Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 7ης Μαρτίου 2002. - Caterina Insalaca κατά Office national des pensions (ONP). - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Tribunal du travail de Mons - Βέλγιο. - Κοινωνική ασφάλιση - Άρθρα 46 έως 46γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 - Εθνικές διατάξεις που απαγορεύουν τη σώρευση - Παροχές της ίδιας φύσεως. - Υπόθεση C-107/00.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-02403
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
1. Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων - αροχές - Εθνικοί κανόνες που απαγορεύουν τη σώρευση - Μείωση του ανωτάτου ορίου σωρεύσεως συντάξεως γήρατος με σύνταξη επιζώντος σε περίπτωση που χορηγείται σύνταξη επιζώντος βάσει του συστήματος άλλου κράτους μέλους - Ρύθμιση που συνιστά ρήτρα μειώσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρα 46a και 46β)
2. Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων - αροχές - Εθνικοί κανόνες που απαγορεύουν τη σώρευση - Εφαρμογή - Όρια - Κοινοτική ρύθμιση, περιλαμβανομένων και των απαγορευτικών της σωρεύσεως κανόνων της, ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρα 12 § 2 και 46))
1. Η ρύθμιση κράτους μέλους που διέπει τον υπολογισμό συντάξεως επιζώντος και προβλέπει μείωση του ανωτάτου ορίου σωρεύσεως της συντάξεως επιζώντος και της συντάξεως γήρατος, οσάκις ο επιζών σύζυγος μπορεί να αξιώσει σύνταξη επιζώντος εις βάρος άλλου κράτους μέλους, συνιστά ρήτρα μειώσεως, κατά την έννοια των άρθρων 46α και 46β του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92.
ράγματι, ένας εθνικός κανόνας πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ρήτρα μειώσεως, κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, αν ο υπολογισμός τον οποίο επιβάλλει έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της συντάξεως την οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει λόγω του ότι αυτός λαμβάνει παροχή εντός άλλου κράτους μέλους.
( βλ. σκέψεις 16, 20, διατακτ. 1 )
2. Τα άρθρα 46α και 46β του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή της ρυθμίσεως κράτους μέλους που περιέχει ρήτρα απαγορευτική της σωρεύσεως, κατά την οποία η σύνταξη επιζώντος που λαμβάνεται στο κράτος αυτό μειώνεται λόγω του ότι χορηγείται σύνταξη επιζώντος αποκτηθείσα βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, εφόσον οι παροχές που οφείλονται βάσει αυτής της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύονται λιγότερο ευνοϊκές από αυτές που καθορίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 46 του εν λόγω κανονισμού.
Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος φορέας οφείλει να συγκρίνει τις παροχές που οφείλονται κατ' εφαρμογήν αποκλειστικώς του εθνικού δικαίου, περιλαμβανομένων και των απαγορευουσών τη σώρευση διατάξεών του, με εκείνες που θα οφείλονταν κατ' εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου και να χορηγήσει στον ενδιαφερόμενο την υψηλότερη παροχή.
( βλ. σκέψεις 29-30, διατακτ. 2 )
Στην υπόθεση C-107/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal du travail de Mons (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Caterina Insalaca
και
Office national des pensions (ONP),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 46 έως 46γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 7),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από την N. Colneric, πρόεδρο τμήματος, και τους R. Schintgen (εισηγητή) και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η C. Insalaca, εκπροσωπούμενη από τον D. Rossini, εκπρόσωπο σωματείου,
- το Office national des pensions (ONP), εκπροσωπούμενο από τον G. Perl,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την A. Snoecx,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. Hillenkamp και την H. Michard,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της C. Insalaca, εκπροσωπούμενης από τον D. Rossini, του Office national des pensions (ONP), εκπροσωπούμενου από τον J-P. Lheureux, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την H. Michard, κατά τη συνεδρίαση της 5ης Απριλίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Οκτωβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με απόφαση της 13ης Μαρτίου 2000, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Μαρτίου 2000, το Tribunal du travail de Mons υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 46α και 46β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 136, σ. 7, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της C. Insalaca και του Office national des pensions (εθνικού συνταξιοδοτικού φορέα, στο εξής: ONP) σχετικά με το γεγονός ότι ελήφθη υπόψη μια ιταλική σύνταξη επιζώντος για τον καθορισμό του ανωτάτου ορίου του αθροίσματος των βελγικών συντάξεων συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και επιζώντος τις οποίες δικαιούται να αξιώσει η προαναφερθείσα.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71:
«Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφάλισης ή με άλλα εισοδήματα πάσης φύσεως εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, ακόμη και αν πρόκειται περί παροχών που αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή περί εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.»
