62000J0052

Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 25ης Απριλίου 2002. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Δημοκρατίας. - Παράβαση κράτους μέλους - Oδηγία 85/374/ΕΟΚ - Eυθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων - Εσφαλμένη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο. - Υπόθεση C-52/00.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-03827


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Μέτρα για την υλοποίηση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς - Νομική βάση - _Αρθρο 100 της Συνθήκης (νυν άρθρο 94 ΕΚ) - Δυνατότητα των κρατών μελών να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις αποκλίνουσες από τα κοινοτικά μέτρα εναρμονίσεως - Δεν υφίσταται

[Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 100 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 94 ΕΚ)· Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 100 Α (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ)]

2. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Μέτρα για την υλοποίηση και τη λειτουργία της κοινής αγοράς - Οδηγίες που ήδη είχαν εκδοθεί όταν τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 153 ΕΚ - Δυνατότητα των κρατών μελών να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερα μέτρα προστασίας των καταναλωτών βάσει του άρθρου 153 ΕΚ - Δεν ασκεί επιρροή

(Άρθρα 94 ΕΚ, 95 ΕΚ και 153 ΕΚ)

3. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων - Οδηγία 85/374 - εριθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών - Βαθμός εναρμονίσεως επιτυγχανόμενος με την οδηγία

(Οδηγία 85/374 του Συμβουλίου)

4. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων - Οδηγία 85/374 - Δυνατότητα διατηρήσεως γενικού καθεστώτος ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων διαφορετικού από αυτό που προβλέπει η οδηγία - Δεν υφίσταται

(Οδηγία 85/374 του Συμβουλίου, άρθρο 13)

5. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - αράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από οδηγία - Μέσα άμυνας - Αμφισβήτηση της νομιμότητας της αποφάσεως - Απαράδεκτο

(Άρθρα 226 ΕΚ, 227 ΕΚ, 230 ΕΚ και 232 ΕΚ)

6. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων - Οδηγία 85/374 - εδίο εφαρμογής - Εφαρμογή διαφορετικών καθεστώτων ευθύνης στους παραγωγούς και στους ζημιωθέντες - Δικαιολόγηση

(Οδηγία 85/374 του Συμβουλίου, άρθρο 9, εδ. 1, στοιχ. β_)

7. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Αντικείμενο της διαφοράς - ροσδιορισμός κατά τη διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής - Μεταγενέστερη περιοριστική τροποποίηση - Επιτρέπεται

(Άρθρο 226 ΕΚ)

Περίληψη


1. Αντίθετα προς το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ), το άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ (αργότερα, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 94 ΕΚ) δεν προβλέπει καμία δυνατότητα στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις παρεκκλίνουσες από τα κοινοτικά μέτρα εναρμονίσεως.

( βλ. σκέψη 14 )

2. Το άρθρο 153 ΕΚ διατυπώνεται ως οδηγία προς την Κοινότητα ενόψει της μελλοντικής της πολιτικής και δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη, λόγω του αμέσου κινδύνου για το κοινοτικό κεκτημένο, να λάβουν αυτονόμως μέτρα αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο όπως αυτό απορρέει από τις οδηγίες που είχαν ήδη εκδοθεί κατά τη θέση του σε ισχύ. προστατευτικά μέτρα από τα κοινοτικά. Συγκεκριμένα, η αρμοδιότητα να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα προστασίας των καταναλωτών αυστηρότερα των κοινοτικών διατάξεων, την οποία η παράγραφος 5 του εν λόγω άρθρου απονέμει στα κράτη μέλη, αφορά μόνον τα μέτρα του άρθρου 3, στοιχείου β_, της εν λόγω διατάξεως. Η αρμοδιότητα αυτή δεν αφορά τα μέτρα της παραγράφου 3, στοιχείο α_, της ίδιας διατάξεως, δηλαδή τα μέτρα που λαμβάνονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95 ΕΚ, με τα οποία πρέπει να εξομοιωθούν τα μέτρα που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 94 ΕΚ.

( βλ. σκέψη 15 )

3. Το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη για να ρυθμίσουν την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων καθορίζεται εξ ολοκλήρου από την οδηγία 85/374/ΕΟΚ, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, αυτή καθ' αυτή, και συνάγεται από τη διατύπωση, τον σκοπό και την οικονομία της. Το γεγονός ότι η εν λόγω οδηγία προβλέπει ορισμένες παρεκκλίσεις ή παραπέμπει, για ορισμένα θέματα, στο εθνικό δίκαιο δεν σημαίνει ότι η εναρμόνιση δεν είναι πλήρης ως προς τα θέματα που αυτή ρυθμίζει. Επομένως, η οδηγία 85/374 επιδιώκει, για τα εν λόγω θέματα, την πλήρη εναρμόνιση των νομοθετικών, ρυθμιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών.

( βλ. σκέψεις 16, 19, και 24 )

4. Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 13 της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως επιτρέπον στα κράτη μέλη να διατηρούν διαφορετικό γενικό καθεστώς ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων από αυτό που θεσπίζει η οδηγία.

Συγκεκριμένα, η αναφορά του άρθρου αυτού στα δικαιώματα του ζημιωθέντος βάσει του δικαίου περί συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το καθεστώς που θεσπίζει η οδηγία δεν αποκλείει την εφαρμογή άλλων καθεστώτων συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης, στηριζομένων σε διαφορετικές βάσεις, όπως η ευθύνη εξ εγγυήσεως λόγω κρυμμένων ελαττωμάτων ή η αμέλεια. Ομοίως, η αναφορά του εν λόγω άρθρου στα δικαιώματα του ζημιωθέντος βάσει ειδικού καθεστώτος ευθύνης ισχύοντος κατά την κοινοποίηση της οδηγίας πρέπει να εννοηθεί ως αφορώσα ειδικό καθεστώς, περιοριζόμενο σε συγκεκριμένο τομέα παραγωγής.

( βλ. σκέψεις 21-23 )

5. Το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που έχει καθιερώσει η Συνθήκη διακρίνει τις προσφυγές των άρθρων 226 ΕΚ και 227 ΕΚ, με τις οποίες σκοπείται να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του, από τις προσφυγές των άρθρων 230 ΕΚ και 232 ΕΚ, με τις οποίες σκοπείται ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων ή παραλείψεων των κοινοτικών οργάνων. Τα ένδικα αυτά βοηθήματα επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους και διέπονται από διαφορετικές ρυθμίσεις. Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, ελλείψει διατάξεως της Συνθήκης που θα του το επέτρεπε ρητώς, να επικαλεστεί λυσιτελώς την έλλειψη νομιμότητας μιας αποφάσεως της οποίας είναι αποδέκτης ως μέσον άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως στηριζομένης στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής.

( βλ. σκέψη 28 )

6. Η οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, στην οποία προβαίνει ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αποτέλεσμα διαδικασίας πολύπλοκης σταθμίσεως διαφορετικών συμφερόντων. Όπως προκύπτει από την πρώτη και την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, αυτά περιλαμβάνουν την εγγύηση της μη στρεβλώσεως του ανταγωνισμού, τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών εντός της κοινής αγοράς, την προστασία των καταναλωτών και τη φροντίδα για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Η επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη συνεπάγεται ότι, για να αποφευχθεί υπερβολικός αριθμός δικών, οι ζημιωθέντες από ελαττωματικά προϊόντα δεν μπορούν, σε περίπτωση μικρής υλικής ζημίας, να προσφεύγουν βάσει των κανόνων ευθύνης που θεσπίζει η οδηγία, αλλά βάσει των κανόνων του κοινού δικαίου περί συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το όριο του άρθρου 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β_, της οδηγίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσβάλλει το δικαίωμα των ζημιωθέντων περί προσφυγής στη δικαιοσύνη.

Ομοίως, το γεγονός ότι τα διαφορετικά καθεστώτα ευθύνης έχουν εφαρμογή στους παραγωγούς και στους ζημιωθέντες από ελαττωματικά προϊόντα δεν αποτελεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, εφόσον η διαφοροποίηση, βάσει της φύσεως και του ύψους της ζημίας, δικαιολογείται αντικειμενικά.

( βλ. σκέψεις 29-32 )

7. Καίτοι η νομολογία του Δικαστηρίου απαιτεί οι αιτιάσεις που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής να συμπίπτουν με αυτές που περιέχει το έγγραφο οχλήσεως και η αιτιολογημένη γνώση, η προϋπόθεση αυτή ωστόσο δεν μπορεί να σημαίνει ότι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση να υπάρχει απόλυτη σύμπτωση στη διατύπωσή τους, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν διευρύνθηκε ούτε μεταβλήθηκε.

( βλ. σκέψη 44 )

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-52/00,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Μ. ατακιά και B. Mongin, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τις K. Rispal-Bellanger και R. Loosli-Surrans και στη συνέχεια από τη δεύτερη και τον J.-F. Dobelle,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία,

- περιλαμβάνοντας στο άρθρο 3 του νόμου 98-389, της 19ης Μα_ου 1998, για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων (JORF της 21ης Μα_ου 1998, σ. 7744), ζημίες κάτω των 500 ευρώ·

- θεωρώντας, στο άρθρο 8 του ιδίου νόμου, ότι ο διανομέας ελαττωματικού προϊόντος ευθύνεται σε όλες τις περιπτώσεις και εξίσου με τον παραγωγό και

- προβλέποντας, στο άρθρο 13 του ιδίου νόμου, ότι ο παραγωγός οφείλει να αποδείξει ότι έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να προλάβει τις συνέπειες ελαττωματικού προϊόντος, ώστε να μπορεί να επικαλεστεί τους λόγους απαλλαγής που προβλέπουν τα στοιχεία δ_ και ε_ του άρθρου 7 της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ L 210, σ. 29),

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, 3, παράγραφος 3, και 7 της εν λόγω οδηγίας,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, S. von Bahr και C. W. A. Timmermans, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed

γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 3ης Μα_ου 2001,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2001,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Φεβρουαρίου 2001, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία,

- περιλαμβάνοντας στο άρθρο 3 του νόμου 98-389, της 19ης Μα_ου 1998, για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων (JORF της 21ης Μα_ου 1998, σ. 7744), ζημίες κάτω των 500 ευρώ·

- θεωρώντας, στο άρθρο 8 του ιδίου νόμου, ότι ο διανομέας ελαττωματικού προϊόντος ευθύνεται σε όλες τις περιπτώσεις και εξίσου με τον παραγωγό· και

- προβλέποντας, στο άρθρο 13 του ιδίου νόμου, ότι ο παραγωγός οφείλει να αποδείξει ότι έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να προλάβει τις συνέπειες ελαττωματικού προϊόντος, ώστε να μπορεί να επικαλεστεί τους λόγους απαλλαγής που προβλέπουν τα στοιχεία δ_ και ε_ του άρθρου 7 της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ L 210, σ. 29, στο εξής: οδηγία),

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, 3, παράγραφος 3, και 7 της εν λόγω οδηγίας.

Το νομικό πλαίσιο

Η κοινοτική ρύθμιση

2 Η οδηγία έχει ως αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης του παραγωγού για ζημίες που οφείλονται σε ελάττωμα των προϊόντων του. Κατά την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, η εν λόγω προσέγγιση κατέστη απαραίτητη διότι οι διαφορές στις επιμέρους νομοθεσίες «ενδέχεται να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, να επηρεάσουν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς και να προκαλέσουν διαφορές στο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή από τις ζημίες, στην υγεία και στην περιουσία του, λόγω ενός ελαττωματικού προϊόντος».

3 Σύμφωνα με το άρθρο 1 της οδηγίας, «[ο] παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του».

4 Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας ορίζει ότι:

«Εάν είναι αδύνατο να προσδιοριστεί η ταυτότητα του παραγωγού, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θα θεωρείται ως παραγωγός του, εκτός αν ενημερώσει τον ζημιωθέντα, εντός εύλογης προθεσμίας, σχετικά με την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν. Το ίδιο ισχύει, όταν πρόκειται για εισαγόμενο προϊόν, εάν η ταυτότητα του εισαγωγέα, όπως την αναφέρει η παράγραφος 2, δεν αναγράφεται στο προϊόν, ακόμα και εάν αναφέρεται η επωνυμία του παραγωγού».

5 Το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει ότι ο παραγωγός δεν ευθύνεται, σύμφωνα με την ίδια, εάν αποδείξει:

«[...]

δ) ότι το ελάττωμα οφείλεται στο ότι το προϊόν κατασκευάστηκε σύμφωνα με αναγκαστικούς κανόνες δικαίου που θεσπίστηκαν από δημόσια αρχή·

ε) ότι, όταν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία, το επίπεδο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε να διαπιστωθεί η ύπαρξη του ελαττώματος·

[...]».

6 Το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ορίζει τον όρο «ζημία», κατά την έννοια του άρθρου 1 της ιδίας, ως:

«[...]

β) ζημία ή καταστροφή, ύψους πέραν ενός εκπιπτόμενου ποσού 500 [ευρώ], κάθε περιουσιακού στοιχείου, εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν, με την προϋπόθεση ότι το περιουσιακό αυτό στοιχείο:

i) είναι από εκείνα που συνήθως προορίζονται για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση,

και

ii) χρησιμοποιήθηκε από τον ζημιωθέντα, κυρίως, για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση.»

7 Το άρθρο 13 της οδηγίας ορίζει:

«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα δικαιώματα, που ενδέχεται να έχει ο ζημιωθείς, βάσει του δικαίου περί συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης, ή βάσει ειδικού καθεστώτος ευθύνης που τυχόν ισχύει, κατά τη στιγμή κοινοποίησης της οδηγίας.»

8 Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας:

«Τα κράτη μέλη δύνανται:

[...]

β) κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, στοιχείο ε_, να διατηρήσουν στη νομοθεσία τους ή, με την επιφύλαξη της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, να θεσπίσουν διάταξη σύμφωνα με την οποία ο παραγωγός θα ευθύνεται ακόμα και εάν αποδείξει ότι οι επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, τη στιγμή που έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία, δεν επέτρεπαν να διαπιστωθεί η ύπαρξη του ελαττώματος.»

9 Κατ' εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη έπρεπε να είχαν θεσπίσει τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή τους προς αυτήν το αργότερο έως τις 30 Ιουλίου 1988.

Η εθνική ρύθμιση

10 Ο νόμος 98-389 ενσωμάτωσε στον γαλλικό αστικό κώδικα (στο εξής: αστικός κώδικας) τις ακόλουθες διατάξεις:

Άρθρο 1386-1:

«Ο παραγωγός ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται από ελάττωμα του προϊόντος του, ανεξαρτήτως της υπάρξεως συμβατικού δεσμού μεταξύ αυτού και του ζημιωθέντος.»

Άρθρο 1386-2:

«Οι διατάξεις του [...] τίτλου [σχετικά με την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων] έχουν εφαρμογή στην αποζημίωση για τη ζημία που προκύπτει από προσβολή σε πρόσωπο ή σε αγαθό άλλο από το ελαττωματικό προϊόν αυτό καθαυτό.»

Άρθρο 1386-7, πρώτο εδάφιο:

«Ο πωλητής, ο μισθωτής, εκτός από την περίπτωση της χρηματοδοτικής μισθώσεως ή της μισθώσεως που μπορεί να εξομοιωθεί με αυτήν, ή κάθε άλλος επαγγελματίας προμηθευτής, ευθύνεται για το ελάττωμα του προϊόντος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τον παραγωγό.»

Άρθρο 1386-11, πρώτο εδάφιο:

«Ο παραγωγός ευθύνεται αυτοδικαίως εκτός εάν αποδείξει:

[...]

4ο ότι το επίπεδο των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων κατά τη θέση σε κυκλοφορία του προϊόντος δεν επέτρεπε την ανίχνευση του ελαττώματος·

5ο ή ότι το ελάττωμα οφείλεται στη συμβατότητα του προϊόντος με επιτακτικούς νομοθετικούς ή ρυθμιστικούς κανόνες.»

Άρθρο 1386-12, δεύτερο εδάφιο:

«Ο παραγωγός δεν μπορεί να επικαλεστεί τους λόγους απαλλαγής των περιπτώσεων 4 και 5 του άρθρου 1386-11, εάν, σε περίπτωση ελαττώματος που εμφανίστηκε εντός 10 ετών από τη θέση σε κυκλοφορία του προϊόντος, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να προλάβει τις ζημιογόνες συνέπειες».

Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

11 Θεωρώντας ότι η οδηγία δεν μεταφέρθηκε ορθώς στο γαλλικό δίκαιο, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως. Αφού ζήτησε από τη Γαλλική Δημοκρατία, με έγγραφο οχλήσεως, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή τής απηύθυνε στις 6 Αυγούστου 1999 αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της. Δεδομένου ότι η απάντηση της Γαλλικής Δημοκρατίας στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη δεν κρίθηκε ικανοποιητική, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

Επί της ουσίας

12 Η Επιτροπή διατυπώνει τρεις αιτιάσεις, που θέτουν το προκαταρκτικό ζήτημα του αν η οδηγία επιδιώκει, για τα θέματα που ρυθμίζει, την πλήρη ή την ελάχιστη μόνο εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών.

Επί του βαθμού εναρμονίσεως που επιτυγχάνει η οδηγία

13 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως της αυξανόμενης σημασίας που έχει λάβει η προστασία των καταναλωτών εντός της Κοινότητας, όπως αυτή αντανακλάται υπό την τελική της μορφή στο άρθρο 153 ΕΚ. Η διατύπωση του άρθρου 13 της οδηγίας, που χρησιμοποιεί τον όρο «δικαιώματα», εμφαίνει ότι αυτή δεν σκοπεί να αποκλείσει την επίτευξη αυξημένης προστασίας σε εθνικό επίπεδο. Η ανάλυση αυτή ενισχύεται επίσης από το ότι η ίδια η οδηγία επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλίνουν από ορισμένους κανόνες που αυτή θέτει.

14 Συναφώς, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι η οδηγία εκδόθηκε από το Συμβούλιο ομοφώνως βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΟΚ (αργότερα, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 94 ΕΚ), σχετικό με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που επηρεάζουν άμεσα τη δημιουργία ή τη λειτουργία της κοινής αγοράς. Αντίθετα προς το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ), που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη μετά την έκδοση της οδηγίας και που καθιστά δυνατές ορισμένες αποκλίσεις, η εν λόγω νομική βάση δεν προβλέπει καμία δυνατότητα στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις παρεκκλίνουσες από τα κοινοτικά μέτρα εναρμονίσεως.

15 Ομοίως δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 153 ΕΚ, το οποίο επίσης ενσωματώθηκε στη Συνθήκη μετά την έκδοση της οδηγίας, για να δικαιολογηθεί ερμηνεία της οδηγίας σύμφωνα με την οποία αυτή σκοπεί στην ελάχιστη εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, που δεν μπορεί να εμποδίσει ένα από αυτά να διατηρήσει ή να λάβει αυστηρότερα προστατευτικά μέτρα από τα κοινοτικά. Συγκεκριμένα, η αρμοδιότητα που το άρθρο 153, παράγραφος 5, ΕΚ απονέμει προς τον σκοπό αυτόν στα κράτη μέλη αφορά μόνον τα μέτρα του άρθρου 3, στοιχείου β_, της εν λόγω διατάξεως, δηλαδή τα μέτρα που στηρίζουν και συμπληρώνουν την πολιτική των κρατών μελών και που διασφαλίζουν τη συνεχή της παρακολούθηση. Τέτοια αρμοδιότητα δεν αφορά τα μέτρα της παραγράφου 3, στοιχείο α_, της ίδιας διατάξεως, δηλαδή τα μέτρα που λαμβάνονται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 95 ΕΚ στο πλαίσιο της πραγματοποιήσεως της κοινής αγοράς, με τα οποία πρέπει να εξομοιωθούν τα μέτρα που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 94 ΕΚ. Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 43 των προτάσεών του, το άρθρο 153 ΕΚ διατυπώνεται ως οδηγία προς την Κοινότητα ενόψει της μελλοντικής της πολιτικής και δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη, λόγω του αμέσου κινδύνου για το κοινοτικό κεκτημένο, να λάβουν αυτονόμως μέτρα αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο όπως αυτό απορρέει από τις οδηγίες που είχαν ήδη εκδοθεί κατά τη θέση του σε ισχύ.

16 Συνεπώς, το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη για να ρυθμίσουν την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων καθορίζεται εξ ολοκλήρου από την οδηγία αυτή καθ' αυτή και συνάγεται από τη διατύπωση, τον σκοπό και την οικονομία της.

17 Συναφώς, επιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική της σκέψη, η οδηγία, θεσπίζοντας εναρμονισμένο καθεστώς αστικής ευθύνης των παραγωγών για τις ζημίες που προκαλούνται από ελαττωματικά προϊόντα, ανταποκρίνεται στην ανάγκη να διασφαλισθεί ο υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων, να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και να αποφευχθούν οι διαφορές μεταξύ επιπέδων προστασίας των καταναλωτών.

18 Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς, για παράδειγμα, την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95, σ. 29), η οδηγία δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη που να επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν, επί των θεμάτων που αυτή ρυθμίζει, αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία των καταναλωτών.

19 Τρίτον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το γεγονός ότι η οδηγία προβλέπει ορισμένες παρεκκλίσεις ή παραπέμπει, για ορισμένα θέματα, στο εθνικό δίκαιο δεν σημαίνει ότι η εναρμόνιση δεν είναι πλήρης ως προς τα θέματα που αυτή ρυθμίζει.

20 Συγκεκριμένα, καίτοι τα άρθρα 15, παράγραφος 1, στοιχεία α_και β_, και 16 της οδηγίας επιτρέπουν στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τους κανόνες που θέτει η οδηγία, οι εν λόγω δυνατότητες παρεκκλίσεως αφορούν μόνον περιοριστικώς απαριθμημένα σημεία και ορίζονται στενά. Επιπλέον, οι δυνατότητες παρεκκλίσεως εξαρτώνται ιδίως από προϋποθέσεις αξιολογήσεως ενόψει πιο προωθημένης εναρμονίσεως στην οποία αναφέρεται ρητώς η προτελευταία αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Συναφώς, η οδηγία 1999/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μα_ου 1999, για την τροποποίηση της οδηγίας 85/374 (ΕΕ L 141, σ. 20), αποτελεί παράδειγμα του εν λόγω συστήματος προοδευτικής εναρμονίσεως, δεδομένου ότι κατήργησε τη δυνατότητα του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας, περιλαμβάνοντας τα γεωργικά προϊόντα στο πεδίο εφαρμογής της.

21 Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 13 της οδηγίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως επιτρέπον στα κράτη μέλη να διατηρούν διαφορετικό γενικό καθεστώς ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων από αυτό που θεσπίζει η οδηγία.

22 Η αναφορά του άρθρου 13 της οδηγίας στα δικαιώματα του ζημιωθέντος βάσει του δικαίου περί συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το καθεστώς που θεσπίζει η εν λόγω οδηγία, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο της 4, επιτρέπει στον ζημιωθέντα να ζητεί αποζημίωση εφόσον αποδείξει τη ζημία, το ελάττωμα του προϊόντος, καθώς και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του εν λόγω ελαττώματος και της ζημίας, δεν αποκλείει την εφαρμογή άλλων καθεστώτων συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης, στηριζομένων σε διαφορετικές βάσεις, όπως η ευθύνη εξ εγγυήσεως λόγω κρυμμένων ελαττωμάτων ή η αμέλεια.

23 Ομοίως, η αναφορά του εν λόγω άρθρου 13 στα δικαιώματα του ζημιωθέντος βάσει ειδικού καθεστώτος ευθύνης ισχύοντος κατά την κοινοποίηση της οδηγίας πρέπει να εννοηθεί, όπως προκύπτει από το τρίτο σκέλος της προτάσεως της δέκατης τρίτης αιτιολογικής σκέψεώς της, ως αφορώσα ειδικό καθεστώς, περιοριζόμενο σε συγκεκριμένο τομέα παραγωγής.

24 Επομένως, αντίθετα προς την επιχειρηματολογία της Γαλλικής Δημοκρατίας, η οδηγία επιδιώκει, για τα θέματα που ρυθμίζει, την πλήρη εναρμόνιση των νομοθετικών, ρυθμιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών (βλ. τις σημερινές αποφάσεις, C-154/00, Επιτροπή κατά Ελλάδος, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 10 έως 20, και C-183/00, González Sánchez, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 23 έως 32).

25 Οι αιτιάσεις που επικαλείται η Επιτροπή επιβάλλεται να ερευνηθούν υπό το φως των ως άνω σκέψεων.

Επί της πρώτης αιτιάσεως, αντλουμένης από την εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β_, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο

26 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, αντίθετα προς το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β_, της οδηγίας, το άρθρο 1386-2 του αστικού κώδικα καλύπτει όλες τις ζημίες που προκαλούνται στα ιδιωτικά και μη αγαθά, χωρίς το όριο των 500 ευρώ.

27 Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τη διαφορά αυτή, αλλά προβάλλει τέσσερα επιχειρήματα για να τη δικαιολογήσει. ρώτον, το όριο αυτό, στερώντας από τον ζημιωθέντα το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής, προσβάλλει το θεμελιώδες δικαίωμα της προσφυγής στη δικαιοσύνη, όπως το εγγυάται το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών της 4ης Νοεμβρίου 1950. Δεύτερον, το όριο αντιβαίνει επίσης προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθόσον δημιουργεί αδικαιολόγητη ανισορροπία τόσο μεταξύ των παραγωγών όσο και μεταξύ των καταναλωτών. Τρίτον, έχει το ίδιο αποτέλεσμα με κανόνα πλήρους απαλλαγής από την αδικοπρακτική ευθύνη η οποία, στο γαλλικό δίκαιο, είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη. Τέταρτον, οι επικρίσεις αυτές επιβεβαιώνονται από το γεγονός ότι η Επιτροπή, με την ράσινη Βίβλο της 28ης Ιουλίου 1999 περί της αστικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων [COM(1999) 396 final], μελετά την κατάργησή της.

28 Ως προς τα δύο πρώτα επιχειρήματα, που αμφισβητούν τη νομιμότητα του ορίου που προβλέπει η οδηγία, επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, η υπενθύμιση ότι το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που έχει καθιερώσει η Συνθήκη διακρίνει τις προσφυγές των άρθρων 226 ΕΚ και 227 ΕΚ, με τις οποίες σκοπείται να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του, από τις προσφυγές των άρθρων 230 ΕΚ και 232 ΕΚ, με τις οποίες σκοπείται ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων ή παραλείψεων των κοινοτικών οργάνων. Τα ένδικα αυτά βοηθήματα επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους και διέπονται από διαφορετικές ρυθμίσεις. Επομένως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, ελλείψει διατάξεως της Συνθήκης που θα του το επέτρεπε ρητώς, να επικαλεστεί λυσιτελώς την έλλειψη νομιμότητας μιας αποφάσεως της οποίας είναι αποδέκτης ως μέσον άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως στηριζομένης στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής (απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-74/91, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1992, σ. Ι-5437, σκέψη 10).

29 Κατά τα λοιπά, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 66 έως 68 των προτάσεών του, η οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας στην οποία προβαίνει ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αποτέλεσμα διαδικασίας πολύπλοκης σταθμίσεως διαφορετικών συμφερόντων. Όπως προκύπτει από την πρώτη και την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, αυτά περιλαμβάνουν την εγγύηση της μη στρεβλώσεως του ανταγωνισμού, τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών εντός της κοινής αγοράς, την προστασία των καταναλωτών και τη φροντίδα για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

30 Η επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη συνεπάγεται ότι, για να αποφευχθεί υπερβολικός αριθμός δικών, οι ζημιωθέντες από ελαττωματικά προϊόντα δεν μπορούν, σε περίπτωση μικρής υλικής ζημίας, να προσφεύγουν βάσει των κανόνων ευθύνης που θεσπίζει η οδηγία, αλλά βάσει των κανόνων του κοινού δικαίου περί συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης.

31 Υπό τις συνθήκες αυτές, το όριο του άρθρου 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β_, της οδηγίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσβάλλει το δικαίωμα των ζημιωθέντων περί προσφυγής στη δικαιοσύνη (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 31).

32 Ομοίως, το γεγονός ότι τα διαφορετικά καθεστώτα ευθύνης έχουν εφαρμογή στους παραγωγούς και στους ζημιωθέντες από ελαττωματικά προϊόντα δεν αποτελεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, εφόσον η διαφοροποίηση, βάσει της φύσεως και του ύψους της ζημίας, δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ., ιδίως, απόφαση της 21ης Ιουνίου 1958, 8/57, Groupements des hauts fourneaux et aciéries belges κατά Ανώτατης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 271, και προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 32).

33 Ως προς το τρίτο επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως, που αντλείται από το ασυμβίβαστο του ορίου του άρθρου 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β_, της οδηγίας προς τη γαλλική δημόσια τάξη, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η εφαρμογή διατάξεων της εσωτερικής έννομης τάξεως με σκοπό τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου θα είχε ως συνέπεια να θιγούν η ενότητα και η πρακτική αποτελεσματικότητα του εν λόγω δικαίου και, συνεπώς, δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 2ας Ιουλίου 1996, C-473/93, Συλλογή 1996, σ. 3207, σκέψη 38, και προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 24).

34 Ως προς την επίκληση της ράσινης Βίβλου της Επιτροπής από τη Γαλλική Κυβέρνηση, αρκεί επίσης να υπομνηστεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή αποφάσισε, ενόψει της πιθανής αναθεωρήσεως της οδηγίας, να συμβουλευθεί τους ενδιαφερόμενους κύκλους ως προς τη σκοπιμότητα καταργήσεως του ορίου του άρθρου 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β_, της οδηγίας δεν μπορεί να απαλλάξει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση συμμορφώσεως προς την ισχύουσα κοινοτική διάταξη (βλ., ιδίως, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-236/88, Συλλογή 1990, σ. Ι-3163, σκέψη 19, και προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 26).

35 Επομένως, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη.

Επί της δευτέρας αιτιάσεως, αντλουμένης από την εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο

36 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αντίθετα προς το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο δέχεται την ευθύνη του προμηθευτή μόνον επικουρικώς, όταν ο παραγωγός είναι άγνωστος, το άρθρο 1386-7 του αστικού κώδικα εξομοιώνει τον προμηθευτή με τον παραγωγό.

37 Η Γαλλική Κυβέρνση δεν αμφισβητεί τη διαφορά αυτή. Ισχυρίζεται ότι αυτή απορρέει από δικονομικό κανόνα εθνικού δικαίου ο οποίος, ως τέτοιος, δεν ενέπιπτε στο πεδίο της κοινοτικής αρμοδιότητας κατά την έκδοση της οδηγίας και τον οποίο, συνεπώς, δεν μπορούσε να τροποποιήσει η κοινοτική νομοθεσία. Επιπλέον, το άρθρο 1386-7 του αστικού κώδικα καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα με την οδηγία, διότι ο προμηθευτής, κατά του οποίου στρέφεται ο ζημιωθείς, μπορεί να προσεπικαλέσει τον παραγωγό ως υπέχοντα θέση εγγυητή, ο οποίος φέρει το βάρος της αποζημιώσεως, σύμφωνα με την οικονομία της οδηγίας.

38 Καθόσον η Γαλλική Κυβέρνηση βάλλει κατά της αρμοδιότητας του Συμβουλίου προς τη θέσπιση του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, επιβάλλεται η επισήμανση, πρώτον, ότι, όπως υπενθυμίζεται με τη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί, ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, την έλλειψη νομιμότητας μιας οδηγίας, της οποίας την παράβαση του προσάπτει η Επιτροπή.

39 Επιπλέον, η εν λόγω επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Από τη στιγμή που ο κοινοτικός νομοθέτης ήταν αρμόδιος να εναρμονίσει τις νομοθεσίες των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, ήταν εξίσου αρμόδιος να προσδιορίσει το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να καταλογιστεί η εν λόγω ευθύνη και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτή θεμελιώνεται.

40 Ως προς την προβαλλόμενη αντιστοιχία του αποτελέσματος μεταξύ του καθεστώτος ευθύνης που θεσπίζει η οδηγία και αυτού του νόμου 98-389, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η δυνατότητα που ο ως άνω νόμος παρέχει στον προμηθευτή, να προσεπικαλέσει τον παραγωγό ως υπέχοντα θέση εγγυητή, έχει ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό των προσφυγών, τον οποίον προσπαθεί ακριβώς να αποφύγει η ευθεία αγωγή του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 της οδηγίας.

41 Επομένως, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.

Επί της τρίτης αιτιάσεως, αντλουμένης από την εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο

42 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αντίθετα προς τα στοιχεία δ_ και ε_ του άρθρου 7 της οδηγίας, που προβλέπουν περιπτώσεις απαλλαγής του παραγωγού από την ευθύνη μη εξαρτημένης από προϋποθέσεις, τα άρθρα 1386-11, πρώτο εδάφιο, και 1386-12, δεύτερο εδάφιο, του αστικού κώδικα εξαρτούν την εφαρμογή των ως άνω περιπτώσεων απαλλαγής από την τήρηση εκ μέρους του παραγωγού της υποχρεώσεως παρακολουθήσεως του προϊόντος.

43 ροκαταρκτικώς, η Γαλλική Κυβέρνηση βάλλει κατά του παραδεκτού των δύο επιχειρημάτων που προβάλλει η Επιτροπή για να στηρίξει την τρίτη αυτή αιτίαση, διότι δεν διαλαμβάνονται στην αιτιολογημένη γνώμη.

44 Συναφώς, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, καίτοι η νομολογία του Δικαστηρίου απαιτεί οι αιτιάσεις που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής να συμπίπτουν με αυτές που περιέχει το έγγραφο οχλήσεως και η αιτιολογημένη γνώση, η προϋπόθεση αυτή ωστόσο δεν μπορεί να σημαίνει ότι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση να υπάρχει απόλυτη σύμπτωση στη διατύπωσή τους, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν διευρύνθηκε ούτε μεταβλήθηκε (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, Ι-7773, σκέψη 25). Εν προκειμένω, η προϋπόθεση αυτή πληρούται και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση της Γαλλικής Κυβερνήσεως περί του απαραδέκτου.

45 Επί της ουσίας, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η τρίτη αιτίαση αφορά σημείο του οποίου την τροποποίηση μελετά η ίδια η Επιτροπή, με την ράσινη Βίβλο της. Ισχυρίζεται ότι το άρθρο 15 της οδηγίας αφήνει τα κράτη μέλη να επιλέξουν ως προς την απαλλαγή που συνδέεται με το επίπεδο των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων κατά τη θέση σε κυκλοφορία του προϊόντος, δεδομένου ότι η απαλλαγή αυτή μπορεί να αποκλειστεί. Θα ήταν, λοιπόν, λογικό να μπορεί μια τέτοια απαλλαγή να εξαρτάται από προϋπόθεση όπως αυτή της υποχρεώσεως παρακολουθήσεως των προϊόντων, η οποία δικαιολογείται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη η οδηγία 92/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1992, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (EΕ L 228, σ. 24).

46 Ως προς την αναφορά που γίνεται στην ράσινη Βίβλο της Επιτροπής, αρκεί η παραπομπή στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως.

47 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία που αντλείται από το άρθρο 15 της οδηγίας, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, μολονότι η ως άνω διάταξη επιτρέπει στα κράτη μέλη να καταργήσουν τον λόγο απαλλαγής από την ευθύνη που προβλέπει το άρθρο 7, σημείο ε_, της εν λόγω οδηγίας, δεν τους επιτρέπει, ωστόσο, να τροποποιούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της απαλλαγής αυτής. Ούτε το άρθρο 15 τους επιτρέπει να καταργούν ή να τροποποιούν τους κανόνες περί απαλλαγής του άρθρου 7, σημείο δ_. Η οδηγία 92/59, η οποία δεν αφορά την ευθύνη του παραγωγού για τα προϊόντα που αυτός θέτει σε κυκλοφορία, δεν μπορεί να ανατρέψει την ερμηνεία αυτή.

48 Επομένως, είναι βάσιμη και η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής.

49 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γαλλική Δημοκρατία,

- περιλαμβάνοντας στο άρθρο 1386-2 του αστικού κώδικα ζημίες κάτω των 500 ευρώ·

- θεωρώντας, στο άρθρο 1386-7, πρώτο εδάφιο, του ιδίου κώδικα, ότι ο διανομέας ελαττωματικού προϊόντος ευθύνεται σε όλες τις περιπτώσεις και εξίσου με τον παραγωγό και

- προβλέποντας, στο άρθρο 1386-12, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κώδικα, ότι ο παραγωγός οφείλει να αποδείξει ότι έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να προλάβει τις συνέπειες ελαττωματικού προϊόντος, ώστε να μπορεί να επικαλεστεί τους λόγους απαλλαγής που προβλέπει το άρθρο 7, στοιχεία δ_ και ε_, της οδηγίας,

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β_, 3, παράγραφος 3, και 7 της εν λόγω οδηγίας.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

50 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)

αποφασίζει:

1) Η Γαλλική Δημοκρατία,

- περιλαμβάνοντας στο άρθρο 1386-2 του γαλλικού αστικού κώδικα ζημίες κάτω των 500 ευρώ·

- θεωρώντας, στο άρθρο 1386-7, πρώτο εδάφιο, του ιδίου κώδικα, ότι ο διανομέας ελαττωματικού προϊόντος ευθύνεται σε όλες τις περιπτώσεις και εξίσου με τον παραγωγό και

- προβλέποντας, στο άρθρο 1386-12, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κώδικα, ότι ο παραγωγός οφείλει να αποδείξει ότι έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να προλάβει τις συνέπειες ελαττωματικού προϊόντος, ώστε να μπορεί να επικαλεστεί τους λόγους απαλλαγής που προβλέπουν τα σημεία δ_ και ε_ του άρθρου 7, στοιχεία δ_ και ι_, της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών, και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β_, 3, παράγραφος 3, και 7 της εν λόγω οδηγίας.

2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.