείας των καταναλωτών όσον αφορά τα τρόφιμα και τα άλλα προϊόντα;

3) Είναι σύμφωνα προς το άρθρο 28 [EK] ή μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 30 [EK] τα άρθρα 4.2 και 5 του [βασιλικού διατάγματος] της 17ης Απριλίου 1980, περί διαφημίσεως των τροφίμων, και το άρθρο 14 του νόμου της 24ης Ιανουαρίου 1977, περί προστασίας της υγείας των καταναλωτών όσον αφορά τα τρόφιμα και τα άλλα προϊόντα;»

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του πρώτου ερωτήματος

10 Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν το άρθρο 28 ΕΚ αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως εκείνη του άρθρου 3, 2°, του διατάγματος του 1985, και, ενδεχομένως, αν η ρύθμιση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 30 EK.

11 ρέπει να υπενθυμιστεί ότι, στο πλαίσιο διαφοράς περί εφαρμογής της ίδιας εθνικής ρυθμίσεως ως προς τον άρτο που νομίμως παρασκευάζεται σε άλλο κράτος μέλος, το Rechtbank van eerste aanleg te Gent (Βέλγιο) υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ). Στην απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-17/93, Van der Veldt (Συλλογή 1994, σ. Ι-3537), το Δικαστήριο εξέτασε ήδη αν οι διατάξεις των άρθρων αυτών αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως.

12 Δεδομένου ότι κανένα επιχείρημα δεν προβλήθηκε στην υπό κρίση υπόθεση που να θέτει υπό αμφισβήτηση την απάντηση του Δικαστηρίου στην προπαρατεθείσα απόφαση Van der Veldt, πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η ίδια απάντηση:

- Η εφαρμογή ρύθμισης κράτους μέλους, η οποία απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο άρτου και άλλων προϊόντων αρτοποιίας των οποίων η περιεκτικότητα σε αλάτι, υπολογιζόμενη επί ξηράς ουσίας, υπερβαίνει το μέγιστο όριο του 2 %, σε προϊόντα που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ.

- Τέτοια ρύθμιση είναι ικανή να εμποδίσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογείται από την προστασία της δημόσιας υγείας βάσει του άρθρου 30 ΕΚ.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

13 Ενόψει της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέσχε στο Δικαστήριο εξηγήσεις ως προς τι το ερώτημα αυτό διαφοροποιείται από το πρώτο, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.

Επί του τρίτου ερωτήματος

14 Με το πρώτο μέρος του τρίτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν το άρθρο 28 ΕΚ αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 4, 2°, του διατάγματος του 1980, η οποία απαγορεύει τη δημιουργία εντυπώσεως ότι το προϊόν που φέρει το σχετικό σήμα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά και, ενδεχομένως, αν μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 30 ΕΚ.

15 ρέπει συναφώς να υπομνηστεί ότι, στην κύρια δίκη, το άρθρο 4, 2°, του διατάγματος του 1980 εφαρμόστηκε σε περίπτωση στην οποία ένα προϊόν που φέρει το σχετικό σήμα γάλακτος εμφανίστηκε ως μη περιέχον πρόσθετες ουσίες και συντηρητικά.

16 Η C. Bellamy ισχυρίζεται ότι το γάλα είναι προϊόν ευρείας καταναλώσεως, τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες του οποίου γνωρίζουν άριστα οι καταναλωτές, οπότε ο κίνδυνος παραπλανήσεως ενός ευλόγως ενημερωμένου καταναλωτή να είναι σχεδόν ανύπαρκτος.

17 Η Επιτροπή φρονεί ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση στην κύρια δίκη πρέπει να θεωρηθεί ότι μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α_, iii, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικώς με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33), και ότι, συνεπώς, το άρθρο 28 ΕΚ δεν αντιτίθεται στην εθνική αυτή ρύθμιση.

18 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορευόμενα από το άρθρο 28 EK, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που δημιουργεί, ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, η επί των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, όπου αυτά νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, εφαρμογή κανόνων που αφορούν τους όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα αυτά (όπως αυτοί που αφορούν την ονομασία, τη μορφή, τις διαστάσεις, το βάρος, τη σύνθεση, την παρουσίαση, τη σήμανση, τη συσκευασία τους), ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα προϊόντα, εφόσον η εφαρμογή τους δεν δικαιολογείται από κάποιο στόχο γενικού συμφέροντος ικανό να υπερισχύσει των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral, ονομαζόμενη «Cassis de Dijon», Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321, σκέψη 14, και της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-383/97, Van der Laan, Συλλογή 1999, σ. Ι-731, σκέψη 19).

19 ρέπει επίσης να υπομνηστεί, όπως πράττει η Επιτροπή, ότι, όσον αφορά το πεδίο που διέπεται από την επίδικη εθνική ρύθμιση στην κύρια δίκη, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε οδηγία εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών. Συγκεκριμένα, η οδηγία 79/112 αποσκοπεί στην προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή, στα πλαίσια στόχου πληροφορήσεως και προστασίας των καταναλωτών.

