ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 11ης Ιουλίου 2002 (1)



Υπόθεση C-440/00



Gesamtbetriebsrat der Kühne & Nagel AG & Co. KG
κατά
Kühne & Nagel AG & Co. KG


[αίτηση του Bundesarbeitsgericht (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

Οδηγία 94/45/ΕΚ – Ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως – Όμιλος επιχειρήσεων – Κεντρική διεύθυνση εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα – Πλασματικός αντιπρόσωπος εντός της Κοινότητος – Υποχρέωση των διαφόρων επιχειρήσεων που ανήκουν στον όμιλο να παρέχουν πληροφορίες στον εν λόγω αντιπρόσωπο – Περιεχόμενο αυτής






1. Με διάταξη της 27ης Ιουνίου 2000, το Bundesarbeitsgericht (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα, που αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους  (2) (στο εξής: οδηγία 94/45 ή συνοπτικότερα οδηγία). Το Bundesarbeitsgericht ερωτά ιδίως αν, προκειμένου για όμιλο επιχειρήσεων του οποίου η κεντρική διεύθυνση είναι εγκατεστημένη εκτός του εδάφους της Κοινότητος, οι επιχειρήσεις-μέλη του ομίλου που έχουν την έδρα τους εντός της Κοινότητος υπέχουν από την οδηγία την υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες στην επιχείρηση που ασκεί την κεντρική διεύθυνση και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, του ζητεί να προσδιορίσει το ακριβές περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής.

Ι ─ Το νομικό πλαίσιο

Α ─
Οι εφαρμοστέες διατάξεις της οδηγίας

2. Στο άρθρο 1 της οδηγίας ορίζεται ότι:

1. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να βελτιωθεί το δικαίωμα των εργαζομένων για ενημέρωση και για διαβούλευση σε κοινοτικής κλίμακας επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων.

2. Προς τον σκοπό αυτό συνιστάται ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως ή διαδικασία για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση μ' αυτούς σε όλες τις επιχειρήσεις και σε όλους τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, με σκοπό την ενημέρωση των εν λόγω εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς υπό τις προϋποθέσεις, κατά τον τρόπο και με τα αποτελέσματα που προβλέπει η παρούσα οδηγία.[...]

4. Εκτός από την περίπτωση που οι συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 προβλέπουν ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των ευρωπαϊκών επιτροπών επιχείρησης και η εμβέλεια των διαδικασιών για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση μ' αυτούς, οι οποίες θεσπίζονται για την υλοποίηση του στόχου της παραγράφου 1, αφορούν, για τις επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας, όλες τις εγκαταστάσεις που βρίσκονται στα κράτη μέλη και, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, όλες τις επιχειρήσεις μέλη του ομίλου που βρίσκονται στα κράτη μέλη.[...]

.

3. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα: Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α) επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας, κάθε επιχείρηση που απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζομένους στα κράτη μέλη και τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε καθένα από δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη·

β) όμιλος επιχειρήσεων κάθε όμιλος που περιλαμβάνει ελέγχουσα επιχείρηση και ελεγχόμενες επιχειρήσεις·

γ) κοινοτικής κλίμακας όμιλος επιχειρήσεων, κάθε όμιλος επιχειρήσεων που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζόμενους στα κράτη μέλη,

απασχολεί τουλάχιστον 1 000 εργαζόμενους στα κράτη μέλη,

έχει τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις μέλη του ομίλου σε διαφορετικά κράτη μέλη, και

έχει τουλάχιστον δύο επιχειρήσεις μέλη του ομίλου σε διαφορετικά κράτη μέλη, και

τουλάχιστον μία επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε ένα κράτος μέλος και τουλάχιστον μία άλλη επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε κάποιο άλλο κράτος μέλος·

τουλάχιστον μία επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε ένα κράτος μέλος και τουλάχιστον μία άλλη επιχείρηση μέλος του ομίλου απασχολεί τουλάχιστον 150 εργαζόμενους σε κάποιο άλλο κράτος μέλος·

[...]

ε) κεντρική διεύθυνση, η κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας ή, για τους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, η κεντρική διεύθυνση της ελέγχουσας επιχείρησης. [...]

.

4. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής: Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως ελέγχουσα επιχείρηση νοείται η επιχείρηση η οποία μπορεί να ασκεί δεσπόζουσα επιρροή σε μια άλλη επιχείρηση ( ελεγχόμενη επιχείρηση), για παράδειγμα, λόγω δικαιωμάτων κυριότητας, χρηματοδοτικής συμμετοχής ή κανόνων που τη διέπουν.

5. Κατά το άρθρο 4 της οδηγίας:

1. Η κεντρική διεύθυνση είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των προϋποθέσεων και των μέσων που είναι αναγκαία για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στην επιχείρηση κοινοτικής κλίμακας και στον κοινοτικής κλίμακας όμιλο επιχειρήσεων.

2. Όταν η κεντρική διεύθυνση δεν βρίσκεται σε κράτος μέλος, την ευθύνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει ο εκπρόσωπος της κεντρικής διεύθυνσης σε κράτος μέλος, ο οποίος θα πρέπει, ενδεχομένως, να διορίζεται. Εάν δεν υπάρχει τέτοιος εκπρόσωπος, την ευθύνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει η διεύθυνση της εγκατάστασης ή της επιχείρησης του ομίλου η οποία απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος.

3. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως κεντρική διεύθυνση θεωρείται ο εκπρόσωπος ή οι εκπρόσωποι, ή, αν δεν υπάρχουν, η διεύθυνση στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο.

6. Στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζεται ότι:Για την υλοποίηση του στόχου που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, η κεντρική διεύθυνση αρχίζει τις διαπραγματεύσεις για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή την καθιέρωση διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση, με δική της πρωτοβουλία ή ύστερα από γραπτή αίτηση τουλάχιστον 100 εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους, οι οποίοι υπάγονται τουλάχιστον σε δύο επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε δύο τουλάχιστον διαφορετικά κράτη μέλη.

7. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας:Η κεντρική διεύθυνση και η ειδική διαπραγματευτική ομάδα πρέπει να διαπραγματεύονται με πνεύμα συνεργασίας με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τις λεπτομέρειες της υλοποίησης της ενημέρωσης των εργαζομένων και της διαβούλευσης με αυτούς που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1.

8. Στο άρθρο 11 της οδηγίας ορίζεται ότι:

1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε η διεύθυνση των εγκαταστάσεων μιας επιχείρησης κοινοτικής κλίμακας και η διεύθυνση των επιχειρήσεων μελών του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, οι οποίες βρίσκονται στο έδαφός του, καθώς και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων τους ή, κατά περίπτωση, οι εργαζόμενοί τους, να τηρούν τις υποχρεώσεις που προβλέπει η παρούσα οδηγία, αδιακρίτως του αν η κεντρική διεύθυνση βρίσκεται στο έδαφός του ή όχι.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες οι ζητούμενες από τα μέρη τα οποία αφορά η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄, παρέχονται από τις επιχειρήσεις.

3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση που δεν τηρείται η παρούσα οδηγία ─ιδίως─ μεριμνούν ώστε να υπάρχουν κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες οι οποίες να επιτρέπουν να επιτυγχάνεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. [...]

.

9. Τέλος, κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας:[...] τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εγγυηθούν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Β ─
Η γερμανική νομοθεσία

10. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετέφερε στο εθνικό δίκαιο τις διατάξεις της οδηγίας με τον Gesetz über Europäische Betriebsräte (νόμο περί των ευρωπαϊκών επιτροπών επιχειρήσεως) της 28ης Οκτωβρίου 1996  (3) (στο εξής: «EBRG»).

11. Στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του EBRG, δίδεται ο ορισμός της εννοίας της κεντρικής διεύθυνσης της επιχείρησης ή του ομίλου επιχειρήσεων, ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 2, ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω κεντρική διεύθυνση βρίσκεται σε τρίτο κράτος. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν υπάρχει στα κράτη μέλη ούτε ελεγχόμενη διεύθυνση ούτε εκπρόσωπος διορισμένος από την κεντρική διεύθυνση, ο Γερμανός νομοθέτης καταφεύγει στην καθιέρωση πλάσματος δικαίου, δίνοντας τη λύση που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφοι 2, δεύτερο εδάφιο, και 3, της οδηγίας.

12. Στο άρθρο 5 του EBRG ορίζονται τα εξής:

1. Η κεντρική διεύθυνση πρέπει να διαβιβάζει στους εκπροσώπους των εργαζομένων, κατόπιν αιτήσεώς τους, τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον μέσο αριθμό εργαζομένων και την κατανομή τους εντός των κρατών μελών, τις επιχειρήσεις και τις εγκαταστάσεις, καθώς και τη διάρθρωση της εταιρίας ή του ομίλου εταιριών.

2. Μια επιτροπή επιχειρήσεως ή μια κεντρική επιτροπή επιχειρήσεως μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα που παρέχει η παράγραφος 1 ανωτέρω έναντι της τοπικής διευθύνσεως της εγκαταστάσεως ή της επιχειρήσεως. Η διεύθυνση αυτή οφείλει να λάβει από την κεντρική διεύθυνση τα στοιχεία και τα έγγραφα που είναι αναγκαία για να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες

  (4) .

ΙΙ ─ Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου

13. Διάδικοι στη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του Bundesarbeitsgericht είναι η γερμανική εταιρία Kühne & Nagel AG & Co. KG (στο εξής: Kühne & Nagel ή γερμανική εταιρία) και η Gesamtbetriebsrat (κεντρική επιτροπή επιχειρήσεως) της εταιρίας αυτής.

14. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η Kühne & Nagel ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων ευρωπαϊκής κλίμακας, η κεντρική διεύθυνση του οποίου βρίσκεται στην Ελβετία. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει στον εν λόγω όμιλο επιχειρήσεων ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως ούτε διαδικασία ενημερώσεως των εργαζομένων και διαβουλεύσεως με αυτούς, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, δεδομένου ότι οι προσπάθειες των εργαζομένων με βάση την εν λόγω διάταξη για τη σύσταση ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας, απέβησαν άκαρπες.

15. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται σε κανένα κράτος μέλος αποκεντρωμένη διεύθυνση του ομίλου Kühne & Nagel και ότι η κεντρική διεύθυνση ουδέποτε διόρισε τοπικό εκπρόσωπο κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας. Ως επιχείρηση-μέλος του ομίλου που απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος, που είναι η γερμανική εταιρία, έχει, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του EBRG, (άρθρο 4, παράγραφοι 2, δεύτερο εδάφιο, και 3, της οδηγίας) την ευθύνη της κεντρικής διευθύνσεως. Κατά συνέπεια, η Gesamtbetriebsrat ζήτησε από την Kühne & Nagel να της παράσχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του EBRG, καθώς και να της γνωστοποιήσει τα ονόματα και τις διευθύνσεις των οργάνων εκπροσώπησης των εργαζομένων που έχουν συγκροτηθεί στις επιχειρήσεις-μέλη του ομίλου που βρίσκονται στα άλλα κράτη μέλη.

16. Μετά την άρνηση της Kühne & Nagel, η κεντρική επιτροπή επιχειρήσεως προσέφυγε στα αρμόδια γερμανικά δικαστήρια για την ικανοποίηση των αιτημάτων της. Αφού ηττήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η Kühne & Nagel άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο αρμόδιο για την εκδίκαση εργατικών διαφορών). Η γερμανική εταιρία δεν αμφισβητεί την υποχρέωσή της να παράσχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του EBRG, υποστηρίζει όμως ότι δεν μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή, καθότι η διοίκηση του ομίλου δεν υπόκειται στο κοινοτικό δίκαιο και αρνείται να της παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες. Επιπλέον, οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν στις άλλες εταιρίες του ομίλου απέβησαν άκαρπες και η εταιρία Kühne & Nagel δεν έχει στη διάθεσή της σχετικές πληροφορίες. Επομένως, το αίτημα της κεντρικής επιτροπής επιχειρήσεως αφορά αδύνατη παροχή και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, η γερμανική εταιρία φρονεί εν πάση περιπτώσει ότι το αίτημα για παροχή πληροφοριών σχετικά με τα όργανα εκπροσωπήσεως του προσωπικού που έχουν συγκροτηθεί στα άλλα κράτη μέλη στερείται νομικού ερείσματος.

17. Το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί βάσιμη την αξίωση της Gesamtbetriebsrat για παροχή των πληροφοριών που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του EBRG, συγχρόνως όμως επισημαίνει τη δυσχερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η γερμανική εταιρία, η οποία υποχρεούται να γνωστοποιήσει τις πληροφορίες αυτές χωρίς, ωστόσο, να έχει στη διάθεσή της επαρκή μέσα προκειμένου να ζητήσει και να λάβει η ίδια τις εν λόγω πληροφορίες από τις επιχειρήσεις του ομίλου που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, για να μπορεί να απορριφθεί η ένσταση της Kühne & Nagel, θα έπρεπε η εν λόγω εταιρία να έχει στη διάθεσή της τα μέσα αυτά. Το Bundesarbeitsgericht θεωρεί ότι η λύση δεν μπορεί να δοθεί στα πλαίσια της γερμανικής νομοθεσίας, η οποία δεν μπορεί να ισχύσει για τις επιχειρήσεις που βρίσκονται εκτός της Γερμανίας. Το γερμανικό δικαστήριο θεωρεί, ωστόσο, ότι, με βάση τα άρθρα 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και 11, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, είναι δυνατόν να αναγνωριστεί στη διεύθυνση που επέχει θέση κεντρικής διευθύνσεως δικαίωμα συγκεντρώσεως πληροφοριών από τις επιχειρήσεις και τις εγκαταστάσεις του ομίλου που βρίσκονται στα άλλα κράτη μέλη.

18. Περαιτέρω, το παραπέμπον δικαστήριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούν να βρούν έρεισμα στην οδηγία και τα αιτήματα του Gesamtbetriebsrat για παροχή πληροφοριών που αφορούν τα όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων στις επιχειρήσεις του ομίλου Kühne & Nagel που έχουν συσταθεί στα άλλα κράτη μέλη. Ωστόσο, κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτού, το ζήτημα αυτό μπορεί να τεθεί μόνο στην περίπτωση που αναγνωρίζεται δικαίωμα συγκεντρώσεως πληροφοριών στην πλασματική κεντρική διεύθυνση του ομίλου.

19. Κατά συνέπεια, το Bundesarbeitsgericht, έχοντας αμφιβολίες όσον αφορά την ερμηνεία των εφαρμοστέων στην ενώπιόν του εκκρεμούσα υπόθεση διατάξεων της οδηγίας, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

1) Υποχρεούνται, κατά την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους, και ιδίως κατά τα άρθρα 4 και 11 της οδηγίας, οι επιχειρήσεις που ανήκουν σε ομίλους των οποίων η ελέγχουσα επιχείρηση έχει έδρα εκτός της Κοινότητας, να πληροφορούν την επιχείρηση η οποία θεωρείται ως η κεντρική διεύθυνση δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, περί του μέσου συνολικού αριθμού των εργαζομένων και της κατανομής τους μεταξύ των κρατών μελών, περί των εγκαταστάσεων των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από αυτήν, καθώς και περί της δομής της επιχειρήσεως και των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από αυτήν;

2) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στο πρώτο ερώτημα: περιλαμβάνει η υποχρέωση παροχής πληροφοριών και τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εκπροσώπων των εργαζομένων οι οποίοι συμμετέχουν εξ ονόματος των εργαζομένων της επιχειρήσεως ή των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από αυτήν στη συγκρότηση ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5 της οδηγίας, ή στη σύσταση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως;

III ─ Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

20. Στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας η Gesamtbetriebsrat, η Kühne & Nagel, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Σουηδίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Στη συνέχεια η Γερμανική Κυβέρνηση και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, απάντησαν στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η Gesamtbetriebsrat, η Kühne & Nagel καθώς και η Επιτροπή συμμετέσχον στην επ' ακροατηρίου συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2002.

IV ─ Νομική ανάλυση

Α ─ Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

1. Συνοπτική παρουσίαση των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο

21. Η Kühne & Nagel αρνείται, καταρχάς, ότι οι σχέσεις μεταξύ της κεντρικής διευθύνσεως και των λοιπών εταιριών του ομίλου είναι δυνατόν να διέπονται από την οδηγία. Στην υπόθεση που εξετάζει το Δικαστήριο εν προκειμένω, πρόκειται οπωσδήποτε για απλή πλασματική διεύθυνση, που υποκαθιστά σύμφωνα με τον νόμο την πραγματική κεντρική διεύθυνση. Ωστόσο, η δημιουργία αυτού του πλάσματος δικαίου δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ότι παρέχεται στην κατά πλάσμα κεντρική διεύθυνση εξουσία επί των αδελφών εταιριών, οι οποίες εξακολουθούν να είναι αυτόνομες. Επομένως, δεν της παρέχεται εξουσία να ζητεί και να λαμβάνει πληροφορίες από τις εν λόγω εταιρίες, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι οι πληροφορίες αυτές ενδέχεται να είναι εμπιστευτικές. Η εν λόγω εξουσία δεν μπορεί να απορρέει ούτε από τις εθνικές διατάξεις με τις οποίες μεταφέρθηκε η οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο. Αφετέρου, κατά την Kühne & Nagel, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου να εξασφαλισθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας, να περιορίζεται η ανεξαρτησία των υπαγομένων στον όμιλο επιχειρήσεων, αλλά αρκεί να αναγνωρίζεται στους εκπροσώπους των εργαζομένων δικαίωμα αιτήσεως και λήψεως πληροφοριών από κάθε μία από τις επιχειρήσεις αυτές. Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

22. Η Gesamtbetriebsrat καθώς και η Γερμανική και η Σουηδική Κυβέρνηση προτείνουν ακριβώς το αντίθετο. Η πρώτη, συγκεκριμένα, εκτιμά ότι το δικαίωμα πληροφόρησης των εκπροσώπων των εργαζομένων διασφαλίζεται μόνον όταν η ίδια η πλασματική κεντρική διεύθυνση έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει πληροφορίες από τις άλλες εταιρίες του ομίλου που είναι εγκατεστημένες στα κράτη μέλη. Στην αντίθετη περίπτωση, είναι αδύνατον να επιτευχθεί ο σκοπός της οδηγίας. Η Gesamtbetriebsrat επισημαίνει, επίσης, ότι, όπως προκύπτει πράγματι από το άρθρο 11 της οδηγίας, οι συντάκτες της αποδίδουν μεγάλη σημασία στην πραγματική και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπει. Κατά συνέπεια, η μη συμμόρφωση προς την οδηγία λόγω μη συνεργασίας των άλλων εταιριών του ομίλου θα πρέπει να συνεπάγεται κυρώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τις κατάλληλες δικαστικές διαδικασίες.

23. Κατά τη Γερμανική και τη Σουηδική Κυβέρνηση, η ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος συνάγεται, όχι μόνον από την αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας, αλλά και από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, που προϋποθέτουν υποχρέωση συνεργασίας στο πλαίσιο του ομίλου μεταξύ της κεντρικής διευθύνσεως και των λοιπών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στα κράτη μέλη. Περαιτέρω, το δικαίωμα πληροφόρησης της κεντρικής διευθύνσεως συνάγεται και από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών που επιβάλλει το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας σε όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου, στον βαθμό που η κεντρική διεύθυνση είναι ο φορέας που συντονίζει τις εν λόγω επιχειρήσεις στο πλαίσιο της εγκαθιδρύσεως της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως. Περαιτέρω, από το ίδιο το κείμενο της οδηγίας προκύπτει ότι οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί πληροφόρησης και διαβούλευσης αφορούν όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου, εφόσον επιβάλλεται σε όλες η υποχρέωση να συνεργάζονται για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας. Η Σουηδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να εξειδικεύσουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

24. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι μπορεί, πράγματι, να συναχθεί από τα άρθρα 4 και 11 της οδηγίας η ύπαρξη δικαιώματος της πλασματικής κεντρικής διευθύνσεως για την άντληση πληροφοριών από τις άλλες επιχειρήσεις του ομίλου, αλλά αμφιβάλλει, παρά ταύτα, για το αν αυτό συνιστά κατάλληλο μέσο προκειμένου να εξασφαλισθεί, κατά γενικό τρόπο, η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας. Η Επιτροπή επισημαίνει, ειδικότερα, ότι θα ήταν δύσκολο για την «πλασματική» κεντρική διεύθυνση να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα, λαμβανομένου υπόψη ότι, καταρχάς, είναι ενδεχόμενο να αγνοεί την εσωτερική διάρθρωση του ομίλου και, κατά συνέπεια, να μην είναι σε θέση να εντοπίσει όλες τις επιχειρήσεις ή όλες τις εγκαταστάσεις που χρειάζεται να γνωρίζει για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας. Επιπλέον, για να μπορέσει η πλασματική κεντρική διεύθυνση να ασκήσει αποτελεσματικά τα εν λόγω δικαιώματα πληροφόρησης σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις του ομίλου, ιδίως στην περίπτωση που αυτές βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη, θα πρέπει να υφίστανται σε εθνικό επίπεδο ειδικές προς τούτο διατάξεις, στο πλαίσιο των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.

25. Κατόπιν των ανωτέρω, η Επιτροπή προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση του προβλήματος, που, κατά τη γνώμη της, συμβαδίζει περισσότερο με το γράμμα και το σύστημα της οδηγίας. Θα πρέπει να γίνεται δεκτό ότι η κεντρική διεύθυνση, ακόμη και στην περίπτωση που είναι εγκατεστημένη σε τρίτο κράτος, δεν μπορεί να εξαιρείται της υποχρεώσεως τηρήσεως των διατάξεων της οδηγίας όσον αφορά τις επιχειρήσεις και τις εγκαταστάσεις του ομίλου που, αντίθετα, βρίσκονται στο έδαφος των κρατών μελών, εντός του οποίου υποχρεούται, κατά συνέπεια, να εγγυάται την απρόσκοπτη άσκηση των δικαιωμάτων πληροφορήσεως των εργαζομένων που προβλέπει η οδηγία. Επομένως, εναπόκειται στην κεντρική διεύθυνση να παρέχει στην πλασματική κεντρική διεύθυνση, η οποία, κατά την οδηγία, έχει τη σχετική ευθύνη, τις πληροφορίες που επιβάλλεται να παρέχονται στους εργαζομένους. Κατά την Επιτροπή, η άρνηση συνεργασίας εκ μέρους της κεντρικής διευθύνσεως όχι μόνο δεν απαλλάσσει την πλασματική κεντρική διεύθυνση της εν λόγω υποχρεώσεως αλλά, αντίθετα, την εκθέτει στον κίνδυνο εφαρμογής των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας. Επομένως, με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσαν, έστω και έμμεσα, να επιβληθούν κυρώσεις για την παράβαση εκ μέρους της κεντρικής διευθύνσεως και, σε τελική ανάλυση, εκ μέρους του ομίλου στο σύνολό του των υποχρεώσεων που του επιβάλλει η οδηγία. Η Επιτροπή καταλήγει, επομένως, στο συμπέρασμα ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην υποχρεωθεί η Kühne & Nagel να παράσχει τις απαιτούμενες πληροφορίες και να μην της επιβληθούν, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τα μέτρα που προβλέπονται από τη γερμανική έννομη τάξη σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής.

2. Εκτίμηση

26. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για δεύτερη φορά επί ζητήματος που έχει σχέση με το δικαίωμα των εργαζομένων για την αίτηση παροχής και τη λήψη πληροφοριών ενόψει της συστάσεως ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως κατά την έννοια της οδηγίας 94/45. Την πρώτη φορά, στο πλαίσιο της υποθέσεως Bofrost  (5) , επρόκειτο για το αν οι εργαζόμενοι μπορούσαν να βασιστούν στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας προκειμένου να τους παρασχεθούν πληροφορίες από μια επιχείρηση που υπαγόταν σε ορισμένο όμιλο, ενώ η κεντρική διεύθυνση του ομίλου δεν είχε εντοπισθεί ακόμη. Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση, το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο αφορά την περίπτωση κατά την οποία η κεντρική διεύθυνση του ομίλου είναι γνωστή, αλλά βρίσκεται εκτός του εδάφους των κρατών μελών και οι υποχρεώσεις που της επιβάλλονται, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας, βαρύνουν μία πλασματική κεντρική διεύθυνση. Επομένως, το εθνικό δικαστήριο ερωτά με ποιό τρόπο εξασφαλίζει η οδηγία και στην περίπτωση αυτή την ουσιαστική άσκηση του δικαιώματος ενημερώσεως των εργαζομένων έναντι της κεντρικής διευθύνσεως.

27. Όπως προαναφέρθηκε, το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητούν και να λαμβάνουν πληροφορίες κατά την έννοια της οδηγίας δεν αμφισβητείται από την Kühne & Nagel, η οποία, ωστόσο, αντιτείνει, ότι, με την ιδιότητά της ως πλασματικής κεντρικής διευθύνσεως του ομίλου, δεν μπορεί να εξασφαλίσει την προστασία του εν λόγω δικαιώματος εφόσον δεν υπάρχει συνεργασία εκ μέρους της πραγματικής κεντρικής διευθύνσεως και των άλλων επιχειρήσεων του ομίλου. Το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά, ως εκ τούτου, αν, προκειμένου να παρακαμφθεί το εμπόδιο αυτό, μπορεί να θεωρηθεί ότι η γερμανική επιχείρηση έχει ανάλογο δικαίωμα πληροφόρησης έναντι των επιχειρήσεων του ομίλου που βρίσκονται στα κράτη μέλη με βάση τα άρθρα 4 και 11 της οδηγίας.

28. Για να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα θα πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από το πρώτο άρθρο της, η οδηγία αποσκοπεί στη βελτίωση της διεθνούς πληροφόρησης και διαβούλευσης των εργαζομένων στις επιχειρήσεις και τους ομίλους επιχειρήσεων που λειτουργούν σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, προβλέποντας τη σύσταση, στις επιχειρήσεις και στους ομίλους όπου αυτό απαιτείται, ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή την υιοθέτηση άλλων διαδικασιών που μπορούν επίσης να εξυπηρετήσουν τον σκοπό αυτό. Στο άρθρο 1 της οδηγίας διευκρινίζεται επίσης ότι η ρύθμιση αυτή αφορά την κοινοτικής κλίμακας επιχείρηση στο σύνολό της ή, στην περίπτωση ομίλου επιχειρήσεων, όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου που βρίσκονται στα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, αποτελούν αποδέκτες της εφαρμογής της οδηγίας  (6) .

29. Υπενθυμίζεται επίσης ότι το όλο σύστημα της οδηγίας βασίζεται στον ρόλο της κεντρικής διεύθυνσης της επιχειρήσεως ή του ομίλου επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, στην οποία το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αναθέτει την πρωταρχική ευθύνη για την επιδίωξη του σκοπού που διακηρύσσει, αναγορεύοντάς τη σε πραγματικό κέντρο αποφάσεων της επιχειρήσεως ή του ομίλου (άρθρα 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, και 3, παράγραφος 1). Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένους συγγραφείς, η αρχή της ευθύνης της κεντρικής διευθύνσεως θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μία από τις βασικές αρχές της οδηγίας  (7) . Όπως προκύπτει, άλλωστε, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, η ευθύνη της κεντρικής διευθύνσεως είναι ιδιαιτέρως ευρεία, δεδομένου ότι καλύπτει το σύνολο των προϋποθέσεων και των μέσων που είναι αναγκαία για την εγκαθίδρυση των μηχανισμών ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων που προβλέπει η οδηγία. Η ευθύνη αυτή συνεπάγεται την υποχρέωση ανταποκρίσεως, με όλα τα διαθέσιμα μέσα, σε οποιαδήποτε απαίτηση που προκύπτει από τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή από την καθιέρωση διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων κατά την έννοια της οδηγίας, υπό τη μοναδική προϋπόθεση ότι η δράση που υποχρεούται να αναλάβει η κεντρική διεύθυνση είναι πράγματι αναγκαία για τον σκοπό αυτό.

30. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, η κεντρική διεύθυνση έχει την υποχρέωση να δημιουργήσει όλες τις προϋποθέσεις και να διαθέσει όλα τα υλικά μέσα και την τεχνική υποστήριξη που απαιτούνται για να μπορέσουν να διεξαχθούν υπό κατάλληλες συνθήκες οι διαπραγματεύσεις με τους αντιπροσώπους του προσωπικού  (8) και, κυρίως, να επιτρέψει τη σύσταση ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας. Αλλά, προπάντων, από την οδηγία προκύπτει η υποχρέωση της κεντρικής διευθύνσεως να παράσχει στους εργαζομένους όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την έναρξη και την καλή διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων καθώς και για την ίδρυση γραφείου της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις  (9) .

31. Μετά τη διευκρίνιση αυτή, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη  (10) και από το άρθρο 11 της οδηγίας, οι μηχανισμοί για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς πρέπει να εγκαθίστανται με τον κατάλληλο τρόπο στην επιχείρηση ή στον όμιλο επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας, ανεξαρτήτως του αν η κεντρική διεύθυνση βρίσκεται ή δεν βρίσκεται στο έδαφος των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο η εγκατάσταση της κεντρικής διευθύνσεως σε τρίτο κράτος να αποτελέσει εμπόδιο στην επιδίωξη των στόχων της οδηγίας, το άρθρο 4 καθιερώνει σύστημα το οποίο επιτρέπει την αντιμετώπιση ενός τέτοιου ενδεχομένου. Όπως προαναφέρθηκε, στην παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως προβλέπεται ο διορισμός εκπροσώπου της κεντρικής διευθύνσεως σε κράτος μέλος και, εφόσον δεν υπάρχει τέτοιος εκπρόσωπος, προβλέπεται ότι [...] την ευθύνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει η διεύθυνση της εγκατάστασης ή της επιχείρησης του ομίλου η οποία απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος. Εν πάση περιπτώσει, στην παράγραφο 3 της εν λόγω διατάξεως προβλέπεται ότι για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως κεντρική διεύθυνση θεωρείται ο διορισθείς εκπρόσωπος ή, ελλείψει αυτού, η πλασματική διεύθυνση  (11) . Επομένως, και στις δύο περιπτώσεις η ευθύνη την οποία αναθέτει η οδηγία στην κεντρική διεύθυνση μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στην πλασματική διεύθυνση η οποία, ως εκ τούτου, έχει τις αυτές υποχρεώσεις με την πρώτη και φέρει την αυτή ευθύνη για την εκπλήρωσή τους.

32. Υπενθυμίζεται ότι παρόμοια προσέγγιση με αυτήν που μόλις περιγράφηκε ακολουθήθηκε και σε άλλες οδηγίες που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής. Θα πρέπει ιδίως να γίνει μνεία τόσο της κοινοτικής οδηγίας περί ομαδικών απολύσεων  (12) όσο και της οδηγίας που αφορά τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, κείμενο που άλλωστε επικαλέστηκε και η Σουηδική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της που διατυπώθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου  (13) . Στις οδηγίες αυτές προβλέπεται ρητώς ότι οι υποχρεώσεις προηγούμενης ενημέρωσης και διαβουλεύσεως σε περίπτωση συλλογικών απολύσεων ή μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, τις οποίες οι εν λόγω διατάξεις επιβάλλουν στους εργοδότες, πρέπει να τηρούνται ανεξαρτήτως του αν οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται από τους ίδιους τους εργοδότες ή από άλλη επιχείρηση που τους ελέγχει. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση των υποχρεώσεων αυτών, οι εν λόγω οδηγίες προβλέπουν ότι η ευθύνη του εργοδότη δεν αίρεται συνεπεία του γεγονότος ότι η επιχείρηση που τον ελέγχει δεν του παρέσχε τις αναγκαίες πληροφορίες  (14) .

33. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, προβλήθηκε η ένσταση ότι δεν μπορεί να αξιώνεται από την πλασματική κεντρική διεύθυνση η πλήρης τήρηση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, ενόψει του ότι, σε αντίθεση με την πραγματική κεντρική διεύθυνση, η πλασματική κεντρική διεύθυνση δεν διαθέτει τις απαιτούμενες για τον σκοπό αυτό εξουσίες διευθύνσεως και συντονισμού του ομίλου. Πρόκειται, προφανώς, για πρόβλημα που απασχολεί και το παραπέμπον δικαστήριο, το οποίο ερωτά ακριβώς αν, προκειμένου να δοθεί στην πλασματική κεντρική διεύθυνση η δυνατότητα να εκπληρώσει την υποχρέωση ενημερώσεως που της επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 1, μπορεί να συναχθεί από την οδηγία η ύπαρξη δικαιώματος της εν λόγω διευθύνσεως να συλλέγει από τις άλλες επιχειρήσεις του ομίλου τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον σκοπό αυτό. Τούτο δε θα μπορεί να πράξει επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας που ─υπενθυμίζεται─ επιβάλλουν στις εν λόγω επιχειρήσεις υποχρέωση παροχής πληροφοριών.

34. Θεωρώ, ωστόσο, ότι η ένσταση αυτή δεν συνάδει με την έννοια του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας. Είναι γεγονός ότι το σύστημα που καθιερώνει η διάταξη αυτή στηρίζεται στην (πραγματική) κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης ή του ομίλου και στις εξουσίες διευθύνσεως και συντονισμού που έχει στη διάθεσή της και, κατά συνέπεια, στην ηγετική θέση της στο πλαίσιο της επιχειρήσεως ή του ομίλου. Ωστόσο, είναι επίσης αληθές ότι, χωρίς να επιδιώκει καθ' οιονδήποτε τρόπο να αναπροσδιορίσει την εσωτερική διάρθρωση της επιχειρήσεως ή του ομίλου, η οδηγία επιδιώκει να αποτρέψει το ενδεχόμενο μια επιχείρηση ή ένας όμιλος να μπορεί να καταστρατηγεί τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει η εν λόγω οδηγία εγκαθιστώντας την κεντρική διεύθυνση εκτός της Κοινότητας. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι παράγραφοι 2 και 4 εξομοιώνουν την πλασματική κεντρική διεύθυνση προς την πραγματική και επιβάλλουν στην πρώτη όλες τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τη δεύτερη. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, όπως τόνισε η Επιτροπή, μη τήρηση ενδεχομένως εκ μέρους της πλασματικής κεντρικής διεύθυνσης των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, πρέπει να επισύρει κυρώσεις εκ μέρους των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1 και το άρθρο 14 της οδηγίας, ακριβώς όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση μη εκπληρώσεως των ιδίων υποχρεώσεων εκ μέρους της πραγματικής κεντρικής διευθύνσεως του ομίλου, ιδίως με τη μορφή των προβλεπομένων στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών οι οποίες επιτρέπουν να επιτυγχάνεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

35. Προφανώς, ωστόσο, δεν μπορεί να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση η πραγματική κεντρική διεύθυνση είναι εκείνη που διαθέτει τα μέσα για τη λήψη όλων των μέτρων που είναι αναγκαία για την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η οδηγία. Ωστόσο, το τεκμήριο ευθύνης που βαρύνει την πλασματική κεντρική διεύθυνση και η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων εις βάρος της με βάση την ευθύνη αυτή αποσκοπούν ακριβώς στην άσκηση πιέσεως στην πραγματική κεντρική διεύθυνση ώστε αυτή, προς το συμφέρον του ομίλου, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε η πλασματική κεντρική διεύθυνση να είναι σε θέση να τηρήσει τις υποχρεώσεις της αυτές. Κατά συνέπεια, αν γινόταν δεκτό ότι η πλασματική κεντρική διεύθυνση απαλλάσσεται της ευθύνης οσάκις η πραγματική κεντρική διεύθυνση αρνείται οποιαδήποτε συνεργασία θα ενθάρρυνε την τελευταία να μη λάβει τα μέτρα που είναι αναγκαία για την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλει η οδηγία και το αποτέλεσμα θα ήταν να μην επιτυγχάνονται οι στόχοι των διατάξεων που περιέχονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση αυτή θα προσφερόταν ένας εύκολος τρόπος καταστρατηγήσεως της οδηγίας που θα συνίστατο στην εγκατάσταση της κεντρικής διευθύνσεως εκτός της Κοινότητας.

36. Επομένως, είναι αμφίβολη η ορθότητα της συλλογιστικής του παραπέμποντος δικαστηρίου, το οποίο φρονεί ότι δεν μπορεί να επιβάλει κυρώσεις για την παράβαση εκ μέρους της Kühne & Nagel της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών στους εργαζομένους, χωρίς να αναγνωρίζει στην εν λόγω εταιρία αντίστοιχο δικαίωμα παροχής πληροφοριών έναντι των άλλων επιχειρήσεων του ομίλου. Στην πραγματικότητα μια τέτοια συλλογιστική θέτει υπό αμφισβήτηση το νόημα και τον σκοπό των εξεταζομένων διατάξεων, καθόσον μετακυλίει στις άλλες επιχειρήσεις του ομίλου την ευθύνη εφαρμογής της οδηγίας θέτοντας σε δεύτερη μοίρα, αν δεν τις καθιστά εντελώς άνευ αντικειμένου, τις υποχρεώσεις που βαρύνουν την κεντρική διεύθυνση, ενώ σε αυτήν ακριβώς στηρίζεται ολόκληρο το σύστημα που καθιερώνει η οδηγία, δεδομένου ότι αυτή και μόνο μπορεί να εξασφαλίσει, άμεσα ή έμμεσα, την πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.

37. Ειδικότερα, πρέπει να τονισθεί ότι η υποχρέωση ενημερώσεως που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν είναι κατά τη γνώμη μου κατάλληλη, ενόψει του ειδικού και περιορισμένου αντικειμένου της, για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις στις οποίες αναφέρεται το παραπέμπον δικαστήριο. Όπως προκύπτει, πράγματι, από το γράμμα της διατάξεως αυτής, μοναδικός σκοπός της υποχρεώσεως ενημερώσεως που καθιερώνει είναι να επιτρέψει στους εργαζομένους να διαπιστώσουν αν η οδηγία έχει εφαρμογή ή όχι στην επιχείρηση ή στον όμιλο επιχειρήσεων στον οποίο απασχολούνται και, ενδεχομένως, να εντοπίσουν την κεντρική διεύθυνση του ομίλου. Αφενός, η διάταξη αυτή αναφέρεται, στην πραγματικότητα, αδιακρίτως στις επιχειρήσεις ως μεμονωμένους φορείς χωρίς να κάνει μνεία της εννοίας της κεντρικής διευθύνσεως ή της εννοίας της επιχειρήσεως ή του ομίλου ευρωπαϊκής κλίμακας και κάνει λόγο για τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που διατυπώνονται εν γένει από τα μέρη τα οποία αφορά η εφαρμογή της [...] οδηγίας. Αφετέρου, η επιβαλλόμενη υποχρέωση αφορά μόνον τις πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό εργαζομένων που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και γ΄ της οδηγίας [εργαζόμενοι στην επιχείρηση ή στον όμιλο], δηλαδή εκείνες ακριβώς τις πληροφορίες που καθιστούν δυνατόν να προσδιορισθεί αν η επιχείρηση ή ο όμιλος είναι κοινοτικής κλίμακας ή όχι  (15) .

38. Ωστόσο, άπαξ διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση ή ο όμιλος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, η υποχρέωση παροχής στους εργαζομένους όλων των αναγκαίων πληροφοριών για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως, στις οποίες προφανώς περιλαμβάνονται και οι πληροφορίες που οφείλει να παρέχει κάθε επιχείρηση του ομίλου σχετικά με τα ειδικότερα στοιχεία που την αφορούν, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, βαρύνει την κεντρική διεύθυνση, με βάση τη γενική ευθύνη που προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 1. Οι εν λόγω επιχειρήσεις εξακολουθούν να υποχρεούνται, κάθε μία χωριστά, να παράσχουν, σε οποιονδήποτε υποβάλει σχετικό αίτημα, τις πληροφορίες που προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη, αυτό, όμως, ουδόλως επηρεάζει την ευθύνη της κεντρικής διεύθυνσης, ευθύνη η οποία ούτε υποκαθίσταται ούτε περιορίζεται, αφού θεμελιώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, και όχι στο άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας. Επομένως, η υποχρέωση αυτή παραμένει ακέραια κατά το περιεχόμενό της και τον γενικό χαρακτήρα της, όπως ακριβώς και η ευθύνη της πλασματικής κεντρικής διεύθυνσης, κατόπιν των παρατηρήσεων που προεκτέθηκαν.

39. Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η λύση σύμφωνα με την οποία αναγνωρίζεται στην πλασματική κεντρική διεύθυνση δικαίωμα αντλήσεως πληροφοριών από τις άλλες εταιρίες του ομίλου, η οποία κατά την εφαρμογή της παρουσιάζει βέβαια πολλές πρακτικές δυσκολίες, όπως καταδείχθηκε κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορεί ασφαλώς να συμβάλει ώστε να εξασφαλισθεί η πρόσβαση των εργαζομένων στις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως. Ωστόσο, γενικότερα, η λύση αυτή δεν εξασφαλίζει στην πράξη την πραγματική εγκαθίδρυση των μηχανισμών ενημερώσεως και διαβουλεύσεως που προβλέπει η οδηγία. Αρκεί η πιθανολόγηση ότι, εκτός και αν δεν υπήρχε η βούληση παρεμβάσεως στη ρύθμιση των εννόμων και οργανωτικών σχέσεων μεταξύ των εταιριών του ομίλου, η συνεργασία της πραγματικής κεντρικής διευθύνσεως του ομίλου θα εξακολουθούσε να είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του ακόμη και αν είχε συσταθεί η ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως. Είναι πράγματι προφανές ότι η πραγματική κεντρική διεύθυνση είναι η μόνη που μπορεί να ενημερώνει την επιτροπή και να διαβουλεύεται με αυτή λυσιτελώς όσον αφορά τη γενική κατάσταση και τις προοπτικές του ομίλου καθώς και τις στρατηγικές αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν ουσιωδώς τα συμφέροντα των εργαζομένων, όπως προβλέπει η οδηγία  (16) , ενώ η πλασματική κεντρική διεύθυνση δεν έχει τη δυνατότητα να συλλέξει τα απαραίτητα για τον σκοπό αυτό στοιχεία από τις άλλες εταιρίες του ομίλου.

40. Επομένως, φρονώ ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, προκειμένου για όμιλο επιχειρήσεων, η κεντρική διεύθυνση του οποίου βρίσκεται εντός του εδάφους των κρατών μελών, την υποχρέωση να παρέχει στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που υποβάλλουν σχετικό αίτημα όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή για τη διεξαγωγή διαδικασίας διεθνούς ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων έχει η διεύθυνση που επέχει θέση κεντρικής διευθύνσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και 3 της οδηγίας. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την τήρηση της υποχρεώσεως αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 11, παράγραφοι 1 και 3, και 14 της οδηγίας.

Β ─ Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

41. Με το ερώτημα αυτό το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η υποχρέωση ενημερώσεως που προβλέπεται στην οδηγία αφορά επίσης τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εκπροσώπων των εργαζομένων που συμμετέχουν στη συγκρότηση ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας κατά την έννοια το άρθρου 5 της οδηγίας ή στη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως. Ενόψει της απαντήσεως που προτάθηκε να δοθεί στο πρώτο ερώτημα, είναι κατά τη γνώμη μου αναγκαίο να εξετασθεί και το δεύτερο ερώτημα.

42. Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, κατά την Kühne & Nagel, οι πληροφορίες που αναφέρονται στα ονόματα και τις διευθύνσεις των εκπροσώπων των εργαζομένων δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, δεδομένου ότι δεν είναι απαραίτητες για τους σκοπούς συστάσεως ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως. Η Eπιτροπή, συντασσόμενη με την άποψη αυτή, προσθέτει ότι, ακριβώς για τον λόγο αυτό, η υποχρέωση παροχής των εν λόγω πληροφοριών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στο πλαίσιο της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των επιχειρήσεων και των εργαζομένων ή των εκπροσώπων τους, που προβλέπεται στην οδηγία. Αντίθετα, η Gesamtbetriebsrat και η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρούν ότι οι εν λόγω πληροφορίες είναι απαραίτητες για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

43. Κατά την άποψή μου, το μόνο που μπορεί να λεχθεί επί του ζητήματος αυτού είναι ότι, προκειμένου να προσδιορισθεί το περιεχόμενο της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών, πρέπει να εξετασθεί αν οι ζητούμενες πληροφορίες είναι απαραίτητες ενόψει του σκοπού της συστάσεως ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως  (17) . Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, εναπόκειται στο παραπέμπον δικαστήριο και όχι στο παρόν Δικαστήριο, να ελέγξει, με βάση το σύνολο των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αιτούμενες πληροφορίες είναι πράγματι αναγκαίες. Θα προσθέσω μόνον, ότι, εφόσον η επίμαχη υποχρέωση ενημερώσεως βαρύνει την κεντρική διεύθυνση συνεπεία της γενικής ευθύνης που της απονέμει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, η διεύθυνση που αντικαθιστά τη γενική διεύθυνση κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και 3, της οδηγίας βαρύνεται επίσης με την υποχρέωση αυτή.

44. Εκτιμώ, κατά συνέπεια, ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η κεντρική διεύθυνση του ομίλου ή, ενδεχομένως, η διεύθυνση στην οποία μεταφέρεται η σχετική ευθύνη κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, και 3, της οδηγίας 94/45 υποχρεούται να παρέχει στους εκπροσώπους των εργαζομένων που υποβάλλουν σχετικό αίτημα τα στοιχεία που αφορούν τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εκπροσώπων των εργαζομένων των επιχειρήσεων που απαρτίζουν έναν όμιλο επιχειρήσεων, εφόσον τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για τη σύσταση, στο πλαίσιο του οικείου ομίλου, ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.

V ─ Συμπέρασμα

45. Επομένως, κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesarbeitsgericht, με διάταξη της 27ης Ιουνίου 2000, ως εξής:

1) Τα άρθρα 4 και 11 της οδηγίας 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και ζητείται η γνώμη τους, έχουν την έννοια, ότι, προκειμένου για όμιλο επιχειρήσεων η κεντρική διεύθυνση του οποίου βρίσκεται εντός του εδάφους των κρατών μελών, την υποχρέωση παροχής στα εσωτερικά όργανα εκπροσωπήσεως των εργαζομένων που υποβάλλουν σχετικό αίτημα όλων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή για την κίνηση διαδικασίας αποσκοπούσης στη διεθνή ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων έχει η διεύθυνση που επέχει θέση κεντρικής διευθύνσεως με την έννοια του άρθρου 4, παράγραφοι 2, δεύτερο εδάφιο, και 3, της οδηγίας. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την τήρηση της υποχρεώσεως αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 11, παράγραφοι 1 και 3, και 14 της οδηγίας.

2) Η κεντρική διεύθυνση του ομίλου ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, η διεύθυνση που βαρύνεται με τη σχετική ευθύνη κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφοι 2, δεύτερο εδάφιο, και 3, της oδηγίας 94/45, υποχρεούται να παρέχει στους εκπροσώπους των εργαζομένων που υποβάλλουν σχετικό αίτημα τα στοιχεία που αφορούν τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εκπροσώπων των εργαζομένων των επιχειρήσεων που υπάγονται σε ορισμένο όμιλο επιχειρήσεων, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία είναι αναγκαία για την ίδρυση στο πλαίσιο του ομίλου ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως.


1
Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.


2
ΕΕ L 254, σ. 64. Επειδή βασίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του Συμφώνου για την κοινωνική πολιτική που προσαρτάται στο πρωτόκολλο αριθ. 14 της Συνθήκης ΕΚ, η οδηγία αρχικώς δεν ίσχυε για το Ηνωμένο Βασίλειο. Το πεδίο εφαρμογής της επεκτάθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος με την οδηγία 97/74/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997 (ΕΕ L 10, σ. 22).


3
BGBl. 1996 I, σ. 1548.


4
Ελεύθερη μετάφραση.


5
Απόφαση της 29ης Μαρτίου 2001, C-62/99 (Συλλογή 2001, σ. Ι-2579).


6
Βλ., επίσης, την ενδέκατη, δωδέκατη και δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι η οδηγία καλύπτει επίσης την περίπτωση κατά την οποία όμιλος επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας περιλαμβάνει έναν ή περισσοτέρους υπο-ομίλους που είναι επίσης κοινοτικής κλίμακας ή μία ή περισσότερες επιχειρήσεις κοινοτικής κλίμακας. Κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3 της οδηγίας, η ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως συγκροτείται στο επίπεδο ολοκλήρου του ομίλου, εκτός αν υπάρξει διαφορετική συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων πλευρών.


7
Βλ., ιδίως, Leite J., Fernades L., Amado L. και Reis J., Conselhos de impresa europeus. Comentários à directiva 94/45CE, Λισσαβόνα, 1996, ιδίως σ. 32. Σχετικά με την κεντρική διεύθυνση βλ. επίσης Teyssié B., Le comité d'entreprise européen, Παρίσι, 1997, ιδίως σ. 199, καθώς και Gulotta C., Le relazionni industriali nelle imprese multinazionalli. I diritti d'informazione e di consultazione dei lavoratori nell'Unione europea e nel diritto internazionale, Μιλάνο, 2002 (ιδίως σ. 132).


8
Επισημαίνεται, εξ άλλου, ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 6, της οδηγίας, τις δαπάνες τις σχετικές με τις διαπραγματεύσεις [...] τις αναλαμβάνει η κεντρική διεύθυνση, κατά τρόπον ώστε η ειδική διαπραγματευτική ομάδα να μπορεί να εκπληρώνει την αποστολή της κατά τον κατάλληλο τρόπο.


9
Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας, η ευρωπαϊκή επιτροπή επιχειρήσεως συγκροτείται επίσης στην περίπτωση που τα μέρη δεν καταλήγουν σε συμφωνία, ιδίως αν η κεντρική διεύθυνση αρνηθεί την έναρξη διαπραγματεύσεων εντός εξαμήνου από την υποβολή επισήμου αιτήματος των εργαζομένων ή αν δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία εντός τριετίας από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος. Οι αρμοδιότητες και η σύνθεση της επιτροπής που συγκροτείται με τον τρόπο αυτό διέπονται από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία σύμφωνα με τις επικουρικές υποχρεώσεις που διατυπώνονται στο παράρτημα της οδηγίας.


10
Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, οι μηχανισμοί για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς [στις επιχειρήσεις ή στους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας] πρέπει να καλύπτουν όλες τις εγκαταστάσεις ή, ανάλογα με την περίπτωση, όλες τις επιχειρήσεις μέλη του ομίλου οι οποίες είναι εγκατεστημένες στα κράτη μέλη, άσχετα με το κατά πόσον η κεντρική διεύθυνση της επιχείρησης ή, στην περίπτωση ομίλου, της ελέγχουσας επιχείρησης, βρίσκεται στην επικράτεια των κρατών μελών.


11
Για λόγους ευκολίας, στη συνέχεια θα αναφέρομαι μόνο στην περίπτωση της πλασματικής διευθύνσεως, δηλαδή στην περίπτωση κατά την οποία την ευθύνη της κεντρικής διευθύνσεως φέρει η διεύθυνση [...] της επιχείρησης του ομίλου η οποία απασχολεί τον μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων σε κράτος μέλος. Είναι όμως προφανές ότι οι σκέψεις που αναπτύσσονται επί του θέματος αυτού ισχύουν και για την περίπτωση κατά την οποία η ευθύνη αυτή ανατίθεται σε εκπρόσωπο που διορίζεται από την κεντρική διεύθυνση που είναι εγκατεστημένη σε τρίτο κράτος.


12
Oδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ L 225, σ. 16).


13
Οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171). Η οδηγία αυτή καταργήθηκε στη συνέχεια από την οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001 (ΕΕ L 82, σ. 16).


14
Όσον αφορά τις συλλογικές απολύσεις, βλ. το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 98/59. Όσον αφορά τη μεταβίβαση επιχειρήσεων, βλ., αντίθετα, το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 77/187, το περιεχόμενο του οποίου έχει περιληφθεί αυτούσιο στο άρθρο 7, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/23.


15
Κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δεν ακολούθησε διαφορετική συλλογιστική στην υπόθεση Bofrost που προπαρατέθηκε, όπου προσδιόρισε το περιεχόμενο της εν λόγω υποχρεώσεως δεχόμενο ότι συμπεριλαμβάνει τα πληροφοριακά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορούν [οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποί τους] να εκτιμούν αν έχουν ή όχι το δικαίωμα να ζητήσουν την έναρξη διαπραγματεύσεων [για τη σύσταση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχειρήσεως ή για την έναρξη διαδικασίας διεθνούς ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων] καθώς και, ενδεχομένως, να διατυπώσουν την προς τούτο αίτηση (σκέψη 38 της αποφάσεως). Υπενθυμίζεται, πράγματι, ότι η εν λόγω απόφαση εξεδόθη επί διαφοράς όπου δεν είχε διαπιστωθεί ποια ήταν η ελέγχουσα επιχείρηση στο επίπεδο του ομίλου και, κατά συνέπεια, δεν είχε εντοπιστεί η κεντρική διεύθυνση κατά την έννοια της οδηγίας.


16
Βλ., ιδίως, τα σημεία 2 και 3 των επικουρικών υποχρεώσεων στο παράρτημα της οδηγίας (βλ., επίσης, υποσημείωση 9).


17
Εξάλλου, υπενθυμίζεται σχετικώς ότι, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, της οδηγίας, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και υπό τους όρους και εντός των ορίων που θέτει η εθνική νομοθεσία, η κεντρική διεύθυνση μπορεί να αρνηθεί την κοινοποίηση στοιχείων εφόσον η φύση τους είναι τέτοια που σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια ενδέχεται να δυσχεράνουν ισχυρά τη λειτουργία των συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή να τις ζημιώσουν.