4 Το άρθρο 46, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού 1408/71 ορίζει:
«1. Όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους όσον αφορά το δικαίωμα παροχών πληρούνται, χωρίς να είναι απαραίτητο να εφαρμοστεί το άρθρο 45 ούτε το άρθρο 40, παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το ποσό της οφειλόμενης παροχής το οποίο οφείλεται:
i) αφενός, δυνάμει μόνο των διατάξεων της νομοθεσίας που εφαρμόζει,
ii) αφετέρου κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2·
[...]
2. Όταν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία κράτους μέλους για την απόκτηση δικαιώματος παροχών πληρούνται μόνο μετά την εφαρμογή του άρθρου 45 ή/και του άρθρου 40, παράγραφος 3, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α) ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει το θεωρητικό ποσό της παροχής την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ενδιαφερόμενος, εάν όλες οι περίοδοι ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες είχε υπαχθεί ο εργαζόμενος (μισθωτός ή μη μισθωτός) είχαν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος και υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζεται κατά την ημερομηνία της εκκαθαρίσεως της παροχής. Αν, κατά τη νομοθεσία αυτή, το ποσό της παροχής είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων που πραγματοποιήθηκαν, το ποσό αυτό λαμβάνεται ως το θεωρητικό ποσό που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο·
β) ο αρμόδιος φορέας προσδιορίζει κατόπιν το πραγματικό ποσό της παροχής, βάσει του θεωρητικού ποσού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, κατ' αναλογία της διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου, υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, εν σχέσει προς τη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως και κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν πριν από την επέλευση του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος.
3. Ο ενδιαφερόμενος δικαιούται, από τον αρμόδιο φορέα κάθε κράτους μέλους, το υψηλότερο ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της εφαρμογής των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία δυνάμει της οποίας οφείλεται η παροχή αυτή.
Στην περίπτωση αυτή, η σύγκριση που πραγματοποιείται αφορά τα ποσά που καθορίζονται μετά την εφαρμογή των εν λόγω ρητρών.»
5 Το άρθρο 46α του κανονισμού 1408/71, που περιέχει τις γενικές διατάξεις τις σχετικές με τις ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που εφαρμόζονται στις παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων δυνάμει των νομοθεσιών των κρατών μελών, ορίζει:
«1. Ως σωρεύσεις παροχών της ιδίας φύσεως νοούνται [...]: όλες οι σωρεύσεις παροχών αναπηρίας, γήρατος και επιζώντων που υπολογίζονται ή χορηγούνται βάσει των περιόδων ασφαλίσεως ή/και κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί από ένα και το αυτό πρόσωπο.
2. Ως σωρεύσεις παροχών διαφορετικής φύσεως, νοούται [...]: όλες οι σωρεύσεις παροχών που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως σωρεύσεις της ιδίας φύσεως κατά την έννοια της παραγράφου 1.
3. Για την εφαρμογή των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως παροχής αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων με παροχή της ιδίας φύσεως ή διαφορετικής φύσεως ή με άλλα εισοδήματα, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
α) οι παροχές που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή άλλα εισοδήματα που αποκτώνται σε άλλο κράτος μέλος λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον στη νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους προβλέπεται ότι λαμβάνονται υπόψη οι παροχές ή τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν στο εξωτερικό·
[...]».
6 Το άρθρο 46β του ίδιου κανονισμού, που περιλαμβάνει τις ειδικές διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών ιδίας φύσεως που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσότερων κρατών μελών, ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους δεν εφαρμόζονται σε παροχή που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2.
2. Οι ρήτρες μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους εφαρμόζονται για παροχή που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σημείο i, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται:
α) είτε για παροχή της οποίας το ποσό είναι ανεξάρτητο από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί και η οποία αναφέρεται στο παράρτημα IV, μέρος Δ·
β) είτε για παροχή της οποίας το ποσό καθορίζεται σε συνάρτηση με πλασματική περίοδο η οποία θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί μεταξύ της ημερομηνίας επελεύσεως του κινδύνου και μιας μεταγενέστερης ημερομηνίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι εν λόγω ρήτρες εφαρμόζονται σε περίπτωση σώρευσης τέτοιας παροχής:
i) είτε για παροχή του ίδιου τύπου, εκτός αν έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών μελών με σκοπό να αποφεύγεται ο υπολογισμός της ίδιας πλασματικής περιόδου δύο ή περισσότερες φορές,
ii) είτε για παροχή του τύπου που αναφέρεται στο στοιχείο α_.
[...]»
7 Το άρθρο 46γ του κανονισμού 1408/71 περιέχει ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε περίπτωση σωρεύσεως μιας ή περισσότερων παροχών κατά την έννοια του άρθρου 46α, παράγραφος 1, με μία ή περισσότερες παροχές διαφορετικής φύσεως ή με άλλα εισοδήματα, όταν η περίπτωση αυτή αφορά δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.
Η εθνική νομοθεσία
8 Κατά το άρθρο 20, πρώτο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος 50, της 24ης Οκτωβρίου 1967, περί συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και συντάξεων επιζώντος (Moniteur belge της 27ης Οκτωβρίου 1967), «η σύνταξη επιζώντος δεν μπορεί να σωρευθεί με κοινή σύνταξη ή με οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα που επέχει θέση κοινής συντάξεως παρά μόνο μέχρι ποσού που καθορίζεται με βασιλικό διάταγμα».
9 Το άρθρο 52, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, περί γενικού κανονισμού του συστήματος συντάξεων λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου (κοινών συντάξεων) (Moniteur belge της 16ης Ιανουαρίου 1968), όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 9ης Ιουλίου 1997 (Moniteur belge της 9ης Αυγούστου 1997, στο εξής: βασιλικό διάταγμα της 21ης Δεκεμβρίου 1967), ορίζει:
«Οσάκις ο επιζών σύζυγος μπορεί να αξιώσει, αφενός, σύνταξη επιζώντος δυνάμει του συστήματος συνταξιοδοτήσεως μισθωτών εργαζομένων και, αφετέρου, μία ή περισσότερες κοινές συντάξεις ή κάποιο άλλο πλεονέκτημα που επέχει θέση τέτοιας σύνταξης, δυνάμει του συστήματος συνταξιοδοτήσεως μισθωτών ή ενός ή περισσοτέρων άλλων συστημάτων συνταξιοδοτήσεως, η σύνταξη επιζώντος δεν μπορεί να σωρευθεί με αυτές τις συντάξεις παρά μόνο μέχρι ποσού ίσου προς το 110 % του ποσού της συντάξεως επιζώντος που θα ελάμβανε ο επιζών σύζυγος για πλήρη σταδιοδρομία.
Οσάκις ο επιζών σύζυγος κατά την έννοια του εδαφίου 1 μπορεί επίσης να αξιώσει μία ή περισσότερες συντάξεις επιζώντος ή πλεονεκτήματα υπό την έννοια του άρθρου 10α του βασιλικού διατάγματος 50, της 24ης Οκτωβρίου 1967, η σύνταξη επιζώντος δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διαφορά μεταξύ, αφενός, του 110 % του ποσού της συντάξεως επιζώντος για πλήρη σταδιοδρομία και, αφετέρου, του αθροίσματος των ποσών της κοινής συντάξεως ή των πλεονεκτημάτων που επέχουν θέση τέτοιας συντάξεως κατά την έννοια του εδαφίου 1 και ενός ποσού ίσου προς τη σύνταξη επιζώντος μισθωτού εργαζομένου για πλήρη σταδιοδρομία, πολλαπλασιαζομένου επί το κλάσμα ή το άθροισμα κλασμάτων που εκφράζουν το ύψος των συντάξεων επιζώντος στα άλλα συστήματα συνταξιοδοτήσεως, αποκλειομένου του συστήματος των ανεξαρτήτων εργαζομένων. Τα κλάσματα αυτά είναι εκείνα που καθορίστηκαν για την εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 10α.
Η εφαρμογή του εδαφίου 2 δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να μειώσει τη σύνταξη επιζώντος σε ποσό χαμηλότερο της διαφοράς μεταξύ του ποσού της συντάξεως επιζώντος που θα χορηγείτο πριν από την εφαρμογή των προηγουμένων εδαφίων και του αθροίσματος των κοινών συντάξεων και των αναλόγων πλεονεκτημάτων κατά την έννοια του εδαφίου 1.
[...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Στις 28 Οκτωβρίου 1997 η C. Insalaca, που λαμβάνει από το 1981 σύνταξη επιζώντος από τον αρμόδιο ιταλικό φορέα, υπέβαλε αίτηση χορηγήσεως κοινής συντάξεως και συντάξεως επιζώντος στον ONP. Ο ONP τής χορήγησε από 1ης Δεκεμβρίου 1998 κοινή σύνταξη, στο πλαίσιο του βελγικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως μισθωτών.
11 Με απόφαση της 2ας Ιουλίου 1998, ο ONP τής χορήγησε επίσης σύνταξη επιζώντος από 1ης Δεκεμβρίου 1998.
12 Για τον υπολογισμό του ποσού της βελγικής συντάξεως επιζώντος, το ONP εφάρμοσε τις αποκλείουσες τη σώρευση διατάξεις των άρθρων 52, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 και 46γ του κανονισμού 1408/71. Συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη την ιταλική σύνταξη επιζώντος που ελάμβανε η C. Insalaca. Αυτή η μέθοδος υπολογισμού, όπως εφαρμόστηκε, επέφερε μείωση της βελγικής συντάξεως επιζώντος που χορηγήθηκε στην C. Insalaca.
13 Η δικαιούχος προσέβαλε την απόφαση του ONP της 2ας Ιουλίου 1998 ενώπιον του Tribunal du travail de Mons υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, όπως εφαρμόστηκε, αντιβαίνει στα άρθρα 46α και 46β του κανονισμού 1408/71.
14 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το ONP υποστήριξε ότι η βελγική σύνταξη επιζώντος δεν μειώθηκε επειδή χορηγείται ιταλική σύνταξη επιζώντος αλλά λόγω της σωρεύσεως της βελγικής κοινής σύνταξης και της βελγικής σύνταξης επιζώντος.
15 Υπό τις συνθήκες αυτές το Tribunal du travail de Mons ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνιστά ρήτρα μειώσεως, κατά την έννοια των άρθρων 46α και 46β του κανονισμού 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971, ο εθνικός κανόνας που διέπει τον υπολογισμό συντάξεως επιζώντος και προβλέπει μείωση του ορίου σωρεύσεως "συντάξεως γήρατος - συντάξεως επιζώντος" οσάκις ο επιζών σύζυγος μπορεί να αξιώσει σύνταξη επιζώντος από άλλο κράτος μέλος;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, έχουν τα άρθρα 46α και 46β την έννοια ότι επιτρέπουν στον εθνικό φορέα, που εφαρμόζει τη ρήτρα απαγορεύσεως της σωρεύσεως, να λάβει υπόψη τη σύνταξη επιζώντος που χορηγείται δυνάμει του συστήματος άλλου κράτους μέλους, προκειμένου να μειώσει το όριο σωρεύσεως συντάξεως γήρατος - συντάξεως επιζώντος που προβλέπει η εθνική νομοθεσία;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
16 ρέπει να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ένας εθνικός κανόνας πρέπει να χαρακτηρίζεται ως ρήτρα μειώσεως, κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, αν ο υπολογισμός τον οποίο επιβάλλει έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της συντάξεως την οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αξιώσει λόγω του ότι αυτός λαμβάνει παροχή εντός άλλου κράτους μέλους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-442/97, Van Coile, Συλλογή 1999, σ. Ι-8093, σκέψη 25, και C-161/98, Platbrood, Συλλογή 1999, σ. Ι-8195, σκέψη 25).
17 Στην κύρια υπόθεση διαπιστώνεται, αφενός, ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το Tribunal du travail de Mons φρονεί ότι το ONP εφάρμοσε το άρθρο 52, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967 αποκλειστικά λόγω του ότι χορηγείται παροχή από άλλο κράτος μέλος και, από τη σκοπιά του εθνικού δικαίου, εφάρμοσε ορθά την εν λόγω διάταξη.
18 Επομένως, η επίδικη στην κύρια δίκη διάταξη πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά, τουλάχιστον σιωπηρά, παροχές που ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει ενδεχομένως σε άλλο κράτος μέλος.
19 Αφετέρου, όπως παρατηρεί ο γενικός εισαγγελέας στις παραγράφους 40 και 41 των προτάσεών του, είναι σαφές ότι η εφαρμογή του άρθρου 52, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του βασιλικού διατάγματος της 21ης Δεκεμβρίου 1967, που απαγορεύει τη σώρευση, καταλήγει σε μείωση του συνολικού ποσού των παροχών που μπορεί να αξιώσει ο ενδιαφερόμενος.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η ρύθμιση κράτους μέλους που διέπει τον υπολογισμό συντάξεως επιζώντος και προβλέπει μείωση του ανωτάτου ορίου σωρεύσεως της συντάξεως επιζώντος και της συντάξεως γήρατος, οσάκις ο επιζών σύζυγος μπορεί να αξιώσει σύνταξη επιζώντος εις βάρος άλλου κράτους μέλους, συνιστά ρήτρα μειώσεως, κατά την έννοια των άρθρων 46α και 46β του κανονισμού 1408/71.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
21 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατά τα ουσιώδη, αν τα άρθρα 46α και 46β του κανονισμού 1408/71 αντίκεινται στην εφαρμογή της ρυθμίσεως κράτους μέλους που περιέχει ρήτρα απαγορεύσεως της σωρεύσεως, κατά την οποία η σύνταξη επιζώντος που χορηγείται σ' αυτό το κράτος μέλος μειώνεται λόγω του ότι χορηγείται και σύνταξη επιζώντος αποκτηθείσα βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
22 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να σημειωθεί εξ αρχής ότι το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι οι ρήτρες μειώσεως που προβλέπει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, εις βάρος των δικαιούχων που λαμβάνουν παροχή από το κράτος αυτό, οσάκις αυτοί μπορούν να λάβουν και άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ακόμη και αν οι παροχές αυτές αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.
23 Εξαίρεση στην αρχή του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 προβλέπει το άρθρο 46β, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού που ορίζει ότι, σε περίπτωση σωρεύσεως παροχών της ίδιας φύσεως, οι ρήτρες μειώσεως που προβλέπονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους δεν εφαρμόζονται σε παροχή που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.
24 Συναφώς πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να θεωρούνται ότι είναι της ιδίας φύσεως, όταν το αντικείμενο και ο σκοπός τους, καθώς και η βάση υπολογισμού τους και οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους είναι πανομοιότυπες (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1998, C-366/96, Cordelle, Συλλογή 1998, σ. Ι-583, σκέψη 19). Συνεπώς, η βελγική σύνταξη επιζώντος και η ιταλική σύνταξη επιζώντος, τις οποίες αφορά η παρούσα υπόθεση, αποτελούν παροχές της ίδιας φύσεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
25 Αφετέρου, όπως παρατηρεί ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 48 των προτάσεών του, στην κύρια υπόθεση το ONP εκκαθάρισε τις παροχές σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71.
26 Επομένως, η βελγική και η ιταλική σύνταξη επιζώντος, τις οποίες αφορά η παρούσα υπόθεση, εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 46β, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, οπότε δεν μπορεί να εφαρμοστεί μια ρήτρα μειώσεως όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, για τον κατά το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού υπολογισμό των παροχών.
27 Όμως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να εφαρμόζονται στο σύνολό τους οσάκις η εφαρμογή μόνης της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή για τον ενδιαφερόμενο από την εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος που προβλέπει το άρθρο αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουνίου 1992, C-90/91 και C-91/91, Di Crescenzo και Casagrande, Συλλογή 1992, σ. Ι-3851, σκέψη 16).
28 Ο υπολογισμός του ποσού των παροχών, σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71, γίνεται σε τρία στάδια. Κατ' αρχάς, ο αρμόδιος φορέας υπολογίζει την καλούμενη «αυτοτελή» παροχή σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σημείο i, του κανονισμού αυτού. Δεύτερον, υπολογίζει, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σημείο ii, του εν λόγω κανονισμού, το ποσό της «αναλογικά επιμερισμένης» παροχής σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου. Τρίτον, ο αρμόδιος φορέας συγκρίνει, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, το ποσό της αυτοτελούς παροχής και της αναλογικώς επιμερισμένης και επιλέγει το υψηλότερο από τα δύο ποσά.
29 Επομένως, ο αρμόδιος φορέας οφείλει να συγκρίνει τις παροχές που οφείλονται κατ' εφαρμογήν αποκλειστικώς του εθνικού δικαίου, περιλαμβανομένων και των απαγορευουσών τη σώρευση διατάξεών του, με εκείνες που θα οφείλονταν κατ' εφαρμογήν του κοινοτικού δικαίου και να χορηγήσει στον ενδιαφερόμενο την υψηλότερη παροχή.
30 Βάσει των προεκτεθέντων, στο δεύτερο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι τα άρθρα 46α και 46β του κανονισμού 1408/71 δεν επιτρέπουν την εφαρμογή της ρυθμίσεως κράτους μέλους που περιέχει ρήτρα απαγορευτική της σωρεύσεως, κατά την οποία η σύνταξη επιζώντος που λαμβάνεται στο κράτος αυτό μειώνεται λόγω του ότι χορηγείται σύνταξη επιζώντος αποκτηθείσα βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, εφόσον οι παροχές που οφείλονται βάσει αυτής της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύονται λιγότερο ευνοϊκές από αυτές που καθορίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 46 του εν λόγω κανονισμού.
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 13ης Μαρτίου 2000 το Tribunal du travail de Mons, αποφαίνεται:
1) Η ρύθμιση κράτους μέλους που διέπει τον υπολογισμό συντάξεως επιζώντος και προβλέπει μείωση του ανωτάτου ορίου σωρεύσεως της συντάξεως επιζώντος και της συντάξεως γήρατος, οσάκις ο επιζών σύζυγος μπορεί να αξιώσει σύνταξη επιζώντος εις βάρος άλλου κράτους μέλους, συνιστά ρήτρα μειώσεως, κατά την έννοια των άρθρων 46α και 46β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1248/92 του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992.
2) Τα άρθρα 46α και 46β του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1248/92, δεν επιτρέπουν την εφαρμογή της ρυθμίσεως κράτους μέλους που περιέχει ρήτρα απαγορευτική της σωρεύσεως, κατά την οποία η σύνταξη επιζώντος που λαμβάνεται στο κράτος αυτό μειώνεται λόγω του ότι χορηγείται σύνταξη επιζώντος αποκτηθείσα βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, εφόσον οι παροχές που οφείλονται βάσει αυτής της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύονται λιγότερο ευνοϊκές από αυτές που καθορίζονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 46 του εν λόγω κανονισμού.