20 Η οδηγία αυτή στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α_, προβλέπει ότι:

«Η επισήμανση και οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται δεν πρέπει:

α) να είναι φύσεως τέτοια, ώστε να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή, ιδίως:

[...]

iii) με τον υπαινιγμό ότι το τρόφιμο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενώ στην πραγματικότητα όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά».

21 _Οπως τόνισε η Επιτροπή, εθνική διάταξη η οποία μεταφέρει ορθά στο εσωτερικό δίκαιο έναν κοινοτικό κανόνα που εναρμονίζει τις εθνικές ρυθμίσεις, περί προστασίας των καταναλωτών από απάτη από ειδικά καθορισμένες πράξεις, δεν αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία αντκείμενο στο άρθρο 28 ΕΚ.

22 Συνεπώς, στο πρώτο μέρος του τρίτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 28 ΕΚ δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει τη δημιουργία της εντυπώσεως ότι το προϊόν που φέρει το σχετικό σήμα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά.

23 Με το δεύτερο μέρος του τρίτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, αν το άρθρο 28 ΕΚ αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 5 του διατάγματος του 1980, η οποία, σε κάθε σχετικό με τρόφιμο διαφημιστικό μήνυμα, επιβάλλει τη χρησιμοποίηση σε εμφανή θέση μιας ονομασίας τροφίμων που έχει, ενδεχομένως, καθιερωθεί από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις, αν η παράλειψη της ονομασίας αυτής είναι ικανή να παραπλανήσει τον καταναλωτή και, ενδεχομένως, αν μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 30 ΕΚ.

24 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, προκειμένου το Δικαστήριο να μπορέσει, στο πλαίσιο προδικαστικού ερωτήματος, να δώσει ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία θα είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, πρέπει η απόφαση περί παραπομπής να περιέχει πληροφορίες όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία η επίδικη εθνική διάταξη είχε ή πρέπει να έχει εφαρμογή (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90 έως C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6).

25 Εν προκειμένω, η απόφαση περί παραπομπής σημειώνει απλώς ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση στην κύρια δίκη έχει εφαρμογή στο πλαίσιο ποινικής δίκης, όπου κατηγορουμένη είναι η C. Bellamy διότι «παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, στο σχετικό με το προϊόν διαφημιστικό μήνυμα και σε εμφανή θέση, μια ονομασία του τροφίμου με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να παραπλανάται όσον αφορά τη φύση του εν λόγω τροφίμου, χρησιμοποιώντας εν προκειμένω την ονομασία "παστεριωμένο πλήρες φρέσκο γάλα"».

26 Ωστόσο, η περιγραφή της προσαπτόμενης στη C. Bellamy παραβάσεως δεν διαφωτίζει επαρκώς το Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να μπορέσει να δώσει απάντηση χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, δεν διευκρινίζεται αν το εν λόγω διαφημιστικό μήνυμα βρίσκεται ή όχι επί της συσκευασίας του προϊόντος ούτε ποια είναι η συγκεκριμένη παράλειψη που προσάπτεται στη C. Bellamy. Συναφώς, είναι σημαντικό ότι οι δύο παρεμβαίνοντες ενώπιον του Δικαστηρίου είχαν διαφορετικές απόψεις επ' αυτού του σημείου, η μεν C. Bellamy ισχυριζόμενη ότι διώκεται επειδή χρησιμοποίησε την ονομασία «παστεριωμένο πλήρες φρέσκο γάλα», δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι το γάλα ήταν φρέσκο ενώ είχε παστεριωθεί, η δε Επιτροπή ισχυριζόμενη ότι αυτό που προσάπτεται στην κατηγορουμένη είναι η χρησιμοποίηση της ονομασίας «Βreakfast milk» και η παράλειψη της νόμιμης ονομασίας «παστεριωμένο πλήρες φρέσκο γάλα».

27 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι σε θέση να δώσει χρήσιμη απάντηση στο δεύτερο μέρος του τρίτου ερωτήματος.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

28 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 28ης Μαρτίου 2000 το Tribunal de première instance de Bruxelles, αποφαίνεται ότι:

1) Η εφαρμογή ρύθμισης κράτους μέλους, η οποία απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο άρτου και άλλων προϊόντων αρτοποιίας των οποίων η περιεκτικότητα σε αλάτι, υπολογιζόμενη επί ξηράς ουσίας, υπερβαίνει το μέγιστο όριο του 2 %, σε προϊόντα που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ.

Τέτοια ρύθμιση είναι ικανή να εμποδίσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογείται από την προστασία της δημόσιας υγείας βάσει του άρθρου 30 ΕΚ.

2) Το άρθρο 28 ΕΚ δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει τη δημιουργία εντυπώσεως ότι το προϊόν που φέρει το σχετικό σήμα έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